Η Μεσόγειος δεν είναι απλώς μια θάλασσα. Είναι ένας ολόκληρος κόσμος.
Αυτή είναι η βασική ιδέα πάνω στην οποία οργανώνεται ο συλλογικός τόμος «Η οικογεωγραφία της Μεσογείου», που κυκλοφόρησε το 2001 από τις εκδόσεις Στοχαστής, με την επιστημονική επιμέλεια του Μιχάλη Μοδινού. Πρόκειται για μια διεπιστημονική προσπάθεια να ιδωθεί η Μεσόγειος όχι ως ένας γεωγραφικός χώρος απομονωμένος από τον άνθρωπο, αλλά ως ένα σύνθετο σύστημα όπου φύση, ιστορία, κοινωνία και οικονομία συνυφαίνονται.
Ο τίτλος του βιβλίου έχει ήδη μέσα του μια μικρή επανάσταση. Δεν μιλά απλώς για τη γεωγραφία της Μεσογείου αλλά για την οικογεωγραφία της. Η λέξη μετακινεί το ενδιαφέρον από τον χάρτη στο οικοσύστημα, από τις συντεταγμένες στις σχέσεις. Η Μεσόγειος δεν είναι αυτό που βλέπει κανείς από ψηλά· είναι αυτό που συμβαίνει μέσα στον χώρο.
Γι’ αυτό και το βιβλίο ξεκινά από τον χώρο και την ιστορία. Η γεωλογία και η παλαιοντολογία συναντούν τον χρόνο, το κλίμα, το μεσογειακό τοπίο και την ανάπτυξη των πόλεων και των οικιστικών δικτύων. Η Μεσόγειος παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα μιας μακράς φυσικής και ανθρώπινης ιστορίας, όπου τίποτε δεν είναι πραγματικά ανεξάρτητο από τίποτε άλλο.
Στη δεύτερη μεγάλη ενότητα, «Άνθρωποι και περιβάλλον», το ενδιαφέρον μεταφέρεται στα οικοσυστήματα, στη θαλάσσια βιολογία και στη σχέση του ανθρώπου με τους φυσικούς πόρους. Ανάμεσα στα κεφάλαια περιλαμβάνεται και η διαχείριση των αλιευτικών πόρων της Μεσογείου -μια υπενθύμιση ότι η θάλασσα δεν είναι ανεξάντλητη αποθήκη αγαθών, αλλά ένα οικοσύστημα με όρια.
Εδώ βρίσκεται ίσως και η μεγαλύτερη αξία του βιβλίου. Η οικολογία δεν αντιμετωπίζεται ως μια στενή επιστήμη της φύσης. Γίνεται τρόπος να διαβαστεί ο πολιτισμός. Ο ελαιώνας, το αμπέλι, το πεύκο, οι αναβαθμίδες, οι πόλεις, τα λιμάνια, οι αλιευτικές δραστηριότητες και οι ανθρώπινες εγκαταστάσεις δεν αποτελούν ξεχωριστά κεφάλαια της πραγματικότητας. Αποτελούν διαφορετικές εκφράσεις του ίδιου μεσογειακού συστήματος.
Η Μεσόγειος υπήρξε ανέκαθεν ένας χώρος πυκνών ανταλλαγών. Οι ακτές της δεν ήταν απλώς όρια αλλά περάσματα. Οι πόλεις αναπτύχθηκαν στραμμένες προς τη θάλασσα, τα λιμάνια έγιναν κόμβοι εμπορίου και μετακίνησης, και η θάλασσα λειτούργησε ταυτόχρονα ως φυσικό οικοσύστημα και ως πολιτισμικός δρόμος.
Έτσι η Μεσόγειος μπορεί να διαβαστεί σαν ένα τεράστιο ανθρώπινο τοπίο που συνεχώς μεταβάλλεται.
Και εδώ εμφανίζεται η πολιτική διάσταση του βιβλίου. Η οικογεωγραφία δεν περιορίζεται στην περιγραφή. Οδηγεί αναπόφευκτα στο ερώτημα της βιωσιμότητας. Πώς μπορεί ένας τόσο πυκνοκατοικημένος, ιστορικά φορτισμένος και οικονομικά εκμεταλλευμένος χώρος να συνεχίσει να υπάρχει χωρίς να καταστρέψει τις ίδιες τις προϋποθέσεις της ζωής του;
Η ερώτηση είναι ακόμη πιο επίκαιρη σήμερα.
Η τουριστική ανάπτυξη, η αστικοποίηση, η πίεση στους υδάτινους πόρους, η υπερεκμετάλλευση της θάλασσας και η αλλοίωση των παράκτιων τοπίων δεν είναι ξεχωριστές περιβαλλοντικές κρίσεις. Είναι διαφορετικές εκφράσεις μιας βαθύτερης σύγκρουσης: της σύγκρουσης ανάμεσα στις ανθρώπινες επιθυμίες και στα φυσικά όρια του τόπου.
Αυτό ακριβώς κάνει ενδιαφέρουσα την «Οικογεωγραφία της Μεσογείου». Δεν προσπαθεί απλώς να μας πει τι είναι η Μεσόγειος. Προσπαθεί να μας κάνει να καταλάβουμε πώς έγινε αυτό που είναι.
Και ίσως τελικά αυτό να σημαίνει οικογεωγραφία: να πάψεις να κοιτάζεις έναν τόπο σαν σκηνικό και να αρχίσεις να τον βλέπεις σαν οργανισμό.
Η Μεσόγειος δεν είναι η θάλασσα ανάμεσα στις στεριές.
Είναι οι στεριές, οι άνθρωποι, τα βουνά, οι πόλεις, τα νησιά, τα λιμάνια, τα δάση, τα καΐκια, οι καλλιέργειες, οι μνήμες και οι συγκρούσεις τους -όλα δεμένα μεταξύ τους από το ίδιο αλμυρό νερό.
Και ίσως γι’ αυτό, όταν καταστρέφουμε ένα κομμάτι της Μεσογείου, δεν καταστρέφουμε απλώς έναν τόπο.
Καταστρέφουμε μια σχέση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου