Οι παλιές φωτογραφίες είχαν ένα ελάττωμα: δεν μπορούσαν να πουν ψέματα με την ίδια ευκολία που λένε σήμερα. Ήθελαν χρόνο, φως, φιλμ, υπομονή. Κι όταν επιτέλους εμφανίζονταν, κουβαλούσαν κάτι από την αμηχανία της πραγματικότητας. Οι σύγχρονες φωτογραφίες, αντίθετα, γεννιούνται μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, διορθώνονται σε δύο και δημοσιεύονται πριν ακόμη τελειώσει η στιγμή που υποτίθεται πως απαθανάτισαν.
Σήμερα, όλοι φωτογραφίζουν τα πάντα. Το φαγητό πριν το φάνε, το ταξίδι πριν το ζήσουν, το χαμόγελο πριν το αισθανθούν. Η πραγματικότητα μοιάζει να έχει αποκτήσει έναν αόρατο σκηνοθέτη, που απαιτεί από κάθε στιγμή να αποδείξει ότι αξίζει να υπάρξει. Δεν αρκεί πια να περάσεις καλά. Πρέπει να υπάρχει και η φωτογραφία που θα το επιβεβαιώνει.
Η κάμερα του κινητού έγινε προέκταση του ματιού, αλλά όχι απαραίτητα της όρασης. Γιατί άλλο πράγμα είναι να κοιτάζεις κι άλλο να βλέπεις. Ο φακός καταγράφει πρόσωπα, χρώματα, αντικείμενα, τοπία. Δεν καταγράφει την πλήξη πίσω από το χαμόγελο, τη μοναξιά μέσα στο πλήθος, την αμηχανία ενός αγγίγματος ή τη σκέψη που περνά από το μυαλό κάποιου την ώρα που όλοι του ζητούν να χαμογελάσει.
Κι ύστερα έρχεται η επεξεργασία. Λίγο περισσότερο φως, λιγότερες ρυτίδες, ένα διαφορετικό χρώμα στα μάτια, ένα φόντο που γίνεται ομορφότερο από την πραγματικότητα. Η εικόνα δεν χρειάζεται πια να συμφωνεί με τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι εκείνος που καλείται να συμφωνήσει με την εικόνα του.
Έτσι, σιγά σιγά, η φωτογραφία παύει να είναι ανάμνηση και γίνεται δήλωση παρουσίας. Υπήρξα εδώ. Πέρασα υπέροχα. Είμαι ευτυχισμένος. Κοίταξέ με. Η επιβεβαίωση των άλλων αποκτά μεγαλύτερη σημασία από την ίδια την εμπειρία. Κι ένα τοπίο που θα μπορούσε να μας είχε καθηλώσει με την ομορφιά του καταλήγει να χρησιμεύει ως φόντο για μια αυτοπροσωπογραφία.
Δεν είναι, βέβαια, η τεχνολογία ο ένοχος. Η φωτογραφία μπορεί να διασώσει μια λεπτομέρεια που η μνήμη θα πρόδιδε, να κρατήσει ζωντανό ένα πρόσωπο που δεν υπάρχει πια, να αποκαλύψει όσα το γυμνό μάτι αδυνατεί να διακρίνει. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η ανάγκη να καταγράψουμε τη ζωή γίνεται ισχυρότερη από την ανάγκη να τη ζήσουμε.
Κάποτε, κοιτάζαμε μια φωτογραφία για να θυμηθούμε κάτι που είχε συμβεί. Σήμερα, συχνά ζούμε κάτι για να έχουμε μια φωτογραφία να κοιτάζουμε. Η σειρά των πραγμάτων έχει αντιστραφεί. Η στιγμή γίνεται υλικό και η εικόνα το προϊόν.
Και υπάρχει ακόμη μια ειρωνεία. Όσο τελειοποιούνται οι μηχανές που φωτογραφίζουν, τόσο δυσκολεύεται ο άνθρωπος να διακρίνει την αλήθεια από την κατασκευή της. Μπορεί να δει μια εικόνα εξαιρετικής ευκρίνειας και να μην ξέρει αν αυτό που βλέπει συνέβη ποτέ. Η τεχνική τελειότητα δεν εγγυάται την αλήθεια, όπως και η καθαρότητα μιας εικόνας δεν συνεπάγεται καθαρότητα προθέσεων.
Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στην παλιά και τη σύγχρονη φωτογραφία να μην βρίσκεται στο φιλμ και στα megapixels, αλλά στη σχέση μας με τον χρόνο. Η παλιά φωτογραφία προσπαθούσε να διασώσει αυτό που χανόταν. Η σύγχρονη προσπαθεί συχνά να αποδείξει αυτό που συμβαίνει, ακόμη κι όταν δεν προλαβαίνουμε να το αισθανθούμε.
Κι έτσι γεμίζουμε τα κινητά μας με χιλιάδες εικόνες, ενώ ορισμένες από τις σημαντικότερες στιγμές της ζωής μας παραμένουν χωρίς φωτογραφία: ένα βλέμμα που μας άλλαξε, μια σιωπή που είπε περισσότερα από μια εξομολόγηση, ένα χέρι που έσφιξε το δικό μας την κατάλληλη στιγμή.
Αυτές δεν αποθηκεύονται στο cloud ούτε κινδυνεύουν να χαθούν από έναν σκληρό δίσκο. Αποθηκεύονται κάπου βαθύτερα, αν και ούτε εκεί είναι εξασφαλισμένες.
Γιατί η ζωή δεν είναι αυτό που καταφέραμε να φωτογραφίσουμε. Είναι, κυρίως, εκείνο που προλάβαμε να αισθανθούμε πριν σηκώσουμε την κάμερα.
Και η πιο καθαρή φωτογραφία του κόσμου μπορεί να αποδειχθεί η πιο μεγάλη παραποίηση, όταν πίσω από τον φακό δεν υπάρχει πια ένας άνθρωπος που κοιτάζει, αλλά ένας θεατής που περιμένει να τον κοιτάξουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου