Η λέξη «ποίηση» έρχεται από το αρχαίο ελληνικό «ποιέω» -φτιάχνω, δημιουργώ, κατασκευάζω. Πριν γίνει στίχος, η ποίηση ήταν πράξη: η ανάγκη του ανθρώπου να πάρει κάτι άμορφο και να του δώσει μορφή.
Κι ίσως εδώ να βρίσκεται το πρώτο παράδοξό της. Η ποίηση δεν περιγράφει απλώς τον κόσμο. Τον ξαναφτιάχνει.
Παίρνει μια επιθυμία και την κάνει λέξη. Μια απουσία και την κάνει μνήμη. Ένα βλέμμα και το κάνει στίχο. Ένα άγγιγμα που δεν έγινε και το κάνει ποίημα. Έναν άνθρωπο που βρίσκεται μακριά και, μέσα σε λίγες γραμμές, τον φέρνει τόσο κοντά ώστε σχεδόν να μπορείς να τον αγγίξεις.
Κι εκεί αρχίζουν τα όρια της ποίησης.
Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η λέξη; Μπορεί να κατασκευάσει την παρουσία εκείνου που λείπει; Μπορεί να δώσει σώμα σε μια επιθυμία; Μπορεί να γεφυρώσει την απόσταση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους χωρίς να αγγίξει κανένα σώμα;
Ο ποιητής δοκιμάζει ακριβώς αυτά τα όρια.
Δεν λέει πάντοτε «σε θέλω». Κατασκευάζει έναν κόσμο μέσα στον οποίο το «σε θέλω» γίνεται αυτονόητο. Δεν περιγράφει το άγγιγμα. Φτιάχνει την αναμονή του. Δεν αποκαλύπτει το σώμα. Το αφήνει να εμφανιστεί μέσα από μια σκιά, μια ανάσα, μια λέξη που σταματά λίγο πριν από την ομολογία.
Γιατί η ποίηση γνωρίζει κάτι που ο έρωτας γνωρίζει ακόμη καλύτερα: πως η απόσταση δεν είναι πάντοτε εμπόδιο. Μερικές φορές είναι αυτή που δημιουργεί την ένταση.
Το όριο δεν χωρίζει μόνο. Επιτρέπει στην επιθυμία να υπάρχει.
Είναι η ελάχιστη απόσταση ανάμεσα σε δύο σώματα, ανάμεσα σε δύο ανάσες, ανάμεσα σε αυτό που θέλουμε να πούμε και σε αυτό που προτιμάμε να αφήσουμε να εννοηθεί.
Γι’ αυτό τα πιο ερωτικά ποιήματα δεν μιλούν ποτέ ολοκληρωτικά για τον έρωτα. Τον αφήνουν να κατοικεί στα όρια: στο βλέμμα που διαρκεί λίγο περισσότερο, στο χέρι που πλησιάζει χωρίς να αγγίζει, στη σιωπή ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που έχουν ήδη καταλάβει.
Ο ποιητής πλησιάζει διαρκώς το όριο χωρίς να το καταργεί. Το δοκιμάζει. Το διασχίζει με τη φαντασία. Επιστρέφει στη σιωπή.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η βαθύτερη σημασία του «ποιέω». Η ποίηση δημιουργεί ακόμη κι εκεί όπου η πραγματικότητα αδυνατεί. Κατασκευάζει μια δεύτερη πραγματικότητα, όπου η απουσία γίνεται παρουσία και η επιθυμία αποκτά σώμα.
Μόνο που υπάρχει ένα τελευταίο όριο.
Η λέξη μπορεί να μας οδηγήσει μέχρι εκεί, αλλά δεν μπορεί να περάσει για λογαριασμό μας. Στο τέλος, πρέπει να αναλάβει η σιωπή. Να συμπληρώσει εκείνα που η ποίηση άφησε επίτηδες μισά.
Γιατί αν η ποίηση έλεγε τα πάντα, δεν θα υπήρχε πια τίποτα να επιθυμήσουμε.
Έτσι, τα όρια της ποίησης δεν είναι η αδυναμία της.
Είναι η τέχνη της.
Η ποίηση δεν καταργεί τα όρια.
Τα ποιεί -τα δημιουργεί για να μπορεί ύστερα να τα πλησιάσει, να τα δοκιμάσει, να τα υπερβεί.
Και κάπου εκεί, στο τελευταίο όριο της λέξης, αρχίζει το ποίημα.
Και ίσως στο τελευταίο όριο του ποιήματος να αρχίζει ο έρωτας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου