Η φωτογραφία δεν είναι απλώς η αποτύπωση μιας στιγμής. Είναι μια πράξη επιλογής. Από την απέραντη πραγματικότητα, ο φωτογράφος απομονώνει ένα μικρό κομμάτι, το περικλείει σε ένα κάδρο και το διασώζει από τη ροή του χρόνου. Όμως, την ίδια στιγμή, το αποσπά από όσα προηγήθηκαν και όσα ακολούθησαν. Η φωτογραφία διατηρεί αυτό που δείχνει, αλλά δεν μπορεί να διατηρήσει ολόκληρη την πραγματικότητα στην οποία ανήκει.
Στο βιβλίο της "Περί Φωτογραφίας", η Susan Sontag αντιμετωπίζει τη φωτογραφία όχι μόνο ως τέχνη ή τεχνική αναπαραγωγής εικόνων, αλλά ως έναν τρόπο με τον οποίο ο σύγχρονος άνθρωπος οικειοποιείται τον κόσμο. Φωτογραφίζοντας κάτι, αισθάνεται πως αποκτά ένα τεκμήριο της ύπαρξής του, ένα μικρό κομμάτι πραγματικότητας που μπορεί να φυλάξει, να μεταφέρει, να ταξινομήσει και να επιδείξει. Η φωτογραφική μηχανή γίνεται έτσι μια προέκταση του βλέμματος, αλλά και ένα εργαλείο συμβολικής κατοχής.
Δεν αρκεί να δούμε. Θέλουμε να κρατήσουμε αυτό που είδαμε.
Κι εδώ αρχίζει η πρώτη αντίφαση. Η φωτογραφία μάς προσφέρει την ψευδαίσθηση ότι γνωρίζουμε καλύτερα τον κόσμο, ενώ στην πραγματικότητα μας προσφέρει μόνο μια επιλεγμένη όψη του. Ένα τοπίο φωτογραφημένο από ψηλά μπορεί να μοιάζει ειδυλλιακό, ενώ λίγα μέτρα παρακάτω να υπάρχει μια χωματερή. Ένα χαμογελαστό πρόσωπο μπορεί να κρύβει μια δυστυχία που δεν χωρά στο κάδρο. Μια φωτογραφία πολέμου μπορεί να καταγράψει την καταστροφή, χωρίς να εξηγήσει τις αιτίες της.
Η φωτογραφία δεν είναι κατ’ ανάγκην ψεύτικη. Είναι, όμως, αναγκαστικά μερική.
Ακόμη και όταν ο φακός δεν παραμορφώνει αυτό που βρίσκεται μπροστά του, η επιλογή της στιγμής, της γωνίας και του θέματος αποτελεί ήδη μια ερμηνεία. Η πραγματικότητα δεν προσέρχεται μόνη της στη φωτογραφία. Κάποιος την επιλέγει, την πλαισιώνει και την αποσπά από το συνεχές της ζωής. Γι’ αυτό και η φωτογραφική αλήθεια δεν ταυτίζεται πάντοτε με την αλήθεια των πραγμάτων.
Οι παλιές φωτογραφίες το αποκαλύπτουν με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Στα κιτρινισμένα χαρτιά, στα ξεθωριασμένα πορτρέτα και στα πρόσωπα που κοιτούν τον φακό με τη σοβαρότητα μιας άλλης εποχής, δεν ανακαλύπτουμε μόνο όσα υπήρξαν. Ανακαλύπτουμε και όσα δεν μπορούμε πια να μάθουμε. Ποια σκέψη περνούσε από το μυαλό εκείνου του ανθρώπου; Τι συνέβη λίγο πριν από τη λήψη; Ποια κουβέντα ακολούθησε; Τι απέγιναν οι επιθυμίες του;
Η φωτογραφία έχει διασώσει το πρόσωπο, όχι ολόκληρη τη ζωή.
Και ίσως γι’ αυτό οι παλιές φωτογραφίες να μας συγκινούν τόσο. Δεν επιστρέφουν το παρελθόν· κάνουν ορατή την απουσία του. Μας επιτρέπουν να κοιτάζουμε ανθρώπους που δεν υπάρχουν πια, σαν να παραμένουν εγκλωβισμένοι σε μια στιγμή από την οποία εμείς συνεχίσαμε να απομακρυνόμαστε. Το φωτογραφικό χαρτί αντιστέκεται στη φθορά, αλλά δεν μπορεί να ακυρώσει τον χρόνο. Διασώζει μια εικόνα, την ώρα που όλα όσα την περιέβαλλαν μεταβάλλονται ή εξαφανίζονται.
Η μνήμη, άλλωστε, δεν λειτουργεί όπως η φωτογραφική μηχανή. Δεν καταγράφει απλώς· επιλέγει, παραλείπει, μεταμορφώνει. Μια παλιά φωτογραφία μπορεί να ενεργοποιήσει μια ανάμνηση, αλλά και να την ανασκευάσει. Μπορεί να μας κάνει να θυμηθούμε κάτι που είχαμε ξεχάσει ή να μας πείσει ότι θυμόμαστε μια στιγμή που στην πραγματικότητα γνωρίζουμε μόνο μέσα από την εικόνα της.
Η φωτογραφία δεν αποθηκεύει απλώς τη μνήμη. Συμμετέχει στη δημιουργία της.
Από αυτή την άποψη, η σύγχρονη εποχή δεν ανακάλυψε κάτι εντελώς καινούργιο. Εκείνο που άλλαξε είναι η κλίμακα. Η φωτογραφία, από μια σχετικά σπάνια πράξη διατήρησης σημαντικών στιγμών, έγινε καθημερινή και σχεδόν αντανακλαστική συμπεριφορά. Με τα smartphones, ο άνθρωπος φωτογραφίζει διαρκώς: τον εαυτό του, το φαγητό του, τους φίλους του, τις διακοπές του, ακόμη και στιγμές που κάποτε θα αρκούσε απλώς να ζήσει.
Η εμπειρία μοιάζει να χρειάζεται πλέον ένα οπτικό αποδεικτικό στοιχείο.
Εδώ η σκέψη της Sontag αποκτά μια νέα διάσταση. Η φωτογραφία δεν λειτουργεί μόνο ως τρόπος κατοχής του κόσμου, αλλά και ως μέσο παρουσίασης του εαυτού. Δεν φωτογραφίζουμε αποκλειστικά όσα μας ενδιαφέρουν. Φωτογραφίζουμε και όσα θέλουμε να δείξουμε ότι μας ενδιαφέρουν. Η εικόνα γίνεται μέρος της κοινωνικής μας ταυτότητας, ένα μήνυμα προς τους άλλους για το ποιοι είμαστε, πού βρισκόμαστε, τι μπορούμε να αποκτήσουμε και πώς επιθυμούμε να μας βλέπουν.
Το ταξίδι μετατρέπεται σε συλλογή τοπίων. Η έξοδος σε απόδειξη κοινωνικότητας. Το γεύμα σε ψηφιακή βιτρίνα. Και η ίδια η ευτυχία, αντί να βιώνεται ως εσωτερική κατάσταση, κινδυνεύει να αξιολογείται από την ποιότητα της φωτογραφικής της αναπαράστασης.
Δεν σημαίνει ότι κάθε φωτογραφία αποτελεί επίδειξη ή ότι η ψηφιακή εικόνα ακυρώνει την εμπειρία. Σημαίνει, όμως, ότι ανάμεσα στον άνθρωπο και στον κόσμο παρεμβάλλεται ολοένα συχνότερα η ανάγκη να παραχθεί μια εικόνα του κόσμου. Κάποτε κοιτούσαμε ένα ηλιοβασίλεμα μέχρι να σκοτεινιάσει. Τώρα μπορεί να κοιτάζουμε την οθόνη, αναζητώντας τη σωστή έκθεση, το κατάλληλο φίλτρο και την καλύτερη γωνία, ενώ το ηλιοβασίλεμα ολοκληρώνεται χωρίς να περιμένει.
Ο κόσμος συνεχίζει να υπάρχει έξω από το κάδρο. Εμείς δεν είμαστε βέβαιοι ότι μπορούμε να υπάρξουμε χωρίς αυτό.
Υπάρχει, ωστόσο, και μια σκοτεινότερη πλευρά της φωτογραφικής αφθονίας. Η Sontag επισημαίνει τον κίνδυνο της εξοικείωσης με τις εικόνες της οδύνης. Όταν η βία, ο πόλεμος, η πείνα και ο ανθρώπινος πόνος επαναλαμβάνονται αδιάκοπα στις οθόνες, η συγκίνηση μπορεί να υποχωρήσει μπροστά στη συνήθεια. Η τραγωδία διαδέχεται την τραγωδία, η μία εικόνα αντικαθιστά την προηγούμενη και ο θεατής συνεχίζει την περιήγησή του.
Η δυστυχία γίνεται ένα ακόμη περιεχόμενο μέσα στην ατέλειωτη ροή των εικόνων.
Αλλά η φωτογραφία δεν είναι από μόνη της υπεύθυνη για την αδιαφορία. Μπορεί να καταγγείλει ένα έγκλημα, να αποκαλύψει την κρατική βία, να διασώσει αποδείξεις και να κινητοποιήσει ανθρώπους. Το πρόβλημα βρίσκεται στην απόσταση ανάμεσα στο βλέπειν και στο κατανοείν, ανάμεσα στη συγκίνηση και στην ευθύνη. Μπορεί κάποιος να παρακολουθήσει εκατοντάδες εικόνες πολέμου και να μη γνωρίζει τίποτε για τις πολιτικές αποφάσεις, τα οικονομικά συμφέροντα και τις σχέσεις εξουσίας που τον συντηρούν.
Η εικόνα δείχνει το αποτέλεσμα. Δεν αποκαλύπτει πάντοτε τον μηχανισμό που το παράγει.
Και όσο περισσότερο πολλαπλασιάζονται οι εικόνες, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη να μάθουμε να τις διαβάζουμε. Η εποχή της τεχνητής νοημοσύνης οξύνει ακόμη περισσότερο αυτό το ζήτημα. Μια εικόνα μπορεί πλέον να δημιουργηθεί χωρίς να έχει υπάρξει ποτέ το γεγονός που υποτίθεται ότι καταγράφει. Η φωτογραφία, που για μεγάλο διάστημα αντιμετωπιζόταν ως ίχνος μιας πραγματικής στιγμής, μπορεί να γίνει πειστική αναπαράσταση ενός ανύπαρκτου συμβάντος.
Δεν αρκεί, επομένως, να ρωτάμε τι βλέπουμε. Χρειάζεται να ρωτάμε ποιος δημιούργησε την εικόνα, για ποιον λόγο και με ποια μέσα. Η τεχνική πειστικότητα δεν αποτελεί εγγύηση αλήθειας, όπως και η φωτογραφική αυθεντικότητα δεν συνεπάγεται αυτομάτως βαθύτερη γνώση.
Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη παρεξήγηση να βρίσκεται στην πεποίθηση ότι περισσότερες εικόνες σημαίνουν περισσότερη γνώση. Η συσσώρευση φωτογραφιών μπορεί να δημιουργεί ένα τεράστιο αρχείο του ορατού, χωρίς να μας κάνει σοφότερους απέναντι σε όσα βλέπουμε. Μπορούμε να έχουμε χιλιάδες φωτογραφίες και ελάχιστη κατανόηση. Να θυμόμαστε με ακρίβεια πού βρισκόμασταν, χωρίς να γνωρίζουμε τι πραγματικά συνέβαινε μέσα μας.
Η φωτογραφία είναι ένα ισχυρό εργαλείο μνήμης, επικοινωνίας και μαρτυρίας. Δεν είναι, όμως, υποκατάστατο της εμπειρίας ούτε εγγύηση της αλήθειας. Μπορεί να μας φέρει κοντά σε όσα βρίσκονται μακριά, αλλά μπορεί επίσης να μας κρατήσει σε ασφαλή απόσταση από αυτά. Μπορεί να διασώσει το πρόσωπο ενός ανθρώπου, χωρίς να μας κάνει να αναγνωρίσουμε την ανθρώπινη υπόστασή του.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν πρέπει να φωτογραφίζουμε περισσότερο ή λιγότερο. Είναι αν εξακολουθούμε να διαθέτουμε την ελευθερία να κοιτάζουμε χωρίς να αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να καταγράψουμε, να δημοσιεύσουμε και να αποδείξουμε.
Γιατί υπάρχει μια στιγμή κατά την οποία η φωτογραφία παύει να υπηρετεί τη ζωή και η ζωή αρχίζει να υπηρετεί τη φωτογραφία.
Και τότε συμβαίνει το παράδοξο: έχουμε φωτογραφίσει σχεδόν τα πάντα, αλλά δεν είμαστε βέβαιοι ότι προλάβαμε να δούμε τον κόσμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου