20/10/26

Κυνηγώντας τον χρόνο.



Τρέχουμε.

Από το πρωί μέχρι το βράδυ, από το ένα ραντεβού στο άλλο, από μια υποχρέωση σε μια εκκρεμότητα. Κοιτάζουμε το ρολόι σαν να μας χρωστάει κάτι και θυμώνουμε όταν οι δείκτες επιμένουν να κινούνται χωρίς να μας συμβουλεύονται. Σπρώχνουμε τις ώρες, στριμώχνουμε τις μέρες, προγραμματίζουμε ακόμη και τις στιγμές που υποτίθεται πως θα ξεκουραστούμε. Κάποτε φτάνουμε στο σημείο να βάζουμε ξυπνητήρι για να θυμηθούμε να ζήσουμε.

Κυνηγάμε τον χρόνο λες και, αν τρέξουμε αρκετά γρήγορα, θα καταφέρουμε να τον νικήσουμε. Μα ο χρόνος δεν είναι αντίπαλος στον δρόμο. Δεν λαχανιάζει, δεν ιδρώνει, δεν κοιτάζει πίσω του. Μόνο εμείς λαχανιάζουμε, προσπαθώντας να προλάβουμε μια ζωή που, όσο την κυνηγάμε, τόσο λιγότερο προλαβαίνουμε να αισθανθούμε.

Κι ύστερα έρχεται η παράξενη στιγμή που ανακαλύπτουμε πως δεν μας λείπει πάντα ο χρόνος. Μας λείπει η άδεια να τον σπαταλήσουμε. Να καθίσουμε χωρίς λόγο, να κοιτάξουμε έξω από το παράθυρο, να πιούμε έναν καφέ που δεν συνοδεύεται από κάποια επόμενη δουλειά. Να συναντήσουμε έναν άνθρωπο χωρίς να κοιτάξουμε το κινητό. Να αφήσουμε μια σκέψη να περιπλανηθεί χωρίς να τη ρωτήσουμε πού πηγαίνει και πόσο θα αργήσει να επιστρέψει.

Γιατί έχουμε εκπαιδευτεί να θεωρούμε πολύτιμο ό,τι παράγει κάτι. Ακόμη και την ξεκούραση την αντιμετωπίζουμε σαν επένδυση: ξεκουραζόμαστε για να αποδώσουμε καλύτερα. Ακόμη και τις διακοπές τις οργανώνουμε με τέτοια επιμέλεια, ώστε επιστρέφουμε εξαντλημένοι από την προσπάθεια να περάσουμε καλά. Η αδράνεια μάς προκαλεί ενοχές, η σιωπή αμηχανία και η ελεύθερη ώρα την υποψία πως κάτι σημαντικό ξεχάσαμε να κάνουμε.

Κάπου εκεί ο χρόνος παύει να είναι η φυσική διάσταση της ζωής και γίνεται αφεντικό. Κι εμείς, πρόθυμοι υπάλληλοί του, χτυπάμε κάρτα από το πρωί μέχρι το βράδυ, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει κανείς να μας πληρώσει.

Μα η ζωή δεν μετριέται μόνο με όσα προλάβαμε. Μετριέται και με όσα δεν βιαστήκαμε να προσπεράσουμε. Με το φως που άλλαξε χρώμα στον τοίχο, με τη συζήτηση που κράτησε περισσότερο απ’ όσο υπολογίζαμε, με ένα γέλιο που δεν είχε καμία χρησιμότητα, με εκείνο το απόγευμα που δεν κάναμε απολύτως τίποτα και, για πρώτη φορά ύστερα από καιρό, δεν αισθανθήκαμε πως χάσαμε τη μέρα.

Ίσως, τελικά, το πρόβλημα δεν είναι ότι ο χρόνος περνάει γρήγορα. Είναι ότι εμείς περνάμε βιαστικά μέσα από τον χρόνο, σαν επισκέπτες που έχουν ήδη αγοράσει εισιτήριο για τον επόμενο προορισμό.

Και κάποια στιγμή, όταν κοιτάξουμε πίσω, ίσως καταλάβουμε πως όλη μας τη ζωή κυνηγούσαμε τον χρόνο, ενώ εκείνος δεν προσπαθούσε να μας ξεφύγει. Εμείς ήμασταν αυτοί που φεύγαμε διαρκώς από το παρόν, για να συναντήσουμε ένα μέλλον που, μόλις έφτανε, μεταμφιεζόταν ξανά σε παρόν.

Κι έτσι, μέσα στην αγωνία να μη χάσουμε ούτε λεπτό, κινδυνεύουμε να χάσουμε ολόκληρη τη ζωή.


Δεν υπάρχουν σχόλια: