21/8/26
Η γεωγραφία της Ζωής: από τον Λαγοκέφαλο της Σερίφου στο μεταχρωματικό έλκος των Πλατανιών της Ναυπακτίας.
Για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα η φύση είχε τον δικό της τρόπο να βάζει όρια στη ζωή. Τα βουνά, οι θάλασσες, οι έρημοι, οι ποταμοί και το κλίμα δεν ήταν τείχη απόλυτα, ήταν όμως αρκετά ισχυρά ώστε να επιβραδύνουν τη μετακίνηση των ειδών. Η ζωή ταξίδευε, αλλά ταξίδευε αργά. Ένα είδος μπορούσε να περάσει σε έναν νέο τόπο, όμως συνήθως χρειαζόταν πολύς χρόνος για να το κατορθώσει.
Ύστερα ήρθε ο άνθρωπος και έκανε τον κόσμο μικρότερο.
Άνοιξε διώρυγες, ένωσε θάλασσες, διέσχισε ωκεανούς, κατασκεύασε πλοία και λιμάνια, μετέφερε ζώα, φυτά, ξυλεία και εμπορεύματα. Χωρίς να το καταλάβει πάντοτε, έγινε ο μεγαλύτερος μεταφορέας οργανισμών στην ιστορία του πλανήτη.
Ο άνθρωπος δεν μετακίνησε μόνο ανθρώπους και προϊόντα. Μετακίνησε και τη γεωγραφία της ζωής.
Ο λαγοκέφαλος είναι ίσως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ένα ψάρι του Ινδο-Δυτικού Ειρηνικού βρήκε, μέσω του Σουέζ, έναν δρόμο προς τη Μεσόγειο. Δεν χρειάστηκε να νικήσει έναν ωκεανό ούτε να περιμένει χιλιάδες χρόνια για να εξαπλωθεί. Ο άνθρωπος είχε ήδη ανοίξει τον δρόμο.
Μαζί του ήρθαν και άλλα είδη. Το λεοντόψαρο, ο γερμανός και άλλοι οργανισμοί από την Ερυθρά Θάλασσα και τον Ινδο-Ειρηνικό έγιναν μέρος της νέας μεσογειακής πραγματικότητας. Η Μεσόγειος απέκτησε κατοίκους που δεν υπήρχαν στην παλιά της βιογεωγραφία.
Και το ενδιαφέρον είναι ότι ο λαγοκέφαλος δεν είναι «κακός» στον τόπο από τον οποίο προέρχεται. Εκεί αποτελεί μέρος ενός οικοσυστήματος, μέσα σε ένα σύνολο σχέσεων με θηρευτές, ανταγωνιστές και λεία. Στη Μεσόγειο βρέθηκε σε ένα διαφορετικό οικολογικό σύστημα. Η τοξίνη του, η μεγάλη προσαρμοστικότητά του και η περιορισμένη φυσική θήρευσή του τον βοήθησαν να εγκατασταθεί.
Ίσως λοιπόν το ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να τον εξαφανίσουμε. Ένα είδος που έχει εξαπλωθεί τόσο πολύ και συνεχίζει να βρίσκει έναν ανοιχτό δρόμο από το Σουέζ δύσκολα εξαφανίζεται από ολόκληρη τη Μεσόγειο. Το πιο ρεαλιστικό ερώτημα είναι αν μπορούμε να περιορίσουμε τις επιπτώσεις του και να κατανοήσουμε ποιοι φυσικοί μηχανισμοί μπορούν, με τον χρόνο, να συγκρατήσουν τον πληθυσμό του.
Ίσως τελικά να πρέπει να μάθουμε να ζούμε μαζί του.
Το ίδιο δίλημμα εμφανίζεται και με το μπλε καβούρι. Ένα είδος του δυτικού Ατλαντικού έφτασε στη Μεσόγειο μέσω ανθρώπινων δραστηριοτήτων και εγκαταστάθηκε σε εκβολές, λιμνοθάλασσες και υφάλμυρα νερά. Μπορεί να επηρεάζει τα τοπικά τροφικά πλέγματα, αλλά ταυτόχρονα απέκτησε και οικονομική αξία ως αλιευτικό είδος.
Η φύση, λοιπόν, δεν ακολουθεί πάντα τις δικές μας κατηγορίες. Ένα είδος που θεωρούμε ανεπιθύμητο μπορεί κάποτε να γίνει αλιευτικός πόρος. Ένας οργανισμός που αντιμετωπίζεται ως εισβολέας μπορεί να γίνει μέρος μιας νέας οικολογικής πραγματικότητας.
Και μετά η ιστορία βγαίνει από τη θάλασσα.
Στις πόλεις πετούν παπαγάλοι. Δεν ήταν μέρος της ευρωπαϊκής ορνιθοπανίδας. Ήρθαν μέσα από το εμπόριο εξωτικών πτηνών, δραπέτευσαν ή απελευθερώθηκαν και κάποιοι κατάφεραν να επιβιώσουν. Βρήκαν δέντρα, τροφή, νερό και ένα σχετικά ήπιο κλίμα. Και εγκαταστάθηκαν.
Η πόλη, που ο άνθρωπος δημιούργησε ως χώρο μακριά από τη φύση, έγινε τελικά ένας καινούργιος βιότοπος.
Αυτό είναι ένα από τα παράδοξα της εποχής μας: ο άνθρωπος δεν μετακινεί μόνο τα είδη. Δημιουργεί και νέα περιβάλλοντα στα οποία αυτά μπορούν να ζήσουν.
Κάτι ανάλογο συνέβη με τον μυοκάστορα, ένα μεγάλο τρωκτικό της Νότιας Αμερικής. Μεταφέρθηκε σε άλλες χώρες για την εκτροφή του για γούνα. Ζώα δραπέτευσαν ή απελευθερώθηκαν και δημιούργησαν άγριους πληθυσμούς. Στους υγροτόπους όπου εγκαταστάθηκε τρέφεται με βλάστηση και σκάβει στις όχθες, επηρεάζοντας τη λειτουργία αυτών των οικοσυστημάτων.
Από τη Νότια Αμερική στην Ευρώπη, από ένα εκτροφείο σε έναν υγρότοπο.
Μερικές φορές όμως το ταξίδι είναι ακόμη πιο αθόρυβο.
Η αγαύη ήρθε από την Αμερική ως καλλωπιστικό φυτό. Ο άνθρωπος την έφερε στους κήπους και στις αυλές του και τελικά η αγαύη πέρασε σε πολλά σημεία του μεσογειακού τοπίου. Σήμερα τη βλέπουμε τόσο συχνά στις ξηρές πλαγιές και στις ακτές, ώστε μοιάζει σχεδόν να ανήκει εκεί.
Όμως η οικειότητα δεν σημαίνει γηγενής καταγωγή.
Η αγαύη είναι ένα μικρό μάθημα για το πώς ένα ξένο είδος μπορεί να γίνει τόσο συνηθισμένο σε έναν τόπο, ώστε να ξεχάσουμε ότι κάποτε δεν υπήρχε.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικός είναι ο αείλανθος.
Ένα δέντρο από την Ανατολική Ασία, που μεταφέρθηκε στην Ευρώπη ως καλλωπιστικό. Γρήγορο, ανθεκτικό, ικανό να ζει σε φτωχά εδάφη και σε υποβαθμισμένα περιβάλλοντα. Ακριβώς αυτές οι ιδιότητες που το έκαναν χρήσιμο το βοήθησαν να γίνει χωροκατακτητικό.
Ο αείλανθος πολλαπλασιάζεται εύκολα, αναγεννάται από τις ρίζες και μπορεί να δημιουργεί πυκνές συστάδες. Επιπλέον, διαθέτει χημικούς μηχανισμούς που μπορούν να περιορίζουν την ανάπτυξη άλλων φυτών.
Είναι μια ειρωνεία της ανθρώπινης ιστορίας: μερικές φορές φέρνουμε ένα φυτό επειδή μας αρέσει και αργότερα ανακαλύπτουμε ότι του άρεσε υπερβολικά ο καινούργιος τόπος.
Και υπάρχουν οι οργανισμοί που δεν βλέπουμε καθόλου.
Ο μύκητας του μεταχρωματικού έλκους του πλατάνου, μεταφέρθηκε από τη Βόρεια Αμερική στην Ευρώπη και έχει προκαλέσει σοβαρές απώλειες πλατάνων στην Ελλάδα.
Εδώ η ανθρώπινη μετακίνηση αποκτά μια σχεδόν αόρατη διάσταση. Δεν μεταφέρθηκε ένα ζώο ή ένα φυτό. Μεταφέρθηκε ένας μικροσκοπικός παθογόνος οργανισμός.
Και το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ο θάνατος ενός δέντρου που αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο των ελληνικών ποτάμιων τοπίων.
Η παγκοσμιοποίηση της ζωής δεν έχει πάντα φτερά, πτερύγια ή πόδια. Μερικές φορές είναι μικροσκοπική.
Όλες αυτές οι ιστορίες φαίνονται διαφορετικές. Και είναι.
Ο λαγοκέφαλος ταξίδεψε από το Σουέζ. Το μπλε καβούρι από τον Ατλαντικό. Ο παπαγάλος μέσα από το εμπόριο κατοικίδιων. Ο μυοκάστορας μέσα από την εκτροφή. Η αγαύη και ο αείλανθος ως καλλωπιστικά φυτά. Ο μύκητας μέσα από ανθρώπινες μεταφορές.
Όμως όλες συναντώνται σε ένα σημείο: ο άνθρωπος έκανε τις αποστάσεις μικρότερες.
Στο παρελθόν, ένα βουνό ήταν βουνό. Μια θάλασσα ήταν θάλασσα. Ένας ωκεανός ήταν ωκεανός. Σήμερα ένα πλοίο μπορεί να περάσει από τη μία ήπειρο στην άλλη, ένα φυτό να ταξιδέψει μέσα σε ένα φορτίο, ένα ζώο να μεταφερθεί σε ένα αεροπλάνο και ένας μικροοργανισμός να ακολουθήσει την ξυλεία.
Τα φυσικά σύνορα δεν εξαφανίστηκαν.
Έγιναν όμως πιο διαπερατά.
Και τώρα προστίθεται ένας ακόμη παράγοντας: η κλιματική αλλαγή.
Δεν μετακινούμε μόνο τα είδη. Μετακινούμε και τις συνθήκες μέσα στις οποίες αυτά μπορούν να επιβιώσουν. Η θερμότερη Μεσόγειος μπορεί να επιτρέψει σε είδη που κάποτε δεν μπορούσαν να εγκατασταθούν να βρουν σήμερα ευνοϊκότερες συνθήκες.
Έτσι ο άνθρωπος λειτουργεί ταυτόχρονα ως μεταφορέας και ως μεταμορφωτής του περιβάλλοντος.
Ανοίγει τον δρόμο και αλλάζει το τοπίο στο οποίο φτάνει ο ταξιδιώτης.
Γι' αυτό η συζήτηση για τα χωροκατακτητικά είδη δεν μπορεί να περιορίζεται στο «να τα εξαφανίσουμε». Σε ορισμένες περιπτώσεις η έγκαιρη εξάλειψη είναι πράγματι η καλύτερη λύση. Όταν όμως ένα είδος έχει εγκατασταθεί σε τεράστια έκταση, η πλήρης εξαφάνισή του μπορεί να είναι αδύνατη.
Τότε χρειάζεται διαχείριση, παρακολούθηση, πρόληψη νέων εισαγωγών, προστασία των ευάλωτων οικοσυστημάτων και, κυρίως, γνώση.
Γιατί δεν είναι κάθε ξενικό είδος καταστροφικό. Ούτε όμως είναι κάθε εγκατάσταση αθώα.
Το κρίσιμο είναι να καταλάβουμε τι αλλάζει, πόσο αλλάζει και ποιο είναι το οικολογικό κόστος της αλλαγής.
Ίσως, τελικά, να χρειάζεται να συμφιλιωθούμε με μια δύσκολη αλήθεια: δεν μπορούμε πάντοτε να επιστρέψουμε τη φύση στο χθες.
Η φύση δεν είναι μουσείο.
Είναι μια διαδικασία που συνεχίζεται.
Το πρόβλημα είναι ότι, για πρώτη φορά ίσως στην ιστορία της Γης, ένα μόνο είδος -ο άνθρωπος- έχει αποκτήσει τη δύναμη να επιταχύνει αυτή τη διαδικασία σε πλανητική κλίμακα.
Η φύση δεν σταμάτησε ποτέ να αλλάζει. Ούτε θα σταματήσει. Αυτό που άλλαξε είναι η ταχύτητα με την οποία την αλλάζουμε εμείς.
Και ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη οικολογική πρόκληση της εποχής μας: όχι απλώς να εμποδίσουμε κάθε αλλαγή, αλλά να μάθουμε να ξεχωρίζουμε ποιες αλλαγές πρέπει να αναστρέψουμε, ποιες πρέπει να περιορίσουμε και με ποιες τελικά θα πρέπει να μάθουμε να συνυπάρχουμε.
Ο λαγοκέφαλος στη Μεσόγειο, το μπλε καβούρι στους υγροτόπους, ο παπαγάλος στις πόλεις, ο μυοκάστορας στις όχθες, η αγαύη στις πλαγιές, ο αείλανθος στους δρόμους και ο μύκητας στον πλάτανο είναι διαφορετικές εικόνες του ίδιου φαινομένου.
Μας δείχνουν έναν κόσμο όπου τα είδη ταξιδεύουν περισσότερο, γρηγορότερα και μακρύτερα από ποτέ.
Και ίσως το μεγαλύτερο μάθημα να μην αφορά τελικά τα ίδια τα είδη, αλλά εμάς.
Δεν μετακινήσαμε μόνο τη ζωή. Μετακινήσαμε τα σύνορά της.
Και τώρα πρέπει να μάθουμε να ζούμε σε έναν κόσμο όπου η γεωγραφία της φύσης δεν είναι πια αυτή που κληρονομήσαμε.
Ο λαγοκέφαλος και η νέα Μεσόγειος.
Ο λαγοκέφαλος (Lagocephalus sceleratus) είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της οικολογικής αλλαγής που συντελείται στη Μεσόγειο. Η παρουσία του στα ελληνικά νερά δεν είναι ένα τυχαίο περιστατικό, ούτε μια πρόσφατη «εισβολή» χωρίς ιστορία. Είναι αποτέλεσμα μιας μεγάλης βιογεωγραφικής μεταβολής, στην οποία συναντώνται η ανθρώπινη παρέμβαση, η μετακίνηση των ειδών και η αλλαγή του θαλάσσιου περιβάλλοντος.
Ο λαγοκέφαλος είναι είδος των τετραοδοντιδών, των γνωστών "pufferfish". Προέρχεται από τον Ινδο-Δυτικό Ειρηνικό και μπορεί να φτάσει περίπου το 1,10 μέτρο σε μήκος και έως 9 κιλά σε βάρος, αν και τα συνηθέστερα άτομα είναι μικρότερα. Ζει σε παράκτια και υφαλογενή περιβάλλοντα, αλλά και σε αμμώδεις βυθούς, και τρέφεται με οργανισμούς του βυθού και άλλα θαλάσσια ζώα.
Διαθέτει επίσης δύο εντυπωσιακούς αμυντικούς μηχανισμούς. Όταν απειλείται, μπορεί να διογκώσει το σώμα του καταπίνοντας νερό, ενώ οι ιστοί του περιέχουν τετροδοτοξίνη, μια εξαιρετικά ισχυρή νευροτοξίνη. Η τοξίνη αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για τον άνθρωπο όταν το ψάρι καταναλωθεί και δεν πρέπει να θεωρείται εδώδιμο.
Ο δρόμος του Σουέζ.
Η είσοδός του στη Μεσόγειο αρχίζει ουσιαστικά με τη Διώρυγα του Σουέζ. Από την κατασκευή της δημιουργήθηκε ένας θαλάσσιος διάδρομος ανάμεσα στην Ερυθρά Θάλασσα και τη Μεσόγειο. Μέσω αυτού πραγματοποιήθηκε η λεγόμενη λεσσεψιανή μετανάστευση, δηλαδή η μετακίνηση ειδών από τον Ινδο-Ειρηνικό προς τη Μεσόγειο.
Ο Lagocephalus sceleratus αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετανάστευσης. Η πρώτη επιβεβαιωμένη καταγραφή του στη Μεσόγειο έγινε στις τουρκικές ακτές του Αιγαίου και αποδόθηκε στη μετανάστευσή του από την Ερυθρά Θάλασσα μέσω του Σουέζ. Στη συνέχεια εξαπλώθηκε ευρύτατα, με ιδιαίτερα υψηλές συγκεντρώσεις στην ανατολική Μεσόγειο.
Με άλλα λόγια, ο λαγοκέφαλος δεν βρήκε μόνος του έναν καινούργιο δρόμο. Ο άνθρωπος δημιούργησε τον δρόμο και το είδος τον αξιοποίησε.
Ένας «ξένος» που βρήκε κατάλληλο σπίτι.
Η επιτυχία του όμως δεν εξηγείται μόνο από το Σουέζ. Η Μεσόγειος είναι πλέον θερμότερη και οι θερμόφιλες εισβολικές μορφές βρίσκουν ευνοϊκότερες συνθήκες για την εγκατάσταση και εξάπλωσή τους.
Έτσι, δύο μεγάλες ανθρωπογενείς αλλαγές συναντώνται: η μία άνοιξε την πόρτα και η άλλη βελτίωσε τις συνθήκες πίσω από την πόρτα.
Ο λαγοκέφαλος δεν είναι επομένως απλώς ένας εισβολέας. Είναι και ένας δείκτης μιας Μεσογείου που μεταβάλλεται.
Είναι πραγματικά επικίνδυνος;
Εδώ χρειάζεται μια διάκριση.
Ο λαγοκέφαλος δεν είναι «επικίνδυνος» επειδή βρίσκεται στη Μεσόγειο. Στον φυσικό του βιότοπο είναι ένα κανονικό μέλος του οικοσυστήματος. Η τετροδοτοξίνη του είναι εξίσου επικίνδυνη εκεί. Η διαφορά βρίσκεται στο οικολογικό πλαίσιο.
Στον φυσικό του χώρο αποτελεί μέρος ενός τροφικού πλέγματος που έχει εξελιχθεί μαζί του. Στη Μεσόγειο εισήλθε σε ένα οικοσύστημα που δεν είχε εξελιχθεί μαζί του. Εδώ μπορεί να ανταγωνίζεται γηγενή είδη, να καταναλώνει διαθέσιμα θηράματα και να προκαλεί σημαντικές ζημιές στην αλιεία. Η παρουσία του έχει επίσης δημιουργήσει πραγματικό ζήτημα δημόσιας υγείας λόγω της τοξικότητάς του.
Πως μπορεί να ελεγχθεί η εξάπλωσή του;
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον ερώτημα.
Δεν γνωρίζουμε στον φυσικό του βιότοπο να υπάρχει ένας συγκεκριμένος θηρευτής που να ελέγχει ειδικά τον Lagocephalus sceleratus. Μάλιστα, σχετική ανασκόπηση δεν βρήκε τεκμηριωμένες καταγραφές συγκεκριμένων θηρευτών του είδους στον φυσικό του χώρο και αναγκάστηκε να εξετάσει δεδομένα για τις τετραοδοντίδες γενικότερα. Σε άλλα είδη της οικογένειας έχουν καταγραφεί ως θηρευτές καρχαρίες, λαγόψαρα, θαλάσσια φίδια, τόνοι, χταπόδια και άλλα αρπακτικά.
Στη Μεσόγειο τα στοιχεία είναι σαφέστερα αλλά παραμένουν περιορισμένα. Ο πιο καλά τεκμηριωμένος θηρευτής ενήλικου λαγοκέφαλου είναι η καρέτα-καρέτα (Caretta caretta). Για νεαρά άτομα έχουν καταγραφεί θηρεύσεις από κυνηγόψαρα/mahi-mahi (Coryphaena hippurus) και ζαργάνες (Belone belone), ενώ έχει παρατηρηθεί και κανιβαλισμός μεταξύ λαγοκέφαλων.
Η σπανιότητα των καταγεγραμμένων θηρευτών δεν είναι τυχαία. Η δυνατότητα να διογκώνεται και η ισχυρή τοξικότητά του αποτελούν αποτελεσματικές άμυνες απέναντι στη θήρευση. Για τον λόγο αυτό, η φυσική θήρευση στη Μεσόγειο φαίνεται μέχρι σήμερα να είναι περιορισμένη, ιδιαίτερα στα ενήλικα άτομα.
Μπορούμε να τον εξαφανίσουμε;
Σίγουρα όχι - και εδώ χρειάζεται ρεαλισμός.
Ο λαγοκέφαλος έχει ήδη εξαπλωθεί σε μεγάλη έκταση της Μεσογείου. Η Διώρυγα του Σουέζ παραμένει ένας ανοιχτός διάδρομος και οι περιβαλλοντικές συνθήκες ευνοούν πολλά θερμόφιλα είδη. Η ιδέα ότι μπορούμε να εξαφανίσουμε ολοκληρωτικά τον λαγοκέφαλο από τη Μεσόγειο είναι επομένως εξαιρετικά απίθανη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η διαχείρισή του δεν έχει νόημα. Αντίθετα. Η στοχευμένη αλίευση μπορεί να συμβάλει στον περιορισμό των πληθυσμών σε περιοχές όπου οι επιπτώσεις είναι μεγάλες, ενώ η παρακολούθηση, η ενημέρωση των αλιέων και η αποτροπή κατανάλωσής του είναι απαραίτητες. Η επιστημονική βιβλιογραφία έχει επισημάνει ότι η χαμηλή φυσική θήρευση ενδέχεται να καθιστά αναγκαία κάποια μορφή ανθρώπινης διαχείρισης.
Να μάθουμε να ζούμε μαζί του.
Ίσως, τελικά, αυτή να είναι η πιο ρεαλιστική προσέγγιση.
Όχι να αγαπήσουμε ξαφνικά τον λαγοκέφαλο, ούτε να αδιαφορήσουμε για τις επιπτώσεις του. Αλλά να κατανοήσουμε ότι αποτελεί πλέον μέρος της πραγματικότητας της Μεσογείου.
Να παρακολουθούμε τους πληθυσμούς του. Να περιορίζουμε τις επιπτώσεις του όπου είναι δυνατόν. Να προστατεύουμε την αλιεία. Να ενημερώνουμε τον άνθρωπο για την τοξικότητά του. Και, κυρίως, να μελετούμε τον τρόπο με τον οποίο το νέο είδος εντάσσεται -ή δεν εντάσσεται- στις υπάρχουσες τροφικές σχέσεις.
Γιατί ο λαγοκέφαλος δεν δημιούργησε μόνος του τη νέα Μεσόγειο.
Η Μεσόγειος άλλαξε και ο λαγοκέφαλος βρήκε τις συνθήκες για να γίνει μέρος της.
Η Διώρυγα του Σουέζ του έδωσε τον δρόμο. Η θερμότερη θάλασσα του έδωσε ευκαιρία. Η έλλειψη ισχυρής φυσικής θήρευσης του έδωσε πλεονέκτημα.
Και τώρα απομένει σε εμάς να αποφασίσουμε αν θα προσπαθήσουμε μάταια να επιστρέψουμε τη θάλασσα στο χθες ή αν θα μάθουμε να διαχειριζόμαστε υπεύθυνα τη θάλασσα του αύριο.
Ο λαγοκέφαλος δεν είναι απλώς ένα ψάρι που ήρθε στη Μεσόγειο. Είναι ένα από τα σημάδια ότι η ίδια η Μεσόγειος έχει αρχίσει να γίνεται κάτι διαφορετικό.






































































































