Υπάρχουν εποχές που ο άνθρωπος δεν μπορεί να μιλήσει ελεύθερα. Κι όμως, κάπου ακούγεται ένα τραγούδι. Τότε η μουσική παύει να είναι απλώς τέχνη. Γίνεται τρόπος ύπαρξης. Γίνεται ένας άλλος δρόμος για να ειπωθούν όσα η εποχή απαγορεύει, όσα ο φόβος προσπαθεί να κάνει να σωπάσουν, όσα η εξουσία θα προτιμούσε να μείνουν χωρίς φωνή.
Ο Μίκης Θεοδωράκης κατάλαβε αυτή τη δύναμη της μουσικής όσο λίγοι. Δεν ήταν μόνο ότι μελοποίησε ποιητές. Ήταν ότι πήρε την ποίηση από το βιβλίο και την επέστρεψε στον άνθρωπο. Την έκανε τραγούδι, στόμα, συγκέντρωση, πορεία, μνήμη. Ο στίχος που μέχρι τότε ανήκε στη σιωπή μιας σελίδας μπορούσε ξαφνικά να γίνει κοινός τόπος μιας ολόκληρης κοινωνίας.
Κι εκεί βρίσκεται ίσως η μεγάλη ελληνική ιδιαιτερότητα του τραγουδιού. Η ποίηση δεν έμεινε κλεισμένη στις βιβλιοθήκες. Κατέβηκε στον δρόμο.
Ο Ελύτης, ο Ρίτσος, ο Σεφέρης, ο Νερούδα και άλλοι ποιητές δεν έγιναν απλώς μουσικά κείμενα. Έγιναν φωνές που μπορούσε να τραγουδήσει ο καθένας. Ο άνθρωπος που δεν είχε διαβάσει ολόκληρο το ποίημα μπορούσε να γνωρίζει έναν στίχο του. Και μέσα από αυτόν τον στίχο να συναντά μια ολόκληρη εποχή.
Η μουσική έκανε κάτι παράδοξο: έδωσε στην ποίηση σώμα.
Ο στίχος χρειάζεται μάτια για να διαβαστεί. Το τραγούδι χρειάζεται ανθρώπους για να υπάρξει.
Και όταν πολλοί άνθρωποι τραγουδούν το ίδιο τραγούδι, κάτι αλλάζει. Για λίγα λεπτά η μοναξιά υποχωρεί. Ο καθένας παραμένει διαφορετικός, αλλά ανακαλύπτει ότι η φωνή του μπορεί να ενωθεί με τις φωνές των άλλων χωρίς να χάσει την ανθρώπινη ιδιαιτερότητά της.
Αυτό είναι ένα από τα βαθύτερα νοήματα της ελευθερίας.
Όχι να φωνάζουν όλοι το ίδιο.
Να μπορούν όλοι να έχουν φωνή.
Η μουσική δεν καταργεί τη διαφορά. Τη συντονίζει.
Γι' αυτό και η εξουσία συχνά φοβάται περισσότερο ένα τραγούδι από έναν λόγο. Ο λόγος μπορεί να παραμείνει ιδιωτικός, να διαβαστεί και να κλείσει ένα βιβλίο. Το τραγούδι όμως μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο. Μπαίνει στη μνήμη. Επαναλαμβάνεται. Ταξιδεύει χωρίς άδεια.
Κανείς δεν μπορεί εύκολα να φυλακίσει ένα τραγούδι αφού έχει περάσει στα στόματα των ανθρώπων.
Η μουσική, βέβαια, δεν είναι από τη φύση της επαναστατική. Μπορεί να γίνει προπαγάνδα, καταναλωτικό προϊόν, υπόκρουση της εξουσίας ή ακόμη και τρόπος να ξεχάσουμε όσα θα έπρεπε να θυμόμαστε. Η ελευθερία της δεν βρίσκεται στις νότες από μόνες τους. Βρίσκεται στη σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στη μουσική και στον άνθρωπο.
Και η Ελλάδα έχει γνωρίσει αυτή τη σχέση με έναν ιδιαίτερο τρόπο.
Εδώ το τραγούδι υπήρξε πολλές φορές κάτι περισσότερο από διασκέδαση. Έγινε τρόπος να μεταφέρεται η μνήμη από γενιά σε γενιά. Από το δημοτικό τραγούδι μέχρι το ρεμπέτικο και από εκεί στο έντεχνο, το τραγούδι κουβαλούσε μαζί του τόπους, απώλειες, έρωτες, ξενιτιά, φτώχεια, προσφυγιά, κοινωνικούς αγώνες.
Ο ελληνικός λαός δεν τραγουδούσε μόνο για να ξεχάσει.
Τραγουδούσε και για να θυμηθεί.
Ίσως γι' αυτό ο Μίκης Θεοδωράκης υπήρξε κάτι περισσότερο από ένας συνθέτης. Η μουσική του συναντήθηκε με μια κοινωνία που αναζητούσε τρόπους να εκφράσει την ιστορία της. Και η ιστορία αυτή δεν ήταν μόνο η επίσημη ιστορία των βιβλίων. Ήταν η ιστορία των ανθρώπων.
Των ανθρώπων που έχασαν.
Που εξορίστηκαν.
Που αγάπησαν.
Που περίμεναν.
Που αντιστάθηκαν.
Που γύρισαν.
Η Ελλάδα του Θεοδωράκη δεν είναι μια καρτ-ποστάλ με λευκά σπίτια και γαλάζια θάλασσα. Είναι μια Ελλάδα αντιφατική, πληγωμένη, περήφανη, θυμωμένη, τρυφερή. Μια χώρα που κουβαλάει αρχαίους μύθους και σύγχρονες ήττες, ποίηση και πολιτική, θάλασσα και προσφυγιά.
Και ίσως γι' αυτό η μουσική του μπόρεσε να συναντήσει τόσο βαθιά τον λαό.
Γιατί δεν προσπάθησε να τον παρουσιάσει τέλειο.
Τον πήρε όπως ήταν.
Η ποίηση έδωσε στη μουσική τις λέξεις. Η μουσική έδωσε στην ποίηση την κίνηση. Και ο λαός έδωσε και στους δύο το πραγματικό τους σώμα.
Εκεί ολοκληρώνεται το τρίγωνο: ποίηση, μουσική, λαός.
Η ποίηση σκέφτεται.
Η μουσική αισθάνεται.
Ο λαός θυμάται.
Και όταν αυτά τα τρία συναντώνται, δημιουργείται κάτι που δύσκολα ελέγχεται: συλλογική μνήμη.
Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο βαθύ πολιτικό νόημα της μουσικής. Όχι ότι λέει στους ανθρώπους τι να πιστέψουν. Αλλά ότι τους θυμίζει πως μπορούν να αισθανθούν μαζί.
Και ένας άνθρωπος που αισθάνεται μαζί με άλλους ανθρώπους δεν είναι πια μόνος.
Η ελευθερία αρχίζει πολλές φορές ακριβώς εκεί.
Σε μια φωνή που ξεκινά μόνη.
Και ξαφνικά γίνεται χορωδία.
Γι' αυτό κάποια τραγούδια δεν τελειώνουν όταν τελειώσει η μουσική.
Συνεχίζουν μέσα μας.
Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που τα τραγουδούν, η ελευθερία εξακολουθεί να έχει φωνή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου