17/10/26

Τα μήλα της απαγορευμένης επιθυμίας...

 


Το μήλο δεν ήταν εξαρχής απαγορευμένο. Κανείς δεν γεννιέται γνωρίζοντας ποιοι καρποί επιτρέπονται και ποιοι όχι, ποιες επιθυμίες είναι αθώες και ποιες πρέπει να κρυφτούν κάτω από το χαλί της ηθικής. Κάποιος πρέπει πρώτα να χαράξει τη γραμμή, να υψώσει τον φράχτη, να τοποθετήσει την πινακίδα της απαγόρευσης. Κι ύστερα να περιμένει να δει τι θα κάνει ο άνθρωπος που στέκεται απέναντί της.

Στον βιβλικό Παράδεισο, ο καρπός του δέντρου της γνώσης του καλού και του κακού δεν κατονομάζεται. Η παράδοση, ωστόσο, τον έντυσε με τη μορφή ενός μήλου, δίνοντάς του μια θέση που ξεπερνά κατά πολύ τη βοτανική του ταυτότητα. Το μήλο έγινε το μικρό, κατακόκκινο σύνορο ανάμεσα στην υπακοή και την παρακοή, την αθωότητα και τη γνώση, την επιθυμία και την ενοχή. Ένα φρούτο που, αντί να καταναλωθεί και να ξεχαστεί, καταδικάστηκε να συμβολίζει την αιώνια ανησυχία του ανθρώπου απέναντι σε όσα δεν δικαιούται να γνωρίζει.

Αλλά τι ακριβώς φοβόταν ο Θεός της Γένεσης; Τον καρπό ή αυτό που υποτίθεται πως θα αποκτούσε ο άνθρωπος τρώγοντάς τον; Η γνώση δεν είναι από μόνη της αμάρτημα. Είναι η δυνατότητα να κοιτάζεις τον κόσμο χωρίς να αρκείσαι στις έτοιμες απαντήσεις του. Να αμφισβητείς, να συγκρίνεις, να ανακαλύπτεις πως το καλό και το κακό δεν βρίσκονται πάντοτε στις θέσεις που τους έχει αποδώσει η εξουσία. Κι ίσως γι’ αυτό το μήλο να απέκτησε μια τόσο παράξενη ιστορική μοίρα: επειδή έγινε το σύμβολο της πρώτης ανθρώπινης ανυπακοής απέναντι σε μια εντολή που δεν επιδεχόταν διαπραγμάτευση.

Η Εύα, μέσα από τις μεταγενέστερες ερμηνείες, έγινε η γυναίκα που παρέσυρε τον άνδρα, η ένοχη που άνοιξε την πόρτα της αμαρτίας, η αφορμή για να εξηγηθεί η ανθρώπινη δυστυχία. Ένα ολόκληρο σύστημα ενοχής βρήκε στο σώμα της έναν βολικό αποδέκτη. Η περιέργειά της αντιμετωπίστηκε ως ελάττωμα, η επιθυμία της ως παραβίαση και η πρωτοβουλία της ως απειλή. Κι όμως, θα μπορούσε κανείς να διαβάσει την ίδια ιστορία διαφορετικά: ως την πρώτη απόπειρα του ανθρώπου να ξεφύγει από μια κατάσταση αδιαμφισβήτητης υπακοής. Όχι κατ’ ανάγκην ως θρίαμβο, αλλά ως την αρχή μιας δύσκολης ενηλικίωσης.

Από τότε, ο Παράδεισος άλλαξε διευθύνσεις, αλλά οι απαγορεύσεις δεν εξαφανίστηκαν. Μετακόμισαν στα σπίτια, στα σχολεία, στις κοινωνίες, στα πολιτικά συστήματα, στις σχέσεις. Κάθε εποχή κατασκευάζει τα δικά της απαγορευμένα μήλα. Άλλοτε είναι μια ιδέα που δεν πρέπει να διατυπωθεί, άλλοτε ένα βιβλίο που δεν πρέπει να διαβαστεί, άλλοτε ένας άνθρωπος που δεν πρέπει να αγαπηθεί, ένα σώμα που δεν πρέπει να επιθυμηθεί, μια αλήθεια που δεν πρέπει να ειπωθεί. Η απαγόρευση αλλάζει ενδυμασία, αλλά διατηρεί την ίδια φιλοδοξία: να ορίσει όχι μόνο τι επιτρέπεται να κάνει ο άνθρωπος, αλλά και τι δικαιούται να σκέφτεται και να επιθυμεί.

Εδώ βρίσκεται και το παράδοξο της απαγορευμένης επιθυμίας. Συχνά, αυτό που μας ελκύει δεν είναι μόνο το ίδιο το αντικείμενο, αλλά και το όριο που το περιβάλλει. Η απαγόρευση προσθέτει στην επιθυμία μια δεύτερη γεύση: τη γεύση της υπέρβασης. Το απλό γίνεται συναρπαστικό, το συνηθισμένο αποκτά μυστήριο και το απαγορευμένο μετατρέπεται σε υπόσχεση ελευθερίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε απαγόρευση γεννά επιθυμία ούτε ότι κάθε επιθυμία αξίζει να ικανοποιηθεί. Σημαίνει, όμως, ότι η απαγόρευση δεν είναι πάντοτε ουδέτερη. Μπορεί να προστατεύει, αλλά μπορεί και να κατασκευάζει την ίδια την έλξη που επιχειρεί να καταστείλει.

Κάπως έτσι γεννήθηκε η ενοχή ως συνοδός της επιθυμίας. Ο άνθρωπος έμαθε να μην εξετάζει μόνο τι θέλει, αλλά και αν δικαιούται να το θέλει. Να λογοκρίνει τον εαυτό του προτού προλάβει να τον λογοκρίνει κάποιος άλλος. Να αισθάνεται ένοχος ακόμη και για σκέψεις που δεν έβλαψαν κανέναν. Κι όταν η ενοχή εγκατασταθεί βαθιά μέσα του, η εξωτερική απαγόρευση δεν χρειάζεται πια να φυλάει την πόρτα. Ο άνθρωπος γίνεται ο ίδιος δεσμοφύλακας του εαυτού του.

Ωστόσο, η ελευθερία δεν βρίσκεται στην τυφλή παραβίαση κάθε ορίου. Ένας κόσμος χωρίς όρια δεν είναι αναγκαστικά ελεύθερος· μπορεί να είναι απλώς ένας κόσμος όπου ο ισχυρότερος κάνει ό,τι θέλει. Η ουσιαστική διάκριση βρίσκεται αλλού: ανάμεσα στα όρια που προστατεύουν την ελευθερία και την αξιοπρέπεια των ανθρώπων και σε εκείνα που απαιτούν υπακοή για να διατηρήσουν την εξουσία τους. Ανάμεσα στην απαγόρευση που αποτρέπει τη βλάβη και στην απαγόρευση που φοβάται τη γνώση. Ανάμεσα στην ευθύνη απέναντι στον άλλον και στην υποταγή απέναντι σε κάποιον που διεκδικεί το δικαίωμα να αποφασίζει για όλους.

Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό αμάρτημα της ιστορίας να μην ήταν η βρώση του καρπού, αλλά η μετατροπή της ανθρώπινης περιέργειας σε προπατορική ενοχή. Η ιδέα ότι ο άνθρωπος οφείλει να παραμένει αθώος ακόμη κι αν αυτό σημαίνει να παραμένει ανήλικος, εξαρτημένος από εκείνον που του εξηγεί τι είναι καλό και τι κακό. Γιατί η γνώση έχει τίμημα: αφαιρεί τις εύκολες δικαιολογίες, καταστρέφει ορισμένες βεβαιότητες και αναγκάζει τον άνθρωπο να αναλάβει την ευθύνη των επιλογών του.

Το μήλο, τελικά, δεν χρειάζεται να βρίσκεται πάνω σε ένα δέντρο. Μπορεί να βρίσκεται πάνω στο τραπέζι, μπροστά στα μάτια μας, ανάμεσα σε όλα όσα μας προσφέρονται και σε όλα όσα μάθαμε να φοβόμαστε. Και το ερώτημα δεν είναι αν θα το φάμε, αλλά αν έχουμε το δικαίωμα να αναρωτηθούμε γιατί μας απαγορεύτηκε.

Γιατί ο Παράδεισος μπορεί να είναι ένας κήπος γεμάτος καρπούς. Μπορεί, όμως, να είναι και μια φυλακή όπου επιτρέπεται να απολαμβάνεις τα πάντα, αρκεί να μην αγγίξεις ποτέ εκείνο που θα σε κάνει να σκεφτείς.

Και ίσως η μεγαλύτερη απαγόρευση να μην ήταν ποτέ να μη φας το μήλο, αλλά να μη μάθεις ποτέ ποιος αποφάσισε ότι δεν σου ανήκει.


Δεν υπάρχουν σχόλια: