13/5/09

Τρίκλινο Βάλτου.


Το Τρίκλινον ή Τρίκλινο είναι Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Ινάχου με έκταση 26.659.Βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο της Επαρχίας Βάλτου του Νομού Αιτωλίας και Ακαρνανίας. Ήταν έδρα της πρώην κοινότητας Τρικλίνου.Το Τρίκλινο ονομαζόταν παλαιότερα Καρυές. Το 1840 εμφανίζεται με το όνομα Πριάντζα ως οικισμός του Δήμου Ιδομένης Βάλτου και το 1845 ως Πριάντσα (Φ.Ε.Κ.22 /18-12-1840 & Νόμος ΚΕ της 5-12-1845).Αποτελούσε ενιαία κοινότητα με την Αλευράδα. Η Αλευράδα με το Β.Δ. της 31-8-1911 αποσπάσθηκε από την κοινότητα Τρικλίνου (Φ.Ε.Κ. 261/12/τ.Α΄).Ο σημερινός πληθυσμός του Διαμερίσματος, σύμφωνα με την απογραφή του 2001, ανέρχεται σε 314 κατοίκους και βαίνει συνεχώς μειούμενος.Συνδέεται οδικά τόσο με την Ευρυτανία (μέσω της γέφυρας Τατάρνας, στην τεχνητή λίμνη των Κρεμαστών Αχελώου) όσο και με το Αγρίνιο και την Αμφιλοχία.

Λίμνη Στεφανιάδα Αργιθέας.


Μονή Σπηλιάς

Η Ιερά Κοινοβιακή Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Σπηλιάς υπάγεται στην Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων και βρίσκεται στον δήμο Ανατολικής Αργιθέας στο χωριό Κουμπουριανά . Η Ιερά Μονή είναι κτισμένη στην εξοχή ενός βράχου και σε υψόμετρο 1000 μέτρων . Κτήτορες της Ιεράς Μονής είναι δύο αδελφοί Αθανάσιος και Παρθένιος των οποίων η καταγωγή ήταν από το χωριό Στεφανιάδα . Αφορμή της ιδρύσεως της Ιεράς Μονής ήταν η εύρεση με θαυματουργικό τρόπο της εικόνος της Παναγίας της Οδηγήτριας.
Στο χώρο της Μονής συναντάμε δύο Ναούς : Ο μικρότερος και παλαιότερος είναι αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου και κτίστηκε το 1604. Ο μεγαλύτερος , που είναι και το καθολικό της Μονής, τιμάται στην μνήμη της Ζωοδόχου Πηγής .Είναι τρίκλητος βασιλική με τρούλο και κτίστηκε το 1736. Το τέμπλο του Ναού φιλοτεχνήθηκε το 1779 από τους αδελφούς τεχνίτες Γεώργιο και Ιωάννη. Στη Δεσποτική εικόνα του Χριστού ως Μεγάλου Αρχιερέως υπάρχει η επιγραφή: «Ελάχιστος Θεόδωρος αγιογράφος από την Μεγαλοβλαχίαν εκ κώμης Βουκουρέστι, Έτει ΑΨΛΖ ». Γύρω από του δύο Ναούς σώζονται κελιά και ο φρουριακός περίβολος.
Στην Ιερά Μονή φυλάσσεται η Θαυματουργός Εικόνα της Παναγίας της Σπηλαιώτισσας , έργο του Ευαγγελιστή Λουκά με σωρεία Θαυμάτων.
Η Ιερά μονή έπαιξε σημαντικό ρόλο στους αγώνες του 1821. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης έκανε συχνά πολεμικές συσκέψεις και συμβούλια στην Ιερά Μονή, αφού η θέση της είχε ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. Στην Ιερά Μονή είχε την έδρα της η Επαναστατική Κυβέρνηση στα 1867.
Τα τελευταία χρόνια με την οικονομική ενίσχυση των ευλαβών προσκυνητών η Ιερά Μονή αναστυλώνεται

Λιάκουρα.


12/5/09

ΟΛΥΜΠΟΣ.


ΒΕΛΟΥΧΙ.


Ο δικός μας Μάης: Της Μνήμης και της Πάλης.

Οι φλόγες του Μάη


«Και στο τραπέζι της χαράς της πρώτης/ στης νίκης, στης ειρήνης τη γιορτή,/ ο Μπελογιάννης θάν' πανηγυριώτης/ με κόκκινο γαρίφαλο στ' αυτί»
(Δημήτρης Ραβάνης - Ρεντής)

Το Μάη του 1941, λίγες μέρες μετά απ' όταν τα γερμανικά στρατεύματα κατέλαβαν την Αθήνα (27/4), στη Θεσσαλονίκη νεαροί κομμουνιστές, κάνουν το πρώτο σαμποτάζ, ρίχνοντας χειροβομβίδες κατά σταθμευμένης σε όρχο στρατοπέδου γερμανικής φάλαγγας αυτοκινήτων. Με πρωτοβουλία των πρώτων πυρήνων του ΚΚΕ, εξορίστων από τη Φολέγανδρο, ιδρύεται η οργάνωση Εθνική Αλληλεγγύη. Συσπείρωσε 2.550.000 μέλη σ' όλη την Ελλάδα, ίδρυσε 2.000 ιατρεία, ιδρύματα για βοήθεια των θυμάτων του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα: «Στους δρόμους θα κριθεί το δίκιο/ στους δρόμους θα κριθεί ο σατράπης/ κι από τη σκληράδα θα φυτρώσει/ το νέο βλαστάρι της αγάπης». Στη «Μάχη της Κρήτης» ο κρητικός λαός πολεμάει ηρωικά με επικεφαλής στελέχη του ΚΚΕ. Μετά την κατάληψη, ο βασιλιάς παραδίδει φυλακισμένους κομμουνιστές στον κατακτητή. Εμφανίζονται οι πρώτες ένοπλες ομάδες σ' όλη την Ελλάδα, με τη σημαία του ΚΚΕ.
Το Μάη του 1942, ο θρυλικός Αρης Βελουχιώτης, δημιουργεί τον πρώτο αντάρτικο στρατό στη Στερεά Ελλάδα: «Λαμποκοπούν γυμνά σπαθιά/ πέφτουν ντουφέκια ανάρια/ ο Αρης κάνει πόλεμο/ μ' αντάρτες παλικάρια». Το Μάη του 1943 στον Πειραιά, ο Κώστας Λαζαρίδης, μέλος του ΚΚΕ, εκτελείται μαζί μ' άλλους αντιφασίστες πατριώτες. Την Πρωτομαγιά του 1944, η εκτέλεση 200 κομμουνιστών στο σκοπευτήριο της Καισαριανής από τα γερμανικά πολυβόλα, συγκλονίζει ολόκληρη την Ελλάδα. Ανάμεσά τους ήταν και εξόριστοι της Ακροναυπλίας: «Ακροναυπλία, Ακροναυπλία,/ μες στου φασισμού τη βία/ δεν σε λύγισε η πείνα,/ δε σε ρήμαξε η φωτιά/ Ακροναυπλία/ δε σε λύγισε η βία./ Κράτα! Η φλόγα δυναμώνει και σιμώνει η Λευτεριά» (Ποίηση: Νίκος Παπαπερικλής). Στις 14-27/5/44 στο χωριό Κορυσχάδες της Ευρυτανίας συνέρχεται η «Βουλή της Εθνικής Αντίστασης». Επικυρώνεται η ιδρυτική πράξη της ΠΕΕΑ (Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης). Ηταν η ιστορική συνέχεια της ανάπτυξης του λαϊκού κινήματος του ΕΑΜ και της ύπαρξης του μαχητικού τμήματος του στρατού του ΕΛΑΣ. Με νομοθετικές και θεσμικές λαϊκές δικαιοδοσίες αποσκοπούσε στην επίτευξη Εθνικής Λαϊκής Ενότητας, για την απελευθέρωση της Ελλάδας από το γερμανικό ζυγό. Ο λαός συμμετέχει για την ανάδειξη αντιπροσώπων. Ο λαός απ' όλη την Ελλάδα στέλνει αντιπροσώπους στις Κορυσχάδες. (Είχαν εκλεγεί από λαϊκές συνελεύσεις κατά τόπους). Γίνεται το πρώτο Υπουργικό Συμβούλιο. Είναι η κυβέρνηση του ελληνικού λαού. Αναλαμβάνει να χειριστεί επ' ωφελεία του σκλαβωμένου λαού, όλα τα φλέγοντα θέματα εσωτερικά, εξωτερικά: «Από τη στάχτη βγαίνεις ξανά/ ίδια γεννιέσαι πάντα νέα/ με τη σημαία της ΠΕΕΑ/ με τα βλαστάρια τα γενναία/ Ρούμελη, Θράκη, Κρήτη, Μοριάς/ Μακεδονία, Θεσσαλία/ στέλνουν τους γιούς σου της λευτεριάς γεμάτους δύναμη κι υγεία./ Του Ρήγα ο σπόρος φούντωσε πια/ έγινε φως/ χαρά κι ελπίδα/ να, οι αντάρτες από τα βουνά,/ των σκλάβων σπάν' την αλυσίδα (μας λευτερώνουν την πατρίδα). / Η ΠΕΕΑ τ' αγώνα παιδί/ τη λαϊκή ορμή φωτίζει,/ με τους συμμάχους όλοι μαζί,/ στη νέα μέρα που ροδίζει./ (Εμπρός και ο νέος κόσμος ανθίζει)». Ο Υμνος της ΠΕΕΑ, ακούγεται πρώτη φορά. Συμμετέχει μία χορωδία ανταρτο-ΕΠΟΝιτών, η μπάντα της ΧΙΙΙ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ (με εφτά μουσικά όργανα), υπό τη Διεύθυνση του Αλέκου Ξένου (1912 - 1995).
Αυτός ο ιστορικός Μάης, που είναι βαμμένος με αίμα και θυσίες των παιδιών της εργατικής τάξης - της Ελλάδας - μας συγκλονίζει. Γιατί είναι ο διαλεκτός μήνας της Ιστορίας του προλεταριάτου με κορυφαία εκδήλωση το Μάη του 1886 - στο Σικάγο: «Σκουπίστε τα δάκρυά σας εσείς που πάσχετε!/ Κάμετε καρδιά σκλάβοι!/ Σηκωθείτε!». Οι φλόγες του Μάη, φωτίζουν: «Κι ήταν Μάης μέσα κι έξω, όλο φως» (Βάρναλης)
Παναγιώτης ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗΣ

Ο Γιώργης Γιαταγάνας και η σύσκεψη της Λαμίας.

Όταν γεννιέταν τ' αντάρτικο.

Η εντολή.
1942. Καλοκαίρι. Εκείνες οι μέρες ήτανε πονηρές! Ακόμα πονηρότερες ήταν οι νύχτες. Απαγορευόταν η κυκλοφορία, απ' το σούρουπο μέχρι το ξημέρωμα. Την πόλη όργωναν τα γερμανικά και ιταλικά περίπολα. Οι άνθρωποι κλείνονταν νωρίς στα σπίτια, έτρεμαν απ' το φόβο, κοιμούνταν και ξυπνούσαν με εφιάλτες. Παράνομες σκιές, με προφύλαξη, έσκιζαν το σκοτάδι, αραιά και που. Ακούγονταν πότε πότε και πυροβολισμοί (Τι να τα λέμε; Γνωστά). «Ολα τα 'σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά»..! Παρ' όλα αυτά. Τούτες οι νύχτες κι οι μέρες ήταν και ...«γκαστρωμένες»!
Ο Μάης μπήκε με καλούς οιωνούς. Σε λίγο θα γεννιέταν τ' αντάρτικο. Αυτό το μέγα ένοπλο τέκνο του παλλαϊκού ΕΑΜικού κινήματος. Ο ΕΛΑΣ, που θα γράψει στην Ιστορία («με το ντουφέκι του στον ώμο σε πόλεις, κάμπους και βουνά») αθάνατες σελίδες δόξας και μεγαλείου. Στην Αθήνα η ΚΕ του ΚΚΕ πήρε την απόφαση. Οριστική και αμετάκλητη. Εκανε δεχτή την πρόταση της Στρατιωτικής Επιτροπής. Κι έδωσε το «οκέι»! Είχε επιλεγεί και η ονομασία του αντάρτικου στρατού. (Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός). Ο Θανάσης Κλάρας, με την εντολή «στο τσεπάκι», ερχότανε απάνω, όλος φλόγα κι ορμή. Τα βουνά της Ρούμελης (που 'χαν να δουν «Κλεφτουριά» 120 χρόνια) τον καρτερούν με λαχτάρα. Και θα τον καλοδεχτούν σαν Αρη Βελουχιώτη. Είναι ο πρωτοκαπετάνιος.
Η Οργάνωση.
Στη Λαμία, όμως, κάποιον άλλον τυραγνάνε οι βαρύτερες ευθύνες και οι έγνοιες. Και «του φέρνουν σβούρα το κεφάλι»!.. Είναι ο Γιώργης Γιαταγάνας. Ο παλαίμαχος κομμουνιστής. Ο εξόριστος της Φολέγαντρος. Ο πρωτεργάτης της Εθνικής Αντίστασης στη Ρούμελη. «Καλή η απόφαση! Επιτακτική ανάγκη». Την περίμενε (Ο ίδιος είχε βοηθήσει προηγούμενα τον Κλάρα στη διερευνητική του αποστολή). Δεν έχει την παραμικρή αμφιβολία. «Ετσι έπρεπε να γίνει». Και, κουνώντας το δάχτυλο, άφηνε να καταλάβεις «μάλλον αργήσαμε». Κάποιες, δειλές αντιρρήσεις για το «πρόωρον» της υπόθεσης, τις απορρίπτει ασυζητητί. «Ασ' το αυτό! Ξέχνα το».
Αλλά και οι δυσκολίες «βουνό». Τις υποτιμά; Καθόλου. Τις βλέπει κατάματα. Αντικειμενικές συνθήκες δυσμενείς από κάθε άποψη. Υποκειμενικός παράγοντας αδύναμος. Οργανώσεις μόλις εμφανίζονται, εδώ κι εκεί. Υποδομή, ούτε καν στοιχειώδης. Για ένα τόσο σοβαρό και πρωτόγνωρο εγχείρημα (Ας το πω «Εφοδο στον Ουρανό»). Ούτε πείρα υπήρχε, από ένοπλη μορφή πάλης κι από αντάρτικο, στο Κόμμα και στο λαϊκό κίνημα. Κι όμως, επιμένει: «Η απόφαση θα εφαρμοστεί»! Γρήγορα και αποφασιστικά. Χωρίς ταλαντεύσεις και υποχωρήσεις. Χωρίς δισταγμούς και κωλυσιεργίες... Σε «κατά μέτωπο» σύγκρουση με εμπόδια και αδυναμίες. Η αποστολή Κλάρα θα πετύχει! Δε γίνεται ν' αποτύχει.
Στον Γιαταγάνα, ήταν πεποίθηση: «Το παν εξαρτάται από την Οργάνωση του Κόμματος». Κι αυτός ήταν ο Γραμματέας της. Δηλαδή ο πρώτος υπεύθυνος. Εχει βαθιά επίγνωση της σοβαρότητας της αποστολής. Και πλήρη συναίσθηση ευθύνης. Δίχως την Οργάνωση δε θα υπήρχε συγκρότηση Ομάδας του Αρη. Ούτε ξεκίνημα απ' την «Καλύβα του Στεφανή». Ούτε επίσημη εμφάνιση στη Δομνίστα. Ούτε και Γοργοπόταμος. Αλλωστε το παραδέχεται κι ο Κρις Γουντχάους (Ο υπ' αριθ. 2 της Αγγλικής Αποστολής). Η επιχείρηση «χωρίς τον Ζέρβα δε θα γινόταν, χωρίς τον Αρη δε θα πετύχαινε».
Η Σύσκεψη.
Ο «μπαρμπα-Γιώργης» (έτσι τον έλεγαν στην Κατοχή - δεν ξέρω πόσα ονόματα είχε στην παρανομία) είναι καθ' όλα έτοιμος. Ξέρει τι ακριβώς χρειάζεται εκείνη τη στιγμή. Και ενεργεί «αστραπιαία» (Δεν είναι υπερβολή). Συγκαλεί αμέσως κομματική σύσκεψη (Η συλλογικότητα είναι στο αίμα του). Για να συζητηθεί το σοβαρό αυτό θέμα. Ν' ακουστούν όλες οι γνώμες. Να αποφασίσει τα μέτρα που επιβάλλεται να παρθούν. Να δεσμευτούν όλοι με ευθύνες. Και να ριχτούν στη δράση.

Ο Γιώργης Γιαταγάνας.



Η σύσκεψη είναι γνωστή. Εχει καταγραφεί στην Ιστορία. Υστερα από την απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ είναι το γεγονός με την πιο μεγάλη σημασία. Ωστόσο, σε διάφορα συγγράμματα, αν δεν αποσιωπάται αναφέρεται υποβαθμισμένα. Εννοείται, από εκείνους που δε θέλουν να φαίνεται ο ρόλος της Οργάνωσης ή που θυμούνται το ΚΚΕ όταν είναι να το κατακρίνουν.
Η ιστορική σύσκεψη έγινε παράνομα στη Λαμία στις 14 του Μάη 1942. Με χίλιες προφυλάξεις και κινδύνους. Κάτω απ' το Κάστρο, στη συνοικία Νέα Σφαίρα, στο σπίτι του συντρόφου Μήτσου Μυρεσιώτη. Συμμετείχαν τα μέλη της Περιφερειακής Επιτροπής Φθιωτιδο-Φωκίδας και Ευρυτανίας του ΚΚΕ και στελέχη των Αχτίδων, που είχαν ανασυγκροτηθεί. Αυτοί που πρωτοστατούν και μοχθούν, ένα χρόνο τώρα, νυχθημερόν για το «Μέτωπο». Το ΕΑΜ, που ιδρύθηκε στις 27 του Σεπτέμβρη 1941. Να το στήσουν στην περιοχή. Να το στεριώσουν παντού. Και να το αναπτύξουν, «με γόνα και με γαίμα» (όπως θα πει ο ποιητής).
Συγκεκριμένα, ήταν - οι ολίγοι μεν αλλά εκλεκτοί - Γιώργης Γιαταγάνας, Γραμματέας της ΠΕ, Θανάσης Κλάρας (Αρης), Γιώργος Φράγκος, μέλος της ΠΕ (από Λαμία), Γιώργος Χουλιάρας - Περικλής (απ' τα Καστέλια), Νίκος Λέβας (από Δομοκό), Τ. Καρκάνης (από Δερελί), Δημήτρης Μπακόλας (από Καρπενήσι), Φώτης Μαστροκώστας - Θάνος (από Σπερχειάδα), Βασίλης Καθούλης - Καλυβιώτης (από Δαδί), Κ. Αμπλιανίτης - Κωστούλας (από Μώλο), Γ. Λιάσκος, Ν. Παπιώτης. Και άλλοι. Ανοιξε και διηύθυνε τη συζήτηση ο Γιαταγάνας. Εισηγήθηκε το θέμα ο Θ. Κλάρας (ο «καθ' ύλην αρμόδιος»). Που τον «χόρευε ο τόπος να βγει στο κλαρί», να πιάσει ντουφέκι και να συγκροτήσει Ομάδα!
Δεν ξέρω, απ' αυτή τη δουλιά, αν κρατήθηκαν κι αν διασώθηκαν πρακτικά. Αμφιβάλλω κι αν ζει κανένας, απ' τους πρωτοπόρους, να μας πει προφορικά ό,τι θυμάται. Οσους ήξερα είναι μακαρίτες, έπεσαν στους αγώνες. Πάντως, μετά τη σύσκεψη, στο στόχο να γίνει τ' αντάρτικο, βαρούν «όλα τα σφυριά»! Στην πρώτη Ομάδα εντάχθηκαν ορισμένοι απ' αυτούς (Ο Θάνος, ο Λέβας κ.ά). Σε λίγες μέρες κυκλοφόρησαν και προκηρύξεις, που έγραφαν: «Βγήκαν ομάδες ανταρτών στον Παρνασσό, στην Γκιώνα, στην Καταβόθρα (Οίτη) και στον Καλλίδρομο».
Στον Παρνασσό ακούστηκαν οι αντάρτες. Ηταν η λεγόμενη «8η Ομάδα». Με καθοδηγητή τον Γ. Χουλιάρα - Περικλή. Και διοίκηση τους Γιάννη Αλεξάνδρου - Διαμαντή (απ' την Κάτω Αγόριανη), Δ. Δημητρίου - Νικηφόρο (απ' την Απάνω Αγόριανη). Και Λουκά Καθούλη - Αριστείδη (απ' το Δαδί). Υπάρχει κι η απόφαση-εξουσιοδότηση της Αχτιδικής Επιτροπής Δαδιού του ΚΚΕ, στον Διαμαντή. Στη Λοκρίδα εμφανίστηκε στη Φοντάνα η λεγόμενη «9η» Ομάδα. Τη συγκρότησε ο Κωστούλας, που ήταν κι ο καθοδηγητής της. Με επικεφαλής τους: Χρίστο Κολιάφα - Βαλτετσιώτη (απ' το Καλαπόδι). Και Γιάννη Μαύρο - Μαυράκο (απ' τον Αϊ Κωνσταντίνο).
Η Σύνδεση.
Η Οργάνωση βρισκόταν σε μόνιμη επαφή με την Ομάδα του Αρη Βελουχιώτη. Τη βοήθησε στα προβλήματα που αντιμετώπιζε και στις κινήσεις της (Χωρίς αυτή θα ήταν «έρμαιο της τύχης»). Ο Αρης διατηρούσε επαφή με την ΠΕ και την ΚΕ. Στο τέλος Ιούνη έστειλε ένα γράμμα στην ΚΕ του ΚΚΕ. Επίσης και ένα γράμμα στον Γιαταγάνα, που ζητούσε να βγει η Ομάδα στον Παρνασσό και να φροντίσει να πάει κοντά του. Εγραφε:
«Σύντροφε Γιώργο. Μια από τις μεγάλες υπηρεσίες που έχεις να προσφέρεις στον ένοπλο αγώνα μας, κοντά στις τόσες άλλες που πρόσφερες με προθυμία και κατανόηση ως τώρα, επιμένω να είναι και η χωρίς καθυστέρηση έξοδος της ομάδας Παρνασσού που όλα της τα μέλη θεωρώ ικανά και διαλεχτά. Για να πραγματοποιηθεί όμως αυτό πρέπει εσύ να πρωτοστατήσεις και το Χουλιάρα να απαλλάξεις, από κάθε κομματική δουλιά πλέον για να τεθεί επικεφαλής τους φροντίζοντας να τους οδηγήσει όλους κοντά μου. Επαφή μαζί μου θα πάρει ή από τον Μπαρμπαλιά Λεύκας Δομοκού ή από τον Ανδρέα Δερελή Δομοκού».
Ο Αρης είχε εκφράσει την επιθυμία να έχει κοντά του, στ' αντάρτικο, τον Γιαταγάνα, ως πολιτικό καθοδηγητή. Τόση εκτίμηση και εμπιστοσύνη τού είχε. Ομως πάντα δεν τον άκουγε. Οταν του έστειλε, στην περιοχή Δομοκού, τον Γ. Φράγκο και απαιτούσε ν' αφήσει ελεύθερα τα παιδιά του τσιφλικά Μαραθέα, δεν υπάκουσε. Η καθοδήγηση παρακολουθούσε τη δραστηριότητα του Αρη. Ασκούσε έλεγχο. Και προσπαθούσε να τον συγκρατεί από αυθαίρετες ενέργειες, που μπορούσαν να εκθέσουν το Κόμμα και το λαϊκό κίνημα.
«Μπράβο Θανάση»!

Στις 25 προς 26 του Νοέμβρη, τα μεσάνυχτα, η επιχείρηση στο Γοργοπόταμο!.. Το σκοτάδι πυκνό. Στον κάμπο ησυχία. Στα ορεινά χωριά οργασμός. Οι Οργανώσεις στο πόδι. Κάποιοι ξέρουν. Αλλοι «μυρίζονται». Παίρνουν και δίνουν οι διαδόσεις. Παντού κινήσεις κι ετοιμασίες. Ζώα φορτώνονται. Οι σύνδεσμοι τρέχουν. Διακόσιοι αντάρτες εξορμούν. «Κάτι θα γίνει απόψε»!.. Πέρα στο βάθος, η Λαμία κοιμάται.
Εκεί κοντά στο Νεκροταφείο, ένα σπίτι δεν έχει ύπνο (Αχ! Αυτή η Ξηριώτισσα). Ενας άνθρωπος αγρυπνά. Το στενό δωμάτιο δεν τον χωράει. Κόβει βόλτες πέρα-δώθε. Σβήνει το ένα τσιγάρο, ανάβει τ' άλλο. Τον πνίγει ο βήχας. Τον τρώει η αγωνία! Που μεγαλώνει όσο προχωρεί η νύχτα. Κι όσο πλησιάζει η κρίσιμη ώρα. Είναι ο Γιαταγάνας! Αυτός ξέρει!
Ξέρει τι θα συμβεί. Και περιμένει. Ηρεμος πάντα. Με γερά νεύρα. Ψύχραιμος. Εξοπλισμένος με υπεράνθρωπη αντοχή. Απόψε όμως δοκιμάζεται η υπομονή του (Ισως γιατί η υπόθεση είναι πολύ σοβαρή). Κακές σκέψεις ζώνουν το μυαλό του. Φοβάται αποτυχία. Ωστόσο διατηρεί την αυτοκυριαρχία του. «Το πρωί όλα θα έχουν ξεκαθαρίσει». Κατά κάποιον τρόπο και η «λύτρωση» δεν αργεί.
Αξαφνα ακούγονται ντουφεκιές. Ακολουθούν φωνές, κροτάλισμα πολυβόλων, φωτοβολίδες, χειροβομβίδες. Η μάχη ανάβει για τα καλά. Στην πόλη συναγερμός, ουρλιαχτά Ιταλών, πανικός. Ο κόσμος ξυπνάει. Σε λίγο και μούγκρισμα αυτοκινήτων. Κι η φάλαγγα ξεκινάει, μ' αναμμένα τα φώτα. Πάει για ενίσχυση της φρουράς στη Γέφυρα. Σπεύδει και τρένο απ' το Λιανοκλάδι. Αμφίβολο είναι αν θα προλάβει... Μια δυνατή έκρηξη και μια λάμψη. Κι άλλη μια έκρηξη κι άλλη λάμψη, που ακολουθεί. Και η ανατίναξη της Γέφυρας είναι γεγονός.
«Ο Γοργοπόταμος στην Αλαμάνα στέλνει περήφανο χαιρετισμό».
Ξημερώνοντας το χαρμόσυνο μήνυμα θ' ακουστεί στα πέρατα του κόσμου. Η σκλαβωμένη Ελλάδα απ' άκρη σ' άκρη θα πανηγυρίζει. Ακούγοντας την έκρηξη ο μπαρμπα-Γιώργης ανάσανε μ' ανακούφιση. Και πρόφερε: «Μπράβο Θανάση! Καλά τα κατάφερες».


«Παλιά Φρουρά»!
Ο Γιώργης Γιαταγάνας γεννήθηκε στη Βοδονίτσα (Μενδενίτσα) Λοκρίδος το 1899. Τέλειωσε το δημοτικό - 4τάξιο τότε. Ο πατέρας του Χρήστος. Η μάνα του Πολυξένη. Είχε και μια αδερφή. Μετοίκησαν στο Μώλο. Το σπίτι τους, στο κέντρο του χωριού, το πούλησαν. Το πήρε ο μπάρμπας μου Θόδωρος Τσαμαντάνης (Κάηκε στην Κατοχή και παραμένει ερείπιο). Στο επάγγελμα τσαγκάρης. Στο Μώλο δούλεψε, μαζί με άλλους 5-6 τεχνίτες, στο υποδηματοποιείο των αδελφών Γιάννη και Ηρακλή Φαφούτη.
Κομμουνιστής έγινε το 1924 (αν όχι και λίγο πιο πριν). Ανήκε στην ηρωική «Παλιά Φρουρά» του ΚΚΕ. Σεμνός, μειλίχιος, πράος, αισιόδοξος. Δραστήριο στέλεχος. Καλός οργανωτής. Είχε τη φήμη ανθρώπου που τρέχει στα χωριά και φτιάχνει «πυρήνες». Τον έλεγαν «στρούκτορα». Αγαπητός στον κόσμο. Με κύρος. Και οι αντίπαλοι τον σέβονταν. «Α, για το Γιαταγάνα, δεν μπορούμε να πούμε». Στις εκλογές, προπολεμικά, συνόδευε στα χωριά τους υποψήφιους βουλευτές Τάκη Φίτσο (δημοσιογράφο του «Ριζοσπάστη») και Γιώργο Θανασέκο (αγροτιστή).
Στη δικτατορία του Μεταξά (4η Αυγούστου 1936) πέρασε στην παρανομία. Πιάνεται το 1938, βασανίζεται και στέλνεται εξορία στη Φολέγανδρο. Τότε ακούσαμε. «Αϊ, πιάσανε και το Γιαταγάνα»! Στο νησί ήταν στο τριμελές γραφείο της Ομάδας Συμβίωσης, εξωτερικός γραμματέας. Μαζί με τον Νίκο Μανουσάκη (από την Κρήτη), εσωτερικό γραμματέα, και τον επίσης Κρητικό Ευθύμη Μαριακάκη, υπεύθυνο συνεργείων και υπηρεσιών. Ο γερο-Ευθύμης, τώρα 95 χρονώ (αδερφός του Νίκου Μαριακάκη, που εκτελέστηκε στην Καισαριανή με τους 200 την Πρωτομαγιά του 1944), έχει να λέει για τον Γιαταγάνα. «Αγωνιστής από τους σπάνιους. Λίγοι με το ήθος και το χαρακτήρα του Γιώργη. Ημασταν καλύτερα από αδέρφια». Και ποιος δε μίλησε γι' αυτόν με τα καλύτερα λόγια; (Ο Βάσος Γεωργίου, ο Γιώργης Τρικαλινός).
Το 1941, με την Κατοχή, δραπετεύει. Είναι στην ίδια αποστολή με τον Τρικαλινό. Ερχεται στα χωριά μας. Μένει στη Λαμία. Η ΚΕ του ΚΚΕ τού αναθέτει την ευθύνη για την αναδιοργάνωση του Κόμματος και την ανάπτυξη του ΕΑΜικού κινήματος στην περιοχή. Ανέλαβε Γραμματέας της ΠΕ Φθιωτιδο-Φωκίδας και Ευρυτανίας. Επωμίστηκε και την ειδική ευθύνη για το αντάρτικο. Εκείνη την περίοδο αναδείχνεται σε μια από τις πρώτες προσωπικότητες στη Ρούμελη. Απόχτησε μεγάλο κύρος που το διατήρησε. Ασχετα αν αργότερα αντικαταστάθηκε, στο πόστο αυτό, από μέλος της ΚΕ. Τον Ηλία Μανιάτη. Αν ήρθε σε υποδεέστερη θέση. Κι αν έζησε και πέθανε στην αφάνεια, σαν απλός στρατιώτης. Αλλά έμεινε βράχος!
Η εκτέλεση.
Μετά τη Βάρκιζα ο Γιαταγάνας ρίχτηκε φυλακή. Από τη Λαμία τον πάνε στη Γιούρα. Από κει τον ξανάφεραν στη Λαμία για να τον δικάσουν και να τον εκτελέσουν. Καταθέτω εδώ δυο συγκλονιστικές μαρτυρίες.
Ο συγγραφέας Νάσος Φαφούτης (στο βιβλίο του «Θερμοπύλες») γράφει: «Ο παντοδύναμος γραμματέας (στην Κατοχή) έδειξε πως πάνω απ' όλα ήταν άνθρωπος. Οταν αυτόβουλα εγγυήθηκε για μια ομάδα αντιφρονούντων Μενδενιτσιωτών, που αφέθηκαν ελεύθεροι, παρά το ότι η ομολογημένη κατηγορία που τους βάρυνε (κλοπή όπλων) ήταν από τις πιο σοβαρές»... «Ο Γιαταγάνας εκτελέστηκε το 1948 με απόφαση του στρατοδικείου Λαμίας, με μόνη κατηγορία ότι ήταν στέλεχος του ΚΚΕ. Οι Μενδενιτσιώτες που κατέθεσαν πως τους είχε σώσει από βέβαιο θάνατο δεν εισακούστηκαν».
Ο Στέλιος Τάταρης (σε γράμμα του στο «Ριζοσπάστη» 16.2.1986) έγραφε: «Μαύρο 1948 στα Γιούρα. Οι μεταφορές των αγωνιστών, για δίκες, στο φόρτε τους. Ακουσα για μια στιγμή τον κράχτη να φωνάζει: Ο Στέλιος Τάταρης να πάει στη σκηνή του Γιαταγάνα. Μπαίνοντας στη σκηνή τον είδα αγέρωχο και γελαστό να μου λέει. "Στέλιο φεύγω. Πάω για το εκτελεστικό απόσπασμα. Πάρε αυτά τα ρούχα. Θα σου είναι χρήσιμα για όσο παραμείνεις στο κολαστήρι της Γιούρας. Κρατάτε ψηλά τη σημαία του αγώνα. Ο λαός μας παρά τις δυσκολίες δε λυγάει εύκολα. Αργά ή γρήγορα ο σοσιαλισμός όπως τον πιστεύουμε θα θριαμβεύσει"».
Τέλος, καταθέτω το σχετικό εδάφιο, από την «Ονομαστική Κατάσταση Ληξιαρχικών Πράξεων Εκτελεσμένων» στη Λαμία, 192 τον αριθμό, στα 1947-1949. που μου έστειλε ο Βασίλης Κάιλας, πρόεδρος του Παραρτήματος ΠΕΑΕΑ Λαμίας.
«α/α 24. ΓΙΑΤΑΓΑΝΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ του Χρήστου και της Πολυξένης. Ετών 49. Αγαμος. Καταγωγή Μενδενίτσα. Κατοικία Λαμία. Επάγγελμα υποδηματοποιός. Ημερομηνία εκτέλεσης 9.12.1948».

Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΟΥ ΛΙΒΑΝΟΥ...

Το Συνέδριο και το Σύμφωνο του Λιβάνου
Στο διάστημα 17 έως 20 Μάη 1944 συνήλθε στη Βηρυτό, στο ξενοδοχείο «Δάσος της Βουλώνης», μια σύσκεψη των ελληνικών πολιτικών δυνάμεων και εθνικοαπελευθερωτικών οργανώσεων, που έμεινε στην ιστορία ως «Συνέδριο του Λιβάνου». Στη σύσκεψη, εκπροσωπήθηκαν, ουσιαστικά, δυο παρατάξεις. Από τη μια μεριά, ήταν η παράταξη του ΕΑΜικού κινήματος που εξέφραζε και την πλειοψηφία του ελληνικού λαού κι, από την άλλη, ολόκληρος ο αστικός πολιτικός κόσμος, που στην ουσία δεν εξέφραζε τίποτα, αφού αποτελούνταν από κόμματα - σφραγίδες και ξοφλημένους πολιτικούς που είχαν εγκαταλείψει την Ελλάδα με την είσοδο των δυνάμεων του άξονα ή που είχαν μείνει στη χώρα, χωρίς όμως ποτέ να ανταποκριθούν στον πόθο του ελληνικού λαού και να συμμετάσχουν στο κίνημα της εθνικής αντίστασης. Οι μόνοι, ίσως, από τους εκπροσώπους της αντιΕΑΜικής παράταξης, που είχαν κάποιο μικρό λαϊκό έρεισμα, ήταν οι αντιπρόσωποι του ΕΔΕΣ και της ΕΚΚΑ.
Με δυο λόγια, αν θέλουμε να δούμε με όρους εξουσίας το Συνέδριο του Λιβάνου, από τη μια μεριά ήταν η ΠΕΕΑ, η κυβέρνηση, δηλαδή, των βουνών που είχε στα χέρια της πραγματική εξουσία κι, από την άλλη, ήταν η κυβέρνηση του Καΐρου υπό τον Γ. Παπανδρέου που δεν είχε καμία δύναμη εκτός απ' αυτήν που της εξασφάλιζαν οι Εγγλέζοι.

Φεύγοντας από την Ελεύθερη Ελλάδα για το Λίβανο. Απο αριστερά προς τα δεξιά, Πέτρος Ρούσος, Αλέξανδρος Σβώλος, Στέφανος Σαράφης

Αναλυτικότερα, στο Συνέδριο του Λιβάνου πήραν μέρος:
ΑΣΤΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ:
Κυβέρνηση Καΐρου: Γεώργιος Παπανδρέου, πρωθυπουργός.
Κόμμα των Φιλελευθέρων: Σ. Βενιζέλος, Κ. Ρέντης, Γ. Εξηντάρης, Γ. Βασιλειάδης.
Λαϊκό Κόμμα: Δ. Λόντος.
Εθνικό Λαϊκό Κόμμα: Σπ. Θεοτόκης.
Προοδευτικό Κόμμα: Γ. Σακαλής.
Εθνικό Ενωτικό Κόμμα: Π. Κανελλόπουλος.
Αγροτικό Δημοκρατικό Κόμμα: Α. Μυλωνάς.
Ενωση Αριστερών (Αγροτικών σοσιαλιστών: Ι. Σοφιανόπουλος).
«Ανεξάρτητος» αντιπρόσωπος: Φ. Δραγούμης, πρώην υπουργός.
ΕΔΕΣ - ΕΟΕΑ: Κ. Πυρομάγλου (υπαρχηγός ΕΔΕΣ), Στ. Μεταξάς (αντισυνταγματάρχης), Α. Μεταξάς (λοχαγός).
ΕΚΚΑ: Γ. Καρτάλης.
Εθνικές Δυναμικές Οργανώσεις: Κ. Βεντήρης (υποστράτηγος), Α. Σταθάτος.
ΕΑΜΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ:
ΠΕΕΑ: Αλ. Σβώλος (πρόεδρος), Αγγ. Αγγελόπουλος, Ν. Ασκούτσης.
ΕΑΜ: Μ. Πορφυρογέννης, Στ. Σαράφης, Δημ. Στρατής.
ΚΚΕ: Πέτρος Ρούσος, μέλος του ΠΓ της ΚΕ.
Με τη διοργάνωση του Συνεδρίου, οι Εγγλέζοι - που ήταν και οι πραγματικοί διοργανωτές - επιχειρούσαν να προλάβουν τις εξελίξεις στην Ελλάδα, να φρενάρουν, δηλαδή, τη διαγραφόμενη πορεία προς μια μεταπολεμική Ελληνική Λαϊκή Δημοκρατία, που καθημερινά έπαιρνε σάρκα και οστά με την αναμφισβήτητη και συνεχώς ογκούμενη λαϊκή συσπείρωση γύρω από το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ, με την ίδρυση της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης, τη διενέργεια εκλογών και τη συγκρότηση του Εθνικού Συμβουλίου.
Από την άλλη, το ΕΑΜικό κίνημα πήρε μέρος στο συνέδριο, ευελπιστώντας στην επίτευξη μιας ευρυτάτης εθνικής ενότητας, την οποία θεωρούσε αναγκαία, ειδικά σ' εκείνη την περίοδο που πλησίαζε η απελευθέρωση και χρειαζόταν η πιο πλατιά συγκέντρωση δυνάμεων για το οριστικό διώξιμο του κατακτητή από την ελληνική γη. Αυτή η θέση αποδείχτηκε πολιτικά λαθεμένη, δεδομένου ότι υπέτασσε το ταξικό συμφέρον στο λεγόμενο εθνικό. Επρόκειτο για ένα ουσιαστικό λάθος που οδήγησε σε οδυνηρά αποτελέσματα. Τα όσα διαδραματίστηκαν στο Συνέδριο του Λιβάνου δεν αφήνουν την παραμικρή αμφιβολία για του λόγου το αληθές.

Οι εργασίες του Συνεδρίου και το περιβόητο συμβόλαιο
Οι εργασίες του συνεδρίου άνοιξαν με ομιλία του Γ. Παπανδρέου, που, στην ουσία, ήταν ένας οχετός από ύβρεις και συκοφαντίες εναντίον της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης. Για όλα έφταιγε το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ, που αναγορεύονταν σε κύριο εχθρό της Ελλάδας και που, στην καλύτερη των περιπτώσεων, εξισώνονταν με τους Γερμανούς κατακτητές, αν δεν ήταν χειρότεροί τους. «Κόλασις είναι σήμερον η κατάστασις της Πατρίδος μας», έλεγε στον εναρκτήριο λόγο του ο Γ. Παπανδρέου και πρόσθετε: «Σφάζουν οι Γερμανοί. Σφάζουν τα Τάγματα Ασφαλείας. Σφάζουν και οι Αντάρται. Σφάζουν και καίουν... Η ευθύνη του ΕΑΜ είναι ότι δεν απέβλεψε μόνον εις τον απελευθερωτικόν αγώνα, αλλά ηθέλησε να προετοιμάση τη μεταπολεμικήν δυναμικήν του επικράτησιν». Για τον Παπανδρέου, το ΕΑΜ ήταν υπεύθυνο ακόμη και για τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας. «Με την τρομοκρατικήν αυτήν δράσιν του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ, είπε χαρακτηριστικά, εδημιουργήθη δυστυχώς, το ψυχολογικόν κλίμα, το οποίον επέτρεψεν εις τους Γερμανούς να επιτύχουν εις το τρίτον έτος της δουλείας ό,τι δεν είχαν κατορθώσει κατά τα δύο πρώτα έτη - την κατασκευήν των Ταγμάτων Ασφαλείας...».
Η λύση που επρότεινε ο Παπανδρέου για να εκλείψουν όσα περιέγραφε και για να επιτευχθεί η περιβόητη εθνική ενότητα ήταν να διαλυθεί ο ΕΛΑΣ. «Αυτός είναι ο φαύλος κύκλος - είπε - από τον οποίον οφείλομεν το ταχύτερον να εξέλθωμεν, και προς τούτο εις μόνον υπάρχει τρόπος: Η κατάργησις του ταξικού και η δημιουργία Εθνικού Στρατού» (Αναλυτικά η ομιλία του Παπανδρέου στο: Γ. Παπανδρέου: «Η Απελευθέρωσις της Ελλάδος», εκδόσεις «ΑΛΦΑ» Ι. ΣΚΑΖΙΚΗ, Αθήνα 1945, σελ. 51- 58).
Ο τραχύς και προκλητικός τρόπος με τον οποίο μίλησε ο Γ. Παπανδρέου για το ΕΑΜ και η θρασύτατη απαίτησή του να διαλυθεί ο ΕΛΑΣ ήταν μέρος της τακτικής, που είχε αποφασιστεί, από κοινού με τους Εγγλέζους, να ακολουθήσει η αντιΕΑΜική πλευρά στο Συνέδριο, με στόχο να βρεθεί η ΕΑΜική αντιπροσωπεία σε θέση άμυνας και να προβεί σε παραχωρήσεις, πράγμα που τελικά έγινε. Ετσι, όταν πια οι αντιπρόσωποι των βουνών ξεπέρασαν κάθε όριο διαλλακτικότητας και υποχωρήσεων, η άλλη πλευρά απέσυρε προσωρινά το αίτημά της για διάλυση του ΕΛΑΣ. Στην πραγματικότητα, βέβαια, δεν απέσυρε τίποτα, αφού δεν ήταν σε θέση να επιβάλει τίποτα. Πολύ περισσότερο, δεν ήταν σε θέση να επιβάλει τη διάλυση ενός στρατού σαν τον ΕΛΑΣ. Ετσι, φτάσαμε στο περιβόητο Συμβόλαιο ή Σύμφωνο του Λιβάνου.
Το «συμβόλαιο» αυτό στο πρώτο κεφάλαιο καταδίκαζε το κίνημα της Μ. Ανατολής ως «έγκλημα κατά της πατρίδος» και στο δεύτερο κεφάλαιο προέβλεπε τη δημιουργία μελλοντικά «εθνικού στρατού, ο οποίος θα είναι απηλλαγμένος πάσης επιρροής κομμάτων, θα ανήκει μόνο εις την πατρίδα και θα υπακούσει εις τας διαταγάς της κυβερνήσεως». Στο τρίτο κεφάλαιο, γινόταν λόγος για «κατάργηση της τρομοκρατίας εις την ελληνικήν ύπαιθρον», αλλά και στις πόλεις, γεγονός που σήμαινε ευθεία βολή κατά του ΕΑΜ. Καταγραφόταν βεβαίως η διαφωνία της αντιπροσωπείας των βουνών με τον όρο «τρομοκρατία», αλλά αυτό σε τίποτα δεν άλλαζε την ουσία. Επίσης αφηνόταν αόριστο το πότε και αν κλιμάκιο της κυβέρνησης θα ανέβαινε στα βουνά.
Στο πέμπτο κεφάλαιο προβλεπόταν «Η εξασφάλισις, κατά την προσεχή από κοινού μετά των συμμαχικών δυνάμεων απελευθέρωσιν της Πατρίδος, της τάξεως και της ελευθερίας του ελληνικού λαού...». Αυτό σήμαινε ευθεία αναγνώριση στους Αγγλους του δικαιώματος να επεμβαίνουν σε κάθε εσωτερική ελληνική υπόθεση, αφού θα εξασφαλιζόταν, όχι μόνο η απελευθέρωση, αλλά και η τάξη της χώρας από κοινού με τους συμμάχους, δηλ. την Αγγλία!!!
Το πολιτειακό αντιμετωπιζόταν εντελώς αόριστα, χωρίς να προβλέπεται καμιά δέσμευση. Αόριστα έμπαινε επίσης και το ζήτημα της διάρκειας της κυβέρνησης. Ακόμη, δεν προβλεπόταν καμιά καταγγελία για τα τάγματα ασφαλείας, την κυβέρνηση Ράλλη και τους συνεργάτες των Γερμανών. Γινόταν γενικά λόγος για προδότες της πατρίδας.
Τέλος, στο τελευταίο - όγδοο - κεφάλαιο γινόταν λόγος για «τη δημιουργία μιας νέας ελευθέρας και μεγάλης Ελλάδας», πράγμα που παρέπεμπε σε εθνικιστικού χαρακτήρα διεκδικήσεις.
Στο Λίβανο, ακόμη, συμφωνήθηκε και ο συσχετισμός δυνάμεων στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας, τα υπουργεία, δηλαδή, που θα έπαιρνε κάθε δύναμη. Για την ΠΕΕΑ, το ΚΚΕ και το ΕΑΜ, συμφωνήθηκε να δοθούν 5 υπουργεία, σε σύνολο 14 ή 15.

Απαράδεκτες υποχωρήσεις
Δε χωράει αμφιβολία πως η ΕΑΜική αντιπροσωπεία έκανε στο Λίβανο απαράδεκτες υποχωρήσεις, που, εξ αντικειμένου, λειτουργούσαν υπονομευτικά στις κατακτήσεις του εθνικοαπελευθερωτικού - λαϊκοδημοκρατικού κινήματος. Στην πραγματικότητα, η άλλη πλευρά, χωρίς να έχει τίποτα, τα πήρε όλα, ενώ η αντιπροσωπεία των βουνών τα έδωσε όλα, χωρίς να πάρει τίποτα. Ομως, δεν ήταν μοιραία μια τέτοια εξέλιξη και δε θα οδηγούμασταν, πιθανόν, σ' αυτήν, αν η ΕΑΜική αντιπροσωπεία είχε τηρήσει έστω κι ένα μέρος από τις βασικές οδηγίες που είχε αποφασίσει η ΠΕΕΑ στις 22/4/1944 ως κατευθυντήρια γραμμή της στις διαπραγματεύσεις του Λιβάνου. Συνοπτικά - και για τα σπουδαιότερα ζητήματα - οι οδηγίες αυτές προέβλεπαν:
Για το πολιτειακό ζήτημα: «Θα ζητηθεί απαραίτητα να γίνει οριστική και ανεπιφύλακτη δήλωση του Γεωργίου ότι δε θα επιστρέψει με οποιαδήποτε ιδιότητα ή αφορμή πριν γίνει δημοψήφισμα. Θα επιδιωχτεί να γίνει αντιβασιλεία».
Για το πολιτικό ζήτημα: «Η σύνθεση της κυβέρνησης θα στηριχθεί στη βάση ότι η πλειοψηφία ή το ελάχιστο το μισό των εδρών πρέπει να δοθούν στην ομάδα ΕΑΜ - ΚΚΕ - ΠΕΕΑ και ειδικά τα υπουργεία Εσωτερικών και Στρατιωτικών. Για την Προεδρία και το υπουργείο Εξωτερικών θα καταβληθεί προσπάθεια να κερδισθούν για την ομάδα. Πάντως, στην Ελεύθερη Ελλάδα θα υπάρχει αντιπρόεδρος της κυβέρνησης από την ομάδα... Να καθορισθούν οι προγραμματικές κατευθύνσεις της Ενιαίας Κυβέρνησης με βάση τους σκοπούς της ΠΕΕΑ... Η έδρα της κυβέρνησης μπορεί να είναι και έξω απ' την Ελεύθερη Ελλάδα, αλλά απαραίτητα τμήμα της με ορισμένα υπουργεία, δηλαδή των Στρατιωτικών/ υφυπουργείον/, Εσωτερικών, Δικαιοσύνης, Επισιτισμού, Προνοίας, Παιδείας, Γεωργίας και ενδεχόμενα και άλλα, θα εδρεύουν στην Ελεύθερη Ελλάδα».
Για το στρατιωτικό ζήτημα: «Θα γίνει Ενιαίος Στρατός. Θα έχωμε υπ' όψη για αρχιστρατήγους τους Σαράφη και Σαρηγιάννη. Θα είναι δεκτοί αξιωματικοί πρόθυμα με ανάλογες θέσεις, εκτός απ' τους εθνοπροδότες. Οσο διαρκεί η κατοχή, ο στρατός είναι κατ' αρχήν εθελοντικός. Το σημερινό σύστημα οργανώσεως και διοικήσεως πρέπει να διατηρηθεί. Αν υπάρχουν σοβαρές αντιρρήσεις για τους καπεταναίους, να ζητηθούν οδηγίες».
Οι οδηγίες υπογράμμιζαν επίσης την ανάγκη να καταδικαστούν οι Κουίσλιγκς και τα τάγματα ασφαλείας, ενώ ρητή ήταν η δέσμευση της αντιπροσωπείας να μην πράξει τίποτα στο Λίβανο χωρίς την έγκριση των αρμοδίων κεντρικών οργάνων του κινήματος. Συγκεκριμένα, η απόφαση της ΠΕΕΑ που λήφθηκε στις 22/4/1944 έλεγε επί λέξει: «Για όσα ζητήματα δεν προβλέπουν οι οδηγίες, καθώς και για όσα υπάρξουν ριζικές διαφωνίες, αποφασίζεται οι αντιπροσωπείες (σ.σ. ΠΕΕΑ, ΕΑΜ, ΚΚΕ) να ζητούν οδηγίες από τα εδώ κεντρικά όργανα» (Βλέπε το σύνολο των οδηγιών και των αποφάσεων: «ΑΡΧΕΙΟ της ΠΕΕΑ - πρακτικά συνεδριάσεων», Εκδόσεις «ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ», 1990, σελ. 85 - 88).
Βέβαια, καμία από τις αποφάσεις της ΠΕΕΑ δεν τηρήθηκε από την αντιπροσωπεία που διεξήγαγε τις διαπραγματεύσεις στο Λίβανο. Αλλά ούτε και η ηγεσία που βρισκόταν στα βουνά στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων, παρόλο που αρχικά απέρριψε τη Συμφωνία του Λιβάνου, έχοντας στο πλευρό της τον αγωνιζόμενο ελληνικό λαό, ο οποίος αντιμετώπισε το γεγονός, τη συμφωνία δηλαδή, με φανερή δυσφορία και αποδοκιμασίες. Η αρχική απόρριψη του Συμφώνου από την ηγεσία των βουνών πολύ γρήγορα περιορίστηκε σε άρνηση αποδοχής του Γ. Παπανδρέου στη θέση του πρωθυπουργού και στη συνέχεια σε πλήρη αποδοχή των πάντων και σε συμμετοχή στην εν λόγω κυβέρνηση χωρίς τον όρο να αλλάξει ο πρωθυπουργός. Το χειρότερο δε είναι ότι αυτή η συμμετοχή συνοδεύτηκε από την υπογραφή της Συμφωνίας της Καζέρτας, που αφαιρούσε ακόμη περισσότερο έδαφος από τα πόδια του λαϊκού κινήματος προς όφελος της αντίδρασης και των Εγγλέζων υποστηριχτών της.
Το κίνημα πλήρωσε αυτά τα λάθη του ακριβά. Η ιστορία δε συγχωρεί τέτοια λάθη. Διδάσκει, όμως, να μην επαναλαμβάνονται.
Γιώργος ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Επεισόδιο...


Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος


Το δρομάκι ήταν ήσυχο, σαν απελπισμένο και ορφανεμένο. Μεγάλες λακκούβες καταμεσής του, γεμάτες νερό της βροχής, θαμποφέγγιζαν κάτω από το αρρωστεμένο ηλιόφωτο, που πάσκιζε να ξεσκίσει την πηχτή συννεφιά. Στην πέρα γωνιά, εκεί που άρχιζε η άσφαλτος του μεγάλου δρόμου, σωριασμένα σκουπίδια, κουρέλια, χαρτιά κι αποκαΐδια και σάπιες φλούδες, ανάδιναν τη βαριά και ξινή μυρουδιά τους. Το κορίτσι κοντά στο παράθυρο προσπαθούσε να συνεφέρει κάποιο κουρέλι με τη βελόνα του. Ένα χειμωνιάτικο πουλάκι στάθηκε στα σκουπίδια, τσίμπησε μια φλούδα και πήγε να κοιτάξει τον κόσμο πάνω από 'να γερμένο κεραμίδι.
Απελπισμένο κι ορφανεμένο ήταν το δρομάκι. Κι έτυχε τότε να 'ρθει και ν' ανασάνει εκεί δα χάμου ο άνθρωπος που περπατούσε από τα βαθιά χαράματα, φέρνοντας λογής λογής φρύγανα και σαρίδια από το βουνό. Μια παλιοκασόνα με δυο ρόδες στο πλάι ήταν το έχει του· τη ζεύτηκε ο ίδιος και το παιδί ίσαμε δεκατεσσάρω χρονώ, την έσπρωχνε από πίσω. Κι ίδρωναν κι αγκομαχούσαν κι οι δυο. Το μεγάλο παιδί έρεβε δυο μήνες στη φυλακή – μέρα τη μέρα καρτερούσε την εχτέλεση, που θα το λύτρωνε από τα δεινά του. Τα βάσανά του ήταν αμολόγητα, τι βελόνες στα νύχια και τι αναμμένες εφημερίδες και τι σούρσιμο πάνω στα χαλίκια με την κοιλιά – μα εκείνο δεν άνοιγε το στόμα του, μήτε που παραπονιόταν, μήτε που μετάνιωνε για τίποτε, μόνο καρτερούσε ήσυχα την ώρα που θα ‘παιρναν ένα τέλος όλα τούτα, μ’ ένα βόλι στην καρδιά, μ’ ένα βόλι στο καθάριο μέτωπο της θυσίας. Ο χειμώνας ήταν βαρύς, η ντουλάπα με τις ψαλιδισμένες εφημερίδες άδεια, το τζάκι σβηστό – μια μούχλα και μια υγρασία, κάτι σαν την ανάσα της πείνας, είχε κατακάτσει απάνω σ’ όλα και δεν έλεγε να ξεσηκωθεί από κει. Έτσι ο γέρος τ’ αποφάσισε να πάει να μάσει χόρτα και ξύλα. Τόσοι και τόσοι έκαναν κάθε μέρα το ίδιο. Ξεκινούσαν για το βουνό με τα πόδια γυμνά, μ' ένα τσουβάλι στην πλάτη, με μια κασόνα ξεγοφιασμένη· σαν τύχαινε και μπορούσαν να βοηθήσουν και τα παιδιά, στον πηγεμό τα βάζανε μέσα και τα σούρνανε -κι ύστερα έσπρωχναν κι εκείνα στο γυρισμό από πίσω. Μα ο δρόμος ήταν μακρύς - Θε μου, τι ατέλειωτους δρόμους έχει η γη σου! Κι εκεί έξω τα χωράφια πρασίνιζαν, τα νεράκια μουρμούριζαν, μα η συννεφιά ήταν πάντα βαριά και πηχτή, σαν μια πίκρα που πλάκωνε την καρδιά. Θρήνος σ' έπιανε να κοιτάς τα σπαραγμένα πεύκα, τ' αποκαΐδια, τους μαύρους λόφους που ξεμάκραιναν ίσαμε τη θάλασσα. Οι λοτόμοι ξεστήθιαζαν τις ανηφοριές, ξεχέρσωναν τις λαγκαδιές. Ήταν άλλης λογής άνθρωποι τούτοι! Γέμιζαν τα κάρα τους με τα χοντρά άλογα από το πράσινο δάσος και φεύγανε, φεύγανε τραγουδώντας. Και την άλλη μέρα ξανά· και δεν άφηναν δέντρο για δέντρο, μονάχα τη γη σακατεμένη -και τη νύχτα να τη δέρνει αλύπητα η βροχή και, σα να μην την καταπίνει, σαν να τη βγάζει από τα σπλάχνα της η ίδια, μια θάλασσα δάκρυα και μια λάσπη γλιστερή που γέμιζε πατημασιές, καθώς ανοιχτές λαβωματιές πάνω σ' ένα καταπληγιασμένο κορμί. Και τότε το πάθος των ανθρώπων έσμιγε με το πάθος της γης- χορτάρι δεν πρόφταινε να φυτρώσει κι ο πεινασμένος το συμμάζευε στο σακούλι του τρέμοντας μην τον ξεκρίνει από πουθενά και τον διώξει σαν το τυραγνισμένο σκυλί ο δυνάστης λοτόμoς. Μα, όσο και να πεις, ήταν μια παρηγοριά αυτή η στέρηση που έδενε τον άνθρωπο με τα πράματα κι η πίστη, πως κάποια μέρα πίσω από εκείνους τους λόφους θ' ανέβαινε ένας ήλιος φλογάτος και θα ξυπνούσαν οι τάφοι κι από στεριές κι από θάλασσες θα ξεχυνόταν το καινούριο τραγούδι, μια μέρα χαρούμενη, που δεν θα 'χε πια τελειωμό.
Το καροτσάκι βρισκόταν παρατημένο σύρριζα στο στενό πεζοδρόμιο. Ο άνθρωπος σφούγγιζε τον ιδρώτα του με το κουρελιασμένο μανίκι και το παιδί ξεκουραζόταν κοντά στο παράθυρο, κάτου από το κορίτσι με την ασταμάτητη βελόνα. Το σακούλι με τα χόρτα ήταν γεμάτο και το καροτσάκι ήταν γεμάτο - θα μπορούσαν όπως όπως να την περάσουν και τη μέρα τούτη και τώρα που ανακάλυψαν το βουνό η ελπίδα δεν ήταν χαμένη. Το παιδί ξέκρινε κιόλας μια φρέσκια φλούδα πορτοκαλιού στα σκουπίδια και χίμηξε να την αρπάξει, σαν να φοβόταν μην τύχει και βρεθεί περαστικός στο ειρηνεμένο δρομάκι και του την πάρει. Κάθισε κει δα πέρα και ξεσκάλιζε· βρήκε κι ένα κόκαλο, πασαλειμμένο παχιά λάσπη και το 'πλυνε στη λακκούβα καταμεσής, στο νερό της βροχής, και το τραγάνιζε ευτυχισμένο. Σ' ένα ξεκοιλιασμένο κουτί κονσέρβας φέγγιζε κάτι σαν υποψία λαδιού και το συμμάζεψε κι εκείνο και το 'δειχνε στον πατέρα του σαν πλούσιο βρετίκι, χάρισμα μοίρας πονόψυχης. Ήταν μια σοβαρή δουλειά να ψάχνεις, ολοένα να ψάχνεις στο σωρό τα σκουπίδια και ν' απλώνεις το χέρι ολοένα βαθύτερα και να πασπατεύεις ζητώντας το θησαυρό, που δεν τ' αποφάσιζε να βρεθεί -μα κιόλας κάτι του 'λεγε του καθενός πως υπάρχει.
Κι ήταν ολότελα δοσμένο σε τούτη τη δουλειά το παιδί· και δεν άκουσε τίπoτα. Μήτε ο πατέρας άκουσε τίποτε, προσπαθώντας να ζευτεί πάλι το καροτσάκι και να ξεκινήσει για πάρα πέρα. Έπαιρνε και να μεσημεριάζει και συλλογιόταν πως θα έπρεπε στο σπίτι ν' ανάψουν φωτιά να ζεσταθούνε και μια σταλιά και να βράσουν τα χόρτα. Κάποιος γείτονας του είχε πει τις προάλλες πως έριχνε μέσα στο τσουκάλι πεντέξι ελιές και το χόρτο έπαιρνε τη μυρουδιά του λαδιού και νοστίμιζε. Σαν δύσκολο πράμα να βρεις τι ελιές! Μα μπορεί στο τέλος ο γείτονας να 'χε ακόμα καμπόσες. Όλα τυχαίνουν -και τα πιο απίστευτα- σε τούτο τον κόσμο καμιά φορά! Δε συλλογιόταν άλλο τίποτε από τούτο, καθώς ζευόταν το καροτσάκι σαν έπεσαν μονομιάς στο δρομάκι οι λαστιχένιοι τροχοί κι ένα σούσουρο έκαμε το πουλί, που στεκόταν ακόμα στο κεραμίδι του, να πετάξει αλλοπαρμένο πέρα στην άσφαλτο, μακριά. Πίσω από το κρύσταλλο, στ' αυτοκίνητο, άστραψε ένα φαρδύ κατακόκκινο πρόσωπο, οργισμένο. Καθόταν κι ένα κορίτσι δίπλα του και μασούσε μια σοκολάτα χαμογελώντας. Το καροτσάκι σείστηκε σύγκορμο, μα ήταν κολλημένο γερά στη λάσπη και δεν έλεγε να ξεκινήσει από κει. Κι ο άνθρωπος ζεμένoς αγκομαχούσε και τιναζόταν κι εκείνος σύγκορμος και στέριωνε τα πόδια ολάνοιχτα πίσω και πάσκιζε να τραβήξει μπροστά με το φαγωμένο κορμί τεντωμένο σαν ένα τόξο και τ' αριά άσπρα γένια του ξαναγέμισαν ιδρώτα μονομιάς και τα μάτια του συννέφιασαν και δεν μπορούσαν τίποτε πια να ξεκρίνουν. Το χοντρό πρόσωπο μούγκριζε πίσω από το κρύσταλλο και φοβέριζε και βλαστημούσε σ' άγνωρη γλώσσα. Είχε γίνει πια γαλαζοκόκκινο και γαλάζωνε ολοένα, κι ο κοντός λαιμός ανασηκωνόταν ανυπόμονος μπροστά σε τούτο το εμπόδιο τ' αναπάντεχο. Το κορίτσι μασούσε τη σοκολάτα του και χασκογελούσε. «Τι χαριτωμένος γινόταν αυτός ο Φριτς, όταν θύμωνε!» Μα το πράμα δε βάσταξε πολύ. Ο Φριτς κατέβηκε από τ' αυτοκίνητο αλαφιασμένος· οι μπότες του άστραψαν καλογυαλισμένες, άστραψαν τα μάτια του σκοτεινά και τα χείλη του μούγκριζαν, μούγκριζαν. Το 'πιασε το γεροντάκι, λιγνό σαν το φρύγανο, και το ‘στησε στον τοίχο πλάι στο παράθυρο του κοριτσιού που ανατρόμαξε και κρύφτηκε μέσα κι άρχισε να το δέρνει το γεροντάκι, να το χτυπάει όπου έβρισκε με γροθιές και κλοτσιές κι ολοένα να φρενιάζει περισσότερο. Το παιδί σωριάστηκε πάνω στα σκουπίδια και βάλθηκε να κλαίει τρομαγμένο και να κοιτάζει και να μην μπορεί να κουνήσει από τον τόπο του. Το γεροντάκι δεν έβλεπε πάρεξ δυο ασημένιους αϊτούς, ένα περιλαίμιο που ανεβοκατέβαινε μπροστά του -κι ένιωθε δυο χοντρά, ζεστά κομμάτια σάρκας να πέφτουν απάνω του σαν το φλογισμένο σίδερο· μα μήτε βόγκηξε μήτε άρθρωσε λέξη. Τo κορίτσι κατάπιε τη σοκολάτα του και ξεφώνισε: «Ντας ιστ γκενούχ, λίμπλιχε Φριτς, ντας ιστ γκενούχ!» Οι μπότες ξεμάκρυναν. Το χοντρό πρόσωπο είχε ξανάβρει τον εαυτό του, κάτι σαν γαλήνη και σαν ικανοποίηση. Ανέβασε το αυτοκίνητο σύρριζα στον τοίχο, στο αντικρινό πεζοδρόμιο, και πέρασε θριαμβευτικά, γεμίζοντας βαριά μυρουδιά μπενζίνας τ' ορφανεμένο δρομάκι.
Το κορίτσι με τη βελόνα άνοιξε την πόρτα, έπλυνε το πρόσωπο του γέρου με κρύο νερό, το σκούπισε με καθάρια πετσέτα· ήρθανε κι οι άλλες γειτόνισσες κι έφερε η μια ένα κομμάτι, ένα ελάχιστο κομμάτι ψωμί κι η άλλη το μπουκαλάκι με το ρούμι και πάσκιζαν να συνεφέρουν τον άνθρωπο που κακοπάθησε. Μα κάτω από τα μάτια το πετσί ήταν γαλαζόμαυρο και φουσκωμένο, λες κι από στιγμή σε στιγμή θα 'σκαζε και θα 'τρεχε από εκεί μέσα όλο το δάκρυ που δεν έβγαινε από την καρδιά. Το παιδί μπόρεσε τότε πια ν' ανασηκωθεί κι έπιασε τα χέρια του πατέρα και τα φιλούσε και του πασπάτευε το κορμί και γλυκά και θαρρετά του μιλούσε, σαν να γεννιόταν την ώρα εκείνη ένας αδάμαστος άντρας μέσα του. Ύστερα στάθηκε ολόρθο και κοίταξε πέρα κι είδε τη λάσπη σημαδεμένη από τα λάστιχα κι έβαλε όλη του την ψυχή στη ματιά· κι ήταν σαν να γέμισε το δρομάκι αχούς αναστάσιμους και ν' άνθισε η γης μονομιάς, μέσα στην καρδιά του χειμώνα, και τα χελιδόνια να σπάθισαν το γαλάζιο του ασυννέφιαστου ουρανού. Γιατί την ώρα εκείνη ένα βασανισμένο κι ανυποψίαστο παιδί έγινε λεύτερος άνθρωπος και κατάλαβε ποιο είναι το χρέος του.

Ο Δημοφών κι ο θάνατος.



του Ναπολέοντος Λαπαθιώτη.


Σαν έφθασε στα τριάντα του χρόνια, ο Δημοφών, ο ενάρετος, αν και νεαρός φιλόσοφος, με την ωραία κορμοστασιά και τα γαλάζια τα ονειρώδη μάτια, ο μαθητής του Πρωταγόρα και του Πλάτωνα, αποφάσισε να κλείσει ξάφνου δια μιας τη νεότητά του, και ν΄ αποτραβηχθή σαν ασκητής· πολύ πριν να φανούν οι Χριστιανοί ασκητές κι οι διάφοροι στηλίτες, ο Δημοφών το είχε κάνει πρώτος αυθόρμητα κι εν πλήρει συνειδήσει, με τη διαφορά πως δεν τον έσπρωχνε, καθώς αυτούς αργότερα, η πίστη κι ο φανατισμός, αλλά – κι αυτό είναι το σπουδαίο – εξ εναντίας η πλήρης κι η απόλυτη απιστία…
Αποτραβήχθηκε λοιπόν σε μια σπηλιά, σε μια έρημη κοιλάδα της Βοιωτίας, όχι μακριά απ΄ τον Ορχομενό, κι έζησε εκεί για κάμποσο διάστημα, μόνος εντελώς, με μια προμήθεια μοναχά τροφής, μια χωματένια υδρία, κι ένα σκληρό στρώμα, για ν΄ αναπαύεται τη νύχτα· ο λόγος που τον έφερε ως εκεί, δεν ήταν η συνηθισμένη απογοήτευση της καθημερινής χυδαίας ζωής, μήτε καμιάν αγάπη θλιβερή (δεν είχε ίσως ποτέ αγαπήσει, αυτό που λέμε αγάπη), αλλά το ίδιο πρόβλημα της ζωής, το κεντρικό το μέγα κι ακαθόριστο, που είναι γραφτό αιωνίως να διαφεύγει και που καμιά προσφερομένη του ερμηνεία δεν ικανοποιεί! Είχε πολύ εμβαθύνει, και συστηματικά, μέσ΄ στο πολύπλοκο κι ασύλληπτο αυτό ζήτημα, και του είχε δώσει λύσεις διάφορες εδώ κ΄ εκεί κατά καιρούς ως που απότομα, αφού είχε με χίλιους κόπους κι αγωνίες θεμελιώσει κάποιο σύστημα βάσιμο κάπως και τελειωτικό, σύμφωνα με τις τότε κρατούσες αντιλήψεις, έχανε ξαφνικά το στήριγμά του ένα καλό πρωί και ξαναβρισκόταν μόνος και αμαθής, απέναντι του αγνώστου.
Ήταν στιγμές που το πολιορκούσε η σκέψη του, απ΄ όλες τις μεριές, τόσο στενά που ’λεγε λίγο ακόμα ίσως και θα ’φθανε στον ίδιο τον πυρήνα του προβλήματος κι ίσως αυτές οι λιγοστές στιγμές να ήταν το πλέον απώτατο σημείον, που φθάνει η ανθρώπινη διανόηση, ιδίως όμως ήταν πεισμένος, πως δε μπορεί παρά να ΄ρθει μια μέρα που η ανθρωπότης θα το λύσει οριστικά (πού να ’ξερε πως ύστερα από δυο χιλιάδες χρόνια θα ’μαστε πάντοτε κι εμείς στην ίδιαν απορία!)… Είχε τόσο πολύ απορροφηθεί από την έμμονην αυτήν ιδέα και είχε καταναλώσει όλα τα πνευματικά του εφόδια σε τέτοιο απεριόριστο σημείο, ώστε δυο αυλάκια πρώιμα είχαν χαραχθεί στο μέτωπό του, το θαυμαστό του εφηβικό εκείνο μέτωπο, το στεφανωμένο με σγουρά μαλλιά, που ο Κέβης, ο επιγραμματοποιός, το είχε υμνήσει κάποτε, σ΄ έν’ από τα ξακουστά επιγράμματά του!
Μια νύχτα πήρε τη μεγάλη απόφαση, να προσφύγει σε μιαν υπεκφυγήν και να περιμείνει έτσι το τέλος της ζωής του, μπορούσε ακόμα κι η ζωή η πρωτογενής, η κατά φύση, η κανονική, να του αποκαθιστούσε τη σαλευθείσα τη γαλήνη της ψυχής του, και να τον επανέφερε, ασυναίσθητα, στον αρχικό μοιραίον προορισμό του, που είχεν ίσως απαρνηθεί – ποιος ξέρει…
Ένα βράδι, καθώς ήταν μόνος και κοιτούσε τ΄ άστρα – θα ήταν κατά τα μέσα του Μεταγειτνιώνος – του εφάνη μες στη συλλογή του, σαν κάποιος να ήρθε και να εστάθη δίπλα του· γύρισε το κεφάλι, απορημένος και είδε μια σκιά, κάτι σαν τυλιγμένο σ΄ ένα πέπλο, και που δεν είχεν ακριβώς το σχήμα ανθρώπου· στεκόταν εκεί δίπλα του και δεν μιλούσε διόλου, μήτε φαινόταν να έχει ζωή πραγματική. Του ’κανε μοναχά ένα νεύμα, να πλησιάσει. Ο Δημοφών έσφιξε τη χλαμύδα γύρω στο κορμί του και πλησίασε. Ήταν ορθή στην άκρη ενός βράχου, κι έμοιαζε σαν κομμένη μέσ΄ στο βράχο.
Του είπε τότε με μυστηριώδη φωνή :
— Ξέρω ποιος είσαι, και τι θέλεις. Έλα μαζί μου να τα μάθεις όλα…
Κι ο Δημοφών την πήρε το κατόπι, δίχως να διστάσει, τόσο ήταν αποτραβηγμένος απ΄ τα εγκόσμια κι η προσοχή του ήταν στραμμένη αλλού. Αφού περπάτησαν πολλή ώρα μέσ΄ στα σκοτεινά, έφθασαν εμπρός σε μια σπηλιάۤ· εκεί στο βράχο ήταν μια θύρα, ερμητικά κλεισμένη· η θύρα αμέσως άνοιξε μονάχη, και τότε εκείνοι μπήκαν σε μια σήραγγα που οδηγούσε σε μια υπόγεια κρύπτη αχανή, με στοές και με διαδρόμους. Στην αρχή ο Δημοφών δεν μπόρεσε να διακρίνει τίποτε· σιγά-σιγά όμως ένα φως, άγνωστο πώς ερχόμενο, απροσδιόριστο καθώς το φως της πρώτης χαραυγής, φώτισε αμυδρά όλα τα πράγματα, σα να ‘βγαινε ακριβώς μέσ΄ απ΄ τα πράγματα, και να είχε μια πηγή υπερφυσική· κι όταν πάλι γύρισε τα μάτια του στη σκιά, που τώρα ήταν σταματισμένη μέσ΄ στη μέση, είδε μιαν εξαίσιαν ομορφιά στο πρόσωπό της, κάτι υπερκόσμιο χυμένο στη μορφή της σα να ήταν κάποια εμφάνιση ενός λαμπρού υπερπέραν. Και τότε ο Δημοφών αισθάνθηκε μέσ’ στην ψυχή του, κάτι επίσημο και κατανυκτικό, που δεν ήταν ο τρόμος του αγνώστου αλλά το δέος του υπερφυσικού!
Κι η προσοχή του πάλι σταμάτησε στη σκιά, και πρόσμενε να δη τι θα του πει.
Κι η σκιά τον κοίταξε καλά-καλά στα μάτια και του είπε :
— Έχεις στο νου σου πάντα την ίδιαν απορία;
— Ναι, πάντα.
Και τότε διημείφθη αναμεταξύ των ο επόμενος διάλογος· για μια στιγμή ο Δημοφών μπορούσε να πιστέψει πως ήταν μια απ΄ τις καθημερινές συνομιλίες που ήταν συνηθισμένες τότε στα γυμνάσια και στα σπουδαστήρια που φοιτούσε.
— Ελπίζεις η απορία σου αυτή να ικανοποιηθεί κάπως μια μέρα;
— Δεν ξέρω· έχω καθήκον να το ελπίζω.
— Πού βασίζεσαι τάχα ως προς αυτό;
— Στο Άγνωστο· εφόσον είναι το άγνωστο κανένας δε μπορεί να προδικάσει κείνο που μπορεί να κάμει αύριο…
— Έχεις κανένα δεδομένον, πως η απορία σου αυτή έχει λυθεί ποτέ, και από κανένα, ή πως το άγνωστο έχει δείξει ίσαμε τώρα την εύνοιά του σε άνθρωπο θνητόν;
— Και πώς μπορώ να ξέρω, αν αύριο δεν το κάμει στην παντοδυναμία του, πώς μπορώ να ξέρω καν αυτό, εφόσον τίποτε ακριβώς δεν ξέρω!…
— Ώστε βαδίζεις έτσι, χωρίς καμιά πεποίθηση ορισμένη.
— Πολλές φορές σχεδόν θαρρώ πως φθάνω πολύ κοντά στην τελικήν αλήθεια.
— Δε σου ήρθε κάποτε ίσως η υποψία, πως οσοδήποτε κοντά κι αν είσαι στην αλήθεια, πάντα είσαι το ίδιο μακριά απ΄ αυτήν, όσο δεν την κατέχεις ακριβώς;
— Σχεδόν νομίζω πως κι αυτό το ξέρω.
— Και τότε;…
— Δεν ξέρω· περιμένω.
— Τι λοιπόν μπορείς να περιμένεις, αφού διαθέτεις πάντα τα ίδια μέσα;
— Δε μου μένουν άλλα να διαθέσω.
— Συμπέρασμα;
— Κανένα! Δεν έχω άλλη διέξοδο να εκλέξω.
— Αν είχες θα την ακολουθούσες;
— Μόνο γι΄ αυτό κινούμαι και αναπνέω! Αυτό είναι ακριβώς που πάντα ελπίζω.
Τότε η σκιά του ’κανε νεύμα να πλησιάσει ακόμα πιο κοντά και του ’δειξε δυο θύρες σκαμμένες μέσ΄ στο βράχο που είχαν τώρα λες φανερωθεί στις δυο αντίθετες μεριές του μαγικού σπηλαίου.
— Να, κοίταξε καλά τις δυο αυτές θύρες· η μια οδηγεί προς την κανονική ζωή· όποιος περάσει από τη θύρα αυτή θα λυτρωθεί απ΄ το βάρος της σκέψης του και θα επιστρέψει πάλι μέσ΄ στον κόσμο, να ζήση καθώς ζουν μυριάδες όντα χωρίς καμιάν ερώτηση στα χείλη, ακολουθώντας τη μοιραία γραμμή τους, να υπάρχουν μόνο για να συντηρούνται, μην ψάχνοντας για το γιατί ποτέ!
Η άλλη οδηγεί στην πλήρη γνώση – ή μάλλον θέτει τέρμα στην περιορισμένη αυτή ζωή, για όσους εξέκλιναν από τον αρχικό τον προορισμό τους. Διάλεξε ποια θες ν΄ ακολουθήσεις.
Η σκιά είχε γείρει τώρα ολόκληρη σχεδόν στο πρόσωπό του· και τότε είδε διαμιάς σε μιαν αιφνίδιαν έκλαμψη του νου πως τόσην ώρα ήταν μόνος εντελώς και μιλούσε με τον ίδιο τον εαυτόν του!
Τότε ο Δημοφών σηκώθηκε έξαλλος, και κραύγασε με διάτορη φωνή :
— Τη θύρα που οδηγεί στην πλήρη γνώση – ή μάλλον θέτει τέρμα στην περιορισμένη αυτή ζωή, για όσους εξέκλιναν από τον αρχικό τον προορισμό τους!…
Κι ο Δημοφών προχώρησε στη θύρα με το κεφάλι αγέρωχα υψωμένο, μ΄ ένα βαθύ χαμόγελο θριάμβου, σαν ημίθεος!
Ένας κρότος ξερός μονάχα ακούστηκε και κάτι κύλησε βαριά στα σκοτεινά.
Έτσι ανηρπάγη ένα βράδυ ο Δημοφών, μέσ΄ από τον ορατό τον κόσμο, επειδή θέλησε να μάθει, ό,τι δεν πρόκειται ποτέ να μάθει ο άνθρωπος όσο διανύει τον κύκλο της ζωής του.
Και βγήκε κι η παράδοση ότι ο Δημοφών, ο ενάρετος φιλόσοφος, ο μαθητής του Πρωταγόρα και του Πλάτωνα, την εποχή που ασκήτευε σε μια σπηλιά, σε μια έρημη κοιλάδα της Βοιωτίας, όχι μακριά απ΄ τον Ορχομενό, ένα βράδυ περί μέσα του Μεταγειτνιώνος, ενώ έψαχνε να βρει λίγο νερό για να γιομίσει την υδρία του, μη βλέποντας καλά στα σκοτεινά, έπεσε σ΄ ένα βάραθρο, κι εχάθη.-

ΣΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΥΣΙΩΤΗ


Στο δρόμο για τον Προυσό

Οι γιορτές πλησιάζουν και το Καρπενήσι μας υποδέχεται στολισμένο και με αρκετή, παρά την προχωρημένη βραδινή ώρα, κίνηση στην πλατεία και τα πέριξ στενά. Κατηφορίζουμε στο δρόμο για τα χωριά της Ποταμιάς. Στο Γάβρο παρκαρισμένα αυτοκίνητα και κόσμος στις ολοφώτιστες ταβέρνες του Σαββατόβραδου, αλλά και μυρωδιά νοτισμένου καμένου ξύλου, μυρωδιά του σήμερα αλλά και του χθες, όταν ο μικρός αυτός οικισμός δεν ήταν το στέκι των σημερινών καλοφαγάδων αλλά χάνια και καπηλειά στο πέρασμα για τα πολλά χωριά της νότιας Ευρυτανίας και το Μοναστήρι του Προυσού ή Μπρουσού, όπως το λέγανε τότε. Αλλά για το τότε, πλέον κατάλληλος για την περιγραφή του τόπου είναι ο συγγραφέας – ταξιδευτής Κώστας Στούρνας, όταν εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ʼ30 περπατούσε στα ίδια αυτά μέρη στη διαδρομή Καρπενήσι-Προυσός. «Σούρουπο Σαββατόβραδου… Βρισκόμαστε από λίγη ώρα τώρα στο Γάβρο. Μικρό χωριουδάκι, χαμένο μεσ΄ τη ρεματιά που χωρίζει την Καλιακούδα απ΄ τη Χελιδόνα. Δεν είναι καν χωριουδάκι ο Γάβρος. Ένα σταυροδρόμι μέσα στο δάσος το πυκνό κι ατελείωτο, που σκεπάζει τα πλάγια των δυο βουνών. Τα χάνια, τα μαγαζιά, δυο τρία όλα κι όλα, σκόρπια μεσʼ τη σκοτεινή ρεματιά, που την κάνει πιο άγρια η ασέληνη νύχτα, φεγγοβολούν παράδοξα. Μέσα σʼ αυτό το πηχτό σκοτάδι, σʼ αυτή την άγρια σκηνογραφία, στην είσοδο της μεγάλης χαράδρας που αρχίζει από δω κάτω και τελειώνει πέρα απʼ τον Προυσό, αγριεύει με μιας η ψυχή του ανθρώπου όταν βρεθεί άξαφνα τέτοια ώρα. Δεν ακούμε παρά το βούισμα του ποταμού που γοργοκυλάει στην κατηφοριά τα νερά του. Το μελαγχολικό τραγούδι των γρύλων. Τʼ αλαργινά κουδουνίσματα μουλαριών, που έρχονται ή φεύγουν μεσʼ τη ρεματιά …» Εμείς συνεχίζουμε μέσα στη νύχτα, στον ασφαλτόδρομο πέρα απ΄ το Γάβρο, κατεβαίνοντας τη χαράδρα προς το Κλειδί, όμως τα μάτια της ψυχής μας βλέπουν με το φως της μέρας, σε χρόνους περασμένους, παρέα με σημαντικούς λογοτέχνες – ερευνητές τόπων και θρύλων που έζησαν εδώ και αρκετά χρόνια, αλλά και με τα μάτια της μνήμης αυτών που ρωτήσαμε και μάθαμε για τους παλιούς δρόμους και τα μονοπάτια στα χρόνια των νιάτων τους. Διηγήσεις που γέμισαν θύμησες και συγκινήσεις και χάραξαν μέσα μας μια νέα διαδρομή Γάβρου – Προυσού πέρα από τα πολύβουα καραβάνια του θρησκευτικού τουρισμού ή τiς extreme προσεγγίσεις των φαραγγιών της αδρεναλίνης. Όμως την πολύ ενδιαφέρουσα πεζοπορική διαδρομή Κεφαλόβρυσου – Προυσού θα την περιγράψουμε σʼ ένα μελλοντικό τεύχος μας. Για την ώρα εμείς, έχοντας παρέα τον βουερό Καρπενησιώτη, φθάνουμε στο Κλειδί, ένα πολύ στενό, λαξεμένο στο βράχο άνοιγμα. Μια στάση έστω και λίγων λεπτών είναι απαραίτητη για να πάρουμε την αίσθηση που αναδύει ο εντυπωσιακός αυτός χώρος με τους τεράστιους βράχους που ορθώνονται κάθετα κι απʼ τις δύο πλευρές του περάσματος, μεταξύ της Καλιακούδας (υψ. 2101 μ.) από τα ανατολικά και της Χελιδόνας (υψ. 1975 μ.) από τα δυτικά. Περνάμε τα Πατήματα της Παναγίας απʼ όπου, σύμφωνα με την παράδοση, πέρασε η εικόνα της Παναγίας για τον Προυσό και τα Διπόταμα όπου ο Καρπενησιώτης κι ο Κρικελοπόταμος ενώνονται με τον Τρικεριώτη και σε λίγη ώρα φθάνουμε στη μικρή πλατεία του Προυσού, όπου μας υποδέχεται ο Γεράσιμος Παλαιός, ο αντιδήμαρχος του τοπικού Δήμου.

Προυσός

Το πρωινό της Κυριακής με βρίσκει να τριγυρνώ στην πλατεία και στις γύρω γειτονιές. Ένας λαμπερός ήλιος δίνει γρήγορα ζωή και κίνηση στο χωριό. Στην όμορφη πλακόστρωτη πλατεία με το μεγάλο πλάτανο, ένα μπαλκόνι με θέα στον Προυσιώτη, οι μαγαζάτορες σκουπίζουν τις καρέκλες απʼ την πρωινή δροσιά και βγάζουν την πραμάτεια τους, είδη λαϊκής τέχνης, γλυκά του κουταλιού, ντόπια ζυμαρικά, τσίπουρο, μέλι και καρύδια. Η πλατεία και ο κεντρικός δρόμος είναι το μοναδικό πυκνοδομημένο μέρος του χωριού. Εδώ στου Κουτσογιώργʼ, που λέγανε παλιότερα, ήταν η αγορά όχι μόνο του Προυσού αλλά και της ευρύτερης περιοχής. Τρία κρεοπωλεία, τέσσερα μπακάλικα, υποδηματοποιείο και τσαγγάρικο που έφτιαχνε ονομαστά τσαρούχια, δυο ραφτάδικα με σπουδαίους ράφτες και πολλές μοδίστρες για καθημερινές και κυριακάτικες φορεσιές, δυο κουρεία, τέσσερα καφενεία, δασικός συνεταιρισμός με χαλκό, θειάφι, λίπασμα, καλαμπόκι και κριθάρι για ζωοτροφές, κρατικό μονοπώλιο με αλάτι, φωτιστικό πετρέλαιο, σπίρτα και τράπουλες. Όλο αυτό το εμπορικό κέντρο έδινε ζωή στο χωριό, που ήταν άλλωστε από το 1836 έδρα του Δήμου Αρακυνθίων με 2200 κατοίκους. Πρώτος οικισμός στην περιοχή ήταν η Πατρικάδα, χωριό κτηνοτρόφων, που στα 1400 με 1450 μ.Χ. ήρθαν εδώ και σε κοντινή απόσταση από το μοναστήρι του Προυσού έχτισαν τα πρώτα σπίτια. Κτισμένος αμφιθεατρικά στις βόρειες υπώρειες του Παναιτωλικού, με μέσο υψόμετρο τα 920 μ., με σπίτια διάσπαρτα στην καταπράσινη πλαγιά, με στενές κλιμακωτές πεζούλες που καλλιεργούσαν αμπέλια, κηπευτικά και οπωροφόρα, ο Προυσός είναι ένα από τα ομορφότερα χωριά της Ευρυτανίας. Έδρα για αρκετό καιρό του αρχιστράτηγου Γεώργιου Καραϊσκάκη, έργο του οποίου είναι και οι δύο πύργοι που έχτισε για την προφύλαξη του μοναστηριού όταν αποτραβήχτηκε εδώ για ανάρρωση τον Αύγουστο του 1823. Εδώ γεννήθηκε το 1794 ο διδάσκαλος των ελληνικών γραμμάτων Αναστάσιος Αγαθίδης ή Καπέρδας, καθώς και ο βιομήχανος Χρήστος Κατσάμπας, ιδρυτής του μαθητικού οικοτροφείου. Στα χρόνια της Κατοχής το χωριό σχεδόν ερημώνεται. Μεταπολεμικά με τον επαναπατρισμό αποκτά για λίγο ζωή, όμως με το μεγάλο κύμα της μετανάστευσης παίρνει φθίνουσα πορεία, με αποτέλεσμα σήμερα να μην ξεπερνά τους 60 μόνιμους κατοίκους. Πολιούχος του χωριού ο Άγιος Νικόλαος κι η εκκλησία του μεγάλη, τρίκλιτη βασιλική, με όμορφο δάπεδο, αξιόλογο τέμπλο τοπικής τεχνοτροπίας, έργο του 1877 και ψηλό πέτρινο καμπαναριό. Με τον ήλιο να πέφτει πίσω από το Παναιτωλικό, η κίνηση στο χωριό σταματάει απότομα. Όλοι φεύγουν, τα περισσότερα μαγαζιά κλείνουν, ακόμα και οι μαγαζάτορες μπαίνουν στʼ αυτοκίνητά τους και το σούρουπο της Κυριακής βρίσκει το χωριό σχεδόν έρημο με πεντέξι καμινάδες να καπνίζουν μεσʼ τη χειμωνιάτικη παγωνιά.

Προυσιώτης

Μικρό σε μήκος ποτάμι ο Προυσιώτης, αφού δεν ξεπερνάει τα 10 χλμ. Γεννιέται λίγο πιο κάτω από την κορυφή Αραποκέφαλα (υψ. 1602 μ.) του μεγάλου ορεινού όγκου του Παναιτωλικού, στα όρια των νομών Ευρυτανίας και Αιτωλοακαρνανίας, από πολλές μικρές πηγές με κυριότερη την Παχόβρυση. Δημιουργεί μικρούς χείμαρρους και καταρράκτες στο χώρο της Μαύρης Σπηλιάς και τροφοδοτείται στην πορεία του από δεκάδες μικρά ρυάκια. Στην περιοχή του μοναστηριού δημιουργεί μαιάνδρους ανάμεσα σε θεόρατους βράχους και κάτω απʼ το εκκλησάκι του Άη Γιώργη ενώνεται με τον Τορνιώτικο και λίγο πιο κάτω πέφτει με ορμή στον Κρικελοπόταμο ή Κρικελιώτη. Στη συνέχεια τα νερά του Κρικελιώτη ενώνονται με αυτά του Καρπενησιώτη και δημιουργούν τον Τρικεριώτη που χύνεται στην τεχνητή λίμνη των Κρεμαστών. Οι προτεινόμενες οδοιπορικές διαδρομές δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερες δυσκολίες. Για πιο ασφαλές και άνετο περπάτημα, όπως για κάθε πεζοπορία, η χρήση των κατάλληλων παπουτσιών είναι απαραίτητη.

Στο μονοπάτι της Μαύρης Σπηλιάς

Μια θαυμάσια εικοσάλεπτη (χωρίς τις στάσεις) πεζοπορική διαδρομή μέσα σε εκπληκτικό βουνίσιο τοπίο, αλλά και σʼ ένα από τα πολλά αθέατα και άγνωστα σε πολλούς μνημεία της νεώτερης ιστορίας μας.Ακολουθούμε τον ασφαλτόδρομο προς Τόρνο. Στα 1500 μ. από την πλατεία του Προυσού, φθάνουμε στη σιδερένια στρατιωτική γέφυρα (Flambo, δεκαετίας του ʼ60) λίγα μόλις μέτρα μετά τη διασταύρωση για το αλλαντοποιείο Στρεμμένου (υπάρχει χώρος αναστροφής για πούλμαν 36 θέσεων). Ακριβώς πριν περάσουμε τη γέφυρα, στην πηγή με τους ξύλινους πάγκους, το φαρδύ γύρω στο μέτρο μονοπάτι αρχίζει να ανηφορίζει, έχοντας αριστερά και σε ύψος 20 έως 30 μ. τα νερά του Προυσιώτη.Λίγα μέτρα από το παγκάκι, διακρίνουμε στην απέναντι πλευρά της καταπράσινης ρεματιάς δύο στενόμακρες νεροσυρμές, που όταν τα χιόνια λιώνουν, δημιουργούν όμορφους καταρράκτες. Προχωρούμε αργά για να απολαύσουμε την όμορφη θέα της χαράδρας που σιγά-σιγά αρχίζει να στενεύει. Κατηφορίζουμε για μερικά μέτρα, φτάνοντας στο ύψος του νερού στο πρώτο ξύλινο γεφύρι της διαδρομής που τώρα αρχίζει να μας συναρπάζει. Τριάντα μέτρα από το γεφυράκι, στο μικρό πλάτωμα, λοξοδρομούμε λίγα μόλις μέτρα για να θαυμάσουμε και να δροσιστούμε στον καταρράκτη που πέφτει με ορμή από ύψος 10 περίπου μέτρων, σχηματίζοντας μια πρασινογάλανη βάθρα ή πούντο όπως λέγεται στον Προυσό. Βρισκόμαστε σχεδόν στο μέσον της διαδρομής και σʼ ένα απʼ τα ομορφότερα τοπία του Προυσιώτη. Συνεχίζουμε ανηφορίζοντας με καγκέλια στο φαρδύ χωμάτινο μονοπάτι, μέσα σε δάσος από έλατα και πλατάνια. Που και που, μέσα από τα ανοίγματα, που δημιουργούν οι πυκνές φυλλωσιές των δένδρων, βλέπουμε τους εντυπωσιακούς γεωλογικούς σχηματισμούς και μια μικρή σπηλιά με γκρέμια στην απέναντι πλευρά. Το θαυμάσιο μονοπάτι μετά από δυο μικρές, ελαφρά ανηφορικές, τραβέρσες, αρχίζει να κατηφορίζει, φθάνοντας και πάλι στο επίπεδο του νερού που τρέχει δεξιά μας. Στην πηγή με τα βραχοκαθίσματα είναι απαραίτητη μια στάση, όχι για να ξεκουραστούμε, μιας και οι αποστάσεις είναι πολύ μικρές, αλλά για να χαρούμε τον κελαρυστό ήχο του νερού και την ομορφιά του γνήσιου ευρυτανικού ποταμίσιου τοπίου. Συνεχίζουμε ανηφορίζοντας ελαφρά κι αφού περάσουμε ξύλινο γεφύρι στο πλάι του μεγάλου βράχου, βλέπουμε μπροστά μας το τεράστιο άνοιγμα της Μαύρης Σπηλιάς. Περνάμε και το τελευταίο ξύλινο μικρό γεφύρι βλέποντας στʼ αριστερά μας δυο μικρούς καταρράκτες κι ένα τεράστιο βράχο, που είναι σφηνωμένος ανάμεσα στα τοιχώματα του στενού φαραγγιού και ανεβαίνουμε προσεκτικά τα πάντοτε βρεμμένα λαξευμένα σκαλιά στο ομαλό σε κλίση βραχώδες έδαφος. Η σπηλιά είναι μια τεράστια, σχεδόν στρόγγυλη τρύπα, ύψους 30 περίπου μέτρων και πλάτους γύρω στα 40. Διακρίνουμε τα ερείπια μίας θεμελίωσης δύο παράλληλων τοιχίων και στο βάθος έναν ψηλό, λιτό, πέτρινο τοίχο με πολεμίστρες και άνοιγμα πόρτας, που τον αγκαλιάζει με στοργή ένας μεγάλος σχιστολιθικός βράχος. Ψηλά στα τοιχώματα της σπηλιάς διακρίνουμε λίγα ερείπια, πράγμα που μας κάνει να υποθέσουμε πως στην αρχική της μορφή η οχύρωση είχε δυο ή τρία επάλληλα τείχη, εκ των οποίων σήμερα διασώζεται σε κάπως καλύτερη κατάσταση μόνο το εσωτερικό. Στη θέα του περήφανου αυτού ερείπιου, ο νους ταξιδεύει στους χρόνους της Κλεφτουριάς, της παληκαριάς και της ελεύθερης Ρούμελης. Στο χώρο αυτό κατέφυγαν οικογένειες διωκόμενων από τον Τούρκο κατακτητή και υπήρξε λημέρι πολλών αγωνιστών, μεταξύ των οποίων του Δημήτριου Γουβέλη και πιθανώς του Καραϊσκάκη. Υπάρχουν, βέβαια, και απόψεις που λένε πως εδώ υπήρξε το Μαντείο του ομηρικού Οδυσσέα, οι περισσότεροι όμως υποστηρίζουν πως αυτό πιθανώς να βρίσκεται στην περιοχή της Αποκλείστρας, στις Γούρνες, μεταξύ Καστανιάς και Πρόδρομου. Αυτό που εντυπωσιάζει τον επισκέπτη είναι η εικόνα που αντικρύζει σε ηλιόλουστη μέρα που λιώνουν τα χιόνια και δημουργείται ένα τεράστιο πέπλο από εκατομμύρια σταγόνες που πέφτουν σαν διαμαντόπετρες από το βράχο της οροφής. Κατεβαίνοντας αξίζει ένα βλέμμα κάτω από το μικρό γεφυράκι με το πολύ στενό υπόγειο υδάτινο πέρασμα και τα νερά που τρέχουν από παντού, λούζοντας την πρασινάδα και δημιουργώντας αίσθηση «Πάντα - βρέχει» σε μικρογραφία. Η επιστροφή γίνεται ακριβώς από την ίδια διαδρομή. Γράφοντας τις τελευταίες γραμμές της περιγραφής της Μαύρης Σπηλιάς, καθισμένος στον ξύλινο πάγκο δίπλα από την πηγή, στο τέλος της μικρής αυτής πορείας, βλέπω μια παρέα πολύχρωμων περιηγητών που μόλις επιστρέφουν. Μπορεί να ʼναι η ιδέα μου, πάντως όλες και όλοι έχουν όμορφα μάτια και καλή διάθεση. Βλέπεις, η φύση ξέρει να ανταμείβει με τον καλύτερο τρόπο αυτούς που τη σέβονται, τη χαίρονται και την τιμούν.

Στο μονοπάτι για το Μοναστήρι

Μια διαδρομή με διαφορετικά χαρακτηριστικά απʼ αυτήν της Μαύρης Σπηλιάς, αφού γίνεται σε ανοιχτή ρεματιά, αλλά εξίσου όμορφη και ξεκούραστη, αφού χωρίς τις στάσεις δεν ξεπερνά τη μία ώρα με συνολικό μήκος 2,5 χλμ. Το μονοπάτι παίζει συνέχεια με τον Προυσιώτη, αφού με τα πολλά ξύλινα γεφύρια του περνά πεντέξι φορές στις όχθες του, διασχίζοντας υπέροχα δάση πλάτανου και ελάτης, σʼ ένα μεγάλο βοτανικό κήπο απίστευτης ομορφιάς. Όμως γιʼ αυτή την ομορφιά πλέον κατάλληλος είναι ο ευαίσθητος φακός του φίλου Γιάννη, που με συντρόφεψε σʼ αυτό το ταξίδι. Αντί για την περιγραφή της διαδρομής, πρακτικότερα είναι τα κόκκινα σημάδια που τοποθετήσαμε για να διευκολύνουμε την πορεία σας προς το μοναστήρι. Πορεία που αρχίζει είτε αμέσως μετά τη σιδερένια γέφυρα, είτε από το αλλαντοποιείο Στρεμμένου (200 μ. ασφαλτόδρομος). Χρήστος Στρεμμένος, ένας άνθρωπος που ξέρει να κερδίζει τα στοιχήματα που βάζει με τον εαυτό του. Μια επιτυχημένη πορεία στον επιστημονικό και κοινωνικό στίβο και μια πολύ δυναμική παρουσία στην ανάπτυξη της ιδιαίτερης πατρίδας του, αφού με τη δημιουργία του πρότυπου σε ολόκληρη τη χώρα αλλαντοποιείου, που παράγει εξαιρετικής ποιότητας προσούτο, έδωσε ζωή στην περιοχή και μέσω της πίεσης προς τους κρατικούς φορείς, ήταν αυτός που πρωτοστάτησε στην αναβίωση των παλιών μονοπατιών του Προυσιώτη.Η διαδρομή από το αλλαντοποιείο και κάτω, έχει κάτι από ποταμίσιο παραμύθι. Το μονοπάτι, ένας υπέροχος διάδρομος στρωμένος με κατακόκκινο φθινοπωρινό χαλί, κινείται ανάμεσα σε πλατάνια, έλατα, γάβρους, σφεντάμια, ιτιές, κουτσουπιές, σπάρτα, αγριοτριανταφυλλιές, πουρνάρια, βελανιδιές, φιλίκια, αγριόσπαρτα, ρείκια ανοιξιάτικα, μέλαγους ή μελέα όπως τα λένε εδώ, κουφοξυλιές και κρανιές. Ένας απίθανος συνδυασμός σχημάτων, χρωμάτων κι αρωμάτων. Το μονοπάτι περνάει από πολλά ξύλινα αλλά και τσιμεντένια γεφύρια, που αν προσέξουμε τις βάσεις τους πολλά απ" αυτά ήταν πετρόχτιστα στα παλαιότερα χρόνια. Τα Πασσέικα, τα Βασταρχέικα, τα Στρεμμενέικα, τα Μερμεγκέικα, μικρές γειτονιές που συναντάμε στο διάβα μας κι ανάμεσά τους πεζούλες με μηλιές, αχλαδιές, ροδακινιές και φυσικά πολλές καστανιές και καρυδιές. Τα νερά του Προυσιώτη, πότε ήρεμα και πότε βιαστικά, δροσίζουν τις φυλλωσιές της αγράμπελης και των βάτων ενώ τα σπόρια του κισσού καλούν τα κοτσύφια σ" ένα τρελό τσιμπούσι. Αφού περάσουμε τα ερείπια του τελευταίου νερόμυλου, φθάνουμε σε μία πλατιά ποταμιά με τα κουφάρια δύο ξύλινων γεφυριών. Η θεομηνία του 2004 έκανε το θαύμα της. Τα κόκκινα σημάδια στα βράχια θα σας βοηθήσουν να περάσετε απέναντι στο μονοπάτι και σε 8λ. να βρίσκεστε στο πάρκινγκ του μοναστηριού. Αν, παρ" όλ" αυτά, το ποταμάκι είναι φουσκωμένο επιστρέψτε 450μ. πίσω, στη διασταύρωση των μονοπατιών, κι ανηφορήστε το μονοπάτι για την πλατεία του Προυσού, όπου θα βρίσκεστε σε λιγότερο από 10λ. Γλυκιά βραδιά η αποψινή. Κάθομαι στην αυλή του σπιτιού που με φιλοξενεί και το βλέμμα μου χαϊδεύει τις τραχιές κι απότομες κορυφογραμμές των γύρω βουνών που μόλις διακρίνονται.Ένα απαλό ασημί φωτοστέφανο τυλίγει την κορυφή Κεραμίδι της Καλιακούδας. Δεν περνά ούτε ένα λεπτό και εν μέσω των οκτώ δυνατών κτύπων του μεγάλου ρολογιού του μοναστηριού, ένα αυτοκρατορικό ολοστρόγγυλο φεγγάρι ξεπροβάλλει θριαμβευτικά πίσω από το μεγάλο ορεινό όγκο. Στη στιγμή ένας σκουρόχρωμος ασημί κυματισμός απλώνεται στις πλαγιές και τις ρεματιές της τεράστιας χαράδρας του Προυσιώτη και οι περήφανες κορμοστασιές των γειτονικών βουνοκορφών διαγράφονται έντονα στον ορίζοντα.Τα βλέμματά μας συναντιούνται στο φεγγάρι κι η γνωριμία με τη συμπαθέστατη γειτόνισσα, τη θειά Σπυριδούλα, εξελίσσεται σε μία σιγανή κουβεντούλα για τη ζωή και τις παλιές στράτες των χωριών του Προυσού, στα όχι και τόσο μακρινά χρόνια.Μιλάει με αγάπη για τον τόπο της και στη θύμηση των πέτρινων αλλά και γλυκοχαραγμένων στη μνήμη της περασμένων χρόνων, ξετυλίγεται «ένας εξαίσιος και πολύχρωμος πίνακας ενός τίμιου και πονεμένου κόσμου, που κατεβαίνει από την πιο μακρινή αρχαιότητα, αμόλευτος, μονολιθικός, λιτός και ασυμβίβαστος προς ό,τι μπορεί να σπιλώσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια», όπως λέει για τη γενιά των Ευρυτάνων ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος.Τρίτη πρωί. Μια παρατεταμένη, παράταιρη θα ʼλεγα για τη γαλήνη του τοπίου, κόρνα, κάτι σαν ερχομός νύφης … και σε χρόνο μηδέν ένα κάτασπρο φορτηγάκι καταφθάνει στην πλατεία. Η πίσω πόρτα ανοίγει κι ο τόπος γεμίζει από μυρωδιά φρέσκου ψωμιού και τυρόπιτας. Στριμώχνομαι με καμιά δεκαριά άλλους που ψωνίζουν ψωμί, γάλα, γιαούρτια, αυγά και κουλούρια. Θα τον ξαναδούν πάλι την Παρασκευή το πρωί… είναι ο τροφοδότης των λιγοστών κατοίκων της περιοχής του Προυσού, κάτι σαν ο «ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω»… των χωριών Τόρνου, Καστανιάς, Πρόδρομου, Ασπρόπυργου, Βελωτών, Σαρκίνης, Καταβόθρας, Εσωχωρίων, Αλέστιας, που αποτελούν μαζί με το Σταυροχώρι το Δήμο Προυσού. Τον ακολουθώ με το αυτοκίνητο πράγμα που μου επιτρέπει να γνωρίσω όλα αυτά τα χωριά με όλα τους τα καλούδια. Δεν ήταν όμως μόνο τα χωριά, ήταν και τα ξεμόνια, κάτι μοναχικά σπιτάκια στο παντού και πουθενά. Τόποι με ιδιαίτερη ιστορία, όχι πάντα αυτή που γράφεται, αλλά αυτή που ψιθυρίζεται ή αποκαλύπτεται μέσα από τις ζωντανές, γεμάτες ήχους και φως, αφηγήσεις, όπως αυτές της κυρά-Λαμπρινής και του κυρ-Γιάννη του Μπαλτά, που έχει χάσει την ευλογία της όρασης. Μέσα από τα νεκρά μάτια του βλέπει πλάτανους να κονταροχτυπιούνται με το αφρισμένο ποτάμι, βλέπει τη δροσοσταλίδα πάνω στο πλατανόφυλλο, βλέπει τον ερωτευμένο κοκκινολαίμη, βλέπει τα καραβάνια των προσκυνητών, να ʼρχονται με τα πόδια από το Βραχώρι, από την Πάτρα, από τα Γκράβαρα κι από την Άμφισσα, … βλέπει ό,τι εμείς, τυφλωμένοι από την αλλοτρίωση της καθημερινότητας και τα στενά της πόλης, έχουμε πάψει να αφουγκραζόμαστε. Νύχτα στο κελί του μοναστηριού. Όρθρος στο μικρό χώρο της κρύπτης με τη θαυματουργή εικόνα. Μια εικόνα που η παράδοση λέει ότι ήρθε εδώ από την Προύσσα της Μικράς Ασίας την περίοδο της Εικονομαχίας το 829 μ.Χ. Όμως, για το ιστορικό μοναστήρι του Προυσού, που είναι ένα από τα σημαντικότερα προσκυνήματα της Ορθοδοξίας, θα ακολουθήσει ειδικό αφιέρωμα. Περπάτημα μέχρι το μεγάλο φυσικό αλώνι, το πετρωτό, στον Άη Γιώργη (2 χλμ. από το χωριό) με θέα προς το Βελούχι, την Τριανταφυλλιά του Παναιτωλικού και βέβαια την πολύ εντυπωσιακή από το σημείο αυτό χαράδρα του ποταμού, που πήρε την ονομασία Κλήμη Τσατσαράγκου, στη μνήμη του Προυσιώτη ορειβάτη που χάθηκε σε ηλικία 28 χρονών στη Νότια Αναπούρνα των Ιμαλαΐων. Η μουρμούρα του Προυσιώτη, που φθάνει καθαρά μέχρι εδώ, μου είναι πιο οικεία και κατανοητή. Οι ακτίνες του ήλιου πέφτουν πλαγιαστά στο σύννεφο που ροδίζει. Ανηφορίζουμε με το αυτοκίνητο προς τα Μπαλτέϊκα (6,9 χλμ. από τον Προυσό στο δρόμο για τον Ασπρόπυργο), όπου παλιά βρισκότανε το περίφημο χάνι του Μπαλτά. Τους συναντούμε στο «καθημερινό» δίπλα στο τζάκι. Μιλάμε, πίνουμε καφέ και τρώμε καρύδια. Στο βάθος του δωματίου η χιονισμένη οθόνη της τηλεόρασης κραυγάζει με κομπορρημοσύνη «Μικρούτσικες» ανοησίες. Όμως εγώ ακούω την κυρά-Λαμπρινή και ταξιδεύω στον ίδιο τόπο του Προυσιώτη, σε άλλες εποχές με άλλα ήθη κι αλλιώτικη ηθική. «Να η άλλη Ελλάδα … να που ζει ακόμα», μου ψιθυρίζει σιγά ο Γιάννης ο φωτογράφος. Ευχαριστούμε τον καθηγούμενο της Ιεράς Μονής Προυσού Αρχιμ. Χρυσόστομο Δρόσο, το Δήμαρχο Προυσού κ. Αθανάσιο Φέγγο και το Δημοτικό Συμβούλιο για τη φιλοξενία. Θερμές ευχαριστίες στέλνουμε και στο φίλο – φυσιολάτρη Πάνο Παλαιό, τον άνθρωπο που παλεύει με όλους τους καιρούς για το καλό του τόπου του.


ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ
ΤΕΥΧΟΣ 61
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2008

Μονή Λιγοβιτσίου.


ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΛΙΓΟΒΙΤΣΙΟΥ ΞΗΡΟΜΕΡΟΥ

Ταξιδεύοντας κανείς απο Αγρίνιο προς Αστακό δια μέσω Γουριώτισσας-Σκουρτούς, ακριβώς στην κορυφή του λόφου πάνω απ` την όμορφη λίμνη Οζερό, συναντά στα δεξιά του πινακίδα που κατευθύνει μετά απο ένα χιλιόμετρο και κάτι στο Μοναστήρι της Παναγίας Λιγοβιτσιάνας. Η όλη διαδρομή μετά τη Γουριώτισσα είναι μαγευτική. Ανεβαίνοντας τις στροφές του δρόμου μέσα απο δάσος αιωνόβιων βελανιδιών, ατενίζεις συνέχεια στα δεξιά σου την τροφοδότρα και νερομάνα πεδιάδα του Αγρινίου. Στον κοντινό και μακρινό σου ορίζοντα είναι έντονο το υγρό στοιχείο και οι κατοικημένοι τόποι, που μαρτυρούν την αιώνια παρουσία του ανθρώπου κοντά του. Χωρίς να το αντιληφθείς συναντάς μπροστά σου το ιστορικό Μοναστήρι, που σου δίνει την εντύπωση ότι διαφεντεύει απο ψηλά ολόκληρη την πεδιάδα. Το Μοναστήρι της Παναγίας στο Λιγοβίτσι Ξηρομέρου – Μακρίνας Μαρκοπούλου Ηγουμένης Ιεράς Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου – Έκδοση 1994. «Ιστορικά στοιχεία Ο καταλύτης χρόνος τύλιξε μέσα στα σκοτεινά του πέπλα και έθαψε αχάριστα στη λησμονιά τα ονόματα των κτητόρων του ιερού Μοναστηριού καθώς και την ακριβή χρονολογία της ιδρύσεώς του. Μια πλάκα εντοιχισμένη στη βόρεια πλευρά της παλιάς τραπεζαρίας φέρει το 1737 ως χρόνο ιδρύσεως του μοναστηριού. Δεύτερη χρονολογία 1760 που υπάρχει σε κελλί, ενώ Τρίτη 1787, δηλώνει το χρόνο κατασκευής της στοάς με την θαυμάσια κιονοστοιχία, έργο σπουδαίων λαϊκών μαστόρων. Φαίνεται όμως, πως τότε χτίστηκε το μεσαίο συγκρότημα, που περιελάμβανε την τραπεζαρία των μοναχών και το υπόγειο της στέρνας. Το υπόλοιπο μοναστηριακό οικοδόμημα, κατά τη γνώμη πολλών ειδικών, είναι παλαιότερο. Ο θρύλος, που γεννά η αθάνατη ψυχή του λαού, αναμειγμένος με την παράδοση των αγνών κατοίκων του Ξηρομέρου, λέει πολλά για τούτο το μοναστήρι: Αναφέρει για τους κτήτορες, πως ήταν δύο αδελφοί ο Λιγοβός και η Βενετσιάνα. Ήταν Σλάβοι την καταγωγή, έμειναν στη Σκουρτού και από υπερβολική ευσέβεια και αγάπη προς τον Θεό έκτισαν αυτό το ιερό ίδρυμα για να δοξάζεται ακατάπαυστα το όνομά του από τα επίγεια χερουβείμ, τους μοναχούς. Από τους κτήτορες πήρε το όνομα Παναγία η Λιγοβιτσιάνα……………Ο ρόλος που έπαιξε τούτο το μοναστήρι στα δύσκολα χρόνια του έθνους το κρατάει αθάνατο και αιώνιο. Έδωσε το παρόν σε κρίσιμες και ιστορικές στιγμές. Έγινε κολυμβήθρα του Σιλωάμ, που αναβάπτισε τη φυλή μας.Κατά τους χρόνους της μακραίωνης τουρκικής σκλαβιάς πρόσφερε ολόκληρο το έμψυχο και άψυχο δυναμικό του για να φιλοξενήσει και εμψυχώσει τον Καραϊσκάκη με τα παλληκάρια του, που κατέφυγαν στην μάνδρα του μετά την αποτυχία στο Αιτωλικό. Προτίμησαν το Λιγοβίτσι γιατί προσφερόταν σαν άριστη στρατηγική θέση, λόγω του απρόσιτου, του περίβλεπτου και του ύψους της περιοχής……………Οι μοναχοί παρουσίασαν και πολιτιστική δράση. Δεν περιφρόνησαν τα αγαθά του πολιτισμού, όπως πολλοί τους κατηγορούν. Με τα χρήματα της Μονής χτίζουν σχολεία, υδραγωγεία, ανοίγουν πηγάδια για να λύσουν το πρόβλημα ύδρευσης της περιοχής. Περισσότερα από δέκα πηγάδια στην περιοχή άνοιξαν τα τρεμάμενα από τη νηστεία και την προσευχή χέρια…………….Για την ποικίλη αυτή δράση του το Μοναστήρι τράβηξε το ενδιαφέρον των Τούρκων. Ύστερα από λίγα χρόνια από την έναρξη της Επανάστασης, έπεσε ηρωϊκά μαχόμενο το 1825, όπως αναφέρουν τα Ελληνικά Χρονικά. Εδώ έγινε μακελιό, το φρούριο έπεσε και το κάστρο πατήθηκε από το αλλόθρησκο ποδάρι του Τούρκου. Το Μοναστήρι κάηκε και μαζί του καταστράφηκαν όλοι οι θησαυροί. Δεν έμεινε τίποτε να διηγηθεί στους μεταγενέστερους τη δόξα και το μεγαλείο του……………..Ύστερα από την καταστροφή, αφού ησύχασε ο έρημος τόπος, συγκεντρώθηκαν όσοι μοναχοί είχαν απομείνει και έκτισαν πάλι το μοναστήρι σε σύντομο χρονικό διάστημα. Το γεγονός τούτο, καθώς και η φιλανθρωπική και πολιτιστική δράση των μοναχών, φανερώνουν ότι τα οικονομικά της Μονής ήταν ανθηρά και ο πλούτος μεγάλος. Απέραντες εκτάσεις με αμπέλια και ελιές ανήκαν στο Μοναστήρι. Χιλιάδες αιγοπρόβατα έβοσκαν στα πλούσια δάση και λειβάδια του. Η δόξα όμως δεν κράτησε για πολύ. Το 1833 ο βαυαρός Όθωνας με διάταγμά του έκλεισε πολλά μοναστήρια και εδήμευσε την περιουσία τους. Μεταξύ αυτών ήταν και το ιστορικό Λιγοβίτσι. Διεσκορπίστηκαν οι μοναχοί και η περιουσία διαμοιράστηκε στους ακτήμονες χωρικούς………………Μέσα από τη στάχτη του ύστερα από χρόνια ανέτειλε δειλά ένας φοίνικας νέας μοναχικής γυναικείας πολιτείας, μια έπαλξη πνευματικής ζωής.Το μοναστήρι ύστερα από τις πολλές του περιπέτειες, έτσι ερειπωμένο, δείνει το παρόν μόνο σε μια ζωοπανήγυρη, που γίνεται δέκα μέρες μετά το πανηγύρι του Μαχαλά, στις 26 Σεπτεμβρίου προς τιμή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Έρχονται χιλιάδες προσκυνητές και πολλοί έμποροι από Αγρίνιο, Αμφιλοχία, Γιάννενα και Πελοπόννησο για να πωλήσουν και ανταλλάξουν τα προϊόντα τους. Κράτησε αυτή η εκδήλωση μέχρι το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Σιγά – σιγά καταργήθηκε και το Μοναστήρι συγκέντρωνε τους πιστούς μόνο την ημέρα της μνήμης του. Στις 15 Αυγούστου όλο το Ξηρόμερο συγκεντρώνεται στον ιερό τούτο χώρο για να υμνήσει και τιμήσει την Μητέρα του Θεού, την Παντάνασσα του ουρανού και της γης………………………..» Θησαυροί και επιγραφές «…..Είχε χιλιάδες στρέμματα αμπέλια και ελιές, που έφθαναν μέχρι Γουριώτισσα, Σκουρτού και Μαχαλά. Ακόμη κοπάδια αιγοπρόβατα και μεταφορικά ζώα για τις ανάγκες της Μονής. Άφθονα γεωργικά προϊόντα, σιτάρι και κρασί, γέμιζαν τις μεγάλες αποθήκες της. Υπάρχουν και σήμερα τα ερείπια των σταύλων και των αποθηκών. Σήμερα το μοναστήρι, ως κτηματική περιουσία, έχει μόνο δέκα στρέμματα περίπου , που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση του 1953. Πολλά χρυσά και αργυρά τάματα και αναθήματα καθώς χειρόγραφα με την ιστορία της μονής και γεγονότα της επανάστασης καταστράφηκαν από ανθρώπους, που δεν ήξεραν την αξία τους ή κάηκαν από τους εχθρούς. Απέμεινε μια λειψανοθήκη μεγάλης αξίας με λείψανα των Αγίων: Γεωργίου, Τρύφωνα, Παντελεήμονα, και της Αγίας Βαρβάρας. Από τις επιδρομές και τις κλοπές διασώθηκαν μερικές εικόνες που χρονολογούνται από το 1814, χωρίς μεγάλη αξία για την τέχνη και την αρχαιότητά τους. Ένας μεγάλος θησαυρός του μοναστηριού ήταν το ονομαστό ευαγγέλιο του Λιγοβιτσίου. Τυπώθηκε το πρώτο στο τυπογραφείο του Πάνου Θεοδοσίου στη Βενετία το 1811. Το χρυσό του πλαίσιο, άριστο σε τέχνη, κατασκευάστηκε από τον καλλιτέχνη Αθανάσιο Τζιμούρη από τους Καλαρρύτες των Ιωαννίνων. Τα έξοδα της κατασκευής, που έφθασαν πολλά τουρκικά γρόσια, πρόσφερε ο Παναγιώτης Γαλάνης, γόνος της μεγάλης οικογένειας των Γαλανέων, που ζουν ακόμη σήμερα στο Μαχαλά. Το ευαγγέλιο στο ένα εξώφυλλο είχε τη Σταύρωση του Κυρίου με τη Μητέρα και το Μαθητή πλησίον του Σταυρού. Στο κάτω μέρος την Ταφή του Κυρίου. Στις γωνίες τους τέσσερους προφήτες Δαβίδ, Σολομόντα, Δανιήλ και Ιερεμία. Στη δεξιά πλευρά το Μυστικό Δείπνο, τη Γέννηση, τη Βαϊοφόρο και τη Βάπτιση του Κυρίου. Στο αριστερό μέρος απεικόνιζε την Ανάληψη του Σωτήρα. Στο μέσο την Ανάστασή του. Κάτω την Ψηλάφηση του Θωμά. Στις τέσσερες γωνίες τους Ευαγγελιστές με τα σύμβολά τους. Στις δύο πλευρές του αριστερού μέρους ήταν ο Ιησούς, που διδάσκει στο Ναό και ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Το ιερό βιβλίο ασφαλιζόταν με τέσσερους θηλυκωτήρες, που ο καθένας εικόνιζε εξαπτέρυγο. Στο πίσω μέρος του βιβλίου διαβάζαμε «Εκατασκευάσθη εις Καλαρρύτας χωρίον Ιωαννίνων, δια χειρός Αθανασίου Νικολάου Τζημούρη». Το ιερό τούτο κειμήλιο καθώς και άλλα πολλά, εξαφανίστηκαν, χωρίς να γνωρίζει κανείς την τύχη τους.Στα ερειπωμένα κτίρια της Μονής βρέθηκαν μερικές επιγραφές. Μία επιγραφή εντοιχισμένη στο Ανατολικό μέρος της στέρνας αναγράφει ως χρονολογία ιδρύσεως, ίσως της πτέρυγας αυτής, το 1737. Επιγραφή δυσανάγνωστη κάνει λόγο για κάποιο «λοιμό» που είχε απλωθεί στην περιοχή το 1738, «επήρε λημός». Στα τόξα των κελλιών είναι χαραγμένες, όπως σημειώσαμε, οι χρονολογίες 1760, 1787, κατά τις οποίες ιδρύθηκαν ίσως τα διάφορα συγκροτήματα. Στην πλευρά, που βρίσκεται στην είσοδο του παλιού φουρναριού, είναι χαραγμένες πάνω σε πωρόλιθο ανάγλυφες παραστάσεις, ο δικέφαλος αετός, λιοντάρι, πτηνά που τρώγουν σταφύλια, διάφορα γραμμικά σχήματα, ήλιος, όλα ενδεικτικά σχήματα και σύμβολα μαστόρων.

Το πρώτο Τυπογραφείο του ΕΑΜ Δυτικής Ελλάδας.

Βρισκόμαστε στη Δεσπείνα, στο κτήμα μας και ένα πρωινό στο πρώτο δεκαήμερο του Δεκέμβρη του 1942 μου λέει ο αδελφός μου ο Γιάννης να ανοίξουμε στον αχυρώνα μας ένα λάκκο. Ρώτησα γιατί και μου είπε, χαμηλόφωνα, να κρύψουμε κάτι. Πρέπει να θυμάμαι καλά ότι αυτό μου το είπε μετά από ένα ταξίδι που έκανε στο Αγρίνιο. Μετά από πολύ καιρό έμαθα ότι είχε γίνει μια σύσκεψη στελεχών ΚΚΕ-ΕΑΜ στο Μοναστήρι Λιγοβίτσι στο Ξηρόμερο. Εκεί αποφασίστηκε το μέρος εγκατάστασης και λειτουργίας του τυπογραφείου του ΕΑΜ. Μέχρι τότε χρησιμοποιούνταν πολύγραφοι, για μηνύματα, θέσεις, πληροφορίες. Επιλέχτηκε δε το σπίτι μας στη Δεσπείνα γιατί ήταν απομακρυσμένο, σε ερημική περιοχή. Ετσι, λοιπόν, πήρα τον κασμά και έσκαψα ένα λάκκο 80Χ1,80 μ. και βάθος 1,20 μ. Τον σκεπάσαμε με χοντρά σανίδια και ρίξαμε πάνω άχυρο για να μη φαίνεται. Εδώ θα τοποθετούσαμε το τυπογραφείο του ΕΑΜ.
Ηταν το πρώτο δεκαήμερο του Γενάρη του 1943. Με φωνάζει ο Γιάννης και μου λέει: Θα πας στο Θέρμο και θα βρεις τον Γιώργο Παπαθανασόπουλο ή τον Θεοχάρη Παπαθανασόπουλο. Αυτοί θα σου πουν τι θα κάνεις. Πήρα ψωμοτύρι και έφυγα. Μου υπέδειξε να μην πω σε κανέναν τίποτα. Βρήκα τον Γιώργο (σ.σ. Παπαθανασόπουλο) και μου είπε. Θα πας στη Γιουρίτσα (Μυρτιά). Πριν από το χωριό πηγαίνει ένα μονοπάτι στα «Πεζούλια» (τοπωνύμιο μέρους μεταξύ λίμνης και χωριού). Εκεί θα ζητήσεις το σπίτι του Στέφανου Πραματιώτη και θα του πεις να έρθει για τη δουλιά.
Εφυγα αμέσως και πήγα. Ετοιμάστηκε αμέσως (ο Σ. Π.) και πήγαμε στο σπίτι του Χρήστου Παπανδρέου. Στις 4, περίπου, το απόγευμα. Φύγαμε και πήραμε μια βάρκα του Χρήστου. Ηταν καλός βαρκάρης από παιδί. Ακολουθήσαμε την κατεύθυνση της Λίμνης, δυτικά προς τον Αϊ-Λια, βγαίνοντας στην άκρη ενός κολπίσκου, του «Ντράφους». Δίπλα στο κέντρο «Τριχωνίδα» σήμερα. Πιάσαμε την άκρη και περιμέναμε. Κάναμε πως ψαρεύαμε. Σε λίγο ήρθε ο Γιώργος (Παπαθανασόπουλος) με τον Θεοχάρη (Παπαθανασόπουλο).
Αρχίζει να σουρουπώνει. Από τη μια μεριά της Παντάνασσας φάνηκε ένα κάρο-νταλίκα. Το οδηγήσαμε σε ένα ξάνοιγμα προς το «Ντράφους» και αρχίσαμε να ξεφορτώνουμε βάζοντας στη βάρκα διάφορα σιδερικά, μικρά - μεγάλα. Μας λέει ο Γιώργος: Θα πάτε προς τα Σιταράλωνα-Γούστιανη (Πάμφιο) στο κεραμιδαριό (μέρος που φτιάχνουν ντέπια κεραμίδια). Εκεί θα δείτε δύο φωτιές (σημάδια) και θα αράξετε. Εκεί θα σας περιμένουν.
Οι τρεις μας, εγώ, ο Στέφανος Πραματιώτης και ο Χρήστος Παπανδρέου, μπήκαμε στη βάρκα και φύγαμε. Ακολουθήσαμε ανατολικά την άκρη της λίμνης. Η λίμνη, μια ωραία παγάδα, λες και ο καιρός ήταν σύμμαχός μας. Κατά τις 8 άρχισε να βγαίνει το φεγγάρι ολόγιομο, όπως λέει ο λαός μας, «του Γενάρη το φεγγάρι παραλίγο να είναι μέρα».
Στο ύψος του «Φωτμού» άνοιξαν οι βαρκάρηδες νοτιότερα στοχεύοντας το κεραμιδαριό. Ο Χρήστος ήξερε καλά τη λίμνη. Από μακριά είδαμε τις φωτιές. Αράξαμε, αφού βραχήκαμε λίγο. Πήγα και ειδοποίησα αυτούς που ήταν στις φωτιές. Γρήγορα ξεφορτώσαμε και οι βαρκάρηδες φύγανε. Τώρα έγινα θηρίο να κατασπαράξω τον αδελφό μου, όταν μου είπε, τράβα να φέρεις τα άλογα από το σπίτι. Φώναξα γιατί δε μου το είπε φεύγοντας το πρωί να τα πάρω και να τα βάλω κάπου κοντά στα λιοστάσια. Εφυγα σχεδόν τρέχοντας.
Να αναφέρω, ότι εκεί περίμεναν για βοήθεια ο Χρήστος Μπέλος (Παπαθανασίου), οι Νίκος και Τάσος Λιανός και ο Σπύρος Κούτας. Το σπίτι απέχει από το κεραμιδαριό 30-40 λεπτά. Να πάω δεν ήταν αργητό για μένα. Να γυρίσω, όμως, με δυο άλογα, πιο δύσκολο. Πάρα πολύ βοήθαγε η φεγγαράδα. Κατά τις 2 πρωινά, γύρισα με τα άλογα. Φορτώσαμε γρήγορα γρήγορα και φύγαμε με τον αδελφό μου.
Στο δρόμο στο ρέμα στα Δελημητσέικα, το ένα άλογο γλίστρησε και έπεσε (Ηταν βαριά φορτωμένο). Δεν τα καταφέραμε οι δυο μας να τα ξαναφορτώσουμε. Ηταν η βάση του τυπογραφείου πολύ βαριά. Πλησίαζε να φέξει. Τα κρύψαμε σε ένα σχίνο και φύγαμε. Την άλλη μέρα με τον αδελφό μου, με την Χαριτίνη Χαρίλη-Πύργα πήγαμε και τα πήραμε. Ετσι τελείωσε η μεταφορά. Η εγκατάσταση και συναρμολόγηση έγινε αργότερα με τον τυπογράφο Σπύρο και έναν βουβό από το Αγρίνιο. Το τυπογραφείο ήταν προσφορά των αδελφών Πολύζου, που είχαν στο Αγρίνιο βιβλιοπωλείο-τυπογραφείο, των Αλέκου, Γιάννη και Λευτέρη, ο οποίος τρελάθηκε στη Μακρόνησο από τα βασανιστήρια.
Ο Γιάννης, υπάλληλος της Τράπεζας Ελλάδας, σκοτώθηκε στις εκβολές του Αχελώου (Μπούκα), από Γερμανούς και Ράλληδες, τον Απρίλη του 1944 φεύγοντας από την Κεφαλονιά με τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Γερμανών. Τότε πιάστηκε και ο Αντώνης Παπαϊωάννου από τον Αβαρίκο Τριχωνίδας και τον κρέμασαν στα Καλύβια Αγρινίου, στις 27 του Ιούλη 1944.
Η πρώτη προκήρυξη του ΕΑΜ και άλλο πληροφοριακό υλικό τυπώθηκε σ' αυτό το τυπογραφείο για την 25η Μάρτη 1943 και στάλθηκε με συνδέσμους σε όλο το Νομό Αιτωλοακαρνανίας. Ο Σπύρος δούλευε ασταμάτητα με βοηθό εμένα.
Εκεί μένει μέχρι τον Ιούνη του 1943. Το Μάη του 1943 χτυπήθηκε από γερμανικό αεροπλάνο το σπίτι μας και η γύρω περιοχή, χωρίς ζημιές, μετά από προδοσία. Αξίζει να σημειωθεί ότι τον Οκτώβρη του 1943, οι δύο πιλότοι, από ζημιά του αεροπλάνου, έπεσαν με τα αλεξίπτωτα στο χωριό Καψοράχη, τους οποίους ο εφεδρικός ΕΛΑΣ έπιασε αιχμαλώτους και ανέφεραν: «Εμείς είμαστε αντιφασίστες και δε χτυπήσαμε το σπίτι που μας έδωσαν εντολή εδώ πιο πάνω». Από εδώ μεταφέρθηκε στον Αϊ-Γιάννη (Μοναστήρι Ανάληψης).
Τελικά, το Μάρτη του 1944 εγκαταστάθηκε στο Ζελίχοβο (Αγία Παρασκευή σήμερα) και λειτούργησε μέχρι την απελευθέρωση του Αγρινίου, το Σεπτέμβρη του 1944, όπου και μεταφέρθηκε, τελικά.
Αναμνήσεις Μιχ. Τσώνη (Λάκη)ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σάββατο 11 Δεκέμβρη 2004

Λιγοβίτσι.

Τό μοναστήρι τής Παναγίας στό Λιγοβίτσι Ξηρόμερου.
Πρόκειται γιά τήν ιστορική Μονή τής Κοιμήσεως τής Θεοτόκου, πού κτίστηκε πάνω σ' ένα λόφο με μοναδική θέα προς τις Λίμνες Οζερού και Αμβρακίας, τό μοναστήρι τής Παναγίας τής Λιγοβιτσιάνας!
Μοιάζει σάν αετοφωλιά πάνω στό βράχο καί δεσπόζει τού κάμπου, τόν oποίο διασχίζει o Αχελώος όπως γράφει, γλαφυρά, η ηγουμένη Μακρίνα στό βιβλίο τού μοναστηριού. Δύσκολη, περιπετειώδης η ανάβαση , μά σίγουρα αξίζει τόν κόπο. Τό μοναστήρι αυτό χτίστικε γύρω στό διάστημα 1757 - 1758, καταστράφηκε κατά τήν περίοδο τής Επανάστασης τού 1821, γιά νά ανεγερθεί μετά τό τέλος τού 2ου Παγκοσμίου Πολέμου.
Πολύ περιποιημένος εσωτερικά o ναός, μέ πλήθος αγιογραφιών, δημιουργεί, μέ τήν παρουσία όλων τών ιερών προσώπων πού εικονίζονται, μιά βαθιά εσωτερική ενατένιση, στόν επισκέπτη - προσκυνητή, πού προσέρχεται ευλαβικά. Ομορφιά καί φιλόκαλη νοικοκυροσύνη, από τίς σημερινές μοναχές, συμπληρώνουν τήν ωραία παρουσία τής θαυματουργού Παναγίας τής Λιβιτσάνας, όπως τήν αποκαλούν οι ντόπιοι.

Αστακός.


Μύτικας.


Βελούχι...






Προφ. Ηλίας Νεοχωρίου Τυμφρηστού.