📽Passion- Όταν η επιθυμία γίνεται όπλο.
Υπάρχουν ταινίες όπου ο φόνος είναι το τέλος μιας ιστορίας. Και υπάρχουν ταινίες όπου ο φόνος είναι απλώς το σημείο από το οποίο αρχίζει η πραγματική ιστορία. Το «Passion» (Πάθος) του Μπράιαν Ντε Πάλμα ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Είναι ένα ερωτικό ψυχολογικό θρίλερ, βασισμένο στο γαλλικό «Love Crime» («Η Αντίζηλος») του Αλέν Κορνό, αλλά ο Ντε Πάλμα δεν περιορίζεται σε ένα αγγλόφωνο ριμέικ. Μεταφέρει την ιστορία στον δικό του κινηματογραφικό κόσμο: έναν κόσμο όπου η επιθυμία, η εξουσία, η ζήλια και η εξαπάτηση δεν κινούνται παράλληλα, αλλά μπλέκονται μέχρι να γίνουν ένα.
Στο κέντρο βρίσκονται δύο γυναίκες.
Η Κριστίν, την οποία υποδύεται η Ρέιτσελ ΜακΆνταμς, είναι η γυναίκα που έχει μάθει να εξουσιάζει. Γοητευτική, ευφυής, χειριστική και αδίστακτη, γνωρίζει ότι στον εταιρικό κόσμο η δύναμη δεν βρίσκεται πάντοτε σε εκείνον που έχει την καλύτερη ιδέα, αλλά σε εκείνον που ξέρει να την κάνει δική του.
Απέναντί της βρίσκεται η Ίζαμπελ, η Νούμι Ραπάς, ταλαντούχα αλλά ακόμη άπειρη, περισσότερο αυθεντική και λιγότερο προετοιμασμένη για το παιχνίδι της εξουσίας. Ανάμεσά τους υπάρχει από την αρχή κάτι περισσότερο από μια σχέση προϊσταμένης και υφισταμένης. Υπάρχει θαυμασμός, ανταγωνισμός, έλξη, ζήλια και μια διαρκής δοκιμή ορίων.
Η σύγκρουση ξεκινά όταν η Κριστίν οικειοποιείται μια πρωτοποριακή διαφημιστική ιδέα της Ίζαμπελ και την παρουσιάζει ως δική της. Η επαγγελματική κλοπή δεν είναι απλώς μια πράξη αδικίας. Είναι η πρώτη πράξη ενός πολέμου.
Η Ίζαμπελ δεν παραμένει παθητική. Απαντά. Εμπλέκεται με τον Ντιρκ, τον εραστή της Κριστίν, ο οποίος έχει τα δικά του οικονομικά μυστικά, και χρησιμοποιεί τη σχέση αυτή μέσα στο παιχνίδι της εκδίκησης. Όταν τελικά κατορθώνει να πάρει την αναγνώριση που της είχε στερήσει η Κριστίν, η σύγκρουση γίνεται προσωπική.
Και τότε το παιχνίδι περνάει από την επαγγελματική αντιπαλότητα στην ταπείνωση.
Η Κριστίν δημοσιοποιεί ένα ερωτικό βίντεο της Ίζαμπελ και την εκθέτει μπροστά στους συναδέλφους της. Η εκδίκηση παύει πλέον να αφορά τη δουλειά. Αφορά την αξιοπρέπεια. Και όταν η αξιοπρέπεια γίνεται πεδίο μάχης, όλα τα όρια αρχίζουν να μετακινούνται.
Η Ίζαμπελ καταρρέει. Παίρνει ηρεμιστικά, απομονώνεται και μοιάζει να χάνει την επαφή της με την πραγματικότητα.
Ή μήπως όχι;
Εδώ ακριβώς αρχίζει το πιο ενδιαφέρον παιχνίδι του Ντε Πάλμα.
Η Κριστίν βρίσκεται δολοφονημένη. Τα στοιχεία δείχνουν την Ίζαμπελ. Εκείνη βρισκόταν στο θέατρο, παρακολουθώντας ένα μπαλέτο, αλλά είχε αποκοιμηθεί στο αυτοκίνητό της υπό την επίδραση των χαπιών. Η ίδια δεν είναι πλέον βέβαιη για το τι έχει συμβεί. Φτάνει μάλιστα να πιστεύει ότι ίσως διέπραξε τον φόνο σε κατάσταση υπνοβασίας.
Η πραγματικότητα αρχίζει να χάνει τα όριά της.
Η Ίζαμπελ φαίνεται να έχει σχεδιάσει ένα άλλοθι και να έχει παγιδεύσει τον Ντιρκ. Η αστυνομία οδηγείται προς εκείνον και η ίδια απαλλάσσεται. Η Κριστίν είναι νεκρή, ο αντίπαλος έχει εξαφανιστεί από το παιχνίδι και η Ίζαμπελ βρίσκεται στη θέση που κάποτε κατείχε η γυναίκα που την καταπίεζε.
Θα μπορούσε η ιστορία να τελειώσει εδώ.
Ο Ντε Πάλμα όμως δεν ενδιαφέρεται για μια απλή αστυνομική λύση.
Η Ντανιέλα, η βοηθός της Ίζαμπελ, ανακαλύπτει στοιχεία που δείχνουν ότι η Ίζαμπελ δεν ήταν το αθώο θύμα που φαινόταν. Η ίδια είχε πράγματι σκοτώσει την Κριστίν και είχε κατασκευάσει προσεκτικά την πραγματικότητα γύρω από το έγκλημα. Η Ντανιέλα, κρυφά ερωτευμένη μαζί της, προσπαθεί να την εκβιάσει χρησιμοποιώντας ένα ματωμένο μαντήλι ως αποδεικτικό στοιχείο.
Και τότε ο Ντε Πάλμα κάνει αυτό που γνωρίζει καλύτερα: καταστρέφει την ασφάλεια του θεατή.
Στην τελική εφιαλτική σεκάνς, η Ίζαμπελ βλέπει τον εαυτό της να στραγγαλίζει τη Ντανιέλα. Δεν ξέρουμε αν πρόκειται για πραγματικότητα, όνειρο ή προβολή της ενοχής της. Η ταινία δεν ενδιαφέρεται να μας δώσει την άνεση μιας οριστικής απάντησης.
Αυτό είναι και το μεγάλο όπλο του «Passion».
Ο Ντε Πάλμα δεν κινηματογραφεί απλώς μια ιστορία εγκλήματος. Κινηματογραφεί την ίδια την αβεβαιότητα. Η πραγματικότητα διαθλάται μέσα από καθρέφτες, οθόνες, βίντεο, όνειρα και διπλές εικόνες. Η χρήση του split-screen, οι παράλληλες δράσεις, οι έντονες σκιές και οι ονειρικές σεκάνς παραπέμπουν ευθέως στη μεγάλη παράδοση του σκηνοθέτη, από το «Dressed to Kill» μέχρι το «Blow Out».
Και φυσικά υπάρχει η μουσική του Πίνο Ντονάτζιο, συνεργάτη του Ντε Πάλμα σε πολλές από τις σημαντικότερες στιγμές της φιλμογραφίας του. Η μουσική δεν λειτουργεί απλώς ως συνοδεία. Συμβάλλει στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας όπου το αισθησιακό και το απειλητικό μπορούν να συνυπάρχουν μέσα στην ίδια σκηνή.
Το «Passion» είναι επίσης μια ταινία για την εξουσία στον σύγχρονο εταιρικό κόσμο. Η διαφημιστική εταιρεία δεν παρουσιάζεται ως χώρος δημιουργικότητας αλλά ως πεδίο ανταγωνισμού, όπου μια ιδέα μπορεί να γίνει όπλο και η αναγνώριση νόμισμα. Η Κριστίν έχει καταλάβει τους κανόνες του παιχνιδιού. Η Ίζαμπελ μαθαίνει γρήγορα.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η Ίζαμπελ δεν νικά απλώς την Κριστίν.
Γίνεται Κριστίν.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο σκοτεινή ειρωνεία της ταινίας.
Η γυναίκα που αρχικά εμφανίζεται ως θύμα της εξουσίας καταλήγει να χρησιμοποιεί την ίδια λογική με εκείνη που την καταπίεσε. Η εκδίκηση δεν καταργεί το παιχνίδι. Της επιτρέπει να πάρει τη θέση του προηγούμενου παίκτη.
Εδώ ο τίτλος «Passion» αποκτά μια δεύτερη σημασία. Το πάθος δεν είναι μόνο ερωτικό. Είναι πάθος για επιτυχία, αναγνώριση, κυριαρχία, εκδίκηση. Είναι η επιθυμία που, όταν ξεπεράσει ένα όριο, παύει να ζητά κάτι και αρχίζει να απαιτεί την καταστροφή εκείνου που το εμποδίζει.
Η μεγαλύτερη αρετή της ταινίας είναι ακριβώς αυτή η αμφισημία. Ο θεατής δεν μπορεί εύκολα να αποφασίσει πότε τελειώνει η πραγματικότητα και πότε αρχίζει η φαντασίωση. Το ίδιο το βλέμμα του γίνεται αναξιόπιστο.
Ωστόσο, αυτή είναι ταυτόχρονα και η αδυναμία της. Το «Passion» δεν διαθέτει πάντοτε τη δραματουργική πυκνότητα των κορυφαίων έργων του Ντε Πάλμα. Σε ορισμένα σημεία η πλοκή μοιάζει περισσότερο με μηχανισμό που οδηγεί στην επόμενη ανατροπή παρά με οργανική εξέλιξη των χαρακτήρων. Η υπερβολή, που αποτελεί συνειδητή αισθητική επιλογή του σκηνοθέτη, μπορεί άλλοτε να γοητεύσει και άλλοτε να αποστασιοποιήσει.
Όμως το «Passion» δεν είναι μια ταινία που ζητά να την πιστέψεις. Ζητά να την κοιτάξεις.
Και όσο την κοιτάς, αρχίζεις να υποψιάζεσαι ότι το πραγματικό έγκλημα δεν είναι ο φόνος.
Είναι η στιγμή που ένας άνθρωπος αποφασίζει ότι η επιθυμία του αξίζει περισσότερο από την πραγματικότητα του άλλου.
Από εκεί και πέρα, η προδοσία γίνεται εκδίκηση, η εκδίκηση γίνεται εξουσία, η εξουσία γίνεται φόνος, ο φόνος γίνεται όνειρο, και το όνειρο εφιάλτης.
Και στο τέλος δεν μένει κανείς αθώος.
Ούτε καν ο θεατής, που για λίγη ώρα πίστεψε ότι ήξερε τι είχε πραγματικά συμβεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου