14/10/26

Η ζύμη της εξουσίας.



Η πολιτική μοιάζει με τη ζύμη. Θέλει αλεύρι, νερό, μα πολιτική μοιάζει με τη ζύμη. Θέλει αλεύρι, νερό, μαγιά και χρόνο. Μόνο που στην πολιτική το αλεύρι είναι ο λαός, το νερό οι υποσχέσεις και η μαγιά η φιλοδοξία εκείνων που θέλουν να φουσκώσουν πάνω από το μπόι τους.

Ο πολιτικός παίρνει τα υλικά, τα ανακατεύει με προσεκτικές δόσεις πατρίδας, θρησκείας, ασφάλειας και ανάπτυξης, κι ύστερα αφήνει το μείγμα να φουσκώσει. Όσο περισσότερο φουσκώνει, τόσο μεγαλύτερη εντύπωση προκαλεί. Κανείς δεν σκέφτεται να ρωτήσει πόσο ψωμί θα βγει τελικά. Η βιτρίνα έχει ήδη γεμίσει καρβέλια.

Κι εδώ αρχίζει η μαγειρική της εξουσίας. Γιατί άλλο η ζύμη κι άλλο το ψωμί. Η πρώτη υπόσχεται όγκο, το δεύτερο οφείλει να θρέψει. Η πολιτική, όμως, έχει ανακαλύψει πως μπορείς να πουλάς το πρώτο για το δεύτερο. Αρκεί να διαθέτεις καλό φούρνο, επικοινωνιακούς αρτοποιούς και μερικά κανάλια που θα μεταδίδουν αδιάκοπα τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου μέλλοντος.



Ο λαός ζυμώνεται καθημερινά. Με την ακρίβεια, την ανασφάλεια, τους φόρους, την εργασία που δεν φτάνει για να καλύψει τις ανάγκες της ζωής. Του λένε πως πρέπει να κάνει υπομονή, να σφίξει το ζωνάρι, να περιμένει να ωριμάσουν οι συνθήκες. Κανείς δεν του εξηγεί γιατί εκείνοι που κρατούν τον φούρνο έχουν πάντα γεμάτο τραπέζι, ενώ εκείνοι που κουβαλούν τα σακιά με το αλεύρι συχνά δεν έχουν ούτε ψίχουλα.

Και η μαγιά δουλεύει. Φουσκώνει τους αριθμούς, τις δημοσκοπήσεις, τις προσδοκίες, τις προεκλογικές εξαγγελίες. Φουσκώνει τα βιογραφικά των σωτήρων και τις τσέπες των επιτήδειων. Κάθε τόσο αλλάζει η συνταγή, όχι όμως και οι μερίδες. Οι ίδιοι κάθονται στο τραπέζι της εξουσίας, οι ίδιοι μοιράζουν τα κομμάτια και οι υπόλοιποι καλούνται να χειροκροτήσουν την αρμονία του γεύματος.

Το πιο ενδιαφέρον είναι πως η εξουσία δεν φοβάται τόσο τον πεινασμένο όσο εκείνον που θα μάθει να ξεχωρίζει τα υλικά. Γιατί ο πεινασμένος μπορεί να αρκεστεί σε μια υπόσχεση ψωμιού. Εκείνος, όμως, που γνωρίζει ποιος καλλιεργεί το σιτάρι, ποιος αλέθει το αλεύρι, ποιος ελέγχει την παραγωγή και ποιος καθορίζει την τιμή, αρχίζει να καταλαβαίνει πως η πείνα δεν είναι πάντοτε αποτέλεσμα έλλειψης. Μπορεί να είναι και αποτέλεσμα διανομής.

Και τότε η συζήτηση παύει να αφορά τη συνταγή. Αφορά την ιδιοκτησία του φούρνου.

Αυτή είναι η λεπτομέρεια που αποφεύγει επιμελώς η πολιτική ρητορεία. Μας καλεί να διαλέξουμε τον αρτοποιό, αλλά σπάνια μας καλεί να συζητήσουμε ποιος κατέχει τον φούρνο, ποιος πληρώνει τα καύσιμα και ποιος αποφασίζει ποιος θα φάει. Μας προσφέρει εναλλαγές προσώπων ως υποκατάστατο της αλλαγής των σχέσεων. Και κάθε φορά που η ζύμη ξεφουσκώνει, ανακαλύπτει έναν καινούργιο εχθρό για να δικαιολογήσει το αποτυχημένο ψήσιμο.



Ίσως, λοιπόν, το πρόβλημα να μην είναι ότι η ζύμη δεν φουσκώνει αρκετά. Ίσως είναι ότι κάποιοι έχουν αποκτήσει το αποκλειστικό δικαίωμα να αποφασίζουν τι θα γίνει με αυτήν.

Γιατί μια κοινωνία δεν κρίνεται από το πόσο ψηλά φουσκώνει το ψωμί της εξουσίας, αλλά από το αν φτάνει στο τραπέζι όλων.

Και η μεγαλύτερη πολιτική απάτη δεν είναι να σου πουλήσουν μπαγιάτικο ψωμί. Είναι να σε πείσουν πως, επειδή εσύ ζύμωσες το αλεύρι, ο φούρνος τούς ανήκει δικαιωματικά. Ο λαός δίνει το αλεύρι, η εξουσία κρατάει τον φούρνο, οι ολιγάρχες μοιράζουν τα καρβέλια και οι πολιτικοί εξηγούν στους πεινασμένους πως φταίει η συνταγή. Κι όταν η οργή αρχίζει να φουσκώνει, ρίχνουν λίγη μαγιά πατριωτισμού, έναν εχθρό απ’ έξω και δυο κουταλιές φόβου. Γιατί η εξουσία ξέρει καλά: τον πεινασμένο τον φοβάται λιγότερο απ’ όσο φοβάται εκείνον που κατάλαβε ποιος του έφαγε το ψωμί.


Δεν υπάρχουν σχόλια: