Υπάρχει μια παράξενη στιγμή στην πολιτική ζωή, όταν ο πολιτικός ξεχνά ότι βρίσκεται μπροστά σε πολίτες και συμπεριφέρεται σαν να βρίσκεται απέναντι σε εχθρούς. Δεν επιχειρηματολογεί πια· κραυγάζει. Δεν απαντά· επιτίθεται. Δεν συζητά· καταλαμβάνει τον τηλεοπτικό χρόνο με την ένταση της φωνής του, λες και η ένταση αποτελεί απόδειξη ορθότητας.
Η πρόσφατη εμφάνιση του Άδωνι Γεωργιάδη, με τις κραυγές και το περίφημο «και α και ου, και ΔΑΠ- ΝΔΦΚ», γίνεται αφορμή για μια ευρύτερη πολιτική παρατήρηση. Όχι για να αποδοθεί κάποια ψυχολογική διάγνωση σε έναν πολιτικό, αλλά για να εξεταστεί ένα γνώριμο φαινόμενο: η μετατροπή της δημόσιας αντιπαράθεσης σε θέαμα, όπου η φωνή επιχειρεί να υποκαταστήσει το επιχείρημα.
Ο πολιτικός που κραυγάζει δεν είναι κατ’ ανάγκην πολιτικά ισχυρός. Είναι, όμως, τηλεοπτικά χρήσιμος. Η οργή πουλάει, η σύγκρουση ανεβάζει την τηλεθέαση και η συζήτηση μετατρέπεται σε αγώνα δρόμου ανάμεσα σε διακοπές, ειρωνείες και λεκτικές επιθέσεις. Στο τέλος, κανείς δεν θυμάται τι ακριβώς συζητήθηκε. Θυμάται μόνο ποιος φώναξε περισσότερο.
Και κάπως έτσι, η πολιτική κατεβαίνει από το βήμα και ανεβαίνει στο ρινγκ.
Κι εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον. Γιατί την ώρα που ένας υπουργός Υγείας επιστρέφει, έστω για λίγα λεπτά, στα φοιτητικά συνθήματα της κομματικής του νεότητας, η Ευρώπη έξω από τις αίθουσες των κομματικών οργανώσεων βράζει. Το στιγμιότυπο από τα Ιωάννινα καταγράφηκε στις 18 Οκτωβρίου και προβλήθηκε ευρέως την επόμενη ημέρα.
Στη Γαλλία, στο Βέλγιο, στην Ιταλία και στην Πορτογαλία, οι διαδηλώσεις των τελευταίων ημερών στρέφονται γύρω από το κόστος ζωής, τους μισθούς, τη στέγη, την εκπαίδευση και τις δημόσιες υπηρεσίες. Οι κινητοποιήσεις έχουν διαφορετικές αφετηρίες και αιτήματα, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις σημειώθηκαν σοβαρά επεισόδια.
Η αντίθεση είναι αποκαλυπτική. Από τη μία, οι άνθρωποι που μετρούν τον μισθό πριν από το τέλος του μήνα, οι νέοι που αναρωτιούνται αν θα αποκτήσουν ποτέ δικό τους σπίτι, οι εργαζόμενοι που βλέπουν τις ανάγκες τους να ακριβαίνουν ταχύτερα από τις αποδοχές τους. Από την άλλη, ένα πολιτικό σύστημα που συχνά μοιάζει να μετρά την επιτυχία του με τη δύναμη του χειροκροτήματος.
🦥 Η πολιτική του «α και ου»!
Το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι ότι ένας υπουργός τραγουδά ένα σύνθημα. Ούτε ότι ένας πολιτικός ενθουσιάζεται ανάμεσα στους κομματικούς του φίλους. Η δημοκρατία δεν απαιτεί από τους πολιτικούς να κυκλοφορούν με ύφος επιτρόπου κηδείας. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η πολιτική εξαντλείται στην παράσταση και η παράσταση παρουσιάζεται ως πολιτική ουσία.
Το «α και ου» έχει τη δική του ιστορία στα ελληνικά πανεπιστήμια. Είναι το σύνθημα μιας παράταξης, ένα απομεινάρι της φοιτητικής αντιπαράθεσης, ένα ηχητικό σύμβολο κομματικής ταυτότητας. Όταν όμως το επαναλαμβάνει ένας υπουργός, δεν βρίσκεται απλώς ένας άνθρωπος ανάμεσα σε νεολαίους. Βρίσκεται μπροστά μας η ίδια η σχέση της εξουσίας με την πολιτική της καταγωγή: μια εξουσία που θυμάται με ευκολία τα συνθήματα της νεότητάς της, αλλά οφείλει να αποδεικνύει καθημερινά ότι δεν ξέχασε τις ανάγκες της κοινωνίας.
Γιατί οι πολίτες δεν ζουν με συνθήματα. Ζουν με λογαριασμούς.
Δεν πληρώνουν το ενοίκιο με χειροκροτήματα. Δεν αγοράζουν τρόφιμα με κομματική συσπείρωση. Δεν βρίσκουν γιατρό στο δημόσιο νοσοκομείο επειδή κάποιος φώναξε δυνατότερα από τον αντίπαλό του. Και δεν αποκτούν εργασιακή ασφάλεια επειδή μια κομματική αίθουσα σείστηκε από ενθουσιασμό.
Η πολιτική, ωστόσο, έχει βρει έναν βολικό τρόπο να αντιστρέφει τους ρόλους. Αντί να λογοδοτεί για την κοινωνική πραγματικότητα, συχνά απαιτεί από την κοινωνία να απολογηθεί για τη δυσαρέσκειά της. Ο διαδηλωτής γίνεται ταραχοποιός, ο εργαζόμενος που διεκδικεί γίνεται συντεχνιακός, ο νέος που αμφισβητεί γίνεται ανώριμος. Κάπως έτσι, η εξουσία διεκδικεί για τον εαυτό της το δικαίωμα της σοβαρότητας και παραχωρεί στους υπόλοιπους το προνόμιο της υπακοής.
Και όταν η υπακοή δεν έρχεται, ανεβαίνει η ένταση.
✊️ Η Ευρώπη δεν διαδηλώνει επειδή δεν άκουσε αρκετά συνθήματα...
Οι πρόσφατες ευρωπαϊκές κινητοποιήσεις δεν αποτελούν ένα ενιαίο πολιτικό κίνημα ούτε έχουν όλες το ίδιο ιδεολογικό υπόβαθρο. Έχουν, όμως, ένα κοινό πεδίο ανησυχίας: την απόσταση ανάμεσα στις επίσημες διαβεβαιώσεις για την οικονομία και στην καθημερινή εμπειρία μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας.
Όταν η στέγη μετατρέπεται σε πολυτέλεια, η εργασία δεν εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση και οι δημόσιες υπηρεσίες δοκιμάζονται, η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν εξαφανίζεται επειδή η κυβέρνηση διαθέτει επικοινωνιακό μηχανισμό. Συσσωρεύεται. Κι όταν δεν βρίσκει πειστική πολιτική έκφραση, αναζητά άλλους δρόμους, από την απεργία και τη διαδήλωση μέχρι την οργή και τη σύγκρουση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε διαμαρτυρία έχει δίκιο σε όλα ή ότι κάθε πράξη βίας δικαιολογείται. Σημαίνει ότι μια δημοκρατία οφείλει να ξεχωρίζει το κοινωνικό αίτημα από την παραβατική πράξη και να απαντά στο πρώτο χωρίς να χρησιμοποιεί τη δεύτερη ως πρόσχημα για να αγνοήσει το σύνολο.
Εδώ δοκιμάζεται η πολιτική ωριμότητα. Όχι στο πόσο δυνατά μπορεί να φωνάξει ένας υπουργός μπροστά στους οπαδούς του, αλλά στο αν μπορεί να ακούσει εκείνους που δεν τον χειροκροτούν.
🤑 Οι ανισορροπίες της εξουσίας.
Ο τίτλος «ανισόρροποι πολιτικοί» δεν χρειάζεται να γίνει χαρακτηρισμός της ψυχικής κατάστασης κανενός. Αφορά τις ανισορροπίες ενός ολόκληρου πολιτικού πολιτισμού: την υπερβολή της εικόνας απέναντι στην ανεπάρκεια της ουσίας, την αλαζονεία απέναντι στη λογοδοσία, την κομματική αυτοεπιβεβαίωση απέναντι στην κοινωνική αμφισβήτηση.
Υπάρχει μια ειρωνεία εδώ. Όσο περισσότερο η πολιτική επενδύει στην ένταση, τόσο περισσότερο κινδυνεύει να αποκαλύψει την αδυναμία της να πείσει. Όσο περισσότερο επιδιώκει να μετατρέψει κάθε δημόσια εμφάνιση σε παράσταση νίκης, τόσο πιο εκκωφαντική γίνεται η σιωπή των προβλημάτων που παραμένουν άλυτα.
Η δημοκρατία, άλλωστε, δεν είναι διαγωνισμός ντεσιμπέλ. Είναι η δύσκολη τέχνη της συνύπαρξης, της επιχειρηματολογίας, της σύγκρουσης συμφερόντων και της αναζήτησης λύσεων. Η εξουσία δεν κρίνεται από το πόσους ανθρώπους μπορεί να κάνει να φωνάζουν μαζί της, αλλά από το αν μπορεί να εξηγήσει σε εκείνους που διαφωνούν γιατί οι αποφάσεις της αξίζουν να γίνουν αποδεκτές.
Κι ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη αντίφαση της εποχής μας: οι πολιτικοί να πανηγυρίζουν για τη συσπείρωση των δικών τους την ώρα που οι κοινωνίες δυσκολεύονται να συσπειρωθούν γύρω από την ίδια τους τη ζωή.
Ο Άδωνις φώναξε «και α και ου». Το σύνθημα έκανε τον γύρο του διαδικτύου. Την ίδια στιγμή, χιλιάδες άνθρωποι στην Ευρώπη βγήκαν στον δρόμο για πολύ λιγότερο θεαματικά, αλλά πολύ πιο επείγοντα πράγματα: τον μισθό, το σπίτι, το σχολείο, το νοσοκομείο, την αξιοπρέπεια.
Και κάπου ανάμεσα στις κραυγές της κομματικής επιβεβαίωσης και στις φωνές της κοινωνικής διεκδίκησης βρίσκεται το πραγματικό ερώτημα:
Ποιος είναι τελικά εκτός τόπου και χρόνου; Εκείνος που διαμαρτύρεται επειδή δεν μπορεί να ζήσει όπως του αξίζει ή εκείνος που πανηγυρίζει επειδή εξακολουθούν να τον χειροκροτούν;

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου