28/1/09
Της γερακίνας γιος.
Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης
Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Τσιτσάνης
Ούτε στρώμα να πλαγιάσω,
ούτε φως για να διαβάσω
το γλυκό σου γράμμα, ωχ, μανούλα μου
Καλοκαίρι κι είναι κρύο
ένα μέτρο επί δύο
είναι το κελί μου, ωχ, μανούλα μου
Μα εγώ δε ζω γοντατιστός ,
είμαι της γερακίνας γιος
Τι κι αν μ' ανοίγουνε πληγές
εγώ αντέχω τις φωτιές
Μάνα μη λυπάσαι, μάνα μη με κλαις
Ένα ρούχο ματωμένο
στρώνω για να ξαποσταίνω
στο υγρό τσιμέντο, ωχ, μανούλα μου
Στο κελί το διπλανό μου
φέραν κάποιον αδελφό μου
πόσο θα τραβήξει, ωχ, μανούλα μου
Μα εγώ δε ζω γονατιστός...
ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΗ.
Πάνος ΤζαβέλαςΗ λευτερια ειναι σχολειο,
Και ποιος θα τη σπουδασει καλαματιανη,
Και ποιος θα τη σπουδασει ρουσα και ξανθη.
Πηγα και 'γω και σπουδασα,
Πηγα και 'γω και σπουδασα,
Και βγηκα ενας ανταρτης καλαματιανη,
Και βγηκα ενας ανταρτης ρουσα και ξανθη.
Οτι κι αν ειχα τα 'δωσα,
Οτι κι αν ειχα τα 'δωσα,
Γονιους,γνωστους και φιλους καλαματιανη,
Γονιους,γνωστους και φιλους ρουσα και ξανθη.
Και πηρα το τουφεκι μου,
Και πηρα το τουφεκι μου,
Και στα βουνα μας βγηκα καλαματιανη,
Και στα βουνα μας βγηκα ρουσα και ξανθη.
Για να σκοτωσω Γερμανους,
Για να σκοτωσω Γερμανους,
Και Ελληνες φασιστες καλαματιανη,
Και Ελληνες φασιστες ρουσα και ξανθη.
Ξυπνήστε...

Μουσική: Πάνος Τζαβέλας
Πρώτη εκτέλεση: Πάνος Τζαβέλας
Φυσά στις στέγες του ντουνιά
με σηκωμένο το γιακά
πικρός διαβάτης περπατά
κλαίει, γελά, παραμιλά
Πώς μας τη φτιάξαν τη ζωή
μίση πολέμοι και καπνοί
βρωμίζει ο φασισμός τη γη
σαν κότες σφάζονται οι λαοί
κι εμείς στον ύπνο το βαθύ
Φτιασιδωμένη η ψευτιά
γυρνά στους δρόμους και γελά
μπουτίκ, βολάν και ξιπασιά
Προπό, λαχεία, διαφθορά
Κι άλλοι με ιδρώτα το ψωμί
κι άλλοι πουλάν μισοτιμής
πατρίδα λευτεριά τιμή
αρκεί να πιάσουν την καλή
να γίνουν υπουργοί
Ήμασταν ζωντανοί νεκροί
μας δίνανε μ’ ανταλλαγή
τη μπόμπα την ατομική
Το Ισραήλ για να σωθεί
ακόμα ο στόλος ναυλοχεί
γεμάτη πόρνες η ακτή
κι αν φύγανε οι Γερμανοί
ήρθαν οι Αμερικανοί
καινούρια πάλι κατοχή
Η CIA βαρά νταγερέ
χόρευε νάιλον υπουργέ
σαν καραγκιόζης στο μπερντέ
κι εσύ να κλαις πικρέ λαέ
κι ο Βάρναλης μας το ’χε πει
χωρίς καμιά περιστροφή
στης Χούντας το αλισβερίσι
λεύτερο ήταν το χασίσι
ποτέ ο λαός να μην ξυπνήσει
Γλυκοχαράζει στα βουνά
μοσχοβολούν τα γιασεμιά
τραγούδι αρχίζουν τα πουλιά
γελά η θάλασσα πλατιά
κι εμείς οικόπεδα και Ι.Χ
ψυγεία έπιπλα TV
κουτόχορτο με πληρωμή
και δίπλα φεύγει η ζωή
Ξυπνήστε
Ξυπνήστε νέες, ξυπνήστε νιοί
βγέστε απ’ του τάφου τη σιωπή
δείτε του κόσμου τη ντροπή
γίνετε χίλιοι κεραυνοί
και κάψτε μας ή σώστε μας
γλιτώστε μας, ή θάψτε μας..
ΤΟ ΔΟΛΙΟ ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΧΩΡΙΟ.
Το δόλιο το μικρό χωριό και πάλι ανταριάζει.
Λαμποκοπούν χρυσά σπαθιά πέφτουν τουφέκια ανάρια,
Ο ΑΡΗΣ ΚΑΝΕΙ ΠΟΛΕΜΟ ΜΕ ΑΝΤΑΡΤΕΣ ΠΑΛΗΚΑΡΙΑ.
Ελα βρε άπιστε Ιταλέ, Φασίστα Μουσολίνι.
Να μετρηθούμε οι δυο μαζί, να δεις το τι θα γένει.
Δεν έχεις γέρους και άρρωστους, μικρά παιδιά να σφάξεις.
Ούτε κορίτσια ντροπαλά, ούτε χωριά να κάψεις.
Παπάδες για να τυρρανάς στη μέση στο παζάρι,
Έχεις μπροστά σου σήμερα, τον ΚΑΠΕΤΑΝΙΟ ΑΡΗ,
Που γρήγορος σαν τον άνεμο, σαν το γοργό το αγέρι,
ΦΑΣΙΣΤΕΣ ΞΕΚΑΝΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΜΕ ΔΙΚΚΟΠΟ ΜΑΧΑΙΡΙ.
Ο κυρ-Παντελής.
Στίχοι: Πάνος Τζαβέλας
Μουσική: Πάνος Τζαβέλας
Πρώτη εκτέλεση: Πάνος Τζαβέλας
Έντιμε άνθρωπε κυρ-Παντελή
έχεις κατάστημα κάπου στη γη,
πουλάς εμπόρευμα, βγάζεις λεφτά,
πολλά λεφτά, πολλά λεφτά
Τις Κυριακές πρωί στην εκκλησιά
σταυροκοπιέσε στην Παναγιά.
Έντιμε άνθρωπε κυρ-Παντελή
έχεις και σύζυγο, κόρη, παιδί,
μοντέρνα έπιπλα, έγχρωμη TV,
τρως τροφή πνευματική.
Μακρυά από κόμματα μην βρεις μπελά,
"Πατρίς,θρησκεία και φαμελιά" .
Έντιμε άνθρωπε κυρ-Παντελή,
τι κι αν πεθαίνουνε πάνω στη γη
χιλιάδες άνθρωποι, χωρίς ψωμί,
μαύροι, λευκοί ή κίτρινοι.
Ο γιος σου μοναχά να 'ναι καλά
ν' αφήσεις τ' όνομα και τον παρά.
Έντιμε άνθρωπε κυρ-Παντελή
σκεύρωσες, σάπισες στο μαγαζί,
τη νιότη ξόδεψες και την ορμή
για τη δραχμή, για το πετσί.
Δίπλα σου τ' όνειρο, η ζωή και το φως
μα εσύ στο κουφάρι σου κλεισμένος εντός.
Ξέρεις πως δώσανε κυρ-Παντελή
άλλοι τα νιάτα τους και τη ζωή,
να γίνει τ' όνειρο, φέτα ψωμί,
να φας και ' συ κυρ-Παντελή;
Κι εσύ τι έδωσες κυρ-Παντελή;
πες μας τι έκανες σ' αυτή τη γη;
πες μας τι άφησες κληρονομιά,
που να εμπνέει τη νέα γενιά;
Έντιμε άνθρωπε κυρ-Παντελή,
έντρομε, άβουλε συ φασουλή,
βρώμισες τ' όνειρο και την ψυχή
άδειο πετσί χωρίς πνοή.
Έντιμοι άνθρωποι, νέα γενιά
θάψτε τους έντιμους μες στα σπαρτά,
κι αυτούς που φτιάξανε τον Παντελή
σκουλήκι άχρηστο σ' αυτή τη γη.
Πάνος Τζαβέλας

Από εκεί αρχίζει ο δρόμος για τις φυλακές. Δικασμένος τρεις φορές σε θάνατο, αρρωσταίνει βαριά το 1959 από τη νόσο του Burgen και πηγαίνει στη Σοβιετική ¨Ένωση για θεραπεία. Έμεινε μέχρι το 1965. Αφού θεραπεύτηκε, του δόθηκε η ευκαιρία να σπουδάσει μουσική. Εκεί γνωρίζει και το μεγάλο Δημήτρη Σοστακόβιτς.
Γυρνά στην Ελλάδα το 1965, αλλά το 1968 φυλακίζεται πάλι, από το καθεστώς των συνταγματαρχών αυτή τη φορά, για παράνομη δράση ενάντια στη χούντα.
Αποφυλακίζεται το 1971 με «ανήκεστο βλάβη» και ξεκινά ως μουσικός να παίζει στις μπουάτ της Πλάκας.
Εκεί τον βρίσκει η μεταπολίτευση, όπου πλέον ελεύθερα τραγουδά τα τραγούδια της εθνικής αντίστασης.
Χιλιάδες νέοι αλλά και μεγαλύτεροι άνθρωποι κατακλύζουν το μαγαζί της οδού Κυδαθηναίων όπου τραγουδά, επτά μέρες τη βδομάδα. Πολλές φορές κάνει τρεις παραστάσεις τη νύχτα ώστε να χωρέσουν όλοι όσοι ήθελαν να παρακολουθήσουν το πρόγραμμα.
Ήταν ο άνθρωπος που γνώρισε στους νεότερους το μουσικό, αλλά και ιστορικό έπος της εθνικής αντίστασης.
27/1/09
Η Βενετοκρατία και η εξέγερση των αρματολών στην δυτική Ελλάδα.
Τα ευρωπαϊκά πολιτικά και στρατιωτικά πράγματα, στα μέσα του 16ου αιώνα στράφηκαν εις βάρος της Τουρκίας, ιδιαίτερα μετά την ήττα της, όταν επιχείρησε για δεύτερη φορά το 1682-3 την κατάληψη της Βιέννης και προκάλεσε την συσπείρωση των χριστιανικών δυνάμεων. Ο Μεγάλος Βεζίρης Καρά Μουσταφά έφτασε μπροστά στη Βιέννη και την πολιόρκησε (1682) χωρίς να επιχειρήσει έφοδο, περιμένοντας να πέσει από την πείνα. Όμως, έσπευσαν οι Πολωνοί σύμμαχοι των Αυστριακών και διέλυσαν τους πολιορκητές (1683). Ο Καρά Μουσταφά ξέφυγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου τον περίμενε ο δήμιος του σουλτάνου. Η συμμαχία των ευρωπαίων κατά της Τουρκίας, πλημμύρισε τους Έλληνες με ενθουσιασμό. Αρχιερείς, πρόκριτοι, αρματολοί και γενικά ο λαός ετοιμάζονται και πάλι για νέο "σεφέρι". Οι Βενετσιάνοι θέλησαν να επωφεληθούν. Σε λίγους μήνες οι Βενετοί βρίσκονται στο Ιόνιο και στις 6 Αύγουστου 1684 κυριεύουν τη Λευκάδα, την Πρέβεζα και την Άρτα, ενώ τον Νοέμβριο διενεργεί επιδρομές στον βορειοελλαδικό χώρο. Ο άνεμος της εξέγερσης πνέει στη δυτική Στερεά, στ’ Άγραφα και την Ευρυτανία. Πολλοί Επτανήσιοι εντάσσονται εθελοντικά στον βενετικό στρατό, που κυριαρχεί σ’ ολόκληρη σχεδόν την περιοχή. Ο ενθουσιασμός συνεπαίρνει και τον Αναστάσιο Γόρδιο, που γράφει δυο επιγράμματα, χαιρετώντας τον Morosini ως απελευθερωτή της Ελλάδας. Τα κηρύγματα των Βενετών βρήκαν απήχηση και στο λαό. Πρώτοι ξεσηκώθηκαν οι αρματολοί του τόπου κατά των Τούρκων: ο Χρήστος Βαλαωρίτης από τη Βαλαώρα της Δυτ. Ευρυτανίας, ο Χουρμόπουλος από τ’ Άγραφα, ο Αγγελής Σουμίλας ή Βλάχος από τα Γιάννενα, ο Πάνος Μεϊντάνης από το Ξηρόμερο και άλλοι από τα Κράβαρα και το Καρπενήσι. Οι αρματολοί αρχίζουν αμέσως την ένοπλη δράση κατά των Τούρκων, ζητώντας τη στήριξη της Γαληνότατης Δημοκρατίας. Ο Morosini δεν υπόσχεται μόνο την εκπλήρωση του αιτήματος, άλλα και τους εμψυχώνει στον αγώνα τους. Στην περιοχή του Καρπενησίου ξεσηκώνεται ο θρυλικός αρματολός Λιβίνης. Στρατολογεί πολυάριθμους Ευρυτάνες και αρχίζει τη δράση του με σκοπό την κατάληψη του Καρπενησίου και την κατάλυση της τουρκικής εξουσίας. Η εξέγερση του ανησύχησε όχι μόνο τους Τούρκους της Ευρυτανίας, αλλά και της όμορης Φθιώτιδας, οι οποίοι συντονισμένα έσπευσαν προς καταπολέμηση του. Γύρω από το Καρπενήσι ο Λιβίνης έδωσε διάφορες μάχες, με σημαντικότερη εκείνη στο χωριό Γόλιανη (Στεφάνι) το 1684, όπου θριάμβευσε των Τούρκων. Στη συνέχεια ο Λιβίνης και τα παλικάρια του κατέβηκαν προς το νότο για να ενωθούν με τα άλλα αρματολικά σώματα της Αιτωλοακαρνανίας. Όμως σε νέα μάχη, κοντά στην Αράχωβα της Ναυπακτίας, σκοτώθηκε το 1685. Ο ευρυτανικός λαός θρήνησε τον ηρωικό χαμό του αρματολού, ενώ συγχρόνως στο τραγούδι του κατήγγειλε τον προεστό του Καρπενησίου Κωνσταντάκη, τον Τουρκοκωσταντάκη, εχθρό και αντίπαλο του Λιβίνη. Η αντίθεση άλλωστε αρματολών και προεστών είναι σχεδόν μόνιμη στην περιοχή.26/1/09
Γυπαετός
Ένα από τα πλέον σπάνια αρπακτικά που φιλοξενεί η χώρα μας είναι και ο Γυπαετός, ένα πουλί των ορεινών οικοσυστημάτων.Πουρνάρι.
Ταξινομικό καθεστώς
Η Quercus coccifera ανήκει στο Τμήμα Cerris, όπως και οι πλείστες αείφυλλες μεσογειακές δρύες. Αναγνωρίζονται δύο υποείδη, το υποείδος coccifera με εξάπλωση στη Δυτική Μεσόγειο και το υποείδος calliprinos, το οποίο επικρατεί στην Ανατολική Μεσόγειο. Τα δύο υποείδη διαφοροποιούνται κυρίως στο μέγεθος με το υποείδος calliprinos να λαμβάνει πιο συχνά διαστάσεις μεγάλου δέντρου. Το πουρνάρι διασταυρώνεται με σειρά άλλων σκηρόφυλλων μεσογειακών δρυών, όπως την αριά (Quercus ilex) και τη λατζιά (Quercus alnifolia) δίνοντας υβρίδια με ενδιάμεσα μορφολογικά χαρακτηριστικά
Μορφολογική περιγραφή
Το πουρνάρι φύεται ως αειθαλής θάμνος ή μικρό δέντρο ύψους 1-6 (-10) m. Ο φλοιός είναι τεφρόχρωμος, αρχικά λείος, αργότερα με φολιδωτό ή σχισμένο ξηρόφλοιο στον κορμό και στους γέρικους κλάδους. Τα φύλλα είναι απλά, διατεταγμένα κατ’ εναλλαγή, δερματώδη, με λεία επιφάνεια, μήκους 1-5 cm και πλάτους 0,5-2,8 cm. Τα νεύρα γενικά δεν εξέχουν. Οι παρυφές είναι συνήθως οδοντωτές με εξέχοντα ή στραμμένα προς την κορυφή κοντά ή μακριά, αιχμηρά δόντια και σπανιότερα μέχρι λειόχειλες. Η κορυφή είναι οξεία ή αμβλεία και η βάση στρογγυλεμένη ή ελαφρά καρδιοειδής και ο μίσχος βραχύς, σπάνια μακρύτερος των 5 mm. Τα άνθη είναι μονογενή - οι αρσενικοί ίουλοι φύονται μοναχικοί στις άκρες των νεαρών κλαδίσκων, ενώ τα θηλυκά άνθη εμφανίζονται μονήρη ή σε ζεύγη στις μασχάλες των φύλλων. Οι καρποί (βαλανίδια) εμφανίζονται μοναχικοί ή κατά ζεύγη. Ο ποδίσκος έχει μήκος 8-12 mm, ενώ το κύπελλο έχει διάμετρο 1-3 cm και μήκος 1-2,5 cm, καλύπτοντας συνήθως πάνω από το μισό του μήκους του βαλανιδιού, είναι άτριχο ή χνοώδες, καλυμμένο με χαλαρά πεπιεσμένα ή ισχυρά κυρτά προς τα έξω λέπια. Το κάρυο (βαλανίδι) έχει μήκος 1,5-3 (-3,5) cm και διάμετρο 0,8-1,5 cm και είναι χρώματος θαμπού καστανού. Το ενδοκάρπιο έχει πυκνό τρίχωμα .
Περιοχή εξάπλωσης - Βιότοπος
Το πουρνάρι είναι σημαντικό συστατικό στοιχείο της μεσογειακής σκληρόφυλλης βλάστησης. Φύεται από την Ιβηρική χερσόνησο και το Μαρόκκο στα δυτικά μέχρι τις ακτές της Μικράς Ασίας και της Παλαιστίνης στα ανατολικά.
Χρήσεις - Οικολογική σημασία
Πέρα από την παραγωγή κόκκινης βαφής, τα βαλανίδια του πουρναριού χρησιμοποιούνται στην ιατρική ως στηπτικά. Επίσης το πουρνάρι χρησιμοποιείται για βόσκηση αιγών. Το πουρνάρι είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό κατά της υπερβόσκησης αναπτύσσοντας αμυντικούς μηχανισμούς, όπως ισχυρά δόντια στα φύλλα. Επιπλέον, είναι ιδιαίτερα ξηρανθεκτικό είδος, αφού φύεται στα όρια της ερήμου (Συρία, Ιορδανία, Λιβύη). Ακόμη, πρεμνοβλαστάνει εύκολα μετά από πυρκαγιά, παίζοντας σημαντικό οικολογικό ρόλο, αφού προστατεύει το έδαφος από τη διάβρωση.
Βελανιδιά.
Η βελανιδιά ή βαλανιδιά ή δρυς (λατ. Quercus) είναι γένος φυτών της οικογένειας των φηγιδών (λατ. Fagaceae) με 531 αυτοφυή είδη του βόρειου ημισφαίριου της γης.Άρκευθος (Juniperus)
Είναι θάμνος αειθαλής. Φθάνει τα 9 μ. ύψος και 4 μ. διάμετρο. Όλα τα μέρη του φυτού είναι αρωματικά. Τα φύλλα του σε νεαρή ηλικία είναι βελονοειδή, σε ώριμη μετατρέπονται σε μυτερά, διιστάμενα και σε διάταξη ανά 3 σε σπονδύλους. Στην επάνω επιφάνεια φέρουν μια διπλή λευκή γραμμή. Είδος δίοικο (σπάνια μόνοικο). Άνθη μονογενή. Διατάσσονται σε σφαιρικούς ιούλους, στις βάσεις των βελονών. Ανθίζει Μάρτιο και Ιούνιο. Τα άνθη του δεν αυτογονιμοποιούνται. Ο καρπός είναι ραγόμορφος στρόβιλος. Στην αρχή είναι πράσινος και στη συνέχεια μαύρος, με γαλανό επίχρισμα. Οι σπόροι δεν έχουν πτερύγια, ελευθερώνονται μετά τη σήψη των κώνων. Ωρίμανση τον Οκτώβριο του δεύτερου (στη χώρα μας) ή τρίτου χρόνου μετά την άνθηση.
Είδος φωτόφυτο έως ημισκιόφυτο, ανθεκτικό σε ξηρασία, παγετούς και δυνατούς ανέμους. Αναπτύσσεται σε περιοχές με ελάχιστη ηλιοφάνεια και πολύ βροχή, σε ερεικώνες, σε χερσότοπους. Παρά το ότι είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό στις χαμηλές χειμερινές θερμοκρασίες, εν τούτοις σε νεαρή ηλικία δεν αντέχει τους όψιμους παγετούς. Συναντάται σε ασβεστούχες άδεντρες λοφώδεις εκτάσεις και σε όξινη τύρφη. Συχνά είναι το κυρίαρχο είδος σε ασβεστόλιθο και σχιστόλιθο. Προτιμά τα ξηρά ή νωπά οποιουδήποτε τύπου εδάφη, ελαφριά, μέτρια, έως και πολύ βαριά πηλώδη, αρκεί να έχουν καλή αποστράγγιση. Επιβιώνει σε φτωχά εδάφη και επίσης σε πολύ όξινα έως και πολύ αλκαλικά (pΗ από 4 μέχρι και 8).
Το ξύλο, συμπαγές, ανθεκτικό και ευκατέργαστο, δεν σαπίζει. Χρησιμοποιείται στην κατασκευή μολυβιών, εργαλείων, κ.λ.π. Πρακτικά θεωρείται ότι είναι απρόσβλητο από έντομα, λόγω της μεγάλης παρουσίας ελαίων. Πολύ χρήσιμο φυτό στην ιατρική (διουρητικό, τονωτικό), ζαχαροπλαστική, μαγειρική και αρωματοποιία. Οι καρποί του έχουν μια γλυκόπικρη γεύση και ευχάριστο πικάντικο άρωμα που το κάνουν κατάλληλο στον αρωματισμό των τροφών και αλκοολούχων ποτών, ιδιαίτερα του τζιν και λικέρ. Χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική, εν τούτοις σε μεγάλες δόσεις μπορεί να προκαλέσει καταστροφή των νεφρών.
Από τη χώρα μας κατάγονται τα είδη J. drupacea (Άρκευθος, δρυπώδης, δενδρόκεδρο), J. oxycedrus (Άρκευθος, οξύκεδρος, αγριόκεδρο), J. macrocarpa (Άρκευθος,μακρόκαρπη, θαλασσόκεδρο), J. communis (Άρκευθος, κοινή, θαμνόκεδρο), J. nana ( Άρκευθος, νανώδης), J. phoenicea (Άρκευθος, φοινικική, θαμνοκυπάρισσο), J. foetidissima (Άρκευθος, δυσοσμότατη, βουνοκυπάρισσο), J. excelsa (Άρκευθος, ψηλή, αγριοκυπάρισσο) που θα τα συναντήσουμε από την κορυφή του Ολύμπου (J. nana) ώς τη Γαύδο (J. phoenicea), ενώ φυτά του γένους θα συναντήσουμε επίσης στους περισσότερους κήπους και πάρκα της χώρας μας. Το γένος περιλαμβάνει συνολικά πάνω από 50 είδη φυτών που κατάγονται από το βόρειο ημισφαίριο.
Άρκευθος οξύκεδρος ή αγριόκεδρο (Juniperus oxycedrus )
Θάμνος ή δέντρο με ύψος μέχρι 10 μέτρα. Έχει κόμη κωνική με κλαδιά μέχρι το έδαφος. Ο φλοιός του είναι γκριζοπράσινος.Τα φύλλα του είναι λογχοειδή, πράσινα με μήκος 1 ως 2,5 εκατοστά.
Άρκευθος η κοινή ή θαμνόκεδρο (Juniperus communis)
Όρθιος μέχρι κατακείμενος θάμνος με ύψος 3 ως 5 μέτρα και σπάνια μικρό δέντρο που μπορεί να φτάσει τα 15 μέτρα . Η κόμη είναι πυραμειδοειδής που αγγίζει το έδαφος. . Ο φλοιός του στην αρχή είναι λείος κι αργότερα με σχισμές και γκριζοκάστανο χρώμα. Τα φύλλα του είναι βελονοειδή και δύσκαμπτα, με μήκος 0,5 ως 2 εκατοστά.
25/1/09
Σωτηροπουλαίοι.
Με τις οδηγίες του Μακρυγιάννη και αρχηγό τον Καραϊσκάκη πολέμησε έξω από το Μεσολόγγι. Μετά τη μάχη μπήκε μέσα για ενίσχυση, πολέμησε στην Κλείσοβα και στην ηρωική έξοδο διασώθηκε.
Σωτηρόπουλος Γ. Παναγιωτάκης από τη Λομποτινά (Άνω Χώρα).
Επικεφαλής σώματος και με αρχηγό τον Καραϊσκάκη παραβρέθηκε στη μάχη έξω από το Μεσολόγγι κατά του Κιουταχή. Μετά τη μάχη μπήκε μέσα για ενίσχυση της φρουράς και διακρίθηκε σαν ακατάβλητος μαχητής και ασύγκριτος υπονομοποιός προξενώντας μεγάλες απώλειες στους πολιορκητές. Ως φρούραρχος στο νησάκι της λιμνοθάλασσας την Κλείσοβα, στην ομώνυμη μάχη που έγινε στις 25-3-1826 ξεπέρασε σε ανδρειοσύνη, παλληκαριά και ευψυχία τις καθιερωμένες κορυφές του '21 και δίκαια αποκλείθηκε «ήρωας της Κλείσοβας». Μετά τη μάχη της Κλείσοβας και αφού υπόφερε όλα τα δεινά και τις κακουχίες της πολιορκίας του Μεσολογγίου, πήρε μέρος στην ηρωική έξοδο από την οποία βγήκε ζωντανός και συνέχισε τη λαμπρή δράση του.
Διένεξη Καναβαίων Και Σωτηροπουλαίων
Γνωστή είναι η διένεξη των δυο μεγάλων οικογενειών της Μεγάλης Λομποτινάς (Ανω Χώρας) της επαρχίας μας. Τούτες, ιδιαίτερα η πρώτη, εδέσποζαν για δεκαετίες στα πράγματα της επαρχίας μας ιδίως κατά την Τουρκοκρατία. Ο άκρατος ανταγωνισμός τους, παρότι συνδεμένες με συγγενικούς δεσμούς, τις οδήγησε στην καταστροφή. Πολλά μέλη των οικογενειών αυτών, που θα μπορούσαν να προσφέρουν πολλές υπηρεσίες στον ξεσηκωμό του "Εθνους, έγιναν στην αυγή της επανάστασης θυσία στο βωμό ενός αδυσώπητου μίσους. Μια σειρά εγγράφων της εποχής ρίχνουν κάποιες αχτίδες φωτός στη σκοτεινή αυτή διαμάχη που είχε προκαλέσει, ενώ το έθνος βρισκόταν σε επανάσταση και χρειαζόταν όλα τα παιδιά του, αναβρασμό στα Κράβαρα.
Σισμαναίοι και Μακρυγιανναίοι.
Οι Σισμαναίοι και οι Μακρυγιανναίοι είναι δυο μεγάλα ξενόφερτα για το χώρο της Ναυπακτίας ταράφια. Οι πρώτοι έλκουν την καταγωγή τους μάλλον από τη Βουλγαρία και οι δεύτεροι από τη γειτονική Δωρίδα, όπου είναι και η αρχική ρίζα του οικογενειακού. Κατατρεγμένοι και κυνηγημένοι από τους κατακτητές της εποχής (Ενετούς και Τούρκους) ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην Αράχοβα και τη Στύλια αντίστοιχα. Η μετακίνηση των Μακρυγιαναίων χρονολογείται το 18ο αιώνα. Και στις δυο περιπτώσεις λόγω της υπεροχής των κέρδισαν πολύ γρήγορα την εμπιστοσύνη των περιχώρων και εξελίχθηκαν σε οικογενειακά που ακόμα και σήμερα επισύρουν την προσοχή και το σεβασμό. Πολιτικοστρατιωτικές οικογένειες ανάδειξαν κατά καιρούς οπλαρχηγούς, στρατηγούς, δημογέροντες, πρόκριτους, βουλευτές, δημάρχους κ.λ.π.
Σισμαναίοι:
Οι Σισμαναίοι με γενάρχη τον Αναγνώστη εγκαταστάθηκαν στην Αράχοβα μπροστά από το 1700. Ήδη στα 1575, όπως φαίνεται από τουρκικό κατάστιχο υπήρχε η Αράχοβα. Πρώτη οικογένεια της Αράχοβας και εξέχουσα της Ναυπακτίας έπαιξε και παίζει ακόμα και σήμερα ρόλο σημαντικό. Στους εθνοαπελευθερωτικούς μας αγώνες, αλλά και από τη θηριώδη μανία του αιμοδιψή Αλή πασά, η οικογένεια Σισμάνη έχυσε άφθονο αίμα. Θύματα ο Θανασούλας, ο Γεωργούλας, ο Νικολάκης, ο Μήτσος, ο Γιαννάκης, ο Θανάσης κ.λ.π. Ο αρματολός Κώστας Σισμάνης έγινε γνωστός από την προεπαναστατική περίοδο όταν επί Αικατερίνης β', επικεφαλής πολυάριθμου σώματος έλαβε μέρος στα Ορλοφικά και εξεγέρθηκε εναντίον των Τούρκων της Ναυπακτίας. Επίλεκτο μέλος και αντάξιος συνεχιστής της οικογένειας υπήρξε και ο Νικολάκης Γεωργούλα Σισμάνης.
ΣΙΣΜΑΝΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ 1810-1863 ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ: Ο Νικολάκης γεννήθηκε γύρω στα 1810. Έλαβε μέρος με τον θείο του, οπλαρχηγό Θανάση Ν. Σισμάνη, στην Επανάσταση και παρευρέθηκε σε διάφορες μάχες. Τελικά αιχμαλωτίσθηκε από τους Τούρκους και κατόρθωσε να δραπετεύσει γύρω στα 1829. Ο θείος του, Θανάσης, πέθανε στην αιχμαλωσία. Αντιοθωνικός επαναστάτησε την περιοχή εναντίον των Βαυαρών. Αργότερα πολέμησε στην επανάσταση της Θεσσαλίας το 1854 και πήρε μέρος στην επανάσταση που εκθρόνισε τον Όθωνα (1862). Το έτος 1835 παντρεύτηκε την κόρη τού οπλαρχηγού των Κραβάρων, Ιωάννη Ν. Μακρυγιάννη, από τη Στύλια, με την οποία απόχτησε ένδεκα παιδιά. Εκτός από δημογέροντας εκλέχτηκε και δυο φορές βουλευτής. Δολοφονήθηκε από πολιτικούς αντιπάλους του στις 8 Σεπτεμβρίου 1863 στον Πλάτανο Κραβάρων, μέρα πανηγυριού, την ώρα που όλο το χωριό χόρευε και γλεντούσε. Από τότε το πανηγύρι αυτό καταργήθηκε.
Μακρυγιανναίοι:
Γενάρχης των Μακρυγιανναίων για τα Κράβαρα είναι ο Δωριεύς κλεφτοκαπετάνιος Νικόλαος Ιω. Μακρυγιάννης. Οι Μακρυγιανναίοι πολύκλαδο δένδρο στο χώρο της Ναυπακτίας, θεωρούνται παρακλάδι των κλεφταρματωλών και καπεταναίων της Ρούμελης. Κυνηγημένοι όπως είπαμε και παραπάνω, ήρθαν από τη Δωρίδα και έχτισαν τη Στύλια Ναυπακτίας. Γνωστός γόνος της οικογένειας ο πρωτότοκος γιος του γενάρχη Ιωάννης, ο οποίος χρημάτισε κλέφτης, οπλαρχηγός, στρατηγός, δημογέροντας, πάρεδρος κ.λ.π. με πλούσια δράση και πολύτιμες στρατιωτικές και πολιτικοκοινωνικές υπηρεσίες. Δεν στερείται πολιτικής σημασίας το ότι στα 150 χρόνια της απελευθέρωσης μας ξεπετάχτηκαν και εκλέχτηκαν άρχοντες σε διαφορετικά σημεία της επαρχίας μας επτά Μακρυγιανναίοι. Από το γάμο του στρατηγού Ιωάννη Ν. Μακρυγιάννη που παντρεύθηκε, μια βαριόπροικη Κολοβελονοπούλα από τη Σιτίστα (Γραμ. Οξυά) γεννήθηκε και η Αικατερίνη.
Ξυδαίοι.
Οι Ξυδαίοι στην επανάσταση.
Θύμιος (Αναγνώστης) Ξύδης:
Ο σημαντικότερος των Ξυδαίων ήταν ο Θύμιος-Αναγνώστης Ξύδης. Από τα αυτόγραφα γράμματα του φαίνεται ότι ήταν εγγράμματος και είχε και τον εκκλησιαστικό τίτλο του Αναγνώστη. Είναι βεβαιωμένο ότι υπηρετούσε στην αυλή του Αλήπασα· εκεί άλλωστε έμαθε τη στρατιωτική τέχνη. Άγνωστο, αν ξεκίνησε ως όμηρος, γιατί πάντα ο Αλήπασας συνήθιζε να κρατάει ομήρους γόνους επιφανών οικογενειών, για να τις ελέγχει, ή στρατολογήθηκε λόγω των ικανοτήτων του. Πόσο έμεινε στα Γιάννενα δεν γνωρίζουμε. Λέγεται ότι κατόρθωσε να δραπετεύσει κατά την πολιορκία του Αλή από τα Σουλτανικά στρατεύματα. Εκείνο που ξέρουμε σίγουρα είναι ότι τον βρίσκομε με την έναρξη της επανάστασης στα 1821 στη Ναυπακτία να ηγείται σώματος 600 ανδρών στην πολιορκία της Ναυπάκτου, όπου και πληγώθηκε καιρίως, ως αναφέρει ο ίδιος σε αναφορά του προς το Υπουργείο πολέμου. Στην αναφορά του αυτή είναι έκδηλη η πικρία του από την συμπεριφορά μερικών καπιταναίων των επαρχιών Βενετικού και Κραβάρων, ως επίσης δύσκολα υποκρύπτεται η περηφάνειά του, ότι υπήρξε η «ψυχή» της πολιορκίας της Ναυπάκτου. Βέβαια δεν έχομε λόγους να αμφισβητήσουμε τούτο. Εκτός από τον ακέραιο και γενναίο χαρακτήρα του, η επισημότητα της αναφοράς, αφού παραλήπτης ήταν το Υπουργείο Πολέμου, που εύκολα μπορούσε να ελέγξει τα γραφόμενα, είναι στοιχεία που μας βεβαιώνουν την ακρίβεια και την πιστότητα αυτής. Και είναι τουλάχιστον μικρόχαρο και εξυπηρετικό σκοπιμοτήτων το πιστοποιητικό της 22 Φεβρουαρίου 1844 που υπογράφεται κυρίως από παλιούς προύχοντες που δεν είχαν σχέση με τη Ναύπακτο και αναφέρεται στον ποτέ Γεώργιο Λογοθέτη Καναβό σημειώνοντας ότι: «[ο Γεώργιος Καναβός]... εσήκωσε με θ' εαυτού άπαντα τα όπλα της επαρχίας Κραβάρων μετά των επί τούτω προετοιμασμένων οπλαρχηγών Κώστα Χορμόβα, Διαμαντή Χορμόβα και Γεωργίου Πηλάλα μεθ’ όλων των προεστών των Κραβάρων συμποσούμενων απάντων εις δύο χιλιάδες περίπου όπλων...». Πουθενά βέβαια δεν αναφέρονται οι Ξυδαίοι, οι Σισμαναίοι, οι Σωτηραίοι, οι Ροντηραίοι, οι Μακρυγιανναίοι, ο Καλτσοδήμος και άλλοι μικρότεροι οπλαρχηγοί γιατί τούτο θα μείωνε κατά τους συντάκτες του πιστοποιητικού τον προβαλλόμενο ως «αρχιστράτηγο» Κοτζαμπάση. Από πιστοποιητικά στρατιωτών διαπιστώνουμε ότι έλαβε μέρος σε πολλές μάχες στη Ρούμελη (Αγάθωνα Υπάτης κλπ.) μέχρις ότου απογοητευμένος από τις αντενέργειες των καπιταναίων της περιοχής, που τον θεωρούσαν αντίζηλο στην στρατιωτική αρχηγία των Ναυπακτιακών όπλων, αναγκάσθηκε να περάσει στην Πελοπόννησο και να ενταχθεί με το σώμα του από 67 στρατιώτες στο σώμα του Στρατηγού Ανδρέα Λόντου. Πότε πέρασε στην Πελοπόννησο δεν είναι εξακριβωμένο. Εκεί έλαβε μέρος σε πολλές μάχες και πολιορκίες, όπως στην Πάτρα, στη Βοστίτζα, στην Ακρατα. Ακόμα ο Θύμιος ξαναπέρασε στην Ρούμελη και έλαβε μέρος στη μάχη της Καλιακούδας (28 Αυγούστου 1823). Μετά ξαναγύρισε στην Πελοπόννησο, όπου στα τέλη του 1823 ανέλαβε Πολιτάρχης Τριπολιτσάς. Έξι ημέρες μετά την υποβολή της παραπάνω αναφοράς του, το Βουλευτικό εγκρίνει την προαγωγή του σε Χιλίαρχο. Την 1 Δεκεμβρίου 1824 εγκρίνει πάλι το Βουλευτικό την προαγωγή του σε στρατηγό. Κατά τα πιστοποιητικά των στρατιωτών του, ο Θύμιος Ξύδης, ενώ ήταν Πολιτάρχης Τριπολιτσάς διεκπεραιώθηκε στη Ρούμελη και έλαβε μέρος στη μάχη της Άμπλιανης (14 Ιουλίου 1824). Τον Αύγουστο τον συναντούμε πάλι ως Πολιτάρχη Τριπολιτσάς, με αρκετή δράση που φαίνεται στα παρακάτω έγγραφα. Βέβαια ως πολιτάρχης βρέθηκε στη δίνη του εμφύλιου πολέμου. Ακολουθούσε τις προσταγές της Διοίκησης (πρόεδρος του Εκτελεστικού ο Γ. Κουντουριώτης) και τις εφάρμοζε με ακρίβεια. «Ημείς όσοι εδώ προσταγμένοι παρά της διοικήσεως ευρισκόμεθα, είμεθα πρόθυμοι να χύσωμεν το αίμα μας υπέρ της διοικήσεως και υπέρ των νόμων» γράφει στις 2.9.1824 προς την Υπέρτατη Διοίκηση. Ο Θύμιος ήταν ατρόμητος και ορμούσε ακατάσχετος, γι' αυτό διέπρεπε σ' όλες τις μάχες που έλαβε μέρος. Η ριψοκίνδυνη ορμητικότητα του έκανε πολλούς συναδέλφους του οπλαρχηγούς να του φωνάζουν προσπαθώντας να τον συγκρατήσουν: Ξύδημ’, δεν είναι εδώ τα Γιάννινα να πέφτεις από τα παραθύρια. (Στα Γιάννενα ήταν ξακουστός για τους έρωτες του). Το τέλος του γενναίου Κραβαρίτη οπλαρχηγού ήλθε στις 7 Απριλίου 1825 στο Κρεμύδι κοντά στο Νιόκαστρο Μεσσηνίας. Ο Πολιτάρχης Στρατηγός είχε λάβει διαταγή να εκστρατεύσει κατά των Αράβων. Εκεί στο Κρεμύδι έδειξε απαράμιλλο θάρρος και ανδρεία και τελικά έπεσε ηρωικά μαχόμενος. Ο άπειρος θαλασσινός Σκούρτης, που ανοήτως η Κυβέρνηση τον διόρισε αρχηγό των στρατιωτικών σωμάτων, πήρε πολλούς στο λαιμό του. «Οι περισσότεροι έφυγαν, και ούτως οι ανδρείοι εφονεύθησαν» και ένας από τους ανδρείους ήταν ο Θύμιος Ξύδης. Ακόμα «μερικοί βεβαίωναν ότι είδαν το πτώμα του Ξύδη, το οποίον εγνώρισαν μολονότι ήταν ακέφαλον». Σώθηκε όμως η σημαία του από ένα γενναίο στρατιώτη Κραβαρίτη (το σώμα του Ξύδη αποτελιόταν στην πλειοψηφία του από Κραβαρίτες) που τον καταδίωκαν για πολλές ώρες οι εχθροί. Στην κορυφή του κονταριού της σημαίας ήταν γραμμένες οι λέξεις: «Θεός! Πατρίδα! Ελπίδα! Φιλανθρωπία!». Οι χαρακτηριστικές αυτές λέξεις δείχνουν το χαρακτήρα του Ξύδη. Ο Στρατηγός Θύμιος Ξύδης ήταν θανάσιμα πληγωμένος. Ένας στρατιώτης κι αυτός πληγωμένος προσπαθούσε μάταια να οδηγήσει τον στρατηγό του έξω από την ακτίνα προσβολής των εχθρών. Έμεινε κοντά του ένας 14χρονος που αρνιόταν να εγκαταλείψει το στρατηγό, παρά την αυστηρή διαταγή του να φύγει, να τρέξει να σωθεί. Ο μικρός αγωνιστής κρύφτηκε σ' ένα λάκκο, σκότωσε ένα Αιγύπτιο και του πήρε το ντουφέκι του, που τόφερε αργότερα λάφυρο στα Κράβαρα. Τα στιγμιότυπα αυτά της αφοσίωσης των στρατιωτών στο στρατηγό, δείχνουν τον σεβασμό και την αγάπη που απολάβαινε ο Θύμιος για την ανδρεία του και τις στρατηγικές του ικανότητες. Μεγάλες επικήδειες τιμές αποδόθηκαν στην Τριπολιτζά στη μνήμη του ατρόμητου στρατηγού και ήταν ευτυχής συγκυρία που κάποιος ξένος αυτόπτης τις κατέγραψε. Ο ηρωικός θάνατος του Θύμιου Ξύδη δεν μπορούσε να μείνει απαρατήρητος από την δημοτική μούσα. Ενώ ήταν Πολιτάρχης στην Τρίπολη αγαπούσε ωραιότατη νέα, που τον παρουσιάζει να θρηνεί το χαμό του το δημοτικό τραγούδι που κατέγραψε στα 1890 στη Σίμου ο Καρκαβίτσας:
«— Θύμιο μου τι συντάζεσαι, συντάξεις τ άρματα σου;
— Θέλω να πάου στο Νιόκαστρο, που γένουντ' οι πόλεμοι
και πάλι συλλογίζομαι και πάλι συλλογιούμαι,
π' αν λαβωθώ’ γω τα’ αρφανό, π' αν σκοτωθώ το μαύρο,
δεν έχω μάνα να με κλαίει και να πονεί για μένα.
— Ξένε μ' σε κλαίν' οι φίλοι σου, σε κλαιν οι εδικοί σου,
κι από κρυφά σε κλαίω κ εγώ στα μαύρα φορεμένη.
Τρεις χρόνους κάνω ξέπλεγη, τρεις χρόνους και τρεις μήνους,
κι αν με ρωτήσ' η μάνα μου κ η δόλια η αδελφή μου,
— Κόρη μ' πούναι ο άντρας σου, σαν πούναι κι ο καλός σου;
— Άντρας μου πάει στο Νιόκαστρο που γένουντ' οι πόλεμοι,
δεν ξέρω κι αν λαβώθηκε, δεν ξέρω κι αν σκοτώθη!»
Και ο Γιώργος Αθάνας, ο κορυδαλλός του Επάχτου, δεν μπορούσε παρά να τραγουδήσει το γενναίο στρατηγό:
«Απ' του Μοριά το Νιόκαστρο, μες απ' το Ναβαρίνο
πουλάκι αναφτερώνεται για μακρινό ταξίδι.
Το χαιρετώ στη Ρούμελη, στον Έπαχτο τ' αφήνω.
Στη Σίμου πικροκελαϊδεί και κλαίει το Θύμιο Ξύδη!
Βαρείτε νεκροκάμπανα, στα μαύρα φορεθήτε,
σύντροφοι του καριοφυλιού, κορίτσια της αγάπης.
Το παλικάρι τ' όμορφο δε θαν το ξαναϊδήτε.
Το' φάγε ο κάμπος κι ο Μοριάς κι ο Ιμπραχήμ αράπης »
Όμως πέρα από τους επαίνους για τα προτερήματα του υπάρχει και μια βαριά κατηγορία εναντίον του ότι ενεχόταν στη δολοφονία του Υδραίου οπλαρχηγού Αντωνίου Ι. Οικονόμου, ο οποίος ξεσήκωσε τον λαό της Ύδρας στις 28 Μαρτίου 1821 κατά των νοικοκυραίων, που έβλεπαν επιφυλακτικά την Εξέγερση του Έθνους και ανέλαβε τη διοίκηση του νησιού. Έτσι στις 16 Απριλίου 1821 επανεστάτησε και η Ύδρα. Στις 12 Μαΐου 1821 οργανώθηκε συνωμοσία των προκρίτων και καπεταναίων κατά του Οικονόμου, ο οποίος παραδόθηκε στον απεσταλμένο από τους οπλαρχηγούς που βρίσκονταν στην Πάτρα Σωτήρη θεοχαρόπουλο που τον οδήγησε στο Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου του Φενεού, απόπου δεν του επιτρεπόταν να φύγει. Ο Οικονόμου εκδήλωσε την πρόθεση να πάει στο Άργος, όπου από τις 11 Οκτωβρίου 1821 βρίσκονταν και οι αντιπρόσωποι των προκρίτων της Ύδρας στην Α' Εθνική Συνέλευση. Οι πρόκριτοι ταράχθηκαν και κατά τον Φωτάκο σε συμφωνία με τον Ανδ. Λόντο αποφάσισαν να τον δολοφονήσουν. Ο Ανδρέας Λόντος «έστειλε λοιπόν τους αρχηγούς των μισθοφόρων του αδελφούς Ξυδαίους, τον Ευθύμιο και Σπύρον Κραβαρίτας και τον Γεώργιον Κοντοβαζενίτην Πελοποννήσιον ο δε Σωτήρης Χαραλάμπης τον υπασπιστή του Ιωάννην Φεϊζόπουλον Βοστιτζιάνον και τον Ανδρέα Νικολόπονλον με 70 στρατιώτας εκ των μισθοφόρων και τους επαράγγειλε να υπάγουν να τον εύρουν ερχόμενον και να τον σκοτώσουν, όπου και αν τον απαντήσουν». Το απόσπασμα συνάντησε τον Οικονόμου και τον διέταξε να το ακολουθήσει. Ο Οικονόμου «δεν υπάκουσεν, αλλ' αντεστάθη και μάλιστα όρμησε να τρέξη διό να πιάση τον τοίχον και να υπερασπισθεί, ότε οι δολοφόνοι αμέσως επυροβόλησαν κατ αυτού, όστις και έπεσεν από το άλογο του νεκρός». Ο Μιχαήλ Οικονόμου γράφει: «... και μη πειθόμενον να τον καταναγκάσουν και βία ως τοις υπεσχέθησαν. Επέμφθησαν λοιπόν προς τούτο τρεις εκ των υποδεεστέρων οπλαρχηγών, ο Ανδ. Νικολόπουλος και Ευθ. Ξύδης και ο Γ. Κοντοβαζενίτης με 100 στρατιώτας, υφ' ων μη πειθόμενος να επιστρέψει και εναντιούμενος εις την από Κουτσοποδίου εις Άργος πορείαν του, εφονεύθη και γυμνωθείς αφέθη εκεί...». Ο Ν. Σπήλιάδης σημειώνει: «... και ο Υψηλάντης υπογράφει την οποίαν ο Βάμβας έγραψε καταδικαστικήν διαταγήν κατά του Οικονόμου. Εστάλησαν επομένως ο Ευθύμιος Ξύδης με τον Ανδρέαν Νικολόπουλον, οίτινες διετέλουν υπό τας διαταγάς τουΑνδρ. Λόντου και του Σ. Χαραλάμπους και ενεδρεύοντες τον εδολοφόνησαν πλησίον εις το Κουτσοπόδι, χωρίον του Αργούς...». Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης σημειώνει: «... Μίαν ημέραν εκοινοποιήθη ότι εις Κουτσοπόδι εφονεύθη επίτηδες ο Αντώνιος Οικονόμου Υδραίος από στρατιώτας (από Ξύδην) του Λόντου (ως και αληθές) ερχόμενος από το Μεγάλο Σπήλαιον. Ο φονευθείς ήταν ο αρχηγός της επαναστάσεως της Ύδρας, όπου καθώς λέγουν έγραψαν να σκοτωθή». Σκόπιμο είναι να κάνουμε κάποιες διευκρινιστικές παρατηρήσεις: 1. Και οι τέσσερις συγγραφείς τοποθετούν τη «δολοφονία» του Οικονόμουστα 1821 μετά τις 11 Οκτώβρη 1821, οπότε ήλθαν οι πρόκριτοι αντιπρόσωποι τηςΎδρας, και ως τα τέλη του χρόνου. Όμως ο Θύμιος Ξύδης αυτή την εποχήβρισκόταν στην πολιορκία της Ναυπάκτου. Ήταν 6 μήνες στην πολιορκία πουάρχισε τέλη Μάη του 1821. Άρα σύμφωνα με τα λεγόμενα του, έπρεπε νάναι εκείμέχρι το Δεκ. 1821. Πότε πέρασε στην Πελοπόννησο και εντάχθηκε στο σώματου Λόντου παραμένει ερωτηματικό. 2. Όσο για το θάνατο του Οικονόμου δεν είναι ξεκαθαρισμένα τα πράγματα.Αντιστάθηκε και έγινε συμπλοκή ή δολοφονήθηκε εν ψυχρώ; Μάλλον το πρώτοσυνέβη. Πάντως το στρατιωτικό απόσπασμα βρισκόταν σε διατεταγμένη υπηρεσία. Συνεπώς είναι δύσκολο να κατηγορήσουμε τους αρχηγούς του για ψυχρήδολοφονία, και ούτε ξέρουμε ποιος από τους οπλαρχηγούς είχε την πρωτοβουλία. Βέβαια ο θάνατος του Οικονόμου ήταν ένα από τα δυσάρεστα και σκοτεινάγεγονότα της Επανάστασης και προανάκρουσμα του εμφύλιου πολέμου που ήρθελίγο αργότερα. Τελικά μπορούμε να συμπεράνουμε ότι δεν αποδεικνύονται οι ευθύνες του Θύμιου Ξύδη για το θάνατο Οικονόμου και δεν μπορεί το επεισόδιο αυτό να αμαυρώσει τη φήμη του.
Σπύρος (Σπήλιος) Ξύδης:
Από τις πρώτες μέρες της Επανάστασης ακολούθησε τον αδελφό του Θύμιο και ήταν υπαρχηγός του Σώματός του. Έλαβε μέρος σ' αρκετές μάχες στη Ρούμελη και στην Πελοπόννησο. Έτσι μέχρι το θάνατο του αδελφού του η δράση του ήταν παράλληλη με εκείνου. Το Δεκέμβρη του 1824 έλαβε το βαθμό του Χιλιάρχου, ενώ ο αδελφός του το βαθμό του Στρατηγού. Δεν πήρε μέρος στη μάχη στο Κρεμύδι, αλλά παρέμεινε στην Τριπολιτσά με πενήντα στρατιώτες ως αναπληρωτής του Πολιτάρχη αδελφού του, αφού ο Θύμιος είχε εκστρατεύσει. Μετά τον ηρωικό θάνατο του Στρατηγού Θύμιου Ξύδη, ο Χιλίαρχος Σπύρος Ξύδης τον διαδέχθηκε στην αρχηγία του σώματος του, που αποτελούνταν από 200 στρατιώτες και στην Πολιταρχία της Τριπολιτζάς. Με έγγραφο του στις 2 Μάη 1825 το Υπουργείο Πολέμου του ανέθεσε εκτός από τα καθήκοντα του Πολιτάρχη και τα καθήκοντα του φρουράρχου. Ως Πολιτάρχης και Φρούραρχος Τριπολιτσάς έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Μάλιστα στην ατυχή μάχη στα Μαγούλιανα, όπως γράφει ο Γενναίος Κολοκοτρώνης «ένας καπετάνιος Ξύδης από Κράβαρι ονομαζόμενος είχον αφήσει το άτι τον και είχε πάρει μόνον την σέλλαν τον όπου ήταν αργυρή». Ως φαίνεται από τα έγγραφα στις αρχές Ιουνίου ο Ξύδης παραιτήθηκε από την Πολιταρχία και έλαβε την εντολή να εκστρατεύσει. Βέβαια δεν πρόκειται για λιποταξία. Ακολούθησε κι αυτός τα λοιπά Ρουμελιώτικα στρατεύματα, τα οποία επέστρεψαν στη Ρούμελη. Άλλωστε η διαταγή (βλ. έγγρ. 9) της διοικήσεως είναι εύγλωττη. Πάντως ως φαίνεται από τον σχετικό λογαριασμό από 1.6.1825 — 20 Ιουλ. 1825 βρισκόταν ακόμα στην Πελοπόννησο με 40 στρατιώτες. Από άλλη κατάσταση πληροφορούμαστε ότι με 120 στρατιώτες βρισκόταν έξω από το Μεσολόγγι, τον Απρίλη του 1826. Έκτοτε ακολούθησε τον Καραϊσκάκη στην νικηφόρα εκστρατεία του. Συνυπογράφει με τον Καραϊσκάκη και άλλους οπλαρχηγούς στην αναφορά (Ράχοβα 26.11.1826) προς την Διοικητική Επιτροπή Ελλάδος στην οποία περιγράφεται η νικηφόρα μάχη της Αράχοβας Βοιωτίας.
Καναβαίοι.
1. Αναγνώστης Καναβός, υιός Ανδρέα. Υπογράφει ως μάρτυρας σε ιεροδικαστική απόφαση (1747). Ο ίδιος χωρίς το πατρώνυμο υπογράφει σε ομολογία στις 2.5.1746. Ο Αναγνώστης ήταν εκείνη την εποχή εκκλησιαστικός τίτλος και υποκαθιστούσε πολλές φορές το βαπτιστικό. Δεν γνωρίζουμε όμως ποιο ήταν το βαπτιστικό του παραπάνω και αν ταυτίζεται με τον αμέσως παρακάτω Γεωργάκη.
2. Γιωργάκης-(Λογοθέτης;) Καναβός. Υπογράφει σε ομολογίες (18 Δεκ. 1739, 15.3.1746 και 25.8.1753).
3. Κωνσταντάκης-Λογοθέτης Καναβός. († 1775) Περιέχεται σε «εμμάρτυρο γράμμα» (27.9.1770).
4. Νικολάκης-Αναγνώστης Καναβός. († 1800 ή 1801). Όπως παραπάνω, στο ίδιο «εμμάρτυρο γράμμα».
5. Ιωάννης Καναβός. Αδελφός του Νικολάκη.
6. Αντώνης Καναβός (; - 1828). Αδελφός του Νικολάκη.
7. Γεώργιος-Λογοθέτης Καναβός (αρχές 1827), γιος του Νικολάκη.
8. Ανδρέας-Αναγνώστης Καναβός (1790-1844), γιος του Νικολάκη.
9. Ιωάννης Λογοθέτου-(Καναβός), γιος του Νικολάκη.
10. Νικόλαος Καναβός (; - 1902) γιος του Ανδρέα-Αναγνώστη Καναβού.
11. Ιωάννης Νικολάου Καναβός12 (1865-1953), γιος του προηγούμενου και τελευταίος γόνος των Καναβαίων της Λομποτινάς.
Περί του Γενάρχη των Καναβαίων, Νικόλαου Καναβού, το 1204 μ.Χ.
Το γεγονός της επιλογής και πρόκρισης του «νεανίσκου» Νικολάου Καναβού για τον αυτοκρατορικό θρόνο εκ μέρους του λαού της Βασιλεύουσας, ενώ τεκταινόταν η ανατροπή της διεφθαρμένης κυβέρνησης των Αγγέλων αυτοκρατόρων Αλέξιου Δ' και του τυφλού πατέρα του τελευταίου, Ισαάκιου Β', στις 25 Ιανουαρίου 1204, δεν αποκλείεται να σημαίνει ότι ο Νικόλαος ήταν γόνος ονομαστής —ίσως και αριστοκρατικής— βυζαντινής οικογένειας· από τις σχετικές πληροφορίες στις πηγές μόνο ο μεταγενέστερος Ψευδο-Κωδινός μαρτυρεί ότι κατείχε το αξίωμα του σεβαστού, πληροφορία που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη και η οποία, πάντως, μάλλον αποκλείει τις απόψεις των Κ. Παπαρρηγόπουλου, Ν. Βέη και Ν. Καλομενόπουλου περί του «ασήμου» και του «ταπεινού» της καταγωγής του. Στον Νικόλαο, πάντως, έπεσε ο δυσμενής κλήρος να χριστεί, άθελα του, «βασιλεύς Ρωμαίων» στις αρχές του δίσεκτου για την Αυτοκρατορία έτους 1204, πιθανώς στις 28 Ιανουαρίου κατά τους Νικήτα Χωνιάτη και Θεόδωρο Σκουταριώτη," από τον επαναστατημένο όχλο της βυζαντινής πρωτεύουσας, τον «χυδαίο δήμο», όπως μαρτυρεί ο Ψευδο-Κωδινός Αν και οι ελληνικές πηγές δεν αναφέρουν συγκεκριμένα «στέψη» του Καναβού, εν τούτοις την πληροφορία αυτή μας την παρέχει το «Χρονικό του Νόβγκοροντ», κατά το οποίο μαζί με τον Νικόλαο πιθανώς να στέφθηκε και η σύζυγος του, της οποίας πάντως δεν σώζεται το όνομα. Ακόμη και αν, πάντως, η πληροφορία του παλαιορωσικού χρονικού είναι σωστή, εν τούτοις λόγω των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η «στέψη» αυτή, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά τα λεγόμενα του Γ. Κορδάτου ότι ο Καναβός πρέπει να θεωρείται «νόμιμος αυτοκράτορας», που ανατράπηκε από το κίνημα του Αλέξιου Ε' Δούκα Μούρτζουφλου. Προτού παρακολουθήσουμε τα γεγονότα από την στιγμή της εκλογής του Καναβού, θα αναφερθούμε σε μια πολύ σημαντική πληροφορία, την οποία παρέχει μόνο το «Χρονικό του Νόβγκοροντ»· πριν ο Καναβός επιλεγεί για αυτοκράτορας, την ίδια τύχη είχε ένας άλλος Βυζαντινός αξιωματούχος, ο σεβαστός Κωνσταντίνος Ραδεινός, γνωστός από άλλη περίπτωση στους Ν. Χωνιάτη και Θ. Σκουταριώτη· σύμφωνα με την γλαφυρή περιγραφή του Χρονικού, πάντως, ο Ραδεινός, αντιλαμβανόμενος τις τεράστιες δυσκολίες που θα αντιμετώπιζε, στην κυριολεξία εξαφανίστηκε, ενώ η γυναίκα του —όσο και να πιέστηκε— δεν αποκάλυψε το κρησφύγετο του συζύγου της. Έτσι, στη συνέχεια ο κλήρος έλαχε στον Νικόλαο Καναβό. Παρά τα μαρτυρούμενα από τις ελληνικές πηγές χαρίσματα και προσόντα του (ηθικός, ικανός στη γνώμη, έμπειρος στα πολεμικά), εν τούτοις ο Νικόλαος Καναβός αποτέλεσε τραγική μορφή, αφού δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει τα απαιτούμενα για τις δύσκολες εκείνες ώρες αποθέματα ψυχικής δύναμης και σθένους, για να ανταποκριθεί στο βάρος μια τόσο τεράστιας ευθύνης, την οποία του είχε αναθέσει ο λαός της Κωνσταντινούπολης. Επιπρόσθετα, είχε να αντιμετωπίσει από την αρχή τις πλάγιες και ύπουλες ενέργειες του Αλέξιου Δ' Άγγελου, που ταμπουρωμένος στο ανάκτορο των Βλαχερνών και προφανώς πανικόβλητος από την αναμφισβήτητη δημοτικότητα που θα είχε αρχικά ο Καναβός, έσπευσε να καλέσει τον αρχηγό της Δ' Σταυροφορίας, μαρκίωνα Βονιφάτιο τον Μομφερρατικό, για την ανατροπή του Καναβού με σταυροφορικές δυνάμεις· αυτά παραδίδει ο Χωνιάτης, ακολουθούμενος από τον Σκουταριώτη, ενώ το «Χρονικό του Νόβγκοροντ», οπωσδήποτε λιγότερο αξιόπιστο στο σημείο αυτό, αποδίδει τις ενέργειες για προσεταιρισμό των Φράγκων στον τυφλό γέροντα Ισαάκιο Β' Άγγελο· πράγματι, όπως διαφαίνεται από τις επιστολές του Βαλδουίνου (Α') της «Ρωμανίας», οι ενέργειες αυτές αποδίδονται στον Αλέξιο Δ', καθώς εξάλλου αναφέρουν σαφώς οι Hendrickx και Matzukis. Η ανδρεία και, οπωσδήποτε, η στρατιωτική εμπειρία του Καναβού συνάγεται από τις φράσεις των Χωνιάτη και Σκουταριώτη ότι δεν ήταν «αγεννής τά πολέμια». Από μια αρκετά σημαντική λατινική πηγή του 13ου αι., τον Aubray de Trois-Fontaines μαθαίνουμε ότι ήδη πριν την ανατροπή του Ισαάκιου Β' από τον αδελφό του Αλέξιο Γ’ Άγγελο το 1195, ο Καναβός συμπεριλαμβανόταν —μαζί με τον Μούρτζουφλο— στους αναφερόμενους (από τον Χωνιάτη) Βυζαντινούς αριστοκράτες που είχαν εναντιωθεί στον Ισαάκιο, έχοντας επιδείξει στασιαστικές τάσεις, ενώ έχει ακόμη υποστηριχθεί από τον Brand ότι ο Καναβός «φαίνεται ότι υπήρξε οπαδός του Αλέξιου Γ'», αν και η σχέση τους αυτή δεν αναφέρεται ούτε στο λεπτομερές περί Αλεξίου Γ' λήμμα του Κ. Βαρζού ούτε στο πρόσφατο κεφάλαιο περί της βασιλείας του Αλεξίου Γ' από τον Ι. Καραγιαννόπουλο. Πάντως, από την προαναφερόμενη πληροφορία του Aubray μπορεί να συναχθεί ένα άλλο χρήσιμο για την παρούσα έρευνα συμπέρασμα, όσον αφορά στην ηλικία του Καναβού αφού πριν το 1195 (ίσως περί το 1192) ο Νικόλαος Καναβός μπορούσε να διαδραματίζει κάποιο ρόλο στις κατά του Ισαάκιου Β' κινήσεις, τότε το 1204 μπορεί βέβαια να ήταν ακόμη νέος άνδρας, όχι όμως και «νεανίσκος», που όπως είδαμε τον αποκαλούν οι Χωνιάτης και Σκουταριώτης. Όσον δε αφορά την περίπτωση να υπήρξε οπαδός του Αλέξιου Γ’, αυτό θα μπορούσε ίσως να μας οδηγήσει στην εικασία ότι θα πολέμησε κατά των σταυροφόρων λίγο πριν από την ανατροπή του Αλέξιου Γ' στις 17 Ιουλίου και την επαίσχυντη φυγή του από τη Βασιλεύουσα. Το κυριότερο ίσως πρόβλημα σχετικά με την εκλογή του Καναβού από τον κωνσταντινουπολιτικό λαό σχετίζεται με την προβληματική «στέψη» του στην Αγία Σοφία, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Chronista Novgorodensis, μαρτυρία που δεν ενισχύεται ούτε από τις ελληνικές πηγές, που χρησιμοποιούν τα ρήματα «χρίουσιν» και «άνηγόρευσαν», αλλά ούτε και από την Devastatio, κατά την οποία «εκλέγουν βασιλέα» («regem eligunt»). Επίσης με την πληροφορία του «Χρονικού του Νόβγκοροντ» συνδέεται και η αινιγματική φράση ότι η «στέψη» του Καναβού έγινε «με την απουσία του πατριάρχη» («absente patriarcha»), φράση που προβλημάτισε τον μεταφραστή του έργου, J. Gordon, κατά τον οποίο δεν φαίνεται καθαρά αν εδώ υπονοείται ότι ο πατριάρχης απλά απουσίαζε ή σκόπιμα δεν παρέσχε την υποστήριξη του στον Καναβό. Νομίζουμε ότι παρά το γεγονός ότι ο Καναβός θα πρέπει να είχε αρκετούς οπαδούς κατά το διάστημα της πολύ σύντομης «βασιλείας» του (εξαήμερης ή οκταήμερης), όταν κατέλαβε με τους υποστηρικτές του την Αγία Σοφία, εν τούτοις δεν κατόρθωσε να εξασφαλίσει την υποστήριξη του πατριάρχη, ο οποίος προτίμησε να την παράσχει στον Μούρτζουφλο, που είχε επίσης «χριστεί» αυτοκράτορας στις 28/29 Ιανουαρίου (λίγο μετά δηλ. από τον Καναβό) από άλλο τμήμα του λαού της Βασιλεύουσας. Η σταδιακή επικράτηση του Μούρτζουφλου σε βάρος του Καναβού περιγράφεται γλαφυρά και συμβολικά στα κείμενα των Χωνιάτη και Σκουταριώτη, που γράφουν ότι η ισχύς και η επιρροή του πρώτου συνεχώς γιγαντωνόταν σε αντίθεση με εκείνη του τελευταίου, η οποία μίκραινε και έσβηνε. Η διστακτικότητα και η έλλειψη αποφασιστικότητας εκ μέρους του Καναβού δεν δικαιολογούν τις απόψεις του Γ. Κορδάτου, κατά τον οποίο ο δημοφιλής Καναβός δεν ήταν αρεστός ούτε στον πατριάρχη, αλλά ούτε στους άρχοντες και τους συγκλητικούς, οι οποίοι ανησυχούσαν για την (δήθεν) δυναμικότητα του νέου αυτού «Ανδρόνικου» (υπερβολικός παραλληλισμός του Κορδάτου ανάμεσα στους Καναβό και τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Α' Κομνηνό). Συνεχίζοντας δε τις υπερβολικές του εκτιμήσεις ο Κορδάτος έγραφε πως ο Καναβός ήταν αποφασισμένος να πολεμήσει τους Φράγκους και τους Βενετούς και «άρχισε να οργανώνει στρατό από τις λαϊκές μάζες, έχοντας το στρατηγείο του στην Αγία Σοφία». Κάθε άλλο όμως παρά κάτι τέτοιο έγινε· διστακτικός και χωρίς την απαιτούμενη ενεργητικότητα ή τον ενθουσιασμό που θα ανέμεναν οι οπαδοί του, ο Καναβός φαίνεται ότι αδράνησε. Στα γεγονότα του 1204 ο Καναβός ούτε «διακρίθηκε για την παληκαριά του και για τον πατριωτισμό του», ούτε βέβαια υπήρξε «αληθινός λαϊκός ηγέτης, που μέρα νύχτα προπαγάνδιζε την ιδέα της αντίστασης στους Φράγκους και στους Βενετσάνους», έχοντας «μαζέψει γύρω του πολλούς φανατικούς ομοϊδεάτες του από τα λαϊκά στρώματα». Όπως είναι φανερό, ο Κορδάτος έχει «εκβιάσει» τις πηγές. Στην Αγία Σοφία, όπου σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις παρέμεινε για έξι (ή οκτώ) ημέρες με τους οπαδούς του ο Νικόλαος Καναβός, έμελλε τελικά να εξουδετερωθεί, όταν ο Μούρτζουφλος αποφάσισε να παρέμβει δυναμικά για να γίνει κύριος της κατάστασης. Δεν είναι πάντως απόλυτα σαφές αν ο Μούρτζουφλος χτύπησε τελικά τους οπαδούς του Καναβού με το στρατό του, συλλαμβάνοντας και εκτελώντας τον τελευταίο (περί του υποτιθέμενου θανάτου του Καναβού βλ. παρακάτω), όπως μαρτυρεί η Devastatio, ή —εγκατελειμμένος τελικά από τους οπαδούς του— συνελήφθη από τους άνδρες του Μούρτζουφλου, όπως γράφουν οι βυζαντινές πηγές. Πιθανότερη, ίσως, να είναι η εκδοχή του Chronista Novgorodensis, σύμφωνα με τον οποίο ο Μούρτζουφλος πρότεινε στον Καναβό να απαρνηθεί το στέμμα που του είχαν προσφέρει και, σε αντάλλαγμα, θα τον αναγνώριζε ως τον πρώτο ανάμεσα «στους βογιάρους του»· όταν όμως οι οπαδοί του Καναβού απέτρεψαν τον τελευταίο από του να παραιτηθεί από το αξίωμα στο οποίο τον είχαν οι ίδιοι ανεβάσει, την ίδια εκείνη νύκτα οι ίδιοι αυτοί οπαδοί του εγκατέλειψαν (ανεξήγητα) τον Καναβό, που μαζί με την γυναίκα του συνελήφθη από τον Μούρτζουφλο και ρίχτηκε στη φυλακή. Αυτά συνέβησαν στις 5 Φεβρουαρίου 1204, αν και οι Hendrickx και Matzukis τονίζουν την επιφυλακτικότητα τους στην αβίαστη αποδοχή της ημερομηνίας αυτής για την εξουδετέρωση του Καναβού και την επίσημη «στέψη» του Αλέξιου Ε'. Έτσι, παρά το γεγονός ότι είχε υποστηριχθεί από όχι ευκαταφρόνητο τμήμα του κωνσταντινοπολιτικού λαού, του «απλού και ανοργάνωτου» κατά τον Ν. Οικονομίδη, που μάλλον θα προερχόταν από τις «χαμηλότερες τάξεις» κατά τον Brand, εν τούτοις ο Καναβός έχασε την ευκαιρία και υποχώρησε εμπρός στην αποφασιστικότητα του Μούρτζουφλου. Σχετικά με την τύχη του άτυχου Καναβού, οι πηγές δεν παρουσιάζουν ομοφωνία- κατά την Devastatio συνελήφθη και αποκεφαλίστηκε από τους άνδρες του Μούρτζουφλου, οι οποίοι είχαν περικυκλώσει την Αγία Σοφία, ενώ κατά την Croisade de Constantinople οι οπαδοί του Καναβού διασκορπίστηκαν από τις δυνάμεις του Μούρτζουφλου, οι οποίες συνέλαβαν και εκτέλεσαν τον ίδιο τον Καναβό μέσα ή κοντά στη Μεγάλη Εκκλησία. Καμιά όμως από τις δυο κύριες πηγές μας, ο Νικήτας Χωνιάτης ή ο Chronista Novgorodensis δεν αναφέρουν εκτέλεση του Καναβού· κατά τον Χωνιάτη «φρουρά παραδίδοται» (ή «φρουρά παραπέμπεται» κατά τον Σκουταριώτη, ενώ κατά τον Chronista» μαζί με την γυναίκα του «custodiae tradidit». Έτσι, η άποψη αρκετών ερευνητών που έχουν υιοθετήσει την περί θανάτωσης μαρτυρία των δυο ελασσόνων δυτικών πηγών, δεν μας φαίνεται ορθή. Για το λόγο αυτό συμφωνούμε με εκείνους που υιοθετούν την μαρτυρία περί σύλληψης και φυλάκισης, μετά τον διασκορπισμό των οπαδών του ατυχούς Καναβού. Ιδιαίτερα αναφέρουμε την χαρακτηριστική άποψη του E. Bradford ότι ο Καναβός, ένας «απρόθυμος αποδέκτης ενός αξιώματος που ποτέ δεν είχε επιδιώξει, αμέσως εγκαταλείφθηκε» και «πέρασε έξω από τη δημοτικότητα στην οποία σύρθηκε τόσο απρόθυμα και αποσύρθηκε στην ιδιωτική του ζωή». Αν κρίνει κανείς από τις άθλιες συνθήκες υπό τις οποίες κλήθηκε να σώσει την κατάσταση, παρατηρεί ο Βρεταννός συγγραφέας, «ήταν σώφρων στην προσπάθεια του να αποσείσει από πάνω του μια τόσο αμφίβολης αποτελεσματικότητας τιμή». Πράγματι, αν κρίνουμε από τη μεγάλη ταλαιπωρία στην οποία άθελα του υποβλήθηκε ο άτυχος Καναβός, η τελική εξέλιξη θα πρέπει να του δημιούργησε μεγάλη ανακούφιση.









