10/12/09

Φούρκα-Νότια Πίνδος.


Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΕΙΣ ΤΟ ΧΩΡΙΟΝ.


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟΝ ΔΙΗΓΗΜΑ

Ως προς την δευτέραν Στέργαιναν, δυστυχώς δεν ηλήθευσε το ρητόν, «η πρώτη δούλα, η δεύτερη κυρά». Η Θοδωριά, η πτωχή, υπέφερεν όλας τας αγγαρείας, όσας τής επέβαλλεν ο σύζυγός της. Ασβεστάς εκείνος, φουρνάρισσα αυτή. Το πτωχόν νήπιον, ο Ελευθέρης, δεν είχε χορτάσει το γάλα της μητρός του. Εφαίνετο γηράσασα ήδη, αν και μόλις είχεν υπερβεί το τριακοστόν πέμπτον έτος. Ο μπάρμπα-Στέργιος, δεκαπέντε έτη μεγαλύτερός της, την είχε πάρει εις δεύτερον γάμον, και μάλιστα με το σπαθί του˙ την έκλεψε. Ο μικρός Ελευθέριος, τετραέτης ήδη, ήτο ζαρωμένος, χλωμός, ζουριασμένος και η μήτηρ του ούτε να τον θρέψει ήτο ικανή ούτε να τον «αποκόψει» ηδύνατο. Οι μαζοί της, ως να είχαν παραψηθεί από την αντιλαμπήν του φούρνου, εκρέμαντο μαραμμένοι υπό την τραχηλιάν, και ο μικρός δυσκόλως εύρισκεν εκεί σταγόνα γάλακτος.
Της είχαν πεθάνει τα δύο πρώτα παιδιά της, το εν θήλυ, το άλλο μικρόν αγόρι, και τώρα όλαι αι ελπίδες της εκρέμαντο εις τον Λευθέρην. Αλλά μέγας φόβος την είχε κυριεύσει, διότι και αυτό της το παιδί ήτον άρρωστον. Α! η καρδούλα της ήτον καμένη! Καλύτερα να μη ’μβαίνει στον κόσμο άνθρωπος. Ενθυμείτο μετά σπαραγμού την στιγμήν, όταν «αγγελιάστηκε» το μικρόν κοράσιόν της. Πηγαίνει και το βρίσκει στην κούνια του, ξερό, μελανό, μισοπεθαμένο. Βάζει μια φωνή. Τρέχουν δυο γειτόνισσες. «Τι έχεις; Τι είναι;» «Το παιδί μου! Το παιδί μου!» Φωνάζουν το γιατρό. Όσο να ’ρθει ο γιατρός, το κορίτσι «έσωσε». Σε μια ώρα, μια ωρίτσα! Ήρθεν η γειτόνισσα η Κατερίνα η Μπροστινή, το σαβάνωσε˙ η Θοδωριά έψαξε και ηύρε τα ρουχάκια του˙ έσκυφτε μες στην κασσέλα να τα εύρει, κ’ εμοιρολογούσε σιγανά! Η Κατερίνα την εμάλωνε, λέγουσα ότι δεν μοιρολογούν τον νεκρόν, πριν τον ενδύσουν. Το στόλισαν όμορφα-όμορφα, το ξάπλωσαν στο κιλίμι, και το σκέπασαν να μην το βλέπει ο μικρός και κλαίει. Ο Χαραλαμπάκης ήτον δυο χρόνια μεγαλύτερος, κ’ ένοιωθε, τον επήραν οι γειτόνισσες και τον απεμάκρυναν, έως να γίνει η εκφορά. Ύστερα το βράδυ, όταν ο Χαραλαμπάκης ερωτούσε: «Πού ’ναι το Χρυσώ, μάννα, που πάει το Χρυσώ;» του απήντησαν ότι επήγε να κοιμηθή «στα λουλούδια». Κι η Κατερίνα η Μπροστινή του είπε ότι πάει «Στου παπά τ’ αλώνι – κι στο περιβόλι». Και ο μικρός εξηκολούθει να ερωτά: «Πότε θα ’ρθει, μάννα, πίσω το Χρυσώ μας;» έως ότου επέρασαν τρεις ημέραι και το εξέχασε.
Ά! ποίος το ήξευρε ότι τόσον γρήγορα έμελλε να υπάγει να την ανταμώσει. Στο χρόνο απάνου, ο Χαραλαμπάκης πέφτει άρρωστος. Το γιατρό, ευθύς, το γιατρό να μη ξαναπάθουν τα ίδια. Έρχεται ο γιατρός, το βλέπει. «Δεν έχει τίποτε», τους στέλνει ένα γιατρικό, άλλο γιατρικό. Όσο έπαιρνε τα γιατρικά, τόσο άναβεν η ζέστη κι η φλόγα που είχε. Έρχεται το ξαναβλέπει, «Μετά τρεις ημέρας θα είναι καλά». Μετά τρεις ημέρας ήτον αποθαμένο. Αχ! με τι καρδιά να ψάξει να βρει τα ρουχάκια του, και με τι χέρια να το στολίσει; Ευτυχώς ήτον εκεί η Κατερίνα η Μπροστινή, με την ακούραστον προθυμίαν της, με το λευκόν τουλπάνι υπό την πολίτικην μανδήλα, με τους ελαφρώς διαγραφομένους μύστακάς της, και την απήλλαξε του κόπου. Με τι στόμα να το μοιρολογήσει; Τι τραγούδια να του πει; Ήλθαν οι παπάδες και το επήραν κι αυτό, και το ετραγούδησαν και το επήγαν «στα λουλούδια», εκεί που είχαν υπάγει και την μικράν Χρυσώ προ ενός έτους,
Τώρα, αυτό το παιδάκι, ο Ελευθέρης, της έμενε. Ήτον εξαπλωμένη πλησίον του, ανέχουσα την κεφαλήν διά του βραχίονος υπέρ το προσκέφαλον του παιδίου, έχουσα την κεφαλήν του παιδίου υπό την αριστεράν μασχάλην της. Τα ενθυμείτο όλα όσα υπέφερε, και δεν είχεν ύπνον. Εις την εστίαν, οι ολίγοι μείναντες άνθρακες, χωμένοι εις την στάκτην, ετυφλόκαιαν ακόμη. Υπεράνω της κεφαλής της έκαιε το κανδήλι εμπρός εις τα εικονίσματα, σημειούν με φωτεινήν γραμμήν τας μελαγχολικάς μορφάς των Αγίων. Ο σύζυγος της εξηπλωμένος εκ δεξιών της, έρρεγχε προ πολλού, από της ενάτης ώρας. Είχε γυρίσει δις ήδη και από τα δύο πλευρά, και ανέπνεε δυνατά, και κάτι εμορμύριζε, κ’ ενίοτε εμυκάτο εις τον ύπνον του. Ο καημένος ο μπαρμπα-Στέργιος δεν ήτο και πολύ κακός, αν και ηγάπα να τρώγη το ψωμί του από τα «φουρνιάτικα». Έλεγεν ότι, με το να κολλά τον φούρνον εις την γειτονιάν, η γυναίκα του, έβγαινεν από ένα κόπον, τού να ζυμώνει. Κλαδιά της εκουβαλούσεν άφθονα, με το ονάριον του, όσα επερίσσευαν από το καμίνι. Ήτο εν τούτοις εργατικός, και δεν την εβασάνιζε και πολύ, την γυναίκα του. Μόνον όταν ετύχαινε να πωλήσει μαζωμένον ασβέστην, κι έπαιρνε τίποτε λεπτά, ποτέ δεν εγύριζε στο σπίτι με τα θυλάκια πλήρη ή με τον στόμαχον κενόν. Συνήθως «τα άναβε τα καντήλια». Και αν μάλιστα ήτον Σάββατον βράδυ, «εβαστούσε τρίμερο», καθώς έλεγεν η Θοδωριά, και ήτον «εν τη δόξη του» έως το πρωί της Δευτέρας. Αλλ’ αυτή το ήξευρε το σύστημά του, και όταν τον έβλεπε να είναι «στα πράματα», δεν του ωμιλούσε, διότι τότε ήτον φόβος μην «τες φάει». Μόνον την Δευτέραν, πρωί, πριν αναχωρήσει διά να υπάγει στο καμίνι, του εζήτει να της αφήσει τίποτε λεπτά, αν του είχαν περισσεύσει, κι εκείνος τότε ήρχετο κάπως εις αίσθησιν.
Τας προλαβούσας ημέρας των Χριστουγέννων, το είχεν «αλαλάξ τω Κυρίω», διότι είχε πωλήσει πολλά καντάρια ασβέστην, κι επήρεν ολίγα τάλληρα. Τώρα, τα Χριστούγεννα πέρασαν, ήρχετο Άις Βασίλης, κι επειδή εν τω μεταξύ ήτο και Κυριακή, δεν είχε μαζωχθεί ακόμη. Την εσπέραν ταύτην πάλιν ήτο ολίγον «στο φίλο, στο χορό», αλλ’ ευτυχώς είχεν έλθει ενωρίς απόψε, κι εντεύθεν η Θοδωριά εσυμπέρανεν ότι τα τάλληρα θα εσώθηκαν, από την τελευταίαν πώλησιν. Ό,τι όμως ηγνόει είναι ότι, εντός της ημέρας, ο μπάρμπα-Στέργιος επώλησε και άλλον ασβέστην. Και ο λόγος δι’ όν είχεν έλθει ενωρίς ήτο ότι είχε βαρυνθεί κάπως την κραιπάλην, και ησθάνετο και σφοδρόν πονοκέφαλον. Εν τούτοις η Θοδωριά ευχαριστήθη, διότι αφού έβλεπε το παιδί της άρρωστον, θα είχε τουλάχιστον σύντροφον, έστω και κοιμώμενον, και ο ρογχασμός του ανδρός της ήτο ως παρηγορία τις διά την ανησυχίαν της.
Εν τούτοις το παιδίον εχειροτέρευεν. Η Θοδωριά, ήτις δεν ηδύνατο να κλείσει όμμα επιβλέπουσα αγρύπνως το άρρωστον, είδεν αίφνης ότι το τεκνίον ηγωνία και επνευστία, βήχον ξηρώς. Ωχρόν ήτο το μέτωπόν του, απεξηραμμένα τα χείλη του, τα όμματά του θολά, και ελαφρά ερυθρότης ανέβαινεν από τας παρειάς του εις τους κροτάφους. Η γυνή ενθυμείτο τα συμπτώματα από τα δύο άλλα παιδιά της και ήτο έντρομος και περιδεής.
Τότε έσπευσε να εξυπνίσει αποτόμως τον σύζυγόν της.
— Σήκω, Στέργιο! … κοιμάσαι, άνδρα μου;
Ο μπάρμπα-Στέργιος, μισοκοιμισμένος, εξηροτανύσθη κι εχασμήθη.
— Τι είναι; … Τι θέλεις; … Δεν κοιμάσαι, Θοδωριά;
Κι εγύρισεν από το άλλο πλευρόν.
Η γυνή τον έσεισε σφοδρώς.
— Δεν ακούς, άνδρα; Ξανακοιμήθηκες; Σε καλό σου!
— Τι λες, μωρή γυναίκα;
— Σήκω, δεν μπορεί το παιδί μας.
— Και τι να σ’ κάμω εγώ; … Σα δεν μπορεί, ας γιάνει …
Και ήδη επέπλεεν ως υπεράνω αβύσσου χασκούσης να τον καταπίει κάτωθεν, οίαν εφαντάζετο το στόμα της συζύγου του, και προσεκολλάτο εις το προσκεφάλαιον, ως εις το χείλος μαλακής, ηδυπαθούς αιώρας, οποία τού εφαίνετο ο ύπνος˙ και ως ο κολυμβητής ο ετοιμαζόμενος εις κατάδυσιν, ητοιμάζετο να βυθισθεί εκ νέου εις τον ύπνον.
— Θα σηκωθείς, πατέρα;
Το πατέρα τούτο το είπε με τρόπον η Θοδωριά, ως εκ μέρους δήθεν του νοσούντος τέκνου. Είτα μη δυνηθείσα να κρατήσει τα δάκρυα επανέλαβε:
— Θα σηκωθείς, πατέρα, ή θα μ’ αφήσεις να πεθάνω κι εγώ, καθώς πέθανε το Χρυσώ μας κι ο Χαραλαμπάκης μας; Εκείνα τα δυο, πατέρα, είναι «στα λουλούδια», στον άλλο κόσμο, στην αληθινή ζωή, εκεί όπου όλα τα μικρά έχουν ένα πατέρα … Σ’ αυτόν τον κόσμο, εδώ, εγώ άλλον πατέρα από σένα δεν έχω, και συ άλλο παιδί από μένα δεν έχεις …
Ο μπάρμπα-Στέργιος, ακούσας το παράπονον τούτο συνεκινήθη και απωθήσας το εφάπλωμα, ανεκάθισεν επί της στρωμνής του, κι έστρεψε λημώντας τους οφθαλμούς προς την κοιτίδα του παιδίου. Η γυνή του έφερεν αγγείον πλήρες ύδατος, κι έβρεξε τους οφθαλμούς του.
— Δεν πας να φωνάξεις το γιατρό, Στέργιο μου;
— Τι γιατρό και γιατρό; … Έχουν τώρα αυτοί πίστη και σπλάχνα; … Θαρρείς πως λυπούνται, μωρή γυναίκα; Θα πάω, θα τον φωνάξω, θα ρίξω πέτρες στο παραθύρι, και θα κάμει τον κουφό, ή θα σηκωθεί να με βρίσει και να με διώξει. «Δεν ηξέρατε από πιο νωρίς να ’ρθήτε; Τώρα, μεσάνυχτα, ήρθες να ξυπνίσεις το γιατρό;» Άχ! να ήξερες τι σκληροί είναι, γυναίκα!
— Δεν πειράζει, σύρε συ, και ρίξε τ’ άδικα σ’ εμένα. Πες, η γυναίκα σου δεν σού’ πε αποβραδύς πως ήτον το παιδί άρρωστο.
Ο μπάρμπα-Στέργιος ηγέρθη, εφόρεσε την βράκα του, την τσάκα του, εζώσθη το κίτρινον, πλατύ και φουντωτόν ζωνάρι του, υπέδησε τα πέδιλα εις τους πόδας, έλαβε το φέσι του το ξασπρισμένον με την κοντήν μαδημένην φούνταν, εφορτώθη την κάπαν του, επήρε το φανάρι, οπού του ήναψεν η γυναίκα του, κι εξήλθεν. Έξω ήτο σκότος βαθύ, ολίγα άστρα έλαμπαν τήδε κακείσε, και ο ουρανός εφαίνετο ωμιχλιασμένος. Είχε κοπάσει προ μιας ώρας ο μαινόμενος από τριών ημερών χιονιστής βορράς, κ’ έκαμνε παράξενην γλύκαν, την οποίαν ο μπαρμπα-Στέργιος αμέσως ενόησεν, ούσαν προάγγελον χιόνος στρωτής, ης αι πρώται αραιαί νιφάδες είχαν αρχίσει ήδη να πίπτωσι. «Ά! κι η Θοδωριά γυρεύει να φέρω το γιατρό, εψιθύρισε χασμώμενος ο ασβεστάς˙ θα θελήσει ο γιατρός να ’ρθει μεσάνυχτα με το χιόνι!»
Εντοσούτω εστράφη δεξιά, εβάδισεν έως διακόσια βήματα από συνοικίας εις συνοικίαν, και τέλος φθάσας υπό την οικίαν του ιατρού, έκαμεν ως είπε, κατά γράμμα. Έκρουσε μάτην την θύραν. Είτα έρριψε χαλίκια εις εν παράθυρον, όπου ήξευρεν ότι ήτο ο κοιτών του ιατρού. Ουδεμίαν απάντησιν έλαβε. Τέλος ηνοίχθη κατά το ήμισυ εν παραθυρόφυλλον κάτω του ισογείου, και η υπηρέτρια, με ένα βόστρυχον από τα ξέπλεκα μαλλιά της προβάλλοντα και κρεμάμενον έξω του παραθύρου, είπε:
— Δεν είναι εδώ ο γιατρός.
— Πού είναι; ηρώτησεν ο μπάρμπα-Στέργιος.
— Είναι όξου.
— Πού, όξου;
— Δεν ήρθε ακόμα. Θα πήγε σε κανέναν άρρωστο.
— Τέτοια ώρα;
— Όπως τον γυρεύεις και τουλόγου σου, τέτοια ώρα, έτσι μπορεί να τον εγύρεψαν κι άλλοι.
Ο μπάρμπα-Στέργιος ίστατο αναποφάσιστος. Αίφνης η θεραπαινίς, ως να ήθελε να δείξη πλείονα του συνήθους εμπιστοσύνην, προσέθηκε:
— Κοίταξε μην είναι κανένα μαγαζί ανοιχτό στην πιάτσα, μην παίζουνε πουθενά τα χαρτάκια. Μην πεις πως σ’ το είπα εγώ.
Και αμέσως έκλεισε το παραθυρόφυλλον κ’ έγινεν άφαντος.
Ο μπάρμπα-Στέργιος υπώπτευσεν ότι η πονηρά υπηρέτρια θα τον «εγέλασεν μες στα μάτια». «Βέβαια, βέβαια, έλεγεν, έτσι μας γελούν τώρα ημάς τους γέρους, αυτές οι δούλες, που μας βλέπουν και δεν αξίζουμε τίποτα. Ως τόσο, εγώ δεν είμαι και πολύ γέρος, και δεν υπανδρεύθηκα παραπάν’ από δυο φορές, κι αν τυχόν μου πέθαινε η Θοδωριά …» Δεν ετελείωσε τον στοχασμόν του, όστις ήτο οιονεί τελευταία τις υποτροπή τής από ημερών κραιπάλης του, και η εικών του χλωμού παιδίου με την ασθενή αναπνοήν και της μητρός, με τα δάκρυα, ήλθε και επάγωσε την αιφνιδίαν νεανικήν θέρμην του. Επανήλθε τότε εις την μνήμην του η φράσις της υπηρετρίας «μη παίζουν πουθενά τα χαρτάκια». Και επειδή είχε ξενυστάξει, κι εντρέπετο να γυρίσει άπρακτος εις την οικίαν, απεφάσισε να επιστρέψει διά της αγοράς, όπως ίδει μη τυχόν συναντήσει που τον ιατρόν.
٭٭٭٭٭٭
Κοντά εις όλα τα άλλα δεινά, είχε κολλήσει και η ψώρα αυτή εις το παραθαλάσσιον χωρίον, να μάθουν οι νέοι να παίζουν χαρτιά. Από όλους τους υπαλλήλους, μόνον ο υποτελώνης όστις είχεν εγγύησιν δοσμένην, και ο ειρηνοδίκης, όστις εφρόντιζε διά την υπόληψίν του, καθώς και ο ελληνοδιδάσκαλος, δεν ελάμβανον μέρος εις τας εσπερινάς συναναστροφάς, αίτινες εγίνοντο τακτικά εις την οικίαν τού ενός και του άλλου των υπαλλήλων. Όλοι οι άλλοι, ο υπολιμενάρχης, ο υγειονόμος, οι δύο βοηθοί ή υπολογισταί του υπολιμεναρχείου, ο γραμματεύς του ειρηνοδικείου, ο τηλεγραφητής, και όλοι, εκαίοντο κάθε βράδυ εις τα χαρτιά.
Αλλά δεν ήτο και εντελώς φερτόν το νόσημα, και απόδειξις ότι, τας ημέρας ταύτας ιδίως, ότε αι εσπερίδες εγίνοντο εις το κομψόν και καλώς ευτρεπισμένον καπηλείον του Θανάση του Μωρεγυιού, ελάμβαναν μέρος και πολλοί εντόπιοι, ο γραμματεύς της δημαρχίας, δύο νέοι χασάπηδες, οίτινες είχον υπηρετήσει εις τον στρατόν, ο φραγκορράπτης, όστις τον περισσότερον καιρόν έκαμνε τον δικολάβον, είς κουρεύς και δύο ναυτικοί. Ο δημοδιδάσκαλος ήρχετο τακτικά καθ’ εσπέραν, κι εποντάριζε μίαν ή δύο δεκάρες εις το έξ, και αν τας έχανεν, έφευγε σιωπηλώς, χωρίς να πίει ούτ’ ένα ρούμι˙ αλλ’ εάν τας εκέρδιζεν, εκάθητο με το εν σκέλος εξηπλωμένον επί της μπαγκέτας, με το άλλο κάτω εις το δάπεδον, με το κοντόν τσιμπούκι του ακοίμητον πάντοτε, έπινε δύο-τρία ρούμια, ίσα-ίσα το κέρδος, και άμα το ωρολόγιον εσήμαινε την δωδεκάτην, έφευγε κι επήγαινε να κοιμηθεί.
Οι άλλοι εξενυκτούσαν συνήθως, πότε ως τας τρεις, πότε ως τας τέσσαρες. Ο κάπηλος, ο Θανάσης ο Μωρεγυιός, ευχαριστείτο τα μέγιστα εκ του είδους τούτου του εμπορίου, διότι εκτός του «νομίμου βιδανίου» είχε και το εμπόριον του μοσχάτου οίνου και των άλλων ποτών. Η συντροφιά έπαιζε και έπινεν. Όποιος εκέρδιζεν, ευχαρίστως εκέρνα τους άλλους, μόνον ότι σπανίως ευρίσκετό τις να ομολογήσει ότι εκέρδισε. Και ίσως να ήσαν και ειλικρινείς, διότι, κατά το αξίωμα των χαρτοπαικτών, δύο άνθρωποι κερδίζουν˙ όστις δεν παίζει ποτέ και όστις εισπράττει το βιδάνιο. Εις εκ της πρώτης κατηγορίας ήρχετο κατά πάσαν εσπέραν, ο καπετάν Γιωργός ο Ασπρουδάκης, όστις ποτέ δεν έπαιζεν, αλλά και ποτέ δεν έλειπεν από τας εσπερίδας. Δύο-τρεις άλλοι, όρθιοι όπισθεν των νώτων των παικτών, έμενον ως απολιθωμένα φαντάσματα, ως η ζώσα προσωποποίησις της καλής και της κακής τύχης. Επίσης ήρχετο κι ο μπάρμπ’ Αντώνης ο Πρίφτης, γηραιός βαρκάρης, όστις έμενε μεχρισότου αποφασίσει τις να κεράσει «στα όλα», και τότε, αφού έπινε το ρούμι του, έφευγε, συναπάγων και τους άλλους, τους ορθούς ισταμένους, ως να ήσαν κολλημένοι εις την πλάτην των παικτών˙ εάν όμως έβλεπεν ότι αργούσαν να κεράσουν, έφευγε κρυφά, ή επήγαινεν εις την βάρκαν του διά να πλαγιάσει.
Ενίοτε όμως ο μπάρμπ’ Αντώνης ο Πρίφτης με τον καπετάν Γιωργό τον Ασπρουδάκη και με δύο άλλους έπαιζαν απλώς σκαμπίλι με συνήθη κεράσματα, χωρίς λεπτά, παρά τινα γωνίαν αποσυρόμενοι, συντρόφοι πάντοτε οι δύο. Ο καπετάν Γιωργός έκαμνε πάντοτε τον μάστορα, και αν συνέβαινε να χάσουν, έμενον οι δύο παίζοντες «τον κακό τον σύντροφο», ως τας δύο μετά τα μεσάνυχτα. Τελευταίος δ’ έχανε συνήθως ο μπάρμπ’ Αντώνης, διαμαρτυρόμενος πάντοτε ότι ο καπετάν Γιωργός τον έκλεπτε.
Την εσπέραν εκείνην, ενώ η συντροφιά ευρίσκετο εις το κομψόν καπηλείον, έξαφνα χιών ήρχισε να πίπτει, αλλά τόσον ήσυχα και τόσον μαλακά, ως να έστρωνε ο Θεός λευκά σινδόνια διά τους πτωχούς και διά τους αστέγους, εις την οδόν. Ο άνεμος είχε κοπάσει αίφνης, δεν υπήρχε ψύχος επαισθητόν. Τόσον γλυκά και σιγανά, ευρέθησαν έξαφνα πλατείαι λευκαί λωρίδες καλύπτουσαι την γην. Είς των χαρτοπαικτών, σηκωθείς διά να ξεμουδιάσει από την τράπεζαν (ήτο ημίσεια μετά τα μεσάνυκτα) είχεν έλθει προς το παράθυρον, κι ηθέλησε να κοιτάξει έξω διά της θολωμένης υέλου. Αλλά σχεδόν δεν έβλεπε τίποτε, ειμή έν αχανές υπόλευκον φαιόν. Την ιδίαν στιγμήν εκρούσθη η θύρα του καπηλείου, μανδαλωμένη έσωθεν.
— Άνοιξε, κυρ Θανάση!
— Ποιος είναι; εφώναξε με συναχωμένην φωνήν ο κάπηλος, καθήμενος παρά την τράπεζαν κι επιτηρών αγρύπνως τους παίζοντας.
— Άνοιξε, γιατί ρίχνει χιόνι.
Όχι τόσον ένεκα των επικλήσεων του κρούοντος την θύραν, όσον κατά σύμπτωσιν μάλλον, διότι ο σηκωθείς να κοιτάξει διά του παραθύρου παίκτης, αφού είδε συγκεχυμένως διά των υέλων, ησθάνθη την επιθυμίαν να ιδεί καλύτερα αν εχιόνισεν, ηνοίχθη η θύρα (ο ίδιος ο παίκτης την ήνοιξε), και εισήλθεν ο μπαρμπα-Στέργιος τινάζων την κάπαν του, ασπρισμένην την φοράν ταύτην όχι από ασβέστην. Διότι έως να φθάσει από την οικίαν του εις του ιατρού, κι εκείθεν εις την αγοράν, όπου είδε φως εις το μαγαζί του Θανάση του Μωρεγυιού, ο νιφετός έγινε πολύ πυκνότερος, κι εντός ολίγων λεπτών εστρώθη ως σπιθαμήν από του εδάφους.
— Χιονίζει, χιονίζει! είπαν όλοι, ιδόντες ασπρισμένον τον μπαρμπα-Στέργιον, και όσοι ήσαν όρθιοι εχώρησαν προς την θύραν, ενώ οι καθήμενοι εις την πασέταν εφώναζαν:
— Κλείστε μας την πόρτα!
— Κι από πού μας έρχεσαι, μπαρμπα-Στέργιο!
— Πού βρέθηκες τέτοια ώρα;
— Μεσάνυχτα μας ήρθε απ’ το καμίνι!
Ο μπαρμπα-Στέργιος δεν έδωκεν απάντησιν εις τα φωνάς ταύτας, αλλ’ ανακαλύψας με το πρώτον βλέμμα τον ιατρόν, όστις εκάθητο μεταξύ του υπολιμενάρχου και του γραμματέως του ειρηνοδικείου, επλησίασε, και κύψας εις το ους αυτού, του ωμίλησε:
— Μου κάνεις τη χάρη ’ξοχώτατε, να πάμε ως το σπίτι, έχω άρρωστο.
— Ποιος δεν μπορεί; Η γυναίκα σου;
— Όχι, το παιδί μου.
— Και τέτοια ώρα ήρθες;
— Δε μου είπε η βλοημένη η γυναίκα. Μα από νωρίς ήτον καλά το παιδί, και τώρα την νύκτα εβάρυνε.
— Δε βλέπεις που χιονίζει! Πώς να πάμε;
— Έλα, έλα, κόπιασε από δω, μπαρμπα-Στέργιο, είπε μία άλλη φωνή. Φέρε, Θανάση, ένα μοσχάτο του μπαρμπα-Στέργιου. Πιέ ένα μοσχάτο να ζεσταθής. Έλα, στο πλάγι μου κάτσε.
Ήτο ο γραμματεύς του ειρηνοδικείου, υψηλός νέος, ξανθός, με μεγάλους λινόχρους μύστακας, με τους οφθαλμούς προέχοντας εν χρω του προσώπου. Ούτος είχε την ώραν εκείνην τον μπάγκον, και τα μουστάκια του, άμα είδε τον μπαρμπα-Στέργιο, ανέβαιναν και κατέβαιναν ως της γάττας της οσφρανθείσης ποντικόν.
Τον έδραξεν από του αγκώνος με την στιβαράν χείραν του, και τον έβαλε με το είδος εκείνο της φιλικής βίας όπερ τινές άνθρωποι αγαπώσι να μετέρχονται προς τους ασθενεστέρους τον χαρακτήρα, τον έβαλε να καθίσει πλησίον του. Εκαλείτο Αριστείδης Μαγγανόπουλος και είχεν εκσφενδονισθεί κατά την αλλαγήν του υπουργείου (ήτο περί το 188….) από το εν άκρον του Βασιλείου εις το άλλο. Ήτο φιλήδονος, φιλοπότης, καλόκαρδος˙ αλλά πώς να ζήσει τις με εξήντα δραχμάς τον μήνα;
Ο μπαρμπα-Στέργιος έπιε το ποτήριιον του μοσχάτου και πάλιν, κύψας όπισθεν του γραμματέως, εις το ούς του ιατρού, του είπε:
— Κάμε μου αυτήν την καλωσύνη, γιατρέ, κι ο Θεός να σου δώσει ό,τι αγαπάς. Μ’ έστειλεν η γυναίκα μου, και θα με περιμένει. Το παιδί κινδυνεύει.
— Στάσου να περάσει λίγο, να σταματήσει το χιόνι, είπεν ο ιατρός. Ο ιατρός ήτο καλός νέος, πλησιάζων εις το τεσσαρακοστόν, υψηλός, λιγνός, πρόθυμος, όχι πολύ σκληρός ούτε πλεονέκτης. Ήτο απόφοιτος του εν Αθήναις πανεπιστημίου, και δεν τον είχε κολλήσει μανία, αν και είχε τα μέσα να μεταβεί, εις την Εσπερίαν, όπως αγοράσει σοφίαν. Εν τούτοις ενίοτε εβαρύνετο, και την εσπέραν ταύτην εμέμφετο τον εαυτόν του ότι εδελεάσθη από την χαρτοπαικτικήν εσπερίδα. Του εφαίνετο ότι, αν ήτο από ενωρίς εις την κλίνην του, το παιδί του μπαρμπα-Στέργιου δεν ήθελεν αρρωστήσει, ουδέ θα ήρχετο ούτος να του χαλάσει την ησυχίαν.
— Πώς έμαθες πως είμ’ εδώ; του λέγει έξαφνα.
Ο μπαρμπα-Στέργιος την στιγμήν εκείνην ενθυμήθη την σύστασιν της υπηρετρίας και απήντησεν:
— Επήγαινα στο σπίτι σας, κι ήρθα απ’ το γιαλό, οπού ’ναι πιο απάγκειο … Σαν είδα φως στο μαγαζί, λέω, ας ’μβω μέσα, μήπως κι είν’ εδώ ο γιατρός.
— Και τι λόγους είχες να το υποθέσεις;
— Δεν ξέρω πώς μου ήρθε … κάτι μου έλεγε πως θα ήσαστ’ εδώ… ήθελα να πιω κι ένα ρουμάκι για να ζεσταθώ …
— Και αντί για ρουμάκι ήπιες μοσχάτο …
— Ας είναι καλά ο κυρ γραμματικός, μ’ εκέρασε ….
Ο Αριστείδης Μαγγανόπουλος δεν είχε λησμονήσει τον μπαρμπα-Στέργιον, αλλά τον εκράτει κάπως διά του γόνατος. Ακούσας όμως την φράσιν του ασβεστά, έσπευσε να λάβει μέρος εις την ομιλίαν.
— Ε! τώρα, δεν θα πουντάρεις καμμιά δεκαρίτσα, μπαρμπα-Στέργιο, για να περάσ’ η ώρα;
Ο μπαρμπα-Στέργιος δεν ήτο όλως άπειρος του χαρτοπαιγνίου. Εις την νεότητά του υπήρξε δεκανεύς εν τω στρατώ, και είχε ζήσει επί τέσσαρα έτη εις διαφόρους πόλεις της Ελλάδος.
Διά να ευχαριστήσει τον γραμματικόν, ήρχισεν από την δεκάραν και την έχασεν. Αλλ’ εντός ολίγων λεπτών της ώρας, έβγαλεν από την τσέπην όσα κέρματα είχεν, άνω της δραχμής, και τα έχασεν όλα.
Διά να τον παρηγορήσει, ο Αριστείδης Μαγγανόπουλος τον εκέρασεν ένα δεκάρικο μοσχάτο. Ο μπαρμπα-Στέργιος το ερρόφησε, και είτα κύψας πάλιν εις το ούς του ιατρού:
— Δεν πάμε τώρα, γιατρέ … Θα σταμάτησε το χιόνι.
— Σταμάτησε, μα δεν έλυωσε, εψιθύρισε σιγά ο γραμματικός.
— Τώρα, να κοιτάξουμε … να ιδούμε αν θα μπορέσουμε, μπαρμπα-Στέργιο, είπεν ο ιατρός˙ τι διάβολο, τώρα βρέθηκε ν’ αρρωστήσει κι αυτό το παιδί σου;
— Να χαρείς ό,τι αγαπάς, γιατρέ μου …
Ο γραμματικός, στραφείς προς τον μπαρμπα-Στέργιον:
— Έλα τώρα, μπαρμπα-Στέργιο, του λέγει, τι συλλογιέσαι; … Παίξε να περάσ’ η ώρα … Να πάρεις και τα λεπτά σου πίσω …
— Δεν έχω άλλα λεπτά, κυρ γραμματικέ.
— Μη μας πουλάς ψευτιές, μπαρμπα-Στέργιο … Θαρρείς δεν το ξέρω εγώ που πούλησες ασβέστη σήμερα;
Ο απλοϊκός άνθρωπος έκυψεν εις το ούς του γραμματικού, και του είπε μυστηριωδώς.
— Πες και τουλόγου σου του γιατρού, να τον καταφέρεις να πάμε.
— Να πάτε; … Πού;
— Στο σπίτι … έχω το παιδί άρρωστο.
— Δεν έχει τίποτε, είπεν ο γραμματικός˙μη σε μέλει … θα γένει καλά.
— Με καρτερεί η γυναίκα μοναχή της … για συλλογίσου κυρ γραμματικέ.
— Μπα! όξου καρδιά, μπαρμπα-Στέργιο! … μη φοβάσαι … δεν παθαίνει τίποτε το παιδί.
Ο μπαρμπα-Στέργιος εταπείνωσε την κεφαλήν, και την στιγμήν εκείνην τού επεφάνη απαισία η εικών του αγωνιώντος παιδίου, βήχοντος, ασθματικού, με νεκρικήν ωχρότητα επί του μετώπου, και της βαρυαλγούς μητρός, συναπτούσης τας χείρας κι επικαλουμένης έλεος.
— Φέρε μας δύο μοσχάτα με τον μπαρμπα-Στέργιο, Θανάση, διέταξεν ο γραμματικός.
Ο κάπηλος εκόμισε τα δύο μοσχάτα. Ο Μαγγανόπουλος έρριψε το περισσότερον του ιδικού του εις το ποτήριον του συμπότου.
— Δεν πίνω, είπεν ο γέρων ασβεστάς˙ θα μου πέσει πολύ … είχα πιει κι απ’ το βράδυ.
— Πιε, και μη σε μέλει … μη συλλογίζεσαι … Δεν έχει τίποτε το παιδί.
Ο μπαρμπα-Στέργιος έπιε το ευώδες ποτόν, και σιγά-σιγά οι ατμοί ανέβαιναν.
— Είσαι καλός φίλος, είπεν εις τον γραμματικόν. Μου έδωσες θάρρος … είχα πολύ φόβο για το παιδί μου.
— Βγάλε και μισό ταλλαράκι να σου χαλάσω, μπαρμπα-Στέργιο, είπεν ο γραμματικός, ανακινών τες δεκάρες επί της τραπέζης˙ αυτά όλα που βλέπεις, τα είχα χαμένα όλα πρωτύτερα … ούτε τα λεπτά μου δεν πιάνω.
Ο μπαρμπα-Στέργιος εξήγαγε την πανίνην σακκούλαν του, την λιπώδη και αμαυράν, δεμένην με σπάγγον περί το στόμιον, την ήνοιξεν, έβγαλεν έν τάλληρον, και ο γραμματικός του το ήλλαξεν.
Εις εκ της συντροφίας είχεν εξέλθει, και την στιγμήν εκείνην επέστρεψε.
— Το χιόνι είναι παραπάν’ απ’ το γόνα … πώς θα πάμε στα σπίτια μας, βρε παιδιά;
— Έπαυσε τουλάχιστον να ρίχνει; ηρώτησεν ο ιατρός.
— Ρίχνει ακόμα.
— Ω! διάβολε!
— Τ’ ακούς, μπαρμπα-Στέργιο; είπεν ο γραμματικός. Ρίχνει ακόμα … Κάθισε ως που να σταματήση, και τότε πάτε με το γιατρό.
— Τι να γίνει, κυρ γραμματικέ!
— Δεν παίζεις από καμμιά δεκαρούλα;
Ο μπαρμπα-Στέργιος ήρχισε να παίζει από μίαν δεκαρούλαν, από δύο, και δωσ’ του και πάει τέρτσο τίρο και πάει και απαγάι και πάρολι, και εις κάθε απαγάι ο γραμματικός τον εκέρνα από ένα μοσχάτο, και εις κάθε πάρολι τον εκέρνα από ένα δεκάρικο. Και εις μισήν ώραν έχασε το τάλληρον μέχρι λεπτού. Και έβγαλε τότε δεύτερο τάλληρο, και εις έν τέταρτον της ώρας το έχασεν˙ έβγαλε και το τρίτον τάλληρον, το τελευταίον που είχεν ακόμη˙ και εις δέκα λεπτά της ώρας ο γραμματικός με τον πάγκον του το εσφόγγισε.
Ήτο δε τότε τρίτη ώρα μετά τα μεσάνυκτα.
Αίφνης εκρούσθη η θύρα του καπηλείου.
— Ανοίξτε! Ανοίξτε!
— Ποιος παλαβός είναι τέτοια ώρα, με τέτοιο χιόνι; Είπεν ο κάπηλος.
— Άνοιξε, παρακαλώ, κυρ Θανάση!
— Ποιος είσαι;
— Είμ’ εγώ, ο Γιώργης ο Σεφερτζής.
— Και τι θέλεις;
— Είν’ εδώ ο μπαρμπα-Στέργιος ο ασβεστάς;
— Και τι τόνε θέλεις;
Όλοι εστράφησαν προς τον μπαρμπα-Στέργιον, όστις, ζαλισμένος από το μοσχάτον, προσεμειδία ηλιθίως εις τους μύστακας του γραμματικού κι έλεγε.
— Δεν με μέλει! πάρ’ τα όλα! Όξου φτώχεια! … παράδες δεν προσκυνώ εγώ! … Εγώ εχτιμώ φιλίαν! … Είσαι όμως καλός φίλος!
Ηνοίχθη η θύρα και εισήλθεν ο Γιώργης ο Σεφερτζής.
٭٭٭٭٭٭
Ακουμβημένη η Θοδωριά εις το προσκέφαλον, αισθανομένη επί της παρειάς την θερμήν πνοήν του παιδίου, εμέτρα τας στιγμάς και την ώραν, όση είχε παρέλθει από την αναχώρησιν του συζύγου της, κι έλεγε: «Τώρα θα έρθει, έρχεται … όπου είναι θα φτάσει … θα ’ρθει κι ο γιατρός μαζί, να μου κάμει καλά το παιδί μου … Τι φταίνε οι γιατροί; Φταίνε οι γονιοί που δεν αιστάνονται … αν τον επροσκαλούσα, τον γιατρό, με την ώρα μου, δε θα μου πέθαινε ο Χαραλαμπάκης». Έτεινε το ούς ν’ ακούσει κρότον τινά, αναγγέλοντα την έλευσιν του συζύγου και του ιατρού, αλλ’ ουδείς κρότος ηκούετο. Ο Θεός εχιόνιζεν αθορύβως˙ έρριπτε νιφάδες να μεθύσει την γην, διά να φάγωσιν οι ζώντες τους καρπούς αυτής, και λευκόν σάβανον διά τους νεκρούς, διά να είναι βαθύτερον υπό την γην τεθαμμένοι.
Εν τούτοις παρήρχετο η ώρα, και ο μπαρμπα-Στέργιος, δεν έδιδε σημείον επιστροφής. Η Θοδωριά ηγέρθη, έρριψε ξυλάριά τινα εις την εστίαν, συνεδαύλισε το πυρ, κι επανελθούσα ανεκλίθη πάλιν παρά την κοιτίδα του μικρού Ελευθέρη. Το παιδίον εστέναζεν, εγόγγυζε θλιβερώς, είχε κοιμηθεί εναγώνιον ύπνον, εξύπνησεν πάλιν, έκλαιε κι έβηχε μετά σπασμών. «Σιώπα, καλέ μου, σιώπα μικρό μου, θα γίνεις καλά αύριο. Πάει ο πατέρας να σ’ αγοράσει καλούδια, να τα ’χεις μεθαύριο τ’ Άϊ-Βασιλιού, να παίζεις, να παίζεις, να χαίρεσαι. Θα σ’ κάμω κι εγώ μια όμορφη κοκκώνα, αλειμμένη με το αυγό, που να είναι πλασένια˙ θα σ’ φέρη κι η νουνά σ’ άλλη μια μεγάλη κοκκώνα, λαμπένια και στραφτένια, με τα κεντίδια, με τα πουλάκια, με τ’ αηδονάκια, που να μην την έχει κανένα παιδί». Το παιδίον δεν ησθάνετο ίσως, και αφ’ εσπέρας έπαυσε να ψελλίζει. Η Θοδωριά δεν έπαυε να ερωτά: «Πού σ’ πονεί, Λευθεράκη μ’, πού σ’ πονεί;» αλλ’ ο μικρός εις απάντησιν εγόγγυζε μόνον και ήσθμαινε.
Εις την εστίαν είς δαυλός ήρχισεν έξαφνα μετά ροίβδου να σπινθηρίζει και η Θοδωριά ενθυμηθείσα το δημώδες ήρχισε να επαναλαμβάνει:
«Αν είναι φίλος να χαρεί,
αν είν’ εχτρός, να σκάσει˙
κι αν είν’ από το σπίτι μας,
ογλήγορα να φτάσει …»
Αλλ’ ο σπινθηρισμός εξηκολούθησεν επί πολύ, και η επωδή δεν εφαίνετο έχουσα την δύναμιν να τον σταματήσει, ίσως διότι την φοράν ταύτην ήτον και φίλος, ήτον κι εχθρός, ήτον από το σπίτι, και δεν ήτον από το σπίτι …
Τέλος ο σπινθηρισμός έπαυσεν, αλλ’ ο μπαρμπα-Στέργιος δεν επανήλθεν. Η Θοδωριά δεν είχε κλείσει όμμα από της εσπέρας. Ω! πόσον μακραί ήσαν αι ώραι! Η πτωχή γυνή ακουσίως έκλεισε τους οφθαλμούς, και απενεκρώθη επί τινας στιγμάς, φθάσασα μέχρι της καταστάσεως εκείνης καθ’ ην η ψυχή εισέρχεται εις τα προπύλαια του φανταστικού παλατίου των ονείρων, χωρίς ο ύπνος να έχει καταλάβει εξ ολοκλήρου το σώμα. Αλλά μετά έν λεπτόν την εξύπνισεν άλλος τις ροίβδος, ουχί ανόμοιος με τον αρτίως παύσαντα, ο κρότος της θρυαλλίδος του κανδηλίου αγωνιζομένης, με την τελευταίαν ρανίδα του ελαίου, να σωθεί από της επαφής του ύδατος, ως ο άνθρωπος ο πνιγόμενος και προσκολλώμενος εις σανίδα, ως η ψυχή η βασανιζομένη και εις μεγάλην αγωνίαν πλέουσα πριν χωρισθεί από του σώματος. Πόσον μυστηριώδης, πόσον θλιβερός ήτο ο ροίβδος εκείνος! Οποίαν φρικίασιν εξήγειρεν, οποίον φόβον προεκάλει! Εφαίνετο το κανδήλι εκείνο ως έμψυχον, ως μαντικόν, ως προφητικόν. Τι να ενθυμείτο άραγε, τι να έβλεπε, τι να προέλεγεν; Ως να εβαρύνθη να είναι συνάμα ιερόν και βέβηλον, να φωτίζει την απάθειαν και ηρεμίαν των Βυζαντινών Αγίων, και τα πάθη και τας κινήσεις της ψυχής και τα αμαρτήματα των ανθρώπων, εφαίνετο ότι ήθελε να σβήσει … Το κανδήλι ήθελε να σβήσει, αλλ’ η θρυαλλίς ανθίστατο και ήσπαιρεν …
Η Θοδωριά ηγέρθη, ύψωσε την κεφαλήν, κι έμεινεν επί τινας στιγμάς ακούουσα τον ροίβδον της θρυαλλίδος. Το πρόσωπον, ο πώγων και ο λαιμός της έλαβον την εκφραστικήν εκείνην θέσιν, την οποίαν εις τας εικόνας των μεγάλων τεχνιτών της Δύσεως θαυμάζομεν. Ήτο υψηλή, μελαχροινή, συμπαθής, νόστιμη, σχεδόν ωραία. Πολλαί τρίχες της μαύρης κόμης της ήσαν ήδη περί τους κροτάφους, καίτοι τριακονταπεντούτις ήτο, λευκόφαιοι, ως να τας είχεν αποτεφρώσει ο φούρνος ή να τας είχεν ασπρίσει ο ασβέστης. Πτωχή ασβεστού ! Δυστυχής φουρνάρισσα !
Η Θοδωριά έλαβεν από τινος ερμαρίου το λαδικόν, κατεβίβασε το κανδήλιον, και ο κρότος της προστριβής του σχοινίου επί της μικράς τροχαλίας την έκαμε ν’ ανατριχιάσει. Έρριψεν έλαιον εις το κανδήλιον, το ανεβίβασε πάλιν, έκαμε τρεις σταυρούς εμπρός εις τα εικονίσματα των Αγίων, κι επεκαλέσθη την βοήθειαν της Παναγίας. «Ωστόσο ο άνδρας μου πολύ άργησε, είπεν είτα, τι να έγινε, Θεέ μου!» Της εφάνη ότι αν ήνοιγε το παράθυρον ν’ αγναντέψει, θα τον έβλεπεν ερχόμενον, και τον ιατρόν ομού. Ήλθεν εις το παράθυρον, το ήνοιξε, κι εξαφνίσθη, ιδούσα όλην την οδόν λευκάζουσαν εις το σκότος, και τας στέγας όλας λευκάς.
— Χιόνισε! Χριστέ μου! πότε χιόνισε;
Συνήψε τότε τας χείρας, και ησθάνθη διπλασιαζόμενον το βάρος της δυστυχίας της. Έως τώρα είχε τον φόβον διά το ασθενές παιδίον, τώρα ήρχισε ν’ ανησυχεί και διά τον άνδρα της. Τι να έγινε; Μην τον επλάκωσε το χιόνι; Μην έπεσε πουθενά; Μην ξεπάγιασε; Μην κάρδιασε; Θέ μου ; Κι εμέμφετο εαυτήν διατί να τον στείλει τοιαύτην ώραν να καλέσει τον ιατρόν. Καλύτερα ν’ άφηνεν εις το έλεος του Θεού το παιδί της. Χριστέ και Παναγία! τι έγινεν ο μπαρμπα-Στέργιος; Δεν θα είναι καλά. Και αν της τον φέρουν το πρωί ξεπαγιασμένον, καρδιασμένον, αποθαμένον! ω!
Έκλεισε το παράθυρον, εσκέφθη προς στιγμήν τι να κάμει. Της ήρχετο να κινήσει η ιδία, όπως ευρίσκετο, να υπάγει να ιδεί τι έγινεν ο άνδρας της. Αλλά το παιδί, πού ν’ αφήσει το παιδί; Κι έπειτα ημπορούσε αυτή, γυναίκα, να υπάγει να τρέξει νύκτα μες στα χιόνια; Επατείτο τάχα ο τόπος; Ανεζήτει εις τον λογισμόν της εικασίας προς καθησύχασιν. Ίσως ο μπαρμπα-Στέργιος δεν έπεισε τον ιατρόν, ίσως ο ιατρός εφάνη σκληρός, και ο μπαρμπα-Στέργιος θα εντρέπετο να γυρίσει άπρακτος, και στον θυμό του επάνω … να ηύρε τάχα κανένα μαγαζί ανοικτό τέτοια ώρα, να αντάμωσε τίποτε φίλους του και ήρχισαν να πίνουν; … Αλλά τι ώρα να είναι; … Θα είναι πολλή ώρα που λείπει. Τέτοια ώρα μαγαζί ανοικτό; Δεν είναι καλή δουλειά αυτή. Εδίστασεν ακόμη ολίγον, και είτα, ελθούσα προς την άλλην πλευράν της οικίας, ήνοιξε το άλλο παράθυρον, προς δυσμάς. Εκεί κολλητά σχεδόν ήτο η οικία του Γιώργη του Σεφερτζή, γείτονος με τον οποίον προ πολλού δεν έτυχε να μαλώσουν.
— Γειτόνισσα Γιώργαινα ! ανέκραξε˙ γειτόνισσα Γιώργαινα !
Επερίμεινεν ολίγας στιγμάς.
Δεν έλαβεν απάντησιν.
— Γειτόνισσα ! επανέλαβε˙ γείτονα Γιώργη !
Παρήλθον ολίγα δευτερόλεπτα ακόμη, και είτα γυναικεία φωνή είπε:
— Τι φωνάζεις, Στέργαινα;
— Κοιμάται ο Γιώργης; είπεν η Θοδωριά αναγνωρίσασα την φωνήν της γειτονίσσης.
— Κοιμάται.
— Δε μου κάνεις τη χάρη να τόνε ξυπνίσεις;
— Τι τρέχει;
Η Γιώργαινα είχεν ανοίξει το παράθυρον. Η Στέργαινα διηγήθη εν συντόμω τι τής συνέβαινε.
— Και τι τόνε θέλεις;
— Ας κάμη ένα έλεος να πάει να ιδεί τι έγινεν ο άνδρας μου.
— Και πώς να πάει, που είναι το χιόνι ένα μπόι;
— Ένα μπόι; … Ωχ ! καημένη, τι να γένω;
Εν τω μεταξύ είχεν εξυπνήσει και ο Γιώργης, όστις μετά τινας αντιρρήσεις, καμφθείς εις τας παρακλήσεις της δυστυχούς γυναικός, απεφάσισε να εξέλθη προς αναζήτησιν του συζύγου της. Η χιών ήτο πράγματι εις τινα μέρη υπέρ το γόνυ, αλλαχού, εις τα πλέον υπήνεμα, έως δύο σπιθαμάς. Ευτυχώς ο Γεώργιος Σεφερτζής, πρώην ναυτικός και νυν γεωργοκτηματίας, είχε ζεύγος παλαιών υποδημάτων υψηλών άνω του γόνατος.
٭٭٭٭٭٭
Εις το άκρον της παραθαλασσίας ανωφερούς οδού, παρά το λιθόστρωτον, δι’ ου ανήρχετό τις εις την άνω ενορίαν, εκεί όπου δεν ήτο πλέον αγορά, αλλά και όχι έξω της αγοράς εξ ολοκλήρου, ήτο το μαγαζί του κυρ Αργυρού του Συρματένιου. Εάν τυχόν ο έφορος και ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου, και δεν ηξεύρω τις άλλος ακόμη, ήθελαν να κατανείμωσι δικαίως τους φόρους του επιτηδεύματος, πολύ θα εδίσταζαν εις ποίαν τάξιν εμπορευομένων να τον κατατάξωσι, διότι, κατά το φαινόμενον, δεν επώλει τίποτε. Εντός του μαγαζείου, ανοικτού πάντοτε όντος από πρωίας μέχρι της ογδόης της εσπέρας, δεν έβλεπέ τις τίποτε άλλο ειμή τα «σκελετά», μόστρας κενάς, με δύο ή τρία βαρέλια πάντοτε άδεια, με μίαν ζυγαριάν, ήτις άδηλος εις τι εχρησίμευε, και με εν πιθαράκι δίπλα εις την ζυγαριάν, του οποίου το επί του στομίου πινάκιον πολλοί πολλάκις ανεσήκωσαν υποθέσαντες ότι περιείχε ταμβάκον, αλλ’ εψεύσθησαν της ελπίδος, ευρόντες το πιθαράκι αδειανόν. Είναι αληθές, ότι τότε, πρόθυμος προσεφέρθη αυτοίς η ταμβακέρα του κυρ Αργυρού του Συρματένιου, όστις εκάθητο όλην την ημέραν επί του σκίμποδός του ροφών ταμβάκον και συνομιλών με φίλους τινάς περί των πολιτικών της ημέρας ή περί των τοπικών πραγμάτων.
Ο κυρ Αργυρός, υψηλός, λευκός, ευτραφής, εξηκοντούτης, ξανθόφαιος, λεπτότατος τους χαρακτήρας, με μικρά όμματα αόρατα όπισθεν των ομματογυαλίων, οψέ αποφασίσας να φραγκοφορέσει, υπείκων εις τας απαιτήσεις της εποχής, φορών ουχ ήττον επί των φραγκικών ενδυμάτων την γούναν του μακράν ως τους αστραγάλους και σκούφον κεντητόν επί της κεφαλής, είχε πάντοτε τον αντίχειρα και τον δείκτην της αριστεράς ηνωμένους, σχεδόν κολλημένους, κρατών αιωνίας την πρέζαν του. Ερρόφα ταμβάκον, καθώς όλοι οι γέροντες φιλάργυροι, οι αισθανόμενοι την ανάγκην ν’ αντικαταστήσωσιν όλα τα πάθη — τον καπνόν, τον οίνον, τα χαρτιά, το σφαιριστήριον, τας εκδρομάς, τα συμπόσια και αυτόν τον έρωτα, δι’ ενός μόνου, του ευθηνοτέρου. Και μ’ όλον ότι το πιθαράκι ήτο κενόν, ο κυρ Αργυρός προθύμως προσέφερε πρέζαν εκ της ταμβακέρας του, σκεπτόμενος ίσως ότι με δεκαπέντε ή είκοσι πεντάρες τον μήνα υπεχρέωνε τόσους και τόσους και τους έκαμνε φίλους.
Κι ενώ κάτω εις το μαγαζείον, ούτω μονοτόνως διήγε τας ημέρας του ο φιλήσυχος κυρ Αργυρός, επιδαψιλεύων πολλάκις και συμβουλάς εις πάντας, άνω εις την οικίαν η γυνή του, γραία ομήλιξ με αυτόν, εξήσκει το κυρίως εμπόριον, το οποίον συνίστατο εις την πώλησιν μεταξωτών υφασμάτων και χρυσού νήματος διαφόρων ποιοτήτων εις τας γυναίκας όλου του χωρίου, τας εχούσας κοράσια προς υπανδρείαν και υποχρεωμένας να κεντήσωσι τα «προικιά». Εκ του εμπορίου τούτου ο κυρ Αργυρός, ευσυνειδήτως λίαν, θα ωφελείτο έως 75 τοις %.
Ελέγετο εν τούτοις ότι ενίοτε εδάνειζεν, εις στενούς φίλους, και χρήματα επί ενεχύρω πάντοτε τριπλασίας αξίας της του δανειζομένου ποσού, και με τόκον όχι ανώτερον των 80 τοις εκατόν κατ’ έτος. «Οι καιροί είναι δύσκολοι, να σας χαρώ. Και ο παράς, το σήμερο, εύκολα δεν βγαίνει. Κι όταν εσύ, κατάλαβες, είσαι ανάξιος και χαλνάς τα λεπτά, μοναχός σου χαλνιέσαι. Κι αν εσύ πας και τα πίνεις, κατάλαβες, σου φταίει άλλος, ορίστε; Τι σου χρωστάει άλλος, ας πούμε, να σου δώσει λεπτά; Εσύ φταις που είσαι τεμπέλης, έτσι να έχουμε καλά στερνά, και δεν είσαι ικανός να ζήσεις. Περισσεύουν λεπτά, να ’χουμε καλή ψυχή, για να βοηθήσει κανείς κι έναν άλλονε; Εγώ δεν μπορώ να δώσω, έτσι να ιδούμε Θεού πρόσωπο, δεν μπορώ να δώσω παράδες στα χαμένα …»
Την πρωίαν της ημέρας εκείνης, ότε, παύσαντος του νιφετού, και των νεφών διαλυθέντων, ο ήλιος είχεν ανατείλει πράως φωτίζων την γην, διαλύων πού και πού τα ελαφρότερα στρώματα της χιόνος, πολλαχού δε της κώμης, κατά γειτονιάν, άνθρωποι με υψηλά υποδήματα και με πτυάρια εκοπίαζον να ξεχιονίσουν και ν’ ανοίξουν δρόμον διά μέσου της χιόνος, ο μπαρμπα-Στέργιος με την κάπαν του, στυγνός, κατηφής, επαρουσιάσθη περί ώραν ενάτην εις το μαγαζείον του κυρ Αργυρού.
— Τι έχουμε Στέργιο; του είπεν ούτος … Σαν συλλογισμένο σε βλέπω.
— Τι να ’χουμε, κυρ Αργυρέ, απήντησε στενάξας ο μπαρμπα-Στέργιος, μην τα ρωτάς … Δεν είμαι καλά.
— Τι τρέχει;
— Το παιδί μου πέθανε σήμερα το πρωί, ένα που το είχα …
Και λέγων εδάκρυε.
— Πώς; … Είχε καιρό άρρωστο;
— Λίγες μέρες είχε, μα … ψες το βράδυ εβάρυνε … πήγα μεσάνυχτα να φωνάξω το γιατρό, κι έξαφνα άρχισε να χιονίζει … Δεν μπόρεσα να ξυπνίσω το γιατρό, εγύρισα πίσω, τα μάτια κλαμένα … κι ως το πρωί το παιδί τελείωσε.
— Και γιατί δεν ξυπνούσες το γιατρό, αφού ήτον ανάγκη;
— Δεν ήτον στο σπίτι.
— Πώς γίνεται; Τέτοια ώρα;
— Ή δεν ήτον, ή δεν μου τον μαρτύρησαν, είπεν ο μπαρμπα-Στέργιος, αποφεύγων να είπει ακεραίαν την αλήθειαν.
Μετά στιγμιαίαν σιωπήν, ο μπαρμπα-Στέργιος εξηκολούθησεν:
— Ήρθα, κυρ Αργυρέ, να βάλω τα μούτρα μου … επειδής είμαι σε μεγάλη απελπισία … σου έφερα κι αυτά τα ειδίσματα … αν θέλης να με δανείσεις καμμιά εικοσαριά δραχμές, να κάμω τα έξοδα της θανής του παιδιού … επειδής δεν έχω λεπτά σε χέρι…
Και του έδειξε δύο σκουλαρίκια αργυρά της γυναικός του και έν δακτυλίδι.
— Πώς δεν έχεις λεπτά, είπε με στρυφνόν ήθος ο κυρ Αργυρός˙ εσύ φέτος έκαμες, καθώς έμαθα, τόσα καμίνια …
— Κι εψές ακόμα επήρα λεπτά, είπεν ο μπαρμπα-Στέργιος, μα χρωστούσα και τα ’δωκα … πού να ήξερα;
— Και δεν πας σ’ εκεινούς που χρωστούσες κι επλήρωσες, να σε ξαναδανείσουν; παρετήρησεν ο κυρ Αργυρός, χωρίς να εγγίσει με τας χείρας τα αργυρά κοσμήματα.
Ο μπαρμπα-Στέργιος ήτο και εις τας δεινάς περιστάσεις ετοιμόλογος.
— Κείνοι που τους χρωστούσα είναι μπακάληδες και δε δανείζουν, απήντησε˙ το χρέος μου ήτον από βερεσέδια.
— Κι εμένα, με ξέρεις να δανείζω; είπεν ο κυρ Αργυρός.
Ο μπαρμπα-Στέργιος είπε μετά θλίψεως:
— Αν θέλεις, κυρ Αργυρέ …. ύστερα-ύστερα ημπορώ να το θάψω και βερεσέ το παιδί μου …
Ο κυρ Αργυρός έλαβεν εις χείρας τα τρία αργυρά τεμάχια και τα εξήτασεν επί μακρόν.
—Ποιος ξέρει αν είναι κι ασήμι; είπε˙ χρειάζεται να είναι κανείς κουϊμτζής για να ξέρη … Μα ωστόσο, δεν τα πιστεύω όλα όσα είπες, Στέργιο … Χρωστούσες κ’ επλήρωσες … μπορεί. Σ’ αυτή την εποχή που βρεθήκαμε, να σε χαρώ … Μεγάλο κεσάτι, μεγάλη δυστυχία στον κόσμο! … Ο παράς, δεν ξέρω πού πάει και χώνεται, και δε βγαίνει στο μεϊντάνι … Κι αν πας εσύ και πίνεις και μεθάς, να ’χουμε καλή ψυχή … Όταν τα έχεις τα λεπτά, δεν τα στιμάρεις … Δεν μου βρίσκονται παράδες, έτσι να ’χω καλά υστερνά … Να ιδώ, αν έχω είκοσι δραχμές να σου δώσω, έτσι να ιδούμε Θεού πρόσωπο …
Εκοίταξεν ακόμη τα τρία κοσμήματα, τα εζύγισε με την χείρα, και είτα είπεν:
— Αυτά δεν αξίζουν ούτε δέκα δραχμές … Σύρε να μου φέρεις και τίποτε άλλο, καν.
— Δεν έχω άλλο ασημικό στο σπίτι.
— Δεν είχε τσαπράκια η γυναίκα σου;
— Δεν είχε.
— Κανένα κερμεσούτι φουστάνι δεν της βρίσκεται; Κανένα λαχουρί; Κανένα μπαμπουκλί ατλαζένιο, καμμιά καζάκα βελουδένια;
— Να πάω να ιδώ.
٭٭٭٭٭٭
Ο μπαρμπα-Στέργιος απήλθεν οίκαδε, έλαβεν ό,τι μεταξωτόν ένδυμα είχεν η Θοδωριά, κι επέστρεψε πλησίον του κυρ Αργυρού.
Ο γέρων τοκογλύφος του εμέτρησε τότε είκοσι δραχμάς.
Είχεν επανέλθει εις την οικίαν περί το λυκαυγές, πειθαναγκασθείς υπό του Γιώργη του Σεφερτζή, όστις είχεν έλθει εις το καπηλείον. Ο ιατρός επείσθη και αυτός, αφού άπαξ θ’ απήρχετο οίκαδε να κοιμηθεί την πρωίαν, να περάσει από την οικίαν του γέροντος ασβεστά. Έφθασεν εις την οικίαν, προπορευομένου του Γιώργη του Σεφερτζή, πατούντος επί των ιδίων ιχνών, τα οποία είχεν αφήσει επί της χιόνος κατά την εις την αγοράν κάθοδόν του, και κρατούντος φανάριον. Ο ιατρός ήρχετο δεύτερος, και τελευταίος ο μπαρμπα-Στέργιος, παραπατών και γλιστρών εις την χιόνα, πίπτων και ανορθούμενος.
Έφθασαν, ενώ το παιδίον έπνεε τα λοίσθια. Παρέστησαν εις τας τελευταίας στιγμάς του. Ο ιατρός είχεν επάνω του μολυβδοκόνδυλον και χάρτην˙ έγραψε το «ενταφιαστήριον» ή την έκθεσιν της νεκροσκοπίας, την ενεχείρισεν εις τον μπαρμπα-Στέργιον, κι επήγε να κοιμηθεί. Η Θοδωριά έκλαιε κι εδέρνετο…
٭٭٭٭٭٭
Περί το δειλινόν, εξήρχετο η μικρά πομπή από την εκκλησίαν. Έν μικρόν φέρετρον, όμοιον με λίκνον, κρατούμενον υπό δύο ανθρώπων, οι δύο ιερείς της ενορίας, ο μπαρμπα-Στέργιος, η Θοδωριά, και τέσσαρες-πέντε άλλαι γυναίκες, συγγενείς ή γειτόνισσαι.
Αντικρύ της εκκλησίας, παρά την θύραν παντοπωλείου, ίστατο ομάς τις ανθρώπων, οίτινες ιδόντες την πομπήν, έβγαλαν τα καπέλα των. Ήσαν ο υπολιμενάρχης, ο τηλεγραφητής και ο γραμματεύς του ειρηνοδικείου και δύο άλλοι. Ο Αριστείδης Μαγγανόπουλος αναγνωρίσας τον γέροντα ασβεστάν ηρώτησε:
— Μπα! ο μπαρμπα-Στέργιος, τι θέλει εκεί;
— Είναι το παιδί του που απέθανε, απήντησεν είς εντόπιος.
— Αλήθεια; Κι απόψε τα μεσάνυχτα περάσαμε τόσο καλά μαζί … Ηύρε τον καιρό ν’ αποθάνει με τέτοιο χιόνι!

Βρόχος...

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΡΙΑΝΤΗΣ.

Το επόμενο μήνυμα του πρωθυπουργού -ή το μήνυμα του επόμενου πρωθυπουργού- δεν θα περιέχει ηρωισμούς, πομφόλυγες και επίρριψη ευθυνών στους προηγούμενους. Θα λέει νέτα σκέτα ότι η χώρα θα υπάγεται εφεξής στη δικαιοδοσία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου...
Και αν αυτό δεν συμβεί -και συμμαζευτούν κάπως, δημοσιονομικά, τα σημερινά χάλια, και σταματήσει η συνεχής υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας- η χώρα θα βρεθεί εκ νέου λιπόθυμη μετά από δυο-τρία χρόνια σκληρής λιτότητος, εφόσον δεν φανεί στον ορίζοντα συγκεκριμένο και σοβαρό σχέδιο για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας...
Σοβαρό σχέδιο δεν συνιστούν οι εξαγγελίες για ρευστό στην αγορά και δανειακές ενέσεις στις επιχειρήσεις, αλλά η ανίχνευση και επιδότηση των τομέων στους οποίους η χώρα διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα. Ομως αυτό προϋποθέτει ενδελεχή μελέτη, σκληρή δουλειά και διαρκή εγρήγορση της πολιτείας και όχι ευκολίες προεκλογικού τύπου και «πράσινες» πομφόλυγες, κοινώς μπαρούφες...
Εν πάση περιπτώσει, αν το επόμενο μήνυμα του πρωθυπουργού εμπεριέχει τα ίδια, θα ήταν καλό και διαφωτιστικό να εκθέσει με στοιχεία την κατάσταση των τελευταίων 19 ετών. Να πει με νούμερα ποιες ήταν οι αχρείαστες δαπάνες, ποιες οι σπατάλες και τι έπραξαν επ' αυτών οι κυβερνήσεις Μητσοτάκη, Α. Παπανδρέου, Σημίτη και Καραμανλή. Και κυρίως να μιλήσει με στοιχεία και όχι με αφορισμούς και λαϊκίστικες σοφιστείες για την παραγωγική δομή της χώρας.
Τότε θα αναγκαστεί να παραδεχτεί ότι δεν έγινε σχεδόν τίποτε επί τόσα χρόνια, ώστε να οξυγονωθεί η ανταγωνιστικότης της οικονομίας.
Τότε θα φανεί ότι η δήθεν οικονομική ευρωστία ορισμένων περιόδων οφειλόταν αποκλειστικά στη συγκυρία (π.χ. μεγάλα έργα για το 2004 και φτηνό πετρέλαιο) και όχι στη βελτίωση της παραγωγικής δομής...
Ομως αυτό δεν θα συμβεί. Γιατί εκθέτει τους πάντες. Πρωτίστως τα δύο κόμματα που ασκούν εκ περιτροπής την εξουσία και ακολούθως την οργιώδη προπαγάνδα, η οποία κατασκευάζει και στηρίζει θηριώδεις μύθους...

Η κυβέρνηση αφήνει όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά!

Στα σκαριά το νέο «Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης» που θα κατατεθεί το Γενάρη στην ΕΕ!
Με όρκους πίστης και παροχή συνεχών διαβεβαιώσεων ότι θα προχωρήσει σε λήψη σκληρών μέτρων επιχειρεί η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ να εξευμενίσει τις «αγορές» και τα επιτελεία της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Στο πλαίσιο αυτό το οικονομικό της επιτελείο κινείται πυρετωδώς για την κατάρτιση του «Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης», στο οποίο θα περιλαμβάνεται η πρώτη, συμπληρωματική δέσμη μέτρων, ενώ επικουρικά δηλώνει έτοιμη να καταθέσει και συμπληρωματικό προϋπολογισμό - όπου επίσης θα υπάρχουν επιπλέον μέτρα - στην περίπτωση κατά την οποία δεν επιτευχθούν οι στόχοι μείωσης του ελλείμματος, χωρίς όμως και να αποκλείεται η επίσπευση των διαδικασιών τις επόμενες μέρες.
Ο «διάλογος» που έχει ανοίξει το κυβερνητικό επιτελείο με εκπροσώπους των ...«αγορών» και της Ευρωπαϊκής Ενωσης κινείται σε ιδιαίτερα επικίνδυνες ατραπούς, καθώς επί τάπητος έχουν τεθεί θέματα που αφορούν στη λεγόμενη θεραπεία - σοκ, η οποία εφαρμόστηκε μετά από παροτρύνσεις του ΔΝΤ στις χώρες της Ανατ. Ευρώπης - μετά τις ανατροπές - ενώ ανάλογα μέτρα εφάρμοσε πρόσφατα και η Ιρλανδία.
Το διακύβευμα δεν είναι πλέον αν οι εργαζόμενοι πληρώσουν τις συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης - αυτό πλέον θεωρείται ως ...δεδομένο και μετριοπαθές - αλλά αν εφαρμοστούν πολιτικές οι οποίες θα βυθίσουν απότομα μεγάλα τμήματα της κοινωνίας σε φτώχεια και εξαθλίωση, ώστε πάνω στα κοινωνικά ερείπια να δημιουργηθούν νέες εστίες κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης και νέοι κύκλοι υψηλής κερδοφορίας.
Στο έδαφος αυτό κινήθηκαν και οι χτεσινές δηλώσεις του υπουργού Οικονομικών στο πλαίσιο συνέντευξης που παραχώρησε στους ανταποκριτές ξένου Τύπου. Σε έντονα απολογητικό ύφος, επανέλαβε τη δέσμευση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ πως «θα κάνει ό,τι χρειάζεται για να ανακτήσει την αξιοπιστία που έχει χαθεί», να «χτίσει ξανά την αξιοπιστία της απέναντι στις αγορές, απέναντι στους Ευρωπαίους εταίρους». Δεσμεύτηκε επίσης ότι «από τώρα και μέχρι την κατάθεση του Προγράμματος Σταθερότητας τον Ιανουάριο, θα συνεχίσουμε να δίνουμε το στίγμα των προθέσεών μας, δηλαδή των μέτρων και των πολιτικών που θα μειώνουν σταδιακά δαπάνες και σπατάλες στο δημόσιο τομέα...».
Ολα επομένως είναι ανοιχτά, όλα τα μέτρα που εισηγούνται οι διάφοροι επαΐοντες είναι προς εξέταση, ακόμα και αυτό της βίαιης περικοπής των μισθών, που εφάρμοσε η ιρλανδική κυβέρνηση. Για μία ακόμη φορά κάλυψε αυτούς που κερδοσκοπούν με τα ομόλογα και τις μετοχές, περιοριζόμενος να αναφέρει ότι η κερδοσκοπία είναι κομμάτι της λειτουργίας των αγορών. Κάνοντας έμμεση αναφορά στις πιέσεις που ασκούνται από τα ξένα κεφάλαια, υποστήριξε ότι «δυστυχώς, η διεθνής οικονομία κινείται πολλές φορές με τρόπους και χρόνους διαφορετικούς από αυτούς που θα επιθυμούσαν οι κυβερνήσεις», για να δηλώσει όμως έτοιμος να προσαρμοστεί σε αυτή την κατάσταση. «Αυτό είναι μία πραγματικότητα, με την οποία πρέπει να ζήσουμε», επισήμανε. Σε άλλο σημείο της συνέντευξης ξεκαθάρισε ότι η κυβέρνηση, μπροστά στη διαμορφούμενη αυτή κατάσταση, δεν αναμένει να εκδηλωθεί η κοινωνική αλληλεγγύη... Ετσι, αφού χαρακτήρισε το νόμισμα του ευρώ ομπρέλα προστασίας της Ελλάδας, πρόσθεσε ότι «δεν περιμένουμε να έλθει κάποιος να μας σώσει, δεν περιμένουμε η συμμετοχή μας στην ΟΝΕ να είναι λύση για τα προβλήματα που έχουμε».

9/12/09

Κομμάτια και κόμματα...

Η κυρία Γιαννακά μιλώντας στην τηλεόραση (θαρρώ στον κ. Νίκο Χατζηνικολάου) είπε: «χθες γιορτάσαμε την επέτειο του φόνου του Αλέξη». Και για όποιον έμεινε άλαλος, η βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας επανέλαβε: «χθες γιορτάσαμε την επέτειο του φόνου του Αλέξη» -πάρ' τη στον γάμο σου να σου ντύσει νυφούλα τον καντηλανάφτη...
Αλλά την κυρία Γιαννακά υπερέβαλε ο κ. Καρατζαφέρης (ακράτητος τελευταίως στις καρατζαφεριές). Σχολιάζοντας τον τραυματισμό διαδηλώτριας από μπατσοφύλακα που την πήρε παραμάζωμα με το μηχανάκι του, ο Πρόεδρος του ΛΑΟΣ δήλωσε: «κι αφού είδε (σ.σ. η διαδηλώτρια) τη μοτοσυκλέτα να 'ρχεται καταπάνω της, γιατί δεν έκανε στην μπάντα;». Γίγαντας! θυμίζοντας μάλιστα ανάλογες απορίες άλλων μπατσοφυλάκων κατά το παρελθόν: «αφού είδαν τη σφαίρα να 'ρχεται καταπάνω τους, γιατί δεν έκαναν πιο 'κεί;» - και λέω μπατσοφυλάκων διότι όσοι υπηρετούν στα αστυνομικά σώματα κι έχουν τέτοια λογική, δεν είναι αστυνομικοί.
Ομως ακόμα και τον κυρ Καρατζαφέρη υπερέβαλε ο κ. Χρυσοχοΐδης, όστις διεπίστωσε ότι τα μπουκάλια μπύρας είναι ύποπτα διότι μπορούν να γίνουν μολότωφ!!!
* * *
Αμετροεπής και μεγαληγορικός ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη και Προαγωγής των Προσαγωγών -ων μες στο μυαλό του ουκ έστιν αριθμός- έχει πάρει τέτοια φόρα ώστε να περιφέρεται στα κανάλια και να δηλώνει ότι απέτρεψε μια «νέα Νύχτα των Κρυστάλλων»!! Θα μπορούσε κανείς να του αναγνωρίσει την Υβριν, αν δεν του αναγνώριζε το ακαταλόγιστο που η μέθη της υπεροψίας χαρίζει.
Πράγματι ο κ. Χρυσοχοΐδης είναι ένας συνεπής αντιδεξιός. Εκεί που παλιά η Δεξιά δίδασκε παντού κι όχι μόνον στα σχολεία το μάθημα της «Αγωγής του Πολίτη» τώρα ο κ. Χρυσοχοΐδης διδάσκει το διαδραστικό (ου μην κι ολιστικό) μάθημα της «(Προσ)αγωγής του Πολίτη».
Ευτυχώς όμως υπήρξαν και πιο νηφάλιες φωνές. Ο κ. Δήμου επί παραδείγματι σε πάνελ με τον κ. Πλεύρη στην εκπομπή των κυρίων Λυριτζή και Οικονόμου στη ΝΕΤ κριτικάρισε με κάποια κουρασμένη πικρία τους νέους που δεν έχουν ως πρότυπο κάποιον «ειρηνιστή» αλλά μόνον «ήρωες». Οπως ο Γκεβάρα, οι αντάρτες, οι επαναστάτες και οι δολοφόνοι - όλοι στον ίδιον παρονομαστή. Σοφόν.
Αλλωστε ο κ. Δήμου δεν παρέλειψε να εκφράσει την απαρέσκειά του προς τις επαναστάσεις που δεν πρόσφεραν στον κόσμο παρά τον βοναπαρτισμό η Γαλλική, τον σταλινισμό η Οκτωβριανή - όχι τα έθνη δεν γεννήθηκαν μέσα από επαναστάσεις (όπως η Αμερικανική), η βία ήταν περιττή (όταν ο Κρόμβελ αποκεφάλιζε τον βασιλιά), η Αγγλία αναπτύχθηκε μόνον μέσα από «Ενδοξες Επαναστάσεις»...
Αντίλογος;
Από ποιους;
Από πιτσιρικάδες που, όταν τους καλούν στα πάνελ, πέφτουν να τους φάνε (πρώτοι-πρώτοι οι δημοσιογραφικοί οικοδεσπότες τους) ή «δεν κάνουν διάλογο μαζί τους» όπως «αποστόμωσε» μαθήτρια πάλι σε πάνελ ο πίνω-τις-μπύρες-πριν-να-γίνουν-μολότωφ κ. Χρυσοχοΐδης;
Λίγη τσίπα με τα «έκτακτα μαθητοδικεία» που στήθηκαν αυτές τις ημέρες δεν υπάρχει;
Δεν είμαι απ' αυτούς που κολακεύουν τη νεολαία, αλλά δεν περιμένω από τα νέα παιδιά να βρουν τη λύση για τα προβλήματα που τους έχουν φορτώσει εκείνοι που χρειάζονται το 10% της νεολαίας για στελέχη και γκόλντεν μπόυς, πετώντας την υπόλοιπη στον Καιάδα των 700―, των STAGE, της ανεργίας και της απαξίωσης.
Ούτε πιστεύω ότι αν ένας νέος δεν έχει διαβάσει τον Τομ Σώγιερ και τον Χωκ Φιν τού αξίζει η κρεμάλα και η διά βίου ταπείνωση...
Φθάσαμε στο σημείο να ζητούν ορισμένοι μασκαράδες από τον κ. Νιώτη να απαρνηθεί τα παιδιά του! Φθάσαμε στο σημείο άλλοι ανεγκέφαλοι να σημειώνουν ότι πολλοί απ' τους νεαρούς διαδηλωτές είναι παιδιά «καλών οικογενειών» κι όχι παραπεταμένων προλετάριων - όπως θα όφειλαν να 'ναι οι καταραμένοι..!!
Θλίψη.
Που θα την οργανώσει η οργή...
ΣΤΑΘΗΣ Σ.

Εύγε!

Προσαγωγές υπόπτων -με βάση την εμφάνιση και τις πληροφορίες των χαφιέδων- γίνονται μόνο σε ολοκληρωτικά καθεστώτα...
Εισβολή σε νεανικά στέκια και κατασκευή ενόχων με βάση αστεία ευρήματα που χαρακτηρίζονται οπλοστάσιο, γίνονται μόνο από αντιδραστικές, παλαιοδεξιάς κοπής εξουσίες...

Επίκληση τρομακτικών γεγονότων του παρελθόντος («Νύχτα των Κρυστάλλων») για να δικαιολογηθεί το όργιο των προσαγωγών, δεν συνιστά απλώς ατυχή αναλογία, αλλά αποκαλύπτει ασυγχώρητη άγνοια, επηρμένη ελαφρότητα και επικίνδυνη -για τη Δημοκρατία- νοοτροπία ...
(...Κατά τα λοιπά, ο κ. Χρυσοχοΐδης, κορυφαία αράχνη στον συστημικό ιστό, θεωρείται πετυχημένος υπουργός) !


ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΡΙΑΝΤΗΣ

«Τάξη» χωρίς δημοκρατία;

Γράφει ο Γιώργος Δελαστίκ.

Συντονισμένη προσπάθεια καταβάλλει η κυβέρνηση να περάσει την άποψη ότι ο τρόπος με τον οποίο η πολιτική ηγεσία καθοδήγησε τη δράση της αστυνομίας εναντίον των διαδηλωτών κατά το τριήμερο των πάσης φύσεως εκδηλώσεων για τη συμπλήρωση ενός έτους από την εν ψυχρώ δολοφονία του 15χρονου Αλέξη από τον αδίστακτο και αμετανόητο αστυνομικό Κορκονέα, ήταν σωστός και αποτελεσματικός.
Δεν συμμεριζόμαστε καθόλου αυτήν την άποψη.
Αντιθέτως, ανησυχούμε εντονότατα από μια σειρά ενεργειών της αστυνομίας άκρως αμφιλεγόμενης δημοκρατικής νομιμότητας, οι οποίες υπηρετούσαν πρωτίστως τον τρέχοντα πολιτικό στόχο επίδειξης της διαφημιζόμενης τακτικής της «μηδενικής ανοχής», αλλά συνεπιφέρουν αρνητικές μακροπρόθεσμες συνέπειες στους τομείς των πολιτικών ελευθεριών και των δημοκρατικών δικαιωμάτων των πολιτών.
Αμφισβητήσιμη είναι επίσης η αποτελεσματικότητα των μεθόδων που ακολουθήθηκαν, αν εξεταστούν προσεκτικά τα γεγονότα.
Η δήλωση του κυβερνητικού εκπροσώπου «τι έγινε τέτοιες μέρες πέρυσι στην Αθήνα... και τι Αθήνα έχουμε σήμερα» αν δεν είναι απλώς προπαγανδιστική, προδίδει παντελή έλλειψη συνειδητοποίησης της κατάστασης, που ομολογουμένως μας τρομάζει.
Μα πέρυσι είχαμε μια κοινωνική έκρηξη της νεολαίας με τη συμμετοχή συνολικά εκατοντάδων χιλιάδων νέων και οι εκτεταμένες πράξεις βίας σημειώθηκαν στο πλαίσιο αυτής της εξέγερσης. Τι σχέση έχει η βία μιας κοινωνικής έκρηξης με τη φετινή αντιμετώπιση εκφυλιστικών πράξεων βίας από ομάδες αντιεξουσιαστών; Τα μεγέθη δεν είναι συγκρίσιμα.
Πέραν αυτού, ας δεχτούμε ότι η αστυνομία φέτος περιόρισε τα επεισόδια. Τι άλλο, όμως, έκανε; Πρώτον, εκατοντάδες προσαγωγές. Πάνω από 800 άτομα.
Το πρόβλημα έγκειται στο ότι οι προσαγωγές στη συντριπτική πλειοψηφία τους αφορούσαν όχι άτομα που διέπρατταν παράνομες πράξεις, αλλά νέους που οι αστυνομικοί υποψιάζονταν ότι ίσως είχαν την... πρόθεση να παρανομήσουν!
Αυτού του είδους οι προσαγωγές είναι απαράδεκτες και δεν επιτρέπεται να επαναληφθούν.
Κραυγαλέα είναι η υπόθεση του «Ρεσάλτο» στο Κερατσίνι, όπου το ίδιο το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Κερατσινίου κατήγγειλε «την επίθεση της αστυνομίας στον πολιτικό χώρο «Ρεσάλτο», ο οποίος λειτουργεί και δραστηριοποιείται στην πόλη με πολιτικές, πολιτιστικές, καλλιτεχνικές και άλλες εκδηλώσεις», όπως τονίζει στην ανακοίνωσή του.
«Το «Ρεσάλτο» δεν είναι γιάφκα, είναι καφενείο πολιτικών ιδεών όπου συχνάζουν παιδιά με πολιτικούς προβληματισμούς και ευαισθησίες», υπογράμμισε με δήλωσή του και ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Γρ. Νιώτης.
Εξαιρετικά επικίνδυνη είναι επίσης αυτή η τακτική των «Γκοτζαμάνηδων» αστυνομικών, με τις μηχανές που ορμούν εναντίον διαδηλωτών και πατούν όσους δεν προλαβαίνουν να κάνουν στην άκρη!
Γιατί δεν παραπέμφθηκε αυτεπάγγελτα για «απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση» ο αστυνομικός που τραυμάτισε σοβαρά με τη μηχανή του στην πλατεία Συντάγματος την 61χρονη διαδηλώτρια Αγγελική Κουτσουμπού, γνωστή αγωνίστρια του αντιδικτατορικού αγώνα, η οποία φυσικά ούτε σιδηρολοστούς κρατούσε ούτε κουκούλα φορούσε;
Το εννοεί σοβαρά ο κυβερνητικός εκπρόσωπος όταν λέει ότι «ο αστυνομικός κάλεσε ο ίδιος ασθενοφόρο, ζήτησε συγνώμη και νομίζω ότι έχει λήξει το θέμα εκεί»;
Δεν είναι καθόλου ασήμαντη η περίπτωση του μοτοσικλετιστή αστυνομικού πάλι στο Σύνταγμα, ο οποίος, για να διώξει επιθετικούς αντιεξουσιαστές, έβγαλε το περίστροφό του και το πρότεινε εναντίον τους.
Ενας αστυνομικός που πανικοβάλλεται τόσο ώστε να τραβήξει πιστόλι, απέχει απειροελάχιστα από το να τραβήξει και τη σκανδάλη. Το ότι δεν το έκανε, ήταν απλώς ευτυχής σύμπτωση. Δεν μπορούμε καθόλου να είμαστε σίγουροι ότι πάντα θα γίνεται έτσι.
ΔΙΑΠΑΙΔΑΓΩΓΗΣΗ:
Με γραμμή κατά του «εχθρού λαού»!
Αστυνομικοί που συλλαμβάνουν όποιον βλέπουν μπροστά τους. Αστυνομικοί που βάσει σχεδίου ορμούν με τις μοτοσικλέτες τους εναντίον των διαδηλωτών και τραυματίζουν όποιον δεν προλάβει να πεταχτεί στο πλάι.
Αστυνομικοί που τραβάνε πιστόλι. Αντιλαμβάνεται, άραγε, η κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου ότι με αυτήν την εκδοχή της «μηδενικής ανοχής» που εφάρμοσε διαπαιδαγωγεί την αστυνομία να θεωρεί αντίπαλό της κάθε διαδηλωτή;
Αντιλαμβάνεται ότι διολισθαίνει στην απαίσιας μνήμης διαπαιδαγώγηση των αστυνομικών βάσει της θεωρίας του «εχθρού λαού» που χαρακτήριζε τις πιο σκοτεινές εποχές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας; Οφείλει να αλλάξει πορεία στο θέμα αυτό. Τώρα, πριν είναι πολύ αργά.

Η οικονομική τρομοκρατία!

Ενα μπαράζ τρομοκρατικών δηλώσεων από κοινοτικούς και τραπεζικούς παράγοντες, παράλληλα με όμοια δημοσιεύματα και με την υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας από διεθνείς οίκους, έχει προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στην οικονομία της χώρας! Ενισχύεται αυτή η τρομοκρατική επίθεση από τους γραφειοκρατικούς παράγοντες των Βρυξελλών, για να πιεστεί η ελληνική κυβέρνηση να λάβει μέτρα αντιπληθωριστικού χαρακτήρα σε περίοδο ύφεσης (!), δηλαδή να περικόψει δαπάνες και μάλιστα κοινωνικές, να αυξήσει τους φόρους και μάλιστα έμμεσους και να αναμορφώσει το ασφαλιστικό σύστημα με το σάρωμα δικαιωμάτων. Πρόκειται για μια πολιτική αποδόμηση του κοινωνικού κράτους. Μια πολιτική κοινωνικής αναλγησίας, που ενδιαφέρεται για τους αριθμούς και τους δείκτες και όχι για τον άνθρωπο.
Συνεχίζεται το μπαράζ των αρνητικών δημοσιευμάτων στον διεθνή Τύπο , αντανακλώντας το αρνητικό κλίμα που επικρατεί σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες έναντι της Ελλάδος και της ανησυχίας για τις επιπτώσεις που θα έχει στο κοινό νόμισμα μια ενδεχόμενη αδυναμία εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Χθες, στην ηλεκτρονική έκδοση του γερμανικού περιοδικού Spiegel δημοσιεύθηκε ένα μακροσκελές άρθρο, στο οποίο το ελληνικό δημόσιο χρέος χαρακτηρίζεται ωρολογιακή βόμβα του ευρώ. Ταυτόχρονα ασφυκτική πίεση προς την ελληνική κυβέρνηση να πάρει άμεσα σκληρά μέτρα για τη μείωση του ελλείμματος ασκούν οι «αγορές». Προχθές, ο διεθνής οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Fitch υποβάθμισε -για δεύτερη φορά μετά τις εκλογές- την ελληνική οικονομία, προκαλώντας εκτίναξη των spreads των 10ετών ομολόγων έως τις 230 μονάδες βάσης και μεγάλες ρευστοποιήσεις στις τραπεζικές μετοχές με αποτέλεσμα το Χ.Α. να κλείσει με απώλειες 6,04%. Οι μετοχές των τραπεζών βρέθηκαν στη δίνη του κυκλώνα μετά την υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας από τον οίκο Fitch και την αναθεώρηση προς τα κάτω της αξιολόγησης της Εθνικής Τράπεζας, της Eurobank, της Alpha Bank, της Πειραιώς και της Αγροτικής. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο δείκτης των τραπεζικών μετοχών υποχώρησε σε ποσοστό 8,79% έναντι απωλειών 6,04% του Γενικού Δείκτη του Χ. Α.
Der Spiegel: «Ωρολογιακή βόμβα το ελληνικό χρέος για το ευρώ»!
Την προειδοποίηση ότι το ελληνικό χρέος αποτελεί απειλή για το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα απηύθυνε χθες με τον πλέον απερίφραστο τρόπο το περιοδικό Der Spiegel. Χαρακτηρίζοντάς το «ωρολογιακή βόμβα για το ευρώ», ο συντάκτης του άρθρου εκτιμά ότι ο κίνδυνος για την Ελλάδα είναι μεγαλύτερος από ποτέ.
Από τον επικεφαλής της Deutsche Bank Γιόζεφ Ακερμαν που δηλώνει απερίφραστα ότι η Ελλάδα είναι το «προβληματικό παιδί» της Ευρωζώνης μέχρι την εκτόξευση των ασφαλίστρων κινδύνου για τα ελληνικά ομόλογα και τη διαβόητη δήλωση «το παιχνίδι τελείωσε» που έκανε ο πρόεδρος του Eurogroup Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ, αναφερόμενος στον διπλασιασμό του ελλείμματος, το άρθρο ανατρέχει σε όλες τις ενδείξεις της ελληνικής ασθένειας. Παραθέτει επίσης δηλώσεις ανώνυμων κυβερνητικών αξιωματούχων της Γερμανίας, που εκτιμούν ότι «το ελληνικό πρόβλημα θα είναι μία τοξική δοκιμή για τη νομισματική ένωση».
Εκτιμώντας ότι το δημόσιο χρέος της χώρας «θα είναι δύσκολο αν όχι και αδύνατο να αποπληρωθεί», σημειώνει ότι αν οι επενδυτές χάσουν την εμπιστοσύνη τους στα ελληνικά ομόλογα, η κατάρρευση θα μπορούσε να έρθει ακόμη και το επόμενο έτος.
Τα τέσσερα χρόνια περιθώριο που ζητά ο κ. Παπακωνσταντίνου για τη μείωση του ελλείμματος, σημειώνει το περιοδικό, σημαίνουν ότι το δημόσιο χρέος θα εκτοξευθεί στο 150% του ΑΕΠ. Η εξυπηρέτηση αυτού του χρέους, προσθέτει, ακόμη και με τα τρέχοντα επιτόκια του 5%, θα απαιτεί το ένα τρίτο των κρατικών δαπανών.
Υποβάθμιση-σοκ από τη Fitch: Δεύτερη σε δύο μήνες!
Σε νέα υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας μέσα σε λιγότερο από 50 μέρες (η προηγούμενη ήταν στις 22 Οκτωβρίου) προχώρησε χθες ο διεθνής οίκος αξιολόγησης Fitch Ratings. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά, σύμφωνα με τον οίκο, τις ανησυχίες σχετικά με τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές των δημοσίων οικονομικών της χώρας, δεδομένης της αδύναμης αξιοπιστίας των δημοσιονομικών θεσμών και του πλαισίου πολιτικών στην Ελλάδα. Το χειρότερο απ' όλα, όμως, είναι ότι ο ξένος οίκος θεωρεί πως οι προοπτικές της χώρας είναι αρνητικές, στέλνοντας το μήνυμα ότι αν δεν ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα, θα προχωρήσει και σε περαιτέρω υποβάθμιση της χώρας.
Η κίνηση της Fitch προκάλεσε αναστάτωση στην ελληνική αγορά ομολόγων, καθώς για πρώτη φορά στα τελευταία 10 χρόνια η Ελλάδα βαθμολογείται σε χαμηλότερο του «Α» κλιμάκιο, ενώ είναι και η μοναδική χώρα της Ευρωζώνης που αξιολογείται στην κατηγορία «Β».
Την ώρα που η Fitch ανακοίνωνε ότι η βαθμολογία της Ελλάδας είναι πλέον «ΒΒΒ+», αντί «Α», η διαφορά απόδοσης (spread) του ελληνικού 10ετούς ομολόγου με το αντίστοιχο γερμανικό εκτοξευόταν έως και τις 230 μονάδες βάσης από 203 μονάδες που ήταν προχθές. Ακόμα μεγαλύτερη είναι η άνοδος των spreads στους 3ετείς και 5ετείς τίλους (59 μονάδες και 56 μονάδες αντίστοιχα) που έφτασαν χθες στις 190 μονάδες για την τριετία και στις 229 μονάδες για την πενταετία.
H Fitch προβλέπει ότι το δημόσιο χρέος της χώρας θα φτάσει κοντά στο 130% του ΑΕΠ προτού σταθεροποιηθεί και επισημαίνει ότι «λαμβάνοντας υπ' όψιν το φτωχό ιστορικό στη διαχείριση των δημοσίων οικονομικών της Ελλάδας, δεν είμαστε πεπεισμένοι πως η ουσιαστική μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού ή άλλα μέτρα απαραίτητα να περιορίσουν τις πιέσεις στις δημόσιες δαπάνες και να διευρύνουν τη φορολογική βάση θα καταστούν επαρκή για τη μείωση του χρέους σε μεσοπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο ορίζοντα, ενισχύοντας την ευαισθησία της χώρας σε μελλοντικούς κινδύνους».
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΠΑΡΕΣΥΡΕ ΕΥΡΩ ΚΑΙ... WALL SΤRΕΕΤ:
«Βουτιά» 6,04% στον γενικό δείκτη του ΧΑ
Ρίγη τρόμου στο Χ.Α., στα υπόλοιπα χρηματιστήρια του πλανήτη και στην αγορά συναλλάγματος προκάλεσε το «χαστούκι» της Fitch στην Ελλάδα, την οποία το γερμανικό περιοδικό «Spiegel» αποκάλεσε χθες «ωρολογιακή βόμβα» για το ευρώ.
Το κλίμα στους «ναούς του χρήματος» ένθεν κακείθεν του Ατλαντικού επιβαρύνθηκε και από τις υποβαθμίσεις των αξιολογήσεων έξι κρατικών επιχειρήσεων του Ντουμπάι από τη Moodys και τις προειδοποιήσεις που απηύθυνε ο ίδιος οίκος σε Βρετανία και ΗΠΑ.
Η σημαντική επιδείνωση της δημοσιονομικής κατάστασης και των αναπτυξιακών προοπτικών της ελληνικής οικονομίας, που αποτυπώνεται στη χθεσινή υποβάθμιση της ελληνικής οικονομίας, προκάλεσε μαζικό κύμα ρευστοποιήσεων στο ελληνικό Χρηματιστήριο, με τον Γενικό Δείκτη να κατακρημνίζεται 6,04% και ειδικά τον τραπεζικό κλάδο να καταγράφει βαριές απώλειες της τάξης του 8,94%.
Ταυτόχρονα «τορπίλισε» το ευρώ που από το επίπεδο των 1,4866 δολαρίων έναντι του αμερικανικού νομίσματος γκρεμίστηκε στα 1,4752 δολάρια, προκαλώντας αναταραχή στις αγορές της Ευρώπης που διεύρυναν τις απώλειες. Το ντόμινο των παρενεργειών συνεχίστηκε και στη Γουόλ Στριτ, καθώς η απότομη άνοδος του δολαρίου έπληξε τον Ντάου Τζόουνς και ιδιαίτερα τις μετοχές των εμπορευμάτων.
Εν τω μεταξύ, η Moodys ανακοίνωσε χθες ότι η υψηλή αξιολόγηση «ΑΑΑ», τόσο της βρετανικής όσο και της αμερικανικής οικονομίας, δεν είναι και τόσο «ισχυρή», εξαιτίας των υψηλών χρεών των δύο χωρών.
Συγκεκριμένα, ο οίκος ανέφερε ότι οι δύο αυτές πανίσχυρες οικονομίες θα μπορούσαν «να δοκιμάσουν τα όρια» των αξιολογήσεων ΑΑΑ.
Αντίθετα, οι αντίστοιχες αξιολογήσεις («ΑΑΑ») Γαλλίας, Γερμανίας και Καναδά δεν διατρέχουν κίνδυνο, μια και «η δημοσιονομική τους εικόνα δεν είναι τόσο δραματική ώστε να ενέχει αυτόν τον φόβο».
Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι ακόμη και οι αξιολογήσεις ΑΑΑ χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: ακλόνητες, ανθεκτικές και ευάλωτες. Η Γαλλία και η Γερμανία απολαμβάνουν «ακλόνητο» ΑΑΑ, αλλά οι ΗΠΑ και η Βρετανία έχουν διολισθήσει σε κατάσταση που δοκιμάζει τις αντοχές τους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, το χρέος της Βρετανίας θα διαμορφωθεί το 2010 από το 75,3% φέτος, στο 89,3% του ΑΕΠ και των ΗΠΑ από το 87,4% στο 97,5%.
ΣΤΙΣ 232 ΜΟΝΑΔΕΣ ΑΠΟ 203:
Στα ύψη... πέταξε το spread!
«Πύραυλος» έγινε χθες το spread των ελληνικών ομολόγων έναντι των γερμανικών bunds αμέσως μετά την ανακοίνωση της Fitch ότι υποβαθμίζει την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας.
Συγκεκριμένα, εκτινάχθηκε έως και τις 232 μονάδες βάσης έναντι 203 μονάδων τη Δευτέρα. Στελέχη των dealing rooms δεν αποκλείουν να φθάσει έως τις 250 μονάδες βάσης, ενώ κάποιοι πιο απαισιόδοξοι θεωρούν ότι θα κινηθεί προς το επίπεδο των 300 μονάδων βάσης.
Ακόμα μεγαλύτερη ήταν η άνοδος του spread στους 3ετείς και 5ετείς τίτλους (59 μονάδες και 56 μονάδες αντίστοιχα), που έφτασε χθες στις 190 μονάδες για την τριετία και στις 229 μονάδες για την πενταετία.
Στα ύψη... πέταξαν και τα 5ετή ασφάλιστρα κινδύνου (CDS). Τα credit default swaps έπιασαν τις 211 μονάδες βάσης έναντι 190,6 μονάδων την προηγούμενη μέρα, που αποτελεί το υψηλότερο επίπεδο από τον περασμένο Μάρτιο.
Στις αγορές επικρατεί ανησυχία ότι ανάλογα προβλήματα με την Ελλάδα πιθανόν να εμφανίσουν και άλλες χώρες στην Ευρωζώνη, που πλήττονται ιδιαίτερα από την κρίση, ενώ αναλυτές δηλώνουν ότι η πορεία του spread θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την τάση στο ελληνικό χρηματιστήριο και τις τραπεζικές μετοχές.
Οι πιθανές υποβαθμίσεις «παίζονται» στις τιμές των ομολόγων, σχολίασε ο κ. Κων/νος Μπούκας, υπεύθυνος Asset Management στην Beta Securities, ενώ αναλυτής της RBS δήλωσε στο πρακτορείο Dow Jones Newswires πως «υπάρχει λίγη δυναμική στο εσωτερικό της Ελλάδας για την αντιμετώπιση των αυξανόμενων αδυναμιών των δημόσιων οικονομικών».
Η Commerzbank εκτιμά από την πλευρά της πως τα ελληνικά ομόλογα θα υποαποδώσουν έναντι των γερμανικών bunds τουλάχιστον μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου.

8/12/09

Να σώσουμε την Σαράνταινα!


Το νοτιότερο δάσος Οξυάς στην Ευρώπη πρέπει άμεσα να προστατευθεί!

Θέα από το Βελούχι...


...προς την Καλιακούδα, και τα Κραβαρίτικα βουνά!
(διακρίνονται η Κοκκινιά, η Τσεκούρα, το Τσακαλάκι, ο Αρδίνης...)

Η …αβάσταχτη χλιδή μιας οικολογικής Συνόδου!

Συνόδος κορυφής του ΟΗΕ για το κλίμα στην Κοπεγχάγη...

Του Παναγιώτη Γκρουμούτη.

1200 λιμουζίνες. Και ... ουχί υβριδικές! Τόσες πολλές που τα γραφεία ενοικιάσεως αυτοκινήτων της Δανίας κάνουν ειδικές εισαγωγές πολυτελών ΙΧ από τη Γερμανία και τη Σουηδία, απλά και μόνο γιατί τα «εγχώρια» δεν επαρκούν για να καλύψουν τη ζήτηση!
140 ιδιωτικά λίαρ τζετ. Προφανέστατα διόλου «πράσινα» και φιλικά προς το περιβάλλον!
15.000 μέλη αντιπροσωπειών, πάνω από 5000 δημοσιογράφοι και 98 ηγέτες χωρών με τη συνοδεία τους.
Πρόβλεψη για περίπου 4000 διαφορετικές – εξτρά – περιπολίες ανδρών των δυνάμεων ασφαλείας, αλλά και εφημερίες νοσηλευτικού και ιατρικού προσωπικού. Συν τις εκατοντάδες εξτρά διαδρομές των οχημάτων ασφαλείας (περιπολικά, ασθενοφόρα, κτλ), συν τις δεκάδες χιλιάδες εξτρά διαδρομές των μέσων μεταφοράς και των ταξί.
11 ημέρες, κατά τη διάρκεια των οποίων οι αρχές και οι ειδικοί υπολογίζουν πως στην πρωτεύουσα της Δανίας όλοι όσοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα συμμετάσχουν στην περίφημη Σύνοδο για το Κλίμα θα παράξουν τόσο διοξείδιο του άνθρακα και θα καταναλώσουν τόση ενέργεια όση η βρετανική πόλη του Middlesbrough το ίδιο διάστημα!
Για να μην ξεχνιόμαστε όλα τα διαθέσιμα δωμάτια ξενοδοχείων στην πρωτεύουσα της Δανίας και σε κοντινές αποστάσεις έχουν προ πολλού κλειστεί και μάλιστα οι τιμές είναι αναλόγως προσαρμοσμένες στην περίσταση με τις κακές γλώσσες να λένε πως η μέση τιμή για ένα δίκλινο αγγίζει τα 750 ευρώ. Ημερησίως !!!
Και επίσης για να μην ξεχνιόμαστε, μπορεί στη Σύνοδο να λάμψουν οι απαστράπτουσες λιμουζίνες, πιο πολύ θα λάμψουν όμως – δια της απουσίας τους – τα περιβόητα υβριδικά, πράσινα, ή όπως αλλιώς θέλετε να τα πείτε οχήματα. Επισήμως τα τοπικά γραφεία ενοικιάσεως κάνουν λόγο για πέντε (5) οχήματα τέτοιου τύπου που έχουν μέχρι στιγμής ενοικιασθεί και για «μερικές δεκάδες» υβριδικά κρατικά οχήματα που θα κυκλοφορούν.
Μην ρωτήσετε γιατί, η απάντηση δεν θα σας αρέσει.
Όπως λέει η κυρία Majken Friss Jorgensen, διευθύντρια της μεγαλύτερης εταιρίας ενοικιάσεως πολυτελών αυτοκινήτων στην Κοπεγχάγη, τέτοιου τύπου οχήματα δεν υπάρχουν στη Δανία αφού η φορολόγησή τους είναι μακράν η μεγαλύτερη του είδους ανάμεσα σε όλες τις χώρες του δυτικού κόσμου ...
Με γεια τη Σύνοδο !!!

ΥΓ) Ελληνική απόβαση στην Κοπεγχάγη για το κλίμα...
Της Μαριάννας Τζάννε.
Με τη συμμετοχή του Πρωθυπουργού κ. Γιώργου Παπανδρέου, της υπουργού Περιβάλλοντος κυρίας Τίνας Μπιρμπίλη, του υφυπουργού Εξωτερικών κ. Σπύρου Κουβέλη, κουστωδίας 11 βουλευτών και ευρωβουλευτών και περίπου 25 εκπροσώπων περιβαλλοντικών οργανώσεων συγκροτείται η σύνθεση της ελληνικής αποστολής που θα συμμετάσχει στις εργασίες της Διάσκεψης Κορυφής για την κλιματική αλλαγή στην Κοπεγχάγη που ξεκινούν σήμερα 7 Δεκεμβρίου και θα ολοκληρωθούν στις 18 του μήνα.
Στην Κοπεγχάγη θα εκπροσωπηθούν όλα τα κόμματα του κοινοβουλίου. Συνολικά τα μέλη της ελληνικής αποστολής υπολογίζεται να ξεπεράσουν τα 60 (!) αποτελώντας μία από τις ισχυρότερες αντιπροσωπείες στην χώρα του βορρά όπου θα συναντηθούν οι εκπρόσωποι 192 χωρών με ένα και μοναδικό στόχο: να συγκρατήσουν την άνοδο της θερμοκρασίας του πλανήτη κάτω από τους 2 βαθμούς ως το 2050 και να βάλλουν τις βάσεις για μια νέα παγκόσμια συμφωνία που θα αντικαταστήσει το Πρωτόκολλο του Κιότο που λήγει στο τέλος του 2012.
Παρά το γεγονός ότι οι διαφορές μεταξύ των χωρών παραμένουν αγεφύρωτες με αποτέλεσμα να τορπιλίζεται η συμφωνία πριν ακόμα ξεκινήσουν οι εργασίες της Συνόδου, τα μέλη της ελληνικής αποστολής φεύγουν έχοντας στις αποσκευές τους την αισιοδοξία ότι στην Δανία θα υπάρξει η πολιτική συμφωνία που θα αποτελέσει τον μπούσουλα για μια νομικά δεσμευτική διακήρυξη με συγκεκριμένες υποχρεώσεις για κάθε χώρα. Όλα δείχνουν ότι για αυτή τη διακήρυξη θα χρειαστεί να διαπραγματευτούμε και μετά την Σύνοδο της Κοπεγχάγης, πράγμα που σημαίνει ότι οι πιέσεις δεν θα σταματήσουν στις 18 του μήνα!
Ποιος θα πληρώσει το μάρμαρο;

Στουρνάρα Eυρυτανίας.

''Δολιανά''.

Η άγρια Ευρυτανική ομορφιά σε όλο της το μεγαλείο.Το χωριό Δολιανά ή Στουρνάρα της Καλιακούδας ανήκει στο Δήμο Δομνίστας. Τα Δολιανά βρίσκονται στα ριζά της Καλιακούδας, και σχεδόν κρέμονται πάνω από τον Κρικελλοπόταμο.

7/12/09

Τρομάζει το φάντασμα του Δεκέμβρη.

Γράφει ο Γιώργος Δελαστίκ.

Δίχασε βαθιά την Ελλάδα η βίαιη κοινωνική έκρηξη της νεολαίας τον περσινό δραματικό Δεκέμβρη. Τρόμαξε με την ένταση και το εύρος της. Κι ενώ όλοι θρήνησαν τον Αλέξη, πάγωσε το αίμα στις φλέβες τους όταν είδαν πόση πυρακτωμένη οργή απελευθέρωνε στη νεολαία η δολοφονία του από τον αδίστακτο και αμετανόητο αστυνομικό. Κανένα κόμμα δεν θέλησε να διεκδικήσει την πολιτική κληρονομιά εκείνης της κοινωνικής πυρκαγιάς. ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, ΛΑΟΣ δεν θέλουν ούτε να ακούσουν κάτι τέτοιο.
Κι ο ΣΥΡΙΖΑ, που αποπειράθηκε να έρθει σε επαφή εκείνον τον αξέχαστο Δεκέμβρη, κυριολεκτικά «κάηκε» πολιτικά. Κάρβουνο έγινε ο οποιοσδήποτε ριζοσπαστισμός του, καθώς πυροδοτήθηκαν διεργασίες που έδωσαν ταχύτατα την πολιτική ηγεμονία στη δεξιά του πτέρυγα. Η κυβέρνηση της ΝΔ πλήρωσε ακριβά. «Το τέλος της εποχής Καραμανλή» ... «Τα πάντα δείχνουν πως η εποχή Καραμανλή πλησιάζει αμετάκλητα προς το τέλος της, μόλις έναν χρόνο μετά την άνετη εκλογική νίκη της ΝΔ επί του ΠΑΣΟΚ», γράφαμε τότε.
Οι Ελληνες πολιτικοί γενικά δεν κατάλαβαν τίποτα σχεδόν από τον περσινό Δεκέμβρη. Το μόνο που τους ένοιαζε φέτος ήταν η αντιμετώπιση των αναμενόμενων επεισοδίων. Στο μυαλό τους ήταν εξαιρετικά δύσκολη η διάκριση ανάμεσα στη βία μιας κοινωνικής έκρηξης και στο εκφυλιστικό «μπάχαλο» μιας επετείου.
Φωτεινή εξαίρεση, έτη φωτός μπροστά από τους πολιτικούς, και πάλι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κάρολος Παπούλιας. Βαθύτατα πολιτική και επί της ουσίας η δήλωσή του. «Εκφράζω ακόμη μία φορά την πίστη μου και τις ενοχές μου απέναντι στη νέα γενιά, στην οποία χρωστάμε την εξασφάλιση μιας δικαιότερης κοινωνίας», τόνισε και προειδοποίησε: «Η δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου δεν ήταν μόνο μια απεχθής πράξη. Ηταν ένα δίδαγμα για όλους μας, πού μπορεί να οδηγήσει η αυθαιρεσία. Δεν ξεχνιέται και δεν μικραίνουν οι διαστάσεις της στο υποσυνείδητο της κοινωνίας και ιδιαίτερα της νεολαίας».
Ο Δεκέμβρης του 2008 υπερέβη κατά πολύ τα όρια της μικρής Ελλάδας. Οι πολιτικοί ηγέτες έχουν φέρει τη χώρα μας στην ουρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης των «15», αλλά οι εξεγερμένοι νεαροί του περσινού Δεκέμβρη την εκτόξευσαν στην κοινωνική πρωτοπορία του μέλλοντος της Ευρώπης - και όχι μόνο.
«Στις φλόγες μπροστά από τη Βουλή ήταν πυρακτωμένο το μίσος μιας ολόκληρης γενιάς», έγραφε η γερμανική «Ντι Τσάιτ», εφημερίδα της σοσιαλδημοκρατικής διανόησης. Και συνέχιζε: «Η Ελλάδα δεν βιώνει κάποια εξέγερση των κολασμένων, αλλά τον ξεσηκωμό των κάποτε καλά προστατευμένων που σήμερα βρίσκονται μπροστά στο τίποτα. Αυτό είναι ένα πολύ σύγχρονο, πολύ ευρωπαϊκό φαινόμενο». Συγκλονιστικό ήταν το κύριο άρθρο του δεξιού γαλλικού περιοδικού «Εξπρές», που υπέγραφε ο διευθυντής του, Κριστόφ Μπαρμπιέ: «Ενα φάντασμα γενικευμένης εξέγερσης της ευρωπαϊκής νεολαίας σαν ένα άρωμα άνοιξης των λαών αιωρείται σήμερα μετά τις βιαιότητες της Αθήνας... Αυτή η γενιά των 700 ευρώ υπερδιπλωματούχος και υποαμειβόμενη γι αυτό που κάνει, η οποία έχει την εντύπωση ότι χάνει τη ζωή της για να κερδίσει τα προς το ζην, δεν θα αφεθεί να θυσιαστεί χωρίς αλλεπάλληλες εξεγέρσεις»! Δεξιό, επαναλαμβάνουμε, είναι το γαλλικό περιοδικό που τα έγραφε αυτά.
Πληθώρα και οι δηλώσεις Ευρωπαίων πολιτικών για τον ελληνικό Δεκέμβρη. Μαζί με αυτούς από μακριά, πολύ μακριά, πέρα από τον ωκεανό, από τις ζούγκλες της επαρχίας Τσιάπας του Μεξικού, ήρθε και το μήνυμα του θρυλικού σουμπκομαντάντε Μάρκος των Ζαπατίστας: «Εξεγερμένη Ελλάδα. Εμείς, οι πιο μικροί, σε χαιρετάμε απ αυτήν τη γωνιά του κόσμου. Δέξου τον σεβασμό μας και τον θαυμασμό μας γι αυτό που σκέπτεσαι και κάνεις. Από μακριά μαθαίνουμε για σένα. Ευχαριστούμε», έλεγε.
Κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει τις βίαιες πράξεις καταστροφών που συνόδευσαν τον Δεκέμβρη - άλλωστε αυτές τράβηξαν την παγκόσμια προσοχή και γι αυτό θυμούνται και φοβούνται τον Δεκέμβρη οι περισσότεροι. Οσοι όμως εστιάζουν την προσοχή τους μόνο σε αυτές, δεν έχουν αντιληφθεί τίποτα από το εκρηκτικό κοινωνικό υπόστρωμα που πρόσεξε όλος ο υπόλοιπος κόσμος.
ΑΒΟΛΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ: Ανυπακοή και συγκρούσεις!
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα περσινά δραματικά στο μεγαλείο τους γεγονότα αποτελούν το σημαντικότερο εξεγερσιακό γεγονός της μεταπολίτευσης. Σφράγισαν ανεξίτηλα τις συνειδήσεις μιας ολόκληρης γενιάς όσο κι αν πολλοί προσπαθούν να τα απωθήσουν στη λήθη. Αυτό είναι αδύνατον.
Οπως αδύνατη είναι και η οικειοποίησή τους από οποιοδήποτε κόμμα. Δεν υπήρχαν αιτήματα, δεν υπήρξε σύγκλιση κάποιων κοινωνικών κινημάτων. Υπήρξαν μόνο οργή, απόρριψη της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων, απαίτηση των νέων να επιβάλουν, επιτέλους, το δικαίωμά τους να έχουν φωνή και δικαιώματα.
Η γενικευμένη τάση ανυπακοής των εξεγερμένων πέρυσι απέδειξε ότι οι κοινωνικές εκρήξεις με τη μορφή συγκρούσεων κάθε άλλο παρά ανήκουν στο παρελθόν.

6/12/09

Βελούχι μου περήφανο, κι Οξυά ζωγραφισμένη...

ΝΑ ΣΩΣΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΡΘΕΝΑ ΒΟΥΝΑ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΟΕΡΓΟΛΑΒΩΝ!

Βίνιανη.


Χτισμένη σε υψόμετρο 620 μ., η παλιά Βίνιανη με τα όμορφα δίπατα σπίτια, ήταν τα χρόνια της Εθνικής αντίστασης, η έδρα της " Κυβέρνησης του Βουνού" - Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (Π.Ε.Ε.Α). Το Μάη, κάθε χρονιάς, γίνονται στο παλιό πέτρινο σχολείο του οικισμού εορταστικές εκδηλώσεις από τον δήμο Βίνιανης για να τιμηθεί το ιστορικό εκείνο γεγονός. Σήμερα μένουν εδώ πολύ λίγοι κάτοικοι, αφού λόγω "κατολισθήσεων" το παλιό πετρόχτιστο χωριό μεταφέρθηκε σε νέο οικισμό, στη θέση "λιβάδια". Ως κοινότητα, η Βίνιανη, αναγνωρίστηκε αρχικά με το Β.Δ. 31-8-1912 (ΦΕΚ. Α/216). Απέχουν από το Καρπενήσι η Νέα Βίνιανη 31 χλμ. και η Παλιά Βίνιανη 38 χλμ. Στον λόφο του Άι Γιώργη, υπάρχουν λείψανα αρχαίου φρουρίου, ενώ κοντά στο νεκροταφείο του χωριού, έχουν βρεθεί από τους κατοίκους θραύσματα αρχαίων αντικειμένων. Κοντά στο χωριό, στον Ταυρωπό, υπάρχει ένα παλιό όμορφο πέτρινο γεφύρι. Λίγο μετά ξεκινά το φαράγγι της περιοχής. Η μεγαλοπρέπεια και η ομορφιά του προκαλούν ορειβάτες και οδοιπόρους.

Μονή Κηπίνας.

Ο κήπος των μοναχών.
Χτισμένη μέσα σε βράχο στα Τζουμέρκα όρη η εντυπωσιακή κατασκευή της μονής προκαλεί δέος… Το όνομα της κατά την παράδοση προήλθε από τους κήπους που καλλιεργούσαν οι μοναχοί της μονής και είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Κατά τον Σεραφείμ Βυζάντιο το μοναστήρι χτίστηκε το 1212 από κάποιον αρχιεπίσκοπο Γρηγόριο.
Οι θρησκευτικές αναπαραστάσεις.
Οι τοιχογραφίες που στολίζουν το εσωτερικό της μονής από τον 18ο αιώνα αναπαριστούν διάφορα θέματα: Ο Χριστός Παντοκράτορας, η Θεοτόκος, οι Άγιοι και πολλές σκηνές από το Ευαγγέλιο.
Η κρυψώνα.
Μέσα στην μονή υπάρχει μια μυστική πόρτα που οδηγεί σε κρύπτη. Κατά την περίοδο της εθνικής αντίστασης αποτελούσε κρησφύγετο των αντιστασιακών. Στον πρόναο του καθολικού αριστερά βρίσκεται μια βαθιά σκοτεινή σπηλιά. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας, κατέφευγαν εκεί για ασφάλεια οι κάτοικοι των γειτονικών χωριών. Το σπήλαιο έχει μήκος 240 μ. και εξερευνήθηκε το 1956 από τη σπηλαιολόγο Άννα Πετροχείλου, δεν είναι όμως επισκέψιμο .
Τα κελιά.
Τέσσερα κελιά στο σύνολό τους φιλοξενούσαν τους μοναχούς που ζούσαν εδώ κατά το παρελθόν. Σήμερα προσφέρονται για διανυκτέρευση των επισκεπτών.
Η κρεμαστή γέφυρα.
Το μονοπάτι που οδηγεί στο μοναστήρι είναι λαξεμένο στην πλαγιά του βράχου. Η κρεμαστή γέφυρα πριν από την είσοδο στην μονή ήταν και παραμένει κινητή. Όταν αυτή σηκώνεται δημιουργεί κενό 4 μέτρων στο γκρεμό και προφύλαγε το μοναστήρι από επίδοξους επιδρομείς.
Πρόσβαση.
Η μονή Κηπίνας βρίσκεται κοντά στο χωριό Καλαρρύτες. Είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά μοναστήρια της Ηπείρου καθώς είναι σκαρφαλωμένο στο κοίλωμα ενός ψηλού κατακόρυφου βράχου. Ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος φθάνει ως τη βάση του βράχου και από εκεί ένα μονοπάτι σκαλισμένο στο βράχο και μια ξύλινη γέφυρα, οδηγούν στο μοναστήρι.

Αθαμανία (Μουτσιάρα) Ασπροποτάμου.

Η Αθαμανία βρίσκεται σε υψόμετρο 900 μ. στη σκιά του υψηλότερου όρους των Τζουμέρκων και όλης της νότιας Πίνδου καθώς και ένατο υψηλότερο της Ελλάδας, τη Κακαρδίτσα (2429 μ.). Επι τουρκοκρατίας της δόθηκε το όνομα Μουτσιάρα που σημαίνει πολύ νερό. Το σημερινό της όνομα προέρχεται από την αρχαία Αθαμανία που κατά την αρχαιότητα περιελάμβανε τα γύρω μέρη. Στα νοτιοανατολικά του χωριού υπάρχει η κορυφή Περτούσα με την "Δρακότρυπα" που τη διαπερνά. Περιβάλεται επίσης από τις κορυφές Διακόπια και Κράλη. Το χωριό είναι χωρισμένο σε δυο μαχαλάδες λόγω του ρέματος που το διασχίζει και έπειτα χύνεται στο μουτσιαρίτικο ρέμα, έναν από τους παραποτάμους του Αχελώου.
Παρότι το χειμώνα σχεδόν ερημώνει, το καλοκαίρι οι κάτοικοι της της Αθαμανίας φτάνουν τις 800 ψυχές. Το πανηγύρι του χωριού γίνεται στις 26 Ιουλίου της Αγίας Παρασκευής. Μεταξύ άλλων εκδηλώσεων που παραγματοποιούνται το καλοκαίρι ξεχωρίζει η γιορτή του Προφήτη Ηλία με τους κατοίκους να μοιράζονται ντόπιο ψητό κρέας και άλλα τοπικά εδέσματα. Το πρώτο σαββατοκύριακο του αυγούστου ο πολιτιστικός σύλλογος διοργανώνει γλέντι στην πλατεία. Οι Αθαμάνες καλοσορίζουν το καλοκαίρι με χορούς και εκδήλώσεις την ημέρα των 12 Αποστόλων και το αποχαιρετούν στις 29 αυγούστου, της αποτομής του Ιωάννη του Προδρόμου με χορους, φασολάδα και μπλιγούρι με ντόπιο κρέας.
Η σπουδαιότερη εκκλησία η οποία βρίσκεται στο κέντρο του χωριού είναι η Αγία Παρασκευή η οποία είχε κάποτε αρκετούς μοναχούς και 12 κελιά. Άλλα χρηστιανικά μνημεία είναι η μεταμόρφωση του Σωτήρος, ο ναός του Αγίου Αθανασίου στον οποίο σώζονται παλιές τοιχογραφίες καθώς και τα ξωκλήσια των 12 Αποστόλων, του Αι Γιάννη και του Προφήτη Ηλία.
Σημαντική είναι η πολιτιστική δράση των δυο συλλόγων του χωριού του Εκπολιτιστικού και Μορφωτικού Συλλόγου Αθαμανίας <<Ο Αθάμας>> και του Συλλόγου των απανταχού Αθαμάνων <<Η Αγία Παρασκευή>> ο οποίος ιδρύθηκε το 1935 με έδρα τον Πειραιά.
Αξίζει να επισκεφτεί κάποιος τον ανακαινισμένο (πρόγραμμα Leader) νερόμυλο καθώς και τον ξύλινο οικισμό που βρίσκεται δίπλα στο ποτάμι και επιβιώνει από το 1820 ενώ έχει ανακυρυχθεί διατηρητέος.
Η Αθαμανία αποτελεί το πεδίο εκκίνησης για την ανάβαση στην επιβλητική Κακαρδίτσα. Η ανάβαση στην κορυφή Περτούσα είναι επίσης αξιόλογη για τη θέα που προσφέρει καθώς και για τη Δρακότρυπα η οποία λόγω του μεγέθους της έχει δημιουργήσει το μύθο της Αγίας Παράσκευής η οποία σκότωσε το δράκο που ετοιμαζόταν να κάνει ζημειά στο χωριό και πέφτοντας ανοίχτηκε η μεγάλη τρύπα.
Ευκαιρία για ευχάριστο περίπατο αποτελούν οι βρύσες "σουρωτό", "αγκαθάκι" και "σγούρου".

Δεν ξεχνώ!


5/12/09

ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΑΡΠΕΝΗΣΙΩΤΗ!


Μια εταιρία σκοπεύει να κατασκευάσει υδροηλεκτρικό έργο που θα παίρνει νερό από τον Καρπενησιώτη και με σήραγγα θα το ρίχνει στον Τρικεριώτη, χιλιόμετρα πιο κάτω. Το ίδιο συμβαίνει ή πρόκειται να συμβεί σε όλα τα ποτάμια της Ευρυτανίας.
Στο όνομα της «πράσινης ανάπτυξης», έχουν ήδη κατασκευαστεί 4 υδροηλεκτρικά και προβλέπεται να κατασκευαστούν άλλα 40 τουλάχιστον.Για την κατασκευή και λειτουργία των υδροηλεκτρικών θα χαραχθούν δεκάδες χιλιόμετρα δρόμων δίπλα στα ποτάμια με ... αποτέλεσμα την υποβάθμιση των ευαίσθητων παραποτάμιων οικοσυστημάτων, θα γίνουν κτίσματα και θα απλωθούν δίκτυα μεταφοράς ρεύματος σε απάτητα μέρη, θα μειωθεί σημαντικά η ροή του νερού σε μεγάλο ποσοστό της κοίτης των ποταμών με δυσμενείς επιπτώσεις για τα ψάρια και τους άλλους υδρόβιους οργανισμούς. Κι όταν τελειώσουν οι επιδοτήσεις – το βασικό κίνητρο των επενδυτών – θα απομείνουν τα ποτάμια γεμάτα σωλήνες, τσιμέντα, καλώδια, μπάζα και σάρες.
Κι όλα αυτά γίνονται για να πάρουν τις «πράσινες επιδοτήσεις» μερικές εταιρίες. Γιατί αν πραγματικά θέλαμε να προστατεύσουμε το περιβάλλον, θα μειώναμε την κατανάλωση ενέργειας και θα αναλαμβάναμε εμείς την ευθύνη της παραγωγής της ενέργειας που καταναλώνουμε εγκαθιστώντας φωτοβολταϊκά στις σκεπές μας. Όμως το κράτος δεν επιδοτεί την οικιακή παραγωγή ενέργειας αλλά μόνο τις επιχειρήσεις που θα εγκαταστήσουν ανεμογεννήτριες στις κορφές των βουνών, υδροηλεκτρικά στα ποτάμια και φωτοβολταικά σε αγρούς. Γιατί άραγε;
Ας αφήσουμε ήσυχα τα ποτάμια και τις βουνοκορφές, τους πιο παρθένους τόπους της Ευρυτανίας. Δεν φταίνε για την αλόγιστη κατανάλωση ενέργειας και την τρέλα μας για πλουτισμό. Άλλωστε δεν μας ανήκουν και δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να τα πουλήσουμε για να πάρουμε λίγα χρήματα από τις εταιρίες.
Η μόνη ηθική και αξιοπρεπής στάση απέναντι στις βλέψεις των κατασκευαστικών εταιριών είναι να πούμε τώρα όχι. Παράλληλα, για να θωρακίσουμε την Ευρυτανία απέναντι στις «αναπτυξιακές» τάσεις των εταιριών πρέπει όλοι να ενώσουμε τις δυνάμεις μας για να χαρακτηριστεί η Ευρυτανία «Εθνικό Πάρκο», με κύριες ζώνες απόλυτης προστασίας τα ποτάμια και τις βουνοκορφές, τα πιο όμορφα αλλά και πιο ευαίσθητα οικοσυστήματα.
Είμαστε εδώ, παρόντες, οι χιλιάδες πολίτες, που με την υπογραφή μας και τις κινητοποιήσεις μας, θα διαφυλάξουμε τον φυσικό μας πλούτο για εμάς και για τα παιδιά μας.
Καλούμε κάθε πολίτη και πολιτικό, κάθε σύλλογο, οργάνωση, επαγγελματικό φορέα, να πάρει θέση ώστε όλοι μαζί να προστατεύσουμε το φυσικό περιβάλλον μας και να μετατρέψουμε την Ευρυτανία σε Εθνικό Πάρκο.
Κίνηση Πολιτών για την Προστασία του Ευρυτανικού Περιβάλλοντος.

Κανένα Υδροηλεκτρικό στα ποτάμια μας!

Καμιά Ανεμογεννήτρια στα Βουνά μας!

ΟΧΙ στην καταστροφή του ποταμού Καρπενησιώτη!

Η Ευρυτανία ΔΕΝ ΠΩΛΕΙΤΑΙ!

Εκδήλωση Διαμαρτυρίας: Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2009

ΔΙΠΟΤΑΜΑ (Γέφυρα) : ώρα 2 μ.μ

ΠΛΑΤΕΙΑ Καρπενησίου: ώρα 5μ.μ

Αφήστε την Γή στην ησυχία της....

... με πρόσχημα την "Σωτηρία της Γής" από το φαινόμενο του Θερμοκηπίου, οι καιροσκόποι Μεγαλοεργολάβοι-Επιχειρηματίες επιχειρούν να καταστρέψουν τους τελευταίους παρθένους οικότοπους της χώρας μας!
ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΚΡΑΒΑΡΩΝ,ΤΗΣ ΟΞΥΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΑΡΔΟΥΣΙΩΝ!
Αφήστε την Γή στην ησυχία της!