17/10/26

Απαγορευμένες ηδονές.




Υπάρχουν γεύσεις που δεν απαγορεύονται από τον ουρανίσκο, αλλά από την κοινωνία. Δεν χρειάζονται δηλητήριο για να θεωρηθούν επικίνδυνες· αρκεί να τις απολαμβάνει ο λάθος άνθρωπος, τη λάθος στιγμή, με τον λάθος σύντροφο ή έξω από το εγκεκριμένο μενού της ηθικής.

Από τότε που ο άνθρωπος ανακάλυψε τη φωτιά, άρχισε να ψήνει το φαγητό του και να μαγειρεύει τις απαγορεύσεις του. Το φαΐ έγινε τελετουργία, η νηστεία αρετή, η εγκράτεια προσόν και η απόλαυση ύποπτη δραστηριότητα. Κάποιοι ανέλαβαν να μας εξηγήσουν τι επιτρέπεται να βάζουμε στο στόμα μας, άλλοι τι επιτρέπεται να βγάζουμε από μέσα μας. Και κάπως έτσι, ανάμεσα σε συνταγές μαγειρικής και συνταγές ηθικής, ο πολιτισμός απέκτησε ένα τεράστιο βιβλίο οδηγιών για τη σωστή χρήση του ανθρώπινου σώματος.

Το παράδοξο είναι πως η απαγόρευση λειτουργεί συχνά ως ο καλύτερος διαφημιστής της επιθυμίας. Το απαγορευμένο φρούτο δεν είναι υποχρεωτικά πιο γλυκό· έχει όμως το πλεονέκτημα ότι κάποιος μπήκε στον κόπο να μας το απαγορεύσει. Κι εκεί που μια γεύση θα περνούσε αδιάφορη από τη ζωή μας, αποκτά ξαφνικά τη γοητεία της παρανομίας. Δεν λαχταράμε μόνο αυτό που δοκιμάζουμε, αλλά και την παραβίαση του κανόνα που μας κρατούσε μακριά του.

Το ίδιο συμβαίνει με το φαγητό, το ποτό, τον έρωτα. Μια μπουκιά που δεν προβλέπεται από τη δίαιτα, ένα ποτήρι που ξεπερνά το μέτρο, ένα φιλί που δεν εγκρίνει το οικογενειακό συμβούλιο της ηθικής. Η απόλαυση αποκτά δεύτερη γεύση: εκείνη της ενοχής. Και τότε αρχίζει το πραγματικό κοινωνικό μαγείρεμα. Δεν αρκεί να φας· πρέπει να απολογηθείς. Δεν αρκεί να επιθυμείς· πρέπει να αποδείξεις ότι η επιθυμία σου είναι κοινωνικά αποδεκτή.

Μόνο που η κοινωνία δεν αντιμετωπίζει όλες τις απολαύσεις με την ίδια αυστηρότητα. Συγχωρεί ευκολότερα την απληστία εκείνου που καταβροχθίζει περιουσίες παρά την ηδονή εκείνου που απολαμβάνει το σώμα του χωρίς να ζητά άδεια. Αν κάποιος καταναλώνει ανθρώπους οικονομικά, ονομάζεται επιτυχημένος. Αν καταναλώνει τη ζωή με τις αισθήσεις του, κινδυνεύει να χαρακτηριστεί ανεύθυνος, ακόλαστος ή παρακμιακός. Η κοινωνία έχει αλλεργία στην απόλαυση των άλλων, αλλά σπάνια εμφανίζει συμπτώματα μπροστά στην εκμετάλλευσή τους.

Ίσως, τελικά, οι πιο απαγορευμένες γεύσεις να μην είναι εκείνες που κρύβονται στα σκοτεινά εστιατόρια και στα μυστικά δωμάτια. Να είναι οι γεύσεις της ελευθερίας: να τρως χωρίς να ντρέπεσαι για το σώμα σου, να αγαπάς χωρίς να ζητάς πιστοποιητικό ηθικής, να απολαμβάνεις χωρίς να μετατρέπεις την ηδονή σε εμπόρευμα και τον άλλον σε αντικείμενο κατανάλωσης.

Γιατί η ελευθερία δεν βρίσκεται στην υποχρέωση να δοκιμάζεις τα πάντα. Βρίσκεται στο δικαίωμα να επιλέγεις, χωρίς τον φόβο του χωροφύλακα της ηθικής και χωρίς να γίνεσαι εσύ ο χωροφύλακας της επιθυμίας του άλλου.

Και, στο κάτω κάτω, αν υπάρχει μια γεύση που θα έπρεπε να απαγορευτεί διά νόμου, δεν είναι η γεύση της αμαρτίας. Είναι η γεύση της εξουσίας που, αφού μας έμαθε να φοβόμαστε τις ίδιες μας τις επιθυμίες, σερβίρει τώρα την υποταγή ως αρετή και απαιτεί να την καταπιούμε αμάσητη.




Δεν υπάρχουν σχόλια: