Το ντέρτι δεν θέλει ψυχολόγο. Θέλει ένα τραπέζι λίγο στραβό, μια καρέκλα που τρίζει, δυο ανθρώπους που δεν έχουν τίποτα να αποδείξουν κι ένα ποτήρι ρετσίνα να αφήνει στο στόμα τη γεύση του πεύκου και στη σκέψη την πίκρα όσων δεν έγιναν.
Η ρετσίνα είναι λαϊκή σοφία σε υγρή μορφή. Δεν παριστάνει το ευγενές κρασί, δεν φοράει γαλλικά ονόματα ούτε ζητάει να την αναλύσουν κάτι κύριοι με περισπούδαστες εκφράσεις. Μυρίζει ταβέρνα, ιδρώτα, καλοκαίρι, τηγανητό ψάρι και φτηνό μεζέ. Είναι η γεύση μιας Ελλάδας που δεν είχε πολλά, αλλά ήξερε να κάθεται με τις ώρες και να κάνει το τίποτα να μοιάζει με ολόκληρη ζωή.
Και το ντέρτι; Το ντέρτι είναι η ανατολίτικη συγγένεια της λύπης με το μεράκι. Δεν είναι ακριβώς στενοχώρια. Η στενοχώρια ζητάει εξήγηση· το ντέρτι ζητάει τραγούδι. Είναι εκείνο το βάρος που δεν φεύγει όταν λυθούν τα προβλήματα, γιατί μερικές φορές δεν γεννιέται από όσα μας λείπουν, αλλά από όσα ζήσαμε και δεν μπορούμε πια να ξαναζήσουμε.
Γι' αυτό ο άνθρωπος μερακλώνει. Όχι επειδή είναι ευτυχισμένος, αλλά επειδή για λίγες στιγμές συμφιλιώνεται με τη δυστυχία του. Ένα μπουζούκι αρχίζει να ξετυλίγει το παράπονό του, κάποιος σιγοτραγουδάει, κάποιος άλλος κοιτάζει το ποτήρι του. Κι εκεί, ανάμεσα σε δυο νότες και μια γουλιά, ο καθένας αναγνωρίζει τον εαυτό του χωρίς να χρειάζεται να συστηθεί.
Κάποτε η φτώχεια είχε τη δική της αισθητική. Όχι επειδή ήταν όμορφη -η φτώχεια δεν είναι ρομαντισμός- αλλά επειδή οι άνθρωποι επινοούσαν τρόπους να μη γίνεται η ζωή τους αποκλειστικά λογαριασμός. Ένας μεζές στη μέση, μια ρετσίνα για όλους, ένα τραγούδι που το ήξεραν απέξω. Η παρέα ήταν το αντίδοτο στην ατομική μιζέρια και το καφενείο ένας μικρός τόπος κοινωνικής ισότητας, μέχρι να έρθει ο λογαριασμός και να θυμίσει στον καθένα τη θέση του.
Σήμερα έχουμε κρασιά με γενεαλογικά δέντρα, εστιατόρια με πιάτα που χρειάζονται λεξικό και ανθρώπους που φωτογραφίζουν τη διασκέδασή τους για να βεβαιωθούν ότι διασκέδασαν. Μα το ντέρτι δεν ανεβάζει φωτογραφίες. Κάθεται απέναντί σου και σωπαίνει. Δεν ενδιαφέρεται για το πόσο κοστίζει το μπουκάλι, αλλά για το ποιος λείπει από την καρέκλα που έμεινε άδεια.
Γιατί η ρετσίνα χωρίς παρέα είναι απλώς ένα ποτό. Και το ντέρτι χωρίς μνήμη είναι μια λέξη.
Το πραγματικό γλέντι αρχίζει όταν κανείς δεν προσπαθεί να δείξει ευτυχισμένος. Τότε που το τραγούδι γίνεται εξομολόγηση, το ποτήρι περνάει από χέρι σε χέρι και οι άνθρωποι, για λίγο, παύουν να είναι πελάτες της ζωής τους.
Κι αν στο τέλος της βραδιάς περισσέψει λίγη ρετσίνα και μείνει ένα ντέρτι αξεδιάλυτο, δεν χάθηκε ο κόσμος.
Χαμένος είναι εκείνος που τα έχει όλα, εκτός από έναν άνθρωπο να πιει μαζί του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου