Υπάρχουν τραγούδια που δεν ανήκουν σε κανέναν, επειδή ανήκουν σε όλους. Γεννιούνται σε λιμάνια, περνούν από στόματα ναυτικών, προσφύγων και ταξιδιωτών, αλλάζουν γλώσσες και στίχους, ώσπου κανείς δεν μπορεί πια να ξεχωρίσει πού τελειώνει η μία πατρίδα και πού αρχίζει η άλλη.
Το «Σάλα σάλα» μοιάζει να κουβαλά αυτήν ακριβώς την ιστορία.
Πίσω από τη γνώριμη μελωδία διακρίνεται ένας ολόκληρος κόσμος που υπήρξε πριν από τα σημερινά σύνορα: η κοσμοπολίτικη Ανατολή, η Σμύρνη και η Κωνσταντινούπολη, τα λιμάνια του Αιγαίου, οι άνθρωποι που μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες αλλά μπορούσαν να αναγνωρίσουν ο ένας τον καημό του άλλου μέσα από τον ίδιο μουσικό δρόμο.
Η συγγένειά του με το τουρκικό «Sallasana Mendilini», (που σημαίνει «Κούνα το μαντήλι σου»), με αρμενικές μουσικές εκδοχές (ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1920, ο Αρμένιος καλλιτέχνης Karekin Proodian το ηχογράφησε στη Νέα Υόρκη με τον τίτλο "Tzerkis kenaren") και μελωδίες που ταξίδεψαν στην ευρύτερη ανατολική Μεσόγειο αποκαλύπτει τη γοητεία μιας μουσικής που δεν υπάκουε σε εθνικά διαβατήρια. Η πρώτη επίσημη καταγραφή στην ελληνική δισκογραφία έγινε το 1927 στην Αθήνα από τον κορυφαίο Σμυρνιό ρεμπέτη Αντώνη Νταλγκά (Διαμαντίδη) με τίτλο «Σάλα – Σάλα (Απ' τα γλυκά σου μάτια)». Η καταγραφή αποτελεί σημαντικό σταθμό στην ελληνική δισκογραφική του ιστορία. Σχεδόν αμέσως μετά, το 1928, ο Γιώργος Κατσαρός (Θεολογίτης) το ηχογράφησε στην Αμερική για την ελληνική ομογένεια με τίτλο «Πότε μαύρα, πότε άσπρα».
Κι ύστερα ήρθε η προσφυγιά. Άνθρωποι ξεριζωμένοι πήραν μαζί τους όσα δεν μπορούσαν να κατασχέσουν οι νικητές: τις λέξεις, τις μνήμες, τους σκοπούς. Στα νέα τους σπίτια, η μουσική βρήκε άλλους ανθρώπους, άλλα όργανα, άλλους ρυθμούς. Το τραγούδι άλλαξε, προσαρμόστηκε, μπήκε στους χορούς των νησιών και έγινε μέρος της γιορτής. Η Μαρουσώ, τα ψάρια που καίγονται στο μαγειρειό, το μαντίλι που σαλεύει στον αέρα, όλα εκείνα τα παιχνιδιάρικα στοιχεία που κάνουν το τραγούδι οικείο, έγιναν η καινούργια του ζωή. Ο Μάρκος Βαμβακάρης αναφέρει στην αυτοβιογραφία του ότι θυμόταν τη μελωδία να τραγουδιέται στους δρόμους της Σύρου ήδη από την εποχή που ήταν μικρό παιδί, δείγμα του πόσο γρήγορα εξαπλωνόταν η μουσική μέσω των λιμανιών. Αν και ξεκίνησε ως αστικό μικρασιατικό/ σμυρναίικο τραγούδι, με τα χρόνια αφομοιώθηκε πλήρως από τη νησιώτικη παράδοση (κυρίως των Κυκλάδων) λόγω του ρυθμού του (μπάλος / συρτός). Οι στίχοι άλλαξαν, έγιναν πιο ανάλαφροι και παιχνιδιάρικοι (όπως το γνωστό δίστιχο με τη «Μαρουσώ» και τα «ψάρια που καίγονται στο μαγερειό»), μετατρέποντάς το σε ένα διαχρονικό τραγούδι γλεντιού.
Αυτή είναι, ίσως, η πιο ενδιαφέρουσα περιπέτεια της λαϊκής μουσικής: δεν διασώζει απλώς το παρελθόν· το μεταμορφώνει. Κάθε γενιά προσθέτει κάτι δικό της, χωρίς να χρειάζεται να γνωρίζει ποιος τραγούδησε πρώτος τη μελωδία, σε ποια γλώσσα ειπώθηκαν οι πρώτοι στίχοι ή σε ποιο λιμάνι ξεκίνησε το ταξίδι.
Και το «Σάλα σάλα» εξακολουθεί να ταξιδεύει.
Γιατί η μουσική έχει έναν παράξενο τρόπο να διορθώνει, έστω και για λίγα λεπτά, όσα καταστρέφει η Ιστορία. Οι αυτοκρατορίες χαράζουν σύνορα, οι εθνικισμοί μοιράζουν καταγωγές, οι πόλεμοι χωρίζουν ανθρώπους που μέχρι χθες μοιράζονταν τον ίδιο δρόμο. Κι ύστερα, σε κάποιο πανηγύρι, μια γνώριμη μελωδία αρχίζει να παίζει και τα πόδια θυμούνται κάτι που η πολιτική επιμένει να ξεχνά.
Το τραγούδι δεν ξέρει σε ποιον ανήκει. Ξέρει μόνο πού θέλει να πάει: εκεί όπου υπάρχουν ακόμη άνθρωποι πρόθυμοι να χορέψουν μαζί.
"Σάλα σάλα μες στη σάλα τα μιλήσαμε,
να με πάρεις, να σε πάρω συμφωνήσαμε.
Σάλα, Μαρουσώ μου, σάλα τα τζίτζι,
μες στο μαγερειό,
άσ' τα ψάρια να καούνε
κι έβγα να σε δω.
Πότε μαύρα, πότε άσπρα, πότε κόκκινα,
την καρδιά μου να ζητούσες, θα σ' την έδινα."

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου