16/10/26

Ένα Μαχαίρι.


Το "Μαχαίρι" του Καββαδία: ένα στιλέτο, επτά φράγκα και μια θάλασσα από αίμα.

Υπάρχουν αντικείμενα που αποκτούν την αξία τους από τη χρήση τους και άλλα που αποκτούν τη δύναμή τους από τις ιστορίες που κουβαλούν. Ένα μαχαίρι μπορεί να είναι ένα εργαλείο, ένα όπλο, ένα κειμήλιο ή ένα ενθύμιο. Στο ποίημα όμως «Ένα μαχαίρι» του Νίκου Καββαδία, (από τη ποιητική του συλλογή "Μαραμπού") το μαχαίρι γίνεται κάτι περισσότερο: μετατρέπεται σε φορέα της ανθρώπινης βίας, σε μνήμη εγκλημάτων και, τελικά, σε καθρέφτη της ανθρώπινης ψυχής.

Ο αφηγητής έχει αγοράσει ένα παλιό αφρικανικό στιλέτο στο Αλγέρι. Το κουβαλά πάντοτε επάνω του, σφιγμένο στη ζώνη του. Δεν μας εξηγεί εξαρχής γιατί το απέκτησε ούτε ποια ιδιαίτερη σχέση έχει μαζί του. Η ιστορία του ξεδιπλώνεται μέσα από την ανάμνηση του παλαιοπώλη, ο οποίος του αφηγήθηκε τις αιματηρές περιπέτειες του όπλου. Και ενώ το ποίημα μοιάζει αρχικά με μια ναυτική περιπέτεια, με εκείνη την εξωτική ατμόσφαιρα των μακρινών λιμανιών που χαρακτηρίζει τον Καββαδία, σταδιακά αποκαλύπτει έναν πολύ βαθύτερο προβληματισμό: τη σχέση του ανθρώπου με τη βία, την ενοχή, την αυτοκαταστροφή και τον φόβο του ίδιου του εαυτού του. Η μελοποίηση του Θάνου Μικρούτσικου αναδεικνύει τη θεατρικότητα και τη σκοτεινή γοητεία του ποιήματος του Καββαδία. Η μουσική ακολουθεί την πορεία του στιλέτου από τις ιστορίες των ξένων εγκλημάτων μέχρι την προσωπική εξομολόγηση του αφηγητή, μετατρέποντας το ποίημα σε μια κλιμακούμενη δραματική αφήγηση. Και όταν έρχεται η τελευταία στροφή, το μαχαίρι παύει να είναι ένα εξωτικό κειμήλιο και γίνεται καθρέφτης της ανθρώπινης ψυχής. Εκεί όπου τελειώνει η ιστορία των άλλων, αρχίζει ο φόβος του ίδιου του εαυτού.

🔪 Το αντικείμενο που κουβαλά τη μνήμη της βίας.

Το στιλέτο έχει περάσει από πολλά χέρια. Κάθε προηγούμενος κάτοχός του το έχει συνδέσει με έναν θάνατο. Ο παλαιοπώλης αφηγείται ιστορίες συζυγικής απιστίας, ζήλιας, αδελφοκτονίας και προσωπικών αντιπαλοτήτων.

Οι ιδιοκτήτες αλλάζουν, αλλά το όπλο παραμένει. Οι άνθρωποι πεθαίνουν, οι ιστορίες τους μετατρέπονται σε θρύλους και το αντικείμενο συνεχίζει το ταξίδι του.

Εδώ βρίσκεται η πρώτη σημαντική συμβολική διάσταση του ποιήματος: το στιλέτο λειτουργεί ως υλική μνήμη της ανθρώπινης βίας.

Το ίδιο το μέταλλο δεν έχει συνείδηση. Δεν θυμάται, δεν μισεί, δεν εκδικείται. Ωστόσο, οι άνθρωποι προβάλλουν επάνω του τις πράξεις τους, μέχρι που το αντικείμενο αποκτά σχεδόν μια δική του μυθολογία. Δεν αγοράζει κανείς απλώς ένα μαχαίρι· αγοράζει ένα κομμάτι από την ιστορία των ανθρώπινων παθών.

Το στιλέτο γίνεται έτσι ένα μικροσκοπικό μουσείο εγκλημάτων. Κάθε χέρι που το κρατά προσθέτει ένα ακόμη κεφάλαιο, σαν να υπάρχει μια αόρατη αλυσίδα που συνδέει ανθρώπους διαφορετικών εποχών, τόπων και πολιτισμών.

Κι εδώ γεννιέται ένα ερώτημα: μήπως τα αντικείμενα που θεωρούμε ουδέτερα δεν είναι τελικά τόσο ουδέτερα μέσα στη συνείδησή μας; Μήπως η ιστορία που τους αποδίδουμε επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο τα κοιτάζουμε, τα φοβόμαστε ή τα επιθυμούμε;

Το στιλέτο δεν είναι από τη φύση του καταραμένο. Είναι οι πράξεις των ανθρώπων που το μετατρέπουν σε φορέα κατάρας.

🔪 Ο έρωτας ως αφορμή και η κτητικότητα ως έγκλημα.

Οι πρώτες ιστορίες του παλαιοπώλη αφορούν τον έρωτα, τη συζυγική απιστία και τη ζήλια. Ένας άντρας σκοτώνει τη γυναίκα του επειδή τον απατά. Ένας άλλος δολοφονεί τον αδελφό του. Κάποιος σκοτώνει την ερωμένη του από ζήλια.

Οι ιστορίες διαφέρουν ως προς τα πρόσωπα και τις περιστάσεις, αλλά έχουν έναν κοινό πυρήνα: κάποιος θεωρεί ότι ο άλλος τού ανήκει τόσο πολύ, ώστε η απώλεια, η προδοσία ή η άρνηση δικαιολογεί την εξόντωσή του.

Εδώ ο Καββαδίας αγγίζει ένα από τα σκοτεινότερα σημεία της ανθρώπινης ψυχολογίας. Ο έρωτας, που μπορεί να αποτελέσει εμπειρία ελευθερίας και συνάντησης δύο ανθρώπων, μετατρέπεται σε μηχανισμό ιδιοκτησίας. Ο άλλος παύει να αναγνωρίζεται ως ανεξάρτητη ύπαρξη και αντιμετωπίζεται σαν κτήμα που παραβίασε τους όρους κατοχής του.

Η ζήλια δεν εμφανίζεται απλώς ως ένα έντονο συναίσθημα. Γίνεται η αφορμή για να αποκαλυφθεί η επιθυμία του ανθρώπου να ελέγχει την ελευθερία του άλλου.

Το μαχαίρι, επομένως, δεν σκοτώνει από μόνο του. Η πράξη αρχίζει πολύ πριν από τη στιγμή της λεπίδας: αρχίζει όταν η επιθυμία μετατρέπεται σε απαίτηση, όταν η αγάπη συγχέεται με την κατοχή και όταν ο πληγωμένος εγωισμός θεωρεί ότι δικαιούται να αποφασίζει για τη ζωή του άλλου.

Το έγκλημα δεν είναι η σκοτεινή πλευρά του έρωτα· είναι η στιγμή που ο άνθρωπος αρνείται στον άλλον το δικαίωμα να μην του ανήκει.

🔪 Ο παλαιοπώλης και η αισθητική του τρόμου.

Ο παλαιοπώλης αποτελεί μία από τις πιο ενδιαφέρουσες μορφές του ποιήματος. Ο Καββαδίας τον περιγράφει σαν μορφή που έχει ξεπηδήσει από έναν πίνακα του Γκόγια, ανάμεσα σε μακριά σπαθιά και σκισμένες στολές.

Η εικόνα δημιουργεί μια ατμόσφαιρα σχεδόν θεατρική. Ο γέρος μοιάζει να ανήκει περισσότερο στο παρελθόν παρά στο παρόν, σαν να έχει απορροφήσει μέσα του τη σκόνη των πολέμων, τις περιπέτειες των ναυτικών και τα μυστικά των νεκρών.

Δεν είναι τυχαία η αναφορά στον Γκόγια. Η τέχνη του Ισπανού ζωγράφου συνδέεται συχνά με τη βία, τον πόλεμο, την ανθρώπινη αγριότητα και τον εφιάλτη που κρύβεται πίσω από την επιφάνεια του πολιτισμού. Η μορφή του παλαιοπώλη εντάσσεται σε αυτό το εικαστικό σύμπαν: ένας άνθρωπος που εμπορεύεται αντικείμενα, αλλά μοιάζει να εμπορεύεται συγχρόνως τα απομεινάρια μιας αιματηρής ιστορίας.

Υπάρχει, μάλιστα, μια λεπτή ειρωνεία στη σκηνή. Ο γέρος διηγείται τις δολοφονίες με τη σοβαρότητα εκείνου που γνωρίζει έναν παλιό θρύλο, αλλά στο τέλος ανακοινώνει την τιμή του στιλέτου.

Επτά φράγκα.

Η φρίκη έχει αποκτήσει εμπορική αξία. Οι θάνατοι έχουν γίνει μέρος της περιγραφής ενός εμπορεύματος. Το παρελθόν, όσο σκοτεινό κι αν είναι, μπορεί να τοποθετηθεί σε μια βιτρίνα και να πουληθεί στον επόμενο ενδιαφερόμενο.

Ο παλαιοπώλης, βέβαια, δεν παρουσιάζεται αναγκαστικά ως κυνικός. Μπορεί να φοβάται πραγματικά το στιλέτο. Ωστόσο, η συνύπαρξη της φρίκης και της συναλλαγής δημιουργεί ένα από τα πιο εύγλωττα σημεία του ποιήματος: η ανθρώπινη ιστορία μπορεί να μετατραπεί σε εμπόρευμα χωρίς να χάσει τη σκοτεινή της γοητεία.



🔪 Η γοητεία του επικίνδυνου.

Ο αφηγητής γνωρίζει τις ιστορίες των προηγούμενων ιδιοκτητών. Ακούει την προειδοποίηση του γέρου. Βλέπει το οικόσημο και την άγκυρα, παρατηρεί το μικρό βάρος του όπλου, ακούει ότι οι κάτοχοί του έχουν σκοτώσει ανθρώπους.

Κι όμως, το αγοράζει.

Αυτή η επιλογή είναι κρίσιμη. Ο αφηγητής δεν είναι ένα ανυποψίαστο θύμα που αγνοεί την ιστορία του αντικειμένου. Γνωρίζει τον θρύλο και, παρά την προειδοποίηση, επιθυμεί να το αποκτήσει.

Γιατί;

Το ποίημα δεν δίνει σαφή απάντηση. Ακριβώς γι' αυτό η πράξη παραμένει ενδιαφέρουσα. Μπορεί να πρόκειται για ιδιοτροπία, για έλξη προς το παράξενο, για επιθυμία κατοχής ενός αντικειμένου που έχει ταξιδέψει πολύ ή για εκείνη τη γοητεία που ασκεί το επικίνδυνο όταν παραμένει ακόμη έξω από το πεδίο της προσωπικής μας ευθύνης.

Ο άνθρωπος συχνά έλκεται από όσα φοβάται. Θέλει να πλησιάσει το απαγορευμένο, να αγγίξει το επικίνδυνο, να κρατήσει στα χέρια του κάτι που κουβαλά μια ιστορία μεγαλύτερη από τη δική του.

Υπάρχει όμως διαφορά ανάμεσα στο να παρατηρείς τη βία και στο να κουβαλάς το σύμβολό της επάνω σου.

Ο αφηγητής παίρνει μαζί του ένα αντικείμενο που έχει ήδη αποκτήσει μια σκοτεινή σημασία. Δεν κληρονομεί μόνο το μέταλλο· κληρονομεί και τη δυνατότητα να φανταστεί τον εαυτό του μέσα στην αλυσίδα των προηγούμενων ιδιοκτητών.

Η αγορά γίνεται έτσι μια πράξη που υπερβαίνει την απλή συναλλαγή. Είναι μια συνάντηση με κάτι που ο άνθρωπος επιθυμεί χωρίς να γνωρίζει πλήρως τι σημαίνει αυτή η επιθυμία.

🔪 Η τελευταία στροφή: από τους νεκρούς στον ζωντανό.

Και τότε το ποίημα αλλάζει ξαφνικά κατεύθυνση.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, όλες οι δολοφονίες ανήκουν στο παρελθόν. Έχουν διαπραχθεί από άλλους ανθρώπους, σε άλλες εποχές, σε ξένους τόπους. Ο αφηγητής μπορεί να τις αντιμετωπίζει ως ιστορίες, να τις ακούει με περιέργεια, να κρατά μια ασφαλή απόσταση από αυτές.

Στο τέλος, όμως, αποκαλύπτει ότι έχει το στιλέτο επάνω του όχι επειδή μισεί κάποιον, αλλά επειδή φοβάται κάτι εντελώς διαφορετικό.

Την πιθανότητα να το στρέψει στον εαυτό του.

Η ανατροπή είναι βαθιά επειδή μεταβάλλει εκ των υστέρων το νόημα ολόκληρου του ποιήματος. Το ερώτημα δεν είναι πλέον ποιος σκότωσε ποιον, ποιος πρόδωσε ποιον ή ποιος χρησιμοποίησε το όπλο για να εκδικηθεί. Το ερώτημα γίνεται: τι μπορεί να συμβεί όταν ένας άνθρωπος μείνει μόνος με τον εαυτό του και με το μέσο της καταστροφής του;

Η βία αλλάζει κατεύθυνση. Από διαπροσωπική γίνεται εσωτερική.

Το στιλέτο δεν χρειάζεται πια έναν εχθρό. Ο πιθανός στόχος βρίσκεται στην ίδια πλευρά της λεπίδας με το χέρι που την κρατά.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο αφηγητής δηλώνει πως επιθυμεί να πεθάνει. Η διατύπωσή του εκφράζει φόβο απέναντι σε μια πιθανότητα. Και η διάκριση έχει σημασία: άλλο η επιθυμία και άλλο η ανησυχία για το τι μπορεί να συμβεί σε μια στιγμή που ο άνθρωπος δεν θα αναγνωρίζει τον εαυτό του όπως τον αναγνωρίζει σήμερα.

Το στιλέτο γίνεται έτσι σύμβολο μιας επικίνδυνης εγγύτητας: η απόσταση ανάμεσα σε εκείνον που κρατά το όπλο και σε εκείνον που μπορεί να πληγωθεί από αυτό είναι ελάχιστη.

🔪 Μια φροϋδική ανάγνωση: η επιθετικότητα που επιστρέφει στον εαυτό.

Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση μπορεί να φωτίσει ιδιαίτερα την τελευταία εικόνα.

Στις προηγούμενες ιστορίες, η επιθετικότητα κατευθύνεται προς τα έξω. Οι άντρες σκοτώνουν συζύγους, αδελφούς και ερωμένες. Η ένταση των παθών εκτονώνεται με την καταστροφή ενός άλλου ανθρώπου.

Ο αφηγητής, αντιθέτως, δεν δηλώνει ότι μισεί κάποιον. Η απουσία εξωτερικού εχθρού κάνει την τελική αποκάλυψη πιο ανησυχητική. Το ενδεχόμενο της βίας δεν εξαφανίζεται επειδή δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος αποδέκτης της.

Στη φροϋδική σκέψη, η επιθετικότητα δεν κατευθύνεται πάντοτε προς τα έξω. Μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να στραφεί προς το ίδιο το υποκείμενο. Αυτό δεν αρκεί για να αποδώσουμε στον αφηγητή κάποια συγκεκριμένη ψυχική κατάσταση ούτε για να θεωρήσουμε ότι ο Καββαδίας διατυπώνει ένα ψυχαναλυτικό δόγμα. Προσφέρει, όμως, ένα ερμηνευτικό κλειδί για την τελική στροφή.

Το στιλέτο αποκτά τη δύναμή του επειδή βρίσκεται σε μια ζώνη αμφισημίας: είναι κάτι που ο άνθρωπος ελέγχει, αλλά συγχρόνως κάτι που τον κάνει να φοβάται την απώλεια του ελέγχου.

Η αντίφαση είναι ουσιαστική. Ο αφηγητής κατέχει το αντικείμενο, αλλά δεν αισθάνεται απόλυτα ασφαλής απέναντί του. Το κρατά, αλλά φοβάται τη στιγμή που η σχέση του με αυτό μπορεί να αλλάξει.

Ίσως εδώ βρίσκεται η βαθύτερη αγωνία του ποιήματος: δεν φοβόμαστε μόνο όσα μπορούν να μας κάνουν οι άλλοι, αλλά και όσα μπορεί να ανακαλύψουμε ότι είμαστε ικανοί να κάνουμε εμείς οι ίδιοι.

🔪 Το στιλέτο ως σύμβολο της αυτοκαταστροφής.

Η αυτοκαταστροφή στο ποίημα δεν περιορίζεται αναγκαστικά στη σωματική της διάσταση. Η τελική εικόνα επιτρέπει μια ευρύτερη ανάγνωση, χωρίς να καταργεί το κυριολεκτικό της βάρος.

Ο άνθρωπος μπορεί να στραφεί εναντίον του εαυτού του με πολλούς τρόπους: να υπονομεύσει όσα αγαπά, να καταστρέψει σχέσεις, να παραδοθεί σε εμμονές ή να επαναλαμβάνει συμπεριφορές που τον πληγώνουν. Αυτές οι πράξεις δεν είναι ίδιες με την αυτοκτονία, αλλά μπορούν να ιδωθούν ως διαφορετικές μορφές αυτοϋπονόμευσης.

Το στιλέτο προσφέρει μια υλική και ακραία εικόνα αυτής της δυνατότητας. Είναι ένα αντικείμενο μικρό, εύχρηστο και κρυμμένο επάνω στο σώμα. Η επικινδυνότητά του δεν απαιτεί απόσταση, προετοιμασία ή κάποιον εξωτερικό μηχανισμό. Βρίσκεται ήδη εκεί.

Συμβολικά, θα μπορούσε να είναι μια σκέψη που δεν εγκαταλείπουμε, ένας θυμός που συσσωρεύεται, μια ανάμνηση που μετατρέπεται σε μόνιμη αυτοτιμωρία. Όπως το στιλέτο, έτσι κι αυτά μπορούν να παραμένουν αθέατα στους άλλους, ενώ ο άνθρωπος συνεχίζει κανονικά την καθημερινότητά του.

Ωστόσο, δεν πρέπει να ταυτίσουμε όλες τις μορφές ψυχικού πόνου με μια πρόθεση αυτοκτονίας. Η λογοτεχνική δύναμη της εικόνας βρίσκεται ακριβώς στην ανοιχτότητά της: ο φόβος του αφηγητή είναι συγκεκριμένος, αλλά το νόημά του αγγίζει μια ευρύτερη ανθρώπινη εμπειρία.

🔪 Η μοίρα του όπλου και η ελευθερία του ανθρώπου.

Ένα ακόμη ερώτημα αναδύεται: είναι το στιλέτο καταδικασμένο να επαναλαμβάνει την ιστορία του;

Όλοι οι προηγούμενοι κάτοχοι φαίνεται να έχουν σκοτώσει κάποιον. Η επανάληψη δημιουργεί την εντύπωση μιας κατάρας, σαν το αντικείμενο να μεταφέρει από χέρι σε χέρι όχι μόνο τη μνήμη της βίας, αλλά και την προσδοκία της επανάληψής της.

Ο θρύλος λειτουργεί σχεδόν σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Όταν ένα αντικείμενο περιβάλλεται από ιστορίες θανάτου, κάθε νέος κάτοχος καλείται να το δει μέσα από αυτές. Η προσδοκία μπορεί να επηρεάσει τη φαντασία του, χωρίς όμως να καθορίζει αναγκαστικά τις πράξεις του.

Ο αφηγητής, άλλωστε, δεν έχει σκοτώσει κανέναν. Η ιστορία του παραμένει ανοιχτή.

Αυτό είναι σημαντικό: το ποίημα δεν μας επιτρέπει να γνωρίζουμε αν ο αφηγητής θα επαναλάβει το παρελθόν του στιλέτου. Μας αφήνει μπροστά σε έναν φόβο, όχι σε μια προδιαγεγραμμένη κατάληξη.

Έτσι, η κατάρα μπορεί να ερμηνευθεί ως μεταφορά της ανθρώπινης τάσης να μετατρέπει το παρελθόν σε πεπρωμένο. Οι άνθρωποι συχνά πιστεύουν ότι είναι αναγκασμένοι να επαναλάβουν όσα είδαν, όσα έζησαν ή όσα έμαθαν να φοβούνται. Το ποίημα, όμως, δεν αποδεικνύει ότι το παρελθόν κυβερνά αναπόφευκτα το μέλλον.

Το στιλέτο έχει ιστορία. Ο επόμενος κάτοχός του έχει ακόμη επιλογές.




🔪 Η ειρωνεία του τίτλου που δεν χρειάζεται να ειπωθεί.

Το στιλέτο κυριαρχεί σε κάθε εικόνα, κάθε αφήγηση και κάθε αλλαγή του ποιήματος. Ωστόσο, η πραγματική πρωταγωνίστρια δεν είναι η λεπίδα. Είναι η ανθρώπινη συνείδηση.

Το αντικείμενο παραμένει σχεδόν αμετάβλητο, ενώ το νόημά του αλλάζει συνεχώς. Στην αρχή είναι ένα εξωτικό εύρημα. Έπειτα γίνεται κειμήλιο εγκλημάτων, φορέας θρύλων, εμπόρευμα και, στο τέλος, πιθανός μηχανισμός αυτοκαταστροφής.

Αυτή η μεταμόρφωση αποκαλύπτει μια από τις βασικές λειτουργίες του συμβολισμού: το αντικείμενο δεν χρειάζεται να αλλάξει για να αλλάξει ολόκληρος ο κόσμος γύρω του. Αρκεί να αποκαλυφθεί μια διαφορετική όψη της σχέσης μας μαζί του.

Η τελική αποκάλυψη μετατρέπει όλες τις προηγούμενες ιστορίες σε προετοιμασία. Οι δολοφονίες των άλλων δεν ήταν απλώς εντυπωσιακά επεισόδια που έδιναν στο στιλέτο τη σκοτεινή του φήμη. Ήταν η διαδρομή προς το προσωπικό ερώτημα του αφηγητή.

Από τους ξένους νεκρούς περνάμε στον ζωντανό άνθρωπο που φοβάται τον εαυτό του.

Από το έγκλημα ως ιστορία περνάμε στο έγκλημα ως ενδεχόμενο.

Από τη γοητεία του επικίνδυνου περνάμε στον φόβο της εγγύτητάς του.

Και αυτή η μετάβαση είναι που δίνει στο ποίημα τη δραματική του ένταση.

🔪 Γιατί μας αφορά ακόμη;

Το ποίημα του Καββαδία δεν χρειάζεται να διαβαστεί ως μια απλή ηθική ιστορία που καταδικάζει τη βία. Αν ήταν μόνο αυτό, θα αρκούσε να πει ότι τα όπλα σκοτώνουν και ότι οι άνθρωποι πρέπει να αποφεύγουν τα επικίνδυνα αντικείμενα.

Η δύναμή του βρίσκεται αλλού. Στο γεγονός ότι ξεκινά από ένα συγκεκριμένο, σχεδόν χειροπιαστό αντικείμενο και καταλήγει σε μια αβεβαιότητα που αφορά την ανθρώπινη ύπαρξη.

Πόσο καλά γνωρίζουμε τον εαυτό μας;

Πόσο ασφαλείς είμαστε απέναντι σε όσα κρύβουμε μέσα μας;

Και πόσο συχνά θεωρούμε ότι ο κίνδυνος βρίσκεται αποκλειστικά έξω από εμάς, στους άλλους, στις περιστάσεις, στην κοινωνία, ενώ αρνούμαστε να εξετάσουμε τις δικές μας δυνατότητες για καταστροφή;

Ο Καββαδίας δεν απαντά. Δεν μετατρέπεται σε δικαστή ούτε σε ψυχολόγο. Αφήνει το στιλέτο στη θέση του, σφιγμένο στη ζώνη του αφηγητή, και μας αναγκάζει να κοιτάξουμε όχι τη λεπίδα αλλά το χέρι που την κρατά.

Και το χέρι αυτό δεν ανήκει πια σε έναν Δον Μπαζίλιο, σε έναν Κόντε Αντόνιο ή σε κάποιον ανώνυμο ναύτη. Ανήκει σε έναν άνθρωπο που δεν μισεί κανέναν και, παρ' όλα αυτά, φοβάται.

Αυτή είναι η παράδοξη κορύφωση του ποιήματος: η απουσία μίσους δεν καταργεί αυτομάτως τον φόβο, όπως και η απουσία εχθρού δεν εξασφαλίζει πάντοτε την εσωτερική ειρήνη.

Το στιλέτο γίνεται το σύμβολο του χάσματος ανάμεσα σε αυτό που πιστεύουμε ότι είμαστε και σε αυτό που φοβόμαστε ότι θα μπορούσαμε να γίνουμε.

🔪 Η λεπίδα και ο καθρέφτης.

Ο άνθρωπος αγοράζει το στιλέτο επειδή τον ελκύει η ιστορία του. Το κουβαλά μαζί του σαν ένα παράξενο απόκτημα από έναν μακρινό τόπο. Στην αρχή, η βία βρίσκεται στους άλλους. Στις ιστορίες τους, στις προδοσίες τους, στα πάθη τους. Είναι κάτι που μπορεί να παρατηρεί από απόσταση.

Όμως η απόσταση αυτή καταρρέει στην τελευταία στροφή. Το όπλο δεν βρίσκεται πια μέσα σε μια αφήγηση για νεκρούς. Βρίσκεται επάνω στο σώμα ενός ζωντανού ανθρώπου.

Και τότε η λεπίδα γίνεται καθρέφτης.

Δεν αντανακλά το πρόσωπο κάποιου εχθρού, αλλά την αβεβαιότητα του ανθρώπου απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. Δεν αποκαλύπτει τι έκανε στο παρελθόν, αλλά τι φοβάται ότι θα μπορούσε να κάνει στο μέλλον.

Ίσως τελικά το στιλέτο να είναι τόσο τρομακτικό όχι επειδή έχει σκοτώσει πολλούς ανθρώπους, αλλά επειδή υπενθυμίζει ότι η καταστροφή δεν χρειάζεται πάντοτε να έρθει από μακριά. Μπορεί να βρίσκεται ήδη πολύ κοντά, εκεί όπου η δύναμη συναντά την αδυναμία, η επιθυμία τον φόβο και η ελευθερία την ευθύνη.

Το πιο επικίνδυνο όπλο δεν είναι αναγκαστικά εκείνο που κρατά ο άνθρωπος. Είναι η στιγμή που παύει να αναγνωρίζει τον εαυτό του ως υπεύθυνο για όσα κρατά στα χέρια του.

Κι αν το στιλέτο του Καββαδία εξακολουθεί να μας στοιχειώνει, είναι επειδή δεν μας αφήνει να το κοιτάξουμε μόνο ως ένα κομμάτι ατσάλι. Μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε ποιος βρίσκεται απέναντι από τη λεπίδα -και ποιος βρίσκεται πίσω της.



"Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο

ένα παλιό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι

-όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι αραπάδες-

που από έναν γέρο έμπορο αγόρασα στ' Αλγέρι.

Θυμάμαι, ως τώρα να 'τανε, το γέρο παλαιοπώλη,

όπου έμοιαζε με μια παλιά ελαιογραφία του Γκόγια,

ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,

να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:

«Ετούτο το μαχαίρι, εδώ, που θέλεις ν' αγοράσεις

με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το 'χει ζώσει,

κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά το 'χαν,

καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.

Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ' αυτό τη Δόνα Τζούλια,

την όμορφη γυναίκα του γιατί τον απατούσε.

ο Κόντε Αντόνιο, μια βραδιά, τον δύστυχο αδελφό του

με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.

Ένας αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλεια

και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο.

Χέρι με χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.

Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο.

Σκύψε και δες το, μια άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει,

είναι αλαφρύ για πιάσε το δεν πάει ούτε ένα κουάρτο,

μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν' αγοράσεις.»

-Πόσο έχει; - Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις πάρ΄το.

Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,

που η ιδιοτροπία μ' έκαμε και το 'καμα δικό μου,

κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω,

φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου..."



🎶 Στίχοι: Νίκος Καββαδίας. Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: