8/3/09

Sir Gregory ή καπετάν Γρηγόρης;

Α΄ ΜΕΡΟΣ
Ο καιρός είναι βρετανικός, βαρύς, σοβαρός, γκρίζος. Ισως και να ρίξει ψιλή βροχή. Ισως. Τελειώνω αργά το πρόγευμά μου. Δε βιάζομαι. Κανείς δε με περιμένει. Κανείς. Σήμερα είναι η πρώτη μέρα που είμαι συνταξιούχος. Προτίμησα να την πάρω μειωμένη, για να μπορέσω να χαρώ λιγάκι. Αρκετά πρόσφερα. Αρκετά. Και η ζωή είναι τόσο μικρή. Είναι μικρή, αλλά μου ανήκει. Είμαι ακόμα τόσο νέος... Τώρα μπορώ να διαθέσω τον εαυτό μου όπως εγώ νομίζω. Να πάω ταξίδια, να κάνω διακοπές. Να διασκεδάσω... Πάω να ντυθώ. Χωρίς να το θέλω, το βλέμμα μου ακουμπά πάνω στις φωτογραφίες και αναγκάζει τη μνήμη μου να γυρίσει στα παλιά. Τις κοιτάζω μία, μία. Οι γονείς μου. Ο θείος Θόδωρος και ο προ-προπάππος μου ο Sir Gregory, αυτήν την τελευταία μου την προμήθευσε ο Βασίλης... Ο Βασίλης! Τι να 'χει απογίνει άραγε; Και μένα τι με νοιάζει; Δε με ενδιαφέρει. Ναι, και βέβαια δε με ενδιαφέρει να έχει πεθάνει, ένα τέτοιο υποκείμενο. Εκτός από αυτή τη φωτογραφία του προγόνου μου, τι άλλο μου είχε προσφέρει; Εκτός φυσικά από το φαρμάκι του, την ειρωνεία του, την υπεροψία του και το σνομπισμό του; Εκτός από αυτή τη φωτογραφία και τη συγκλονιστική αποκάλυψη που άλλαξε εντελώς τη ζωή μου.
Δε μου αρέσει ούτε και επέτρεψα ποτέ στον εαυτό μου να κάνει συναισθηματικές αναδρομές στο παρελθόν. Ούτε αυτοκριτική, που είναι για τους ανόητους. Επραξα με σύνεση τα πάντα.
Τώρα όμως, σήμερα δεν μπορώ να το αποφύγω, ίσως γιατί η μέρα είναι ειδική, είναι σκοτεινή, αλλά και τόσο σημαντική. Κι ύστερα αυτές οι φωτογραφίες μου μιλάνε.
Αφήνω τη μνήμη μου ελεύθερη σαν αδέσποτο σκυλί και γυρίζει είκοσι πέντε χρόνια πίσω. Στέκεται όπου θέλει. Ξαναβλέπει τον εαυτό μου νεαρό, επαρχιώτη, που έρχεται στην Αθήνα να δώσει στη Φαρμακευτική... χωρίς γνωριμίες, χωρίς μέσο, μονάχα με μια συστατική επιστολή από τον θείο Θόδωρο στη νονά του, την αρχόντισσα, τη θεία Μαρία.
Ενα παιδί... Ημουνα ένα παιδί χωρίς οικογένεια...
Να 'μαι που χτυπάω την πόρτα του αρχοντικού δειλά... Οχι, όχι δειλά, αλλά με μια σεμνότητα και ευπρέπεια. Να, και η θεία η Μαρία όμοια με τη Βασίλισσα Σοφία να με δέχεται απλά, εγκάρδια, σα να ήμουνα γιος της. Κι ας με έβλεπε για πρώτη φορά.
Ατέλειωτα βράδια σε κείνη τη βεράντα, που μοσχοβόλαγε γιασεμί και ρόδα, με κείνα τ' ανοιχτόχρωμα ξύλινα έπιπλα και τις περίεργες γαλλικές πολυθρόνες - όπως έμαθα αργότερα.
Εκεί, σ' αυτό τον ιερό για μένα χώρο, ξαπλωμένο σχεδόν, πρωτογνώρισα τον Βασίλη, τον εγγονό της θείας Μαρίας, που κάπνιζε το ένα τσιγάρο πάνω στο άλλο και έπινε παγωμένη μπίρα, πράγμα που μου έκανε εντύπωση, γιατί εγώ ποτέ, μα ποτέ δε θα κάπνιζα και δε θα έπινα, μπροστά στο θείο Θόδωρο. Μα εγώ είμαι συνετός...
Αδύνατος, μαυριδερός, είρωνας, μάλλον άσχημος. Και όμως είχε κάτι. Μια ακτινοβολία, μια ανεξήγητη γοητεία, μα προπάντων παρατηρητικότητα. Εκείνο το πρώτο κιόλας βράδυ με κατέταξε... Με κοιτούσε ώρα σιωπηλά και έτσι απλά και ήρεμα, αλλά αναπάντεχα, μου είπε ξαφνικά:
«Δεν μπορεί να 'σαι Ελληνας Γρηγόρη. Από αλλού κρατάει η σκούφια σου. Θα έλεγα πως βόρειο αίμα τρέχει στις φλέβες σου».
«Αχ, να 'ξερες πόσο θα ήθελα να ήμουνα Αγγλος... Αλλά αλίμονο είμαι απλώς ένας Ελληνας επαρχιώτης».
«Αυτό δεν το ξέρεις. Θα σου δώσω μια συμβουλή κι ας είμαι μικρότερος, μην είσαι σίγουρος για τίποτα. Η ζωή σού επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις» είπε, ενώ το βλέμμα του βυθίστηκε στα αμέτρητα αστράκια και έγινε ένα με το Σύμπαν!
Η θεία Μαρία φρόντισε και μου βρήκε δωμάτιο για φοιτητές. Μια συμπαθητική κάμαρα, ένας μικρός χώρος λίγων τετραγωνικών μέτρων, που αργότερα θα στέγαζε πολλά ευγενικά όνειρα. Τι εποχή!
Οργάνωσα τη ζωή μου σωστά. Μια φορά την εβδομάδα έγραφα στο θείο Θόδωρο, το πρωί διάβαζα, το μεσημέρι ξεκουραζόμουνα και το βραδάκι περνούσα από τον Βασίλη. Τι υπέροχες βραδιές! Κάθε φορά που έκανα να φύγω νωρίς για να μη γίνομαι βάρος, η προσπάθεια έπεφτε στο κενό. Στο... κενό. Τι όμορφη έκφραση. Επρεπε να γίνω λογοτέχνης, να γράφω ποιήματα σαν το Λόρδο Βύρωνα...
Μπορεί τώρα που θα έχω καιρό στη διάθεσή μου να ασχοληθώ με την ποίηση. Μα τότε ήμουνα ένα άπειρο παλικάρι. Τότε... Οταν μου έγινε η τρομερή αποκάλυψη. Εκείνο το βράδυ που είδαμε ένα εγγλέζικο φιλμ τον «Παίχτη» ενός μεγάλου Αγγλου συγγραφέα στάθηκε η αφετηρία μιας καινούριας ζωής. Της ζωής μου.
«Με εντυπωσίασε πολύ», είπα στο φίλο μου, ενώ εκείνος με κοίταζε περίεργα και με ένα μυστηριώδες ύφος είπε:
«Θα σε εντυπωσιάσει περισσότερο η ζωή. Πάμε, έχω να σου μιλήσω σοβαρά».
Καθίσαμε σε ένα ζαχαροπλαστείο και παραγγείλαμε δύο μπίρες.
Δεν είχα προλάβει να αγγίξω το ποτήρι μου, όταν έβγαλε από την τσέπη του πουκάμισου του το πρόγραμμα.
«Δες», έκανε προστακτικά. «Να, βρε, εδώ, τον πρωταγωνιστή. Πώς το λένε Γκρέγκορυ Πεκ. Βλέπεις;».
«Ε, και λοιπόν;» ρώτησα ανήσυχα, χωρίς να ξέρω γιατί.
«Ε, να, λοιπόν, ήρθε η στιγμή να μάθεις την αλήθεια. Κι η αλήθεια είναι πως το πραγματικό σου όνομα είναι Γκρέγκορυ Πεκ».
Αδειασα μηχανικά την μπίρα μου, προσπαθώντας να συνέλθω.
«Πώς το ξέρει;».
«Πάντα το ήξερα από διηγήσεις. Η γιαγιά μου μου έδειξε τα χαρτιά του προ-προπάππου σου. Ο πρόγονός σου είχε έρθει με τον Λόρδο Βύρωνα ή αργότερα με τον Οθωνα, δεν είμαι σίγουρος. Του άρεσε η Ελλάδα και έμεινε. Σιγά - σιγά το όνομα εξελληνίστηκε και προστέθηκε ένα - "ΟΥΛΑΣ". Ετσι έγινε Πέκουλας. Ελεγα κι εγώ, δεν είναι δυνατόν να είσαι ελληνικής καταγωγής... Από την πρώτη στιγμή...».
Ταράχτηκα. Το μυαλό μου θόλωσε. Μια παιδική ανάμνηση πέρασε από τα μάτια μου.
«Αγγέλα μου, τι κούκλος είναι ο μικρός. Σκέτο Εγγλεζάκι...».
Η φωνή του Βασίλη με γύρισε στο σήμερα.
«Είσαι από μεγάλη οικογένεια Γρηγόρη. Κατάγεσαι από Λόρδους. Αν καταφέρω και πάρω τους τίτλους σου από τη γιαγιά μου θα σου τους δώσω».
«Να τους ζητήσω εγώ», έκανα τρέμοντας ολόκληρος.
«Ούτε και να το σκέπτεσαι. Θα μας βγάλει τρελούς».
«Γιατί;».
«Γιατί... Γιατί άντε να βρεις το γιατί και το διότι με τους ηλικιωμένους. Ισως όμως και να υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος, δεν έχω ιδέα».
«Βασίλη, είσαι σίγουρος;».
«Μα τώρα παίζουμε; Για ποιο λόγο θα έλεγα ψέματα; Αλλά έλα και συ και πες μου; Νιώθεις Ελληνας; Εχεις δει κι άλλους Ελληνες με πυρρόξανθα μαλλιά και κατάλευκο δέρμα; Εχεις δει κι άλλους να διαθέτουν τέτοιο αγγλοσαξονικό φλέγμα; Πες την αλήθεια έχουν οι υποανάπτυκτοι Ελληνες φλέγμα;».
Τι να ήταν το φλέγμα ιδέα δεν είχα, αλλά συμφώνησα για να μη δείξω την άγνοιά μου. Το βράδυ έπεσα ψόφιος στο κρεβάτι, αλλά δε μου κολλούσε ύπνος. Τα ξημερώματα δεν άντεξα και σηκώθηκα. Αναψα φως και στάθηκα μπροστά στον καθρέφτη. Περιεργάστηκα τον «Ξένο». Τον Ευγενή Γκρέγκορυ Πεκ με όλο του το φλέγμα. Τι ευτυχία.
Παρά λίγες μονάδες δεν μπήκα στο Πανεπιστήμιο.
Απογοητεύτηκα, πικράθηκα, πληγώθηκα, ακόμα έκλαψα με απελπισία. Την επομένη κιόλας κατέφθασε ο θείος Θόδωρος.
«Με τη στενοχώρια δε βγαίνει τίποτε παιδί μου. Ισως και να είναι για το καλό σου. Γιατί δε γράφεσαι σε μια σχολή λογιστών;».
«Γιατί θέλω να γίνω επιστήμονας. Γιατί πρέπει να σας βγάλω ασπροπρόσωπους...».
«Μπράβο, Γρηγόρη, μα δε θέλω να θυσιαστείς. Στο κάτω - κάτω μπορείς να παρακολουθείς τη σχολή λογιστών και να προετοιμάζεσαι για του χρόνου... Εγώ είμαι εδώ... Ο,τι θέλεις, ό,τι χρειαστείς. Φροντιστήριο και όλα τα σχετικά».
«Ευχαριστώ, θείε μου. Σ' ευχαριστώ πολύ. Αλλά θα δεις, η οικογένειά μας θα θριαμβεύσει. Οι Πεκ!».
«Ποιοι(!) είναι αυτοί;».
«Εμείς. Εσύ, ο πατέρας μου, εγώ. Τα έμαθα όλα. Βέβαια, θα προτιμούσα να μου τα είχες πει εσύ ο ίδιος... Αλλά όπως και να 'χει...».
«Τι τσαμπουνάς, βρε Γρηγόρη; Τι Πεκ και Μεκ; Μήπως σε πείραξε τόσο η αποτυχία; Αχ, παιδάκι μου...».
«Θείε - είπα - δε με πείραξε τόσο πολύ η αποτυχία, αλλά η πλάνη...».
«Ποια πλάνη;».
«Αυτή που με άφησες τόσα χρόνια. Η άγνοια... Γιατί δε μου είπες ότι είμαστε Εγγλέζοι; Πες μου, γιατί;».
Τον κοίταζα κατάματα. Στην αρχή έμεινε βουβός. Επειτα οι βλεφαρίδες του τρεμόπαιξαν. Εφερε το χέρι του πάνω από το κούτελό του.
«Πονάω Γρηγόρη. Πονάει το κεφάλι μου».
Υπεκφυγή, σκέφτηκα και συνέχισα αυστηρά.
«Περιμένω την απάντησή σου. Τώρα».
«Ε, τότε αφού το θέτεις έτσι το ζήτημα. Η απάντησή μου είναι αυτή: Είσαι παλαβός. Και δε φταις εσύ γι' αυτό, αλλά η κληρονομικότητα. Από τον πατέρα σου την πήρες την τρέλα. Θεέ μου, γιατί με τιμωράς, αρκετά δεν τράβηξα; Πονάω».
Αναψα από το καλό μου.
«Ωστε βρίζεις τον πεθαμένο σου αδελφό; Τον γιατρό Πεκ;».
«Αν κρεμούσαν τους γιατρούς, αυτός θα πήγαινε άδικα. Στερήθηκα τα πάντα για να τον σπουδάσω. Τον έστειλα και στο εξωτερικό για ειδικότητα. Και πήρε του νεκροθάφτη...».
Τινάχτηκα όρθιος. Και οργισμένος είπα:
«Κουβέντα δε σου επιτρέπω για τον πατέρα μου, τ' ακούς. Τον ζήλευες, είναι απλό...».
«Τι να ζηλέψω μωρέ από δαύτον; Μέθυσος ήταν, αχάριστος ήταν και παλαβός. Σχιζοφρενής. Να ήξερες, παιδάκι μου, τι τράβηξε η φουκαριάρα η μάνα σου. Αχ καημένη Αγγέλα, σ' έστειλε στα θυμαράκια και ησύχασες. Πήγε η γυναίκα σαν το σκυλί στο αμπέλι... Μετά η γυναίκα μου, η θεία σου η Φανή, έπαθε περιτονίτιδα και κείνος διέταξε θερμοφόρες... Μας ξεκλήρισε...».
«Σταμάτα τις κακοήθειες. Εκείνος βλέπεις θα έπαιρνε τους τίτλους θα γινόταν λόρδος σαν πρωτότοκος. Ο Σερ Τζον!!».
«Ο, ποιος; Πονάω, πονάω. Πεθαίνω».
Δεν αποτέλειωσε τη φράση του. Σε λίγο τον συνόδευα στον «Ευαγγελισμό» με το ασθενοφόρο. Ετσι από ανθρωπισμό του συμπαραστάθηκα και όχι από αγάπη. Μου είχε βρίσει, ό,τι είχα ιερό και όσιο. Τον πατέρα μου. Μου είχε αμφισβητήσει με γεροντικό πείσμα ό,τι με έκανε περήφανο. Την Εθνικότητά μου. Είτε το ήθελε είτε όχι, εγώ ήμουνα και θα παρέμενα αγγλικής καταγωγής.
«Εγκεφαλικό επεισόδιο», διέγνωσε ο γιατρός και συνέχισε.
«Εχει γερή κράση και θα το ξεπεράσει. Μόνο που πρέπει να ακούει μόνον ευχάριστα πράγματα».
Ετσι γράφτηκα στη Σχολή Λογιστών. Με τη μελέτη οι μήνες πέρασαν γρήγορα, χωρίς να το καταλάβω. Λογιστικά, αγγλικά, το κεφάλι μου είχε παραγεμίσει. Εγκατέλειψα την ιδέα του Πανεπιστημίου. Μόλις πήρα το χαρτί μου με «Καλώς» το κορνιζάρισα και έφυγα για την επαρχία.
Ο θείος μου με υποδέχτηκε με συγκίνηση και θέρμη.
«Μπράβο, Γρηγόρη μου. Μπράβο. Να 'ξερες και καμιά ξένη γλώσσα...».
«Μαθαίνω, θείε, μαθαίνω αγγλικά».
Το γέρικο πρόσωπό του συννέφιασε. Μου έριξε ένα ύποπτο βλέμμα.
«Και τα παίρνεις εύκολα;».
«Αρκετά» περιορίστηκα να πω.
Εμεινε λίγο σιωπηλός σαν κάτι να τον βασάνιζε και έπειτα - το τραύλισμα του είχε μείνει, ειδικά όταν βρισκόταν σε αμηχανία - με ρώτησε τι σκόπευα να κάνω.
Δεν απάντησα αμέσως. Ισως γιατί δεν ήξερα τι προοπτικές είχε στην πρωτεύουσα ένας λογιστής.
«Θέλεις να εργαστείς στου Γιαννόπουλου;».
Ολα τα περίμενα, αλλά αυτό ποτέ. Εγώ, ο Γρηγόρης Πέκουλας να κάνω τον λογιστάκο στο εμπορικό της επαρχίας. Δηλαδή ο θείος ή με μισούσε ή με είχε ανίκανο.
«Προτιμώ να μείνω στην Αθήνα», είπα αποφασιστικά.
«Καλά λοιπόν, όπως εσύ θες, θα γράψω στη νονά μου να σου βρει μια αξιοπρεπή θέση. Τι άγια γυναίκα. Την άλλη φορά με την αρρώστια μου δεν κατόρθωσα να την επισκεφτώ. Τον Βασίλη έχω χρόνια να δω. Πώς είναι;».
«Εξυπνος. Ναι, έξυπνος, αλλά πολύ μελαχρινός».
«Ε και λοιπόν;».
«Ε, θείε, το χρώμα δείχνει την καταγωγή. Δε λέω άρχοντας είναι, αλλά Ελληνας άρχοντας».
«Ε, και τι θες να είναι, μανδαρίνος;».
Τόση ώρα είχα συγκρατηθεί. Μου ξέφυγε.
«Αλλο Ελληνας και άλλο Βρετανός».
Απόμεινε εκεί να με κοιτάζει σα χαζός. Επειτα γούρλωσε τα μάτια του και ξανάπιασε το κούτελό του.
Δεύτερο εγκεφαλικό επεισόδιο, αλλά ευτυχώς ελαφρότερο.
Εμεινα ένα μήνα κοντά του. Ο γιατρός, παλιός συμμαθητής του και αχώριστος φίλος του κλεινόταν στο δωμάτιό του ώρες ατέλειωτες. Τι κουβέντιαζαν δεν είχα ιδέα, αλλά ούτε και με ενδιέφερε. Οταν είχε πια αναρρώσει και αποφάσισα να φύγω, ο γιατρός με κάλεσε στο σπίτι του. Καθίσαμε στο μπαλκόνι. Ενα συμπαθητικό επαρχιώτικο μπαλκόνι. Ξαφνικά με έπιασε νοσταλγία. Είχα επιθυμήσει τη βεράντα του Βασίλη, την Αθήνα, την ανεξαρτησία μου. Προτιμούσα το μικρό σκοτεινό μου δωμάτιο. Ω, ναι, το προτιμούσα χίλιες φορές. Με κέρασε γλυκό του κουταλιού και παγωμένη βυσσινάδα. Πέθανα για ένα ποτήρι μπίρα, αλλά δε ζήτησα. Μιλήσαμε περί ανέμων και υδάτων, για τον καιρό, για το ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα και για τα προβλήματα της πόλης. Λες και μένα με ενδιέφεραν όλα αυτά. Μα ξαφνικά το γύρισε απότομα.
«Γρηγόρη, αν θες να ζήσει ο μπάρμπας σου, που είναι και ο τελευταίος συγγενής σου, ο μοναδικός, μην του ξανακάνεις κουβέντα για Αγγλία».
«Ωστε και σεις το ξέρετε; είπα λυπημένα. Μα γιατί δεν το παραδέχεται, κακό είναι; Ωραία, μεταναστεύσαμε, είμαστε σχεδόν Ελληνες. Σχεδόν... Τιμούμε τη χώρα που μας φιλοξένησε, αλλά είναι ντροπή να απαρνηθούμε την καταγωγή μας. Τις ρίζες μας».
Ο γιατρός μου έριξε μια απελπισμένη ματιά. Εμοιαζε τόσο γέρος σα να έφτανε τα τελευταία του. Αναψε ένα τσιγάρο, τράβηξε δύο ρουφηξιές και με φωνή συρτή, είπε:
«Στην ηλικία του Θόδωρου δεν παίζει ρόλο η καταγωγή. Παίζει ρόλο πού γεννήθηκε, πού μεγάλωσε, πού έθαψε τη γυναίκα του, πού θα τελειώσει ο ίδιος. Και ακόμα πού θα σταδιοδρομήσει ο μοναδικός του διάδοχος, δηλαδή εσύ. Φοβάται μη φύγεις για το εξωτερικό και σε χάσει, γι' αυτό και αρρωσταίνει κάθε φορά που του κάνεις νύξεις για Αγγλία. Εγώ το ξέρω πως είσαι Ελληνοβρετανός, εσύ το ξέρεις, στην Αθήνα ας το μάθουν, αλλά όχι εδώ. Εδώ είναι επαρχία. Αλλο που δε θέλουν να αρχίσουν τα κουτσομπολιά. Ασε που υπάρχει και ο κίνδυνος να μην ξαναψωνίσει κανείς από το φαρμακείο σας. Ποτέ δεν αγάπησαν τον Οθωνα. Ποτέ. Είμαστε περίεργοι άνθρωποι, δημοκρατικοί και αντιβασιλικοί μέχρι το κόκαλο».
«Γιατί;», τόλμησα να ρωτήσω.
«Αχ μωρέ χριστιανέ μου, εσύ σκας γάιδαρο. Γιατί ο Φίλιππος της Ελλάδας έγινε βασιλικός σύζυγος της Αγγλίας. Σε ικετεύω, άντε φύγε, πήγαινε με το καλό στην Αθήνα, πιάσε δουλιά και κάνε μου το χατίρι: μπροστά στον μπάρμπα σου κουβέντα. Να, πάρε κι αυτό το χαρτί, είναι η διεύθυνση ενός φίλου γιατρού, πέρνα να τον δεις, ίσως σου φανεί χρήσιμος. Πες του και το πρόβλημα σου, αυτός θα σε καταλάβει...».


Β΄ ΜΕΡΟΣ
Εβαλα το χαρτί στην τσέπη, χαιρέτησα τον κύριο Μήτσο και βγήκα σαστισμένος στο δρόμο. Η νύχτα ήταν χλιαρή και η ζέστη δε με άφηνε να σκεφτώ. Μάζεψα όσο μπορούσα το μυαλό και σκέφτηκα.
Πρώτον: Ο Βασίλης είχε απόλυτα δίκιο. Η ομολογία του γιατρού δεν άφηνε περιθώριο για αμφιβολίες.
Δεύτερον: Επρεπε να φύγω το ταχύτερο για την Αθήνα. Δεν ήταν δυνατόν να συνυπάρχω με κομπλεξικούς επαρχιώτες που δε χώνευαν τους Εγγλέζους και το έφερναν βαρέως το θέμα του βασιλικού συζύγου.
Τρίτον και το σπουδαιότερο. Ο θείος μού το έκρυβε από αγάπη επειδή φοβόταν μη με χάσει.
Είχα φτάσει μπροστά στο σπίτι, όταν είχα καταλήξει σ' αυτά τα συμπεράσματα. Το φαρμακείο είχε κλείσει και στο πάνω πάτωμα ήταν θεοσκότεινα. Ανέβηκα στις μύτες σχεδόν.
«Γρηγόρη, έλα μέσα, δεν κοιμάμαι».
Ετσι όπως τον είδα στο κρεβάτι του έμοιαζε με γερασμένο αγγελούδι. Οι άγγελοι δεν έχουν φύλο, αλλά ηλικία; Ω, ναι έχουν δικαίωμα να γερνάνε. Ο θείος Θόδωρος ήταν ένας άγγελος. Του έπιασα με τρυφερότητα το χέρι και είπα σχεδόν ψιθυριστά:
«Σ' αγαπάω θείε, πίστεψέ με. Σ' αγαπάω».
«Και γω παιδί μου, και γω. Εχω σπουδαία νέα. Μου τηλεφώνησε η νονά σου. Σε περιμένει μια θέση στο Υπουργείο Οικονομικών».
Μου ήρθε να φωνάξω από τη χαρά μου. Αλλά δεν είχα φωνή. Να δεις πώς το λέγανε αγγλικά... Public Servant... Δηλαδή. Υπηρέτης του Δημοσίου... Publie Sarvant... Sarvant!!
«Θείε μου αγαπημένε, σε ευχαριστώ που θα με κάνεις υπηρέτη».
«Οχι, Γρηγόρη, άλλο υπηρέτης και άλλο δημόσιος υπάλληλος».
«Ετσι λέγεται αγγλικά. Υπηρέτης. Δεν είναι κακό. Υπηρετώ σημαίνει προσφέρω υπηρεσίες. Να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Οταν θα πάρεις σύνταξη, θα πάμε μαζί στο Λονδίνο... Θείε, γιατί με κοιτάς παράξενα; Γιατί γούρλωσες τα μάτια σου; Μίλα μου».
Ετσι γαλήνια στην αγκαλιά μου τον ανάπαυσε ο θεός, ίσως τη στιγμή που έκανε όνειρα για μένα, για το ταξίδι μας. Ηταν καλός ο μακαρίτης. Πολύ καλός.
Μια βδομάδα μετά το διορισμό μου με επισκέφτηκε ο Βασίλης στο δωμάτιό μου, για πρώτη και τελευταία φορά. Κάθισε στο ντιβάνι μου, δεν είχα άλλη καρέκλα και μου έδωσε τη φωτογραφία, αυτή που έχω τώρα πάνω στο γραφείο μου.
«Ποιοι είναι;» ρώτησα, ενώ μια ανατριχίλα περνούσε όλο μου το σώμα.
«Ο Γκρέγκορι Πεκ με Αντζελα Πεκ. Ο πρόγονός σου...».
Με χέρια που τρέμανε την περιεργάστηκα με δέος. Η ομοιότητα ήταν εκπληκτική. Αν είχα μουστάκια θα ήμουνα φτυστός.
Τη γύρισα πίσω και διάβασα London 12.3.1880 on Holidays.
«Από τότε είχε ανακαλυφτεί η φωτογραφία... Για σκέψου!»
«Και η φωτογραφία είχε ανακαλυφτεί και το χαστούκι. Ορίστε τι μου έκανε η γιαγιά μου, μόλις με είδε να τη βουτάω απ' τα χαρτιά της».
Τέσσερις κατακόκκινες δαχτυλιές, χαλκομανία στο μάγουλό του.
«Γιατί το έκανε;».
«Δεν ξέρω, υποπτεύομαι ότι είναι σοβινίστρια. Εγώ πάντως έκανα το χρέος μου, σε έμαθα από πού κρατάει η σκούφια σου. Την άλλη εβδομάδα πάω φαντάρος. Ισως κάνουμε πολύ καιρό να ιδωθούμε. Αντε, καλή τύχη Γρηγόρη».
Τον έβγαλα μέχρι έξω και για να σταματήσω ένα δάκρυ, έκανα πως τάχα κάτι μου είχε μπει στο μάτι. Δεν έδειξα τη συγκίνησή μου. Ημουνα φλεγματικός, ομολογουμένως.
Στο Υπουργείο οι μέρες, οι βδομάδες, ακόμα και τα χρόνια κύλησαν ήρεμα, σχεδόν ευτυχισμένα. Οι εκάστοτε προϊστάμενοί μου με εκτιμούσαν ιδιαίτερα, γιατί ήμουνα τυπικός στην ώρα μου και προσεκτικός στη δουλιά μου. Κι άλλωστε πάντα τους... ενημέρωνα για ό,τι συνέβαινε τις ώρες που εκείνοι απουσίαζαν. Πραγματικό φίλο δεν είχα. Οχι πως μερικοί από τους συναδέλφους μου δεν ήταν συμπαθητικοί, αλλά να, δεν είμαι εύκολος. Μονάχα με τον Λάκη έκανα λίγη παρέα. Δύο φορές πήγαμε σε επιθεώρηση, μια φορά στο γήπεδο και μια φορά να χορέψουμε με δυο γνωστές του. Από εκείνη τη βραδιά που πήγαμε στο «Galaxy» του «Χίλτον» συνδέθηκα με τη Μαίρη που ήταν τόσο όμορφη, όσο σχεδόν και η Βουγιουκλάκη. Σε κάποια γιορτή μού είχε χαρίσει ένα κουταβάκι ράτσας, τον Φοξ. Καημένε Φοξ, πιστέ σύντροφέ μου, έπεσες θύμα της ασφάλτου. Τι φριχτό θέαμα για έναν ευαίσθητο άνθρωπο σαν και εμένα. Τώρα που θα βγω έξω, θα είμαι μόνος. Ανάβω την πίπα μου, παίρνω την ομπρέλα μου, βάζω την καμπαρτίνα μου. Κλειδώνω και βρίσκομαι στο δρόμο. Σταματάω στο περίπτερο και αγοράζω το «Φαντασμαγορικό». Προχωρώ. Τα βήματά μου με πηγαίνουν όπου θέλουν. Το μυαλό μου πάλι γυρίζει στο παρελθόν. Μπα σε καλό μου, τι έπαθα; Πάλι θυμάμαι γεγονότα που θέλω να ξεχάσω για πάντα.
Αχ, εκείνη η άνοιξη του '64 με πλήγωσε, Δεκαπέντε Μαρτίου, όχι Δεκαπέντε του Μάρτη, η γλώσσα έχει αλλάξει, τα 'χω διαβάσει στο «Φαντασμαγορικό». «Ειδή» του Μάρτη ήταν, όταν για πρώτη φορά άργησα δέκα ολόκληρα λεπτά και ο φίλος, ο συγγενής και προϊστάμενος μου με περίμενε όρθιος σαν γυμνασιάρχης. Και προπάντων - ιδού το πονηρόν - γιατί προσπάθησε να με εμπλέξει στη συζήτηση; Ηθελε να με εκθέσει, είναι ολοφάνερον. Μόλις μείναμε μόνοι με ρώτησε.
«Εντάξει;».
«Τι θα πει εντάξει, δε σε καταλαβαίνω».
«Μα τι λέγαμε τόση ώρα; Δεν πρέπει να χαθεί ψήφος».
«Δε με αφορά το θέμα».
«Σου είναι αδιάφορο ποιος σε κυβερνάει;».
«Να αποφασίσει ο βασιλιάς», είπα κοφτά.
Ο Βασίλης κοκκίνισε, κιτρίνισε και τελικά άσπρισε.
«Και οι μαύροι ξύπνησαν και εσύ μιλάς για βασιλιά; Πρέπει να ψηφίσουμε ένα κόμμα που θα νοιαστεί το συμφέρον του λαού. Ενα κόμμα που θα νοιαστεί για την παιδεία, για τα γηρατειά, για την περίθαλψη, για τις συντάξεις...».
«Ετσι κι αλλιώς εγώ θα έχω σύνταξη».
«Εσύ θα έχεις και καλή μάλιστα. Οι άλλοι;».
«Σκοτίστηκα για τους άλλους».
«Ντιπ τομαριστής είσαι, μωρέ Γρηγόρη; Μια θεσούλα, μια συνταξούλα και σε αγοράσανε;».
Μου ήρθε το αίμα στο κεφάλι.
«Κανείς δε με αγόρασε και κανείς δε θα με πουλήσει».
Η απάντηση ήταν όντως πληγωμένη...
«Επιτέλους. Αυτό ήθελα να ακούσω από το στόμα σου. Μα, να υπάρχουν μερικοί που αγοράζουν και χιλιάδες που πουλιούνται. Και αυτό κάποτε πρέπει να σταματήσει».
«Τέλος πάντων, ας υποθέσουμε ότι έβαζα υποψηφιότητα στις εκλογές, παράδειγμα υπ' όψιν. Θα με ψήφιζες;».
«Είναι για κουβέντα;».
«Ναι, αλλά με ποιο κόμμα;».
«Με οποιοδήποτε».
«Γιατί;».
«Γιατί θέλω να πιστεύω πως είσαι φίλος μου και θα με πρόσεχες. Γι' αυτό και μόνο».
Τινάχτηκε σαν να είχε πάθει ηλεκτροπληξία. Εμεινε βουβός για λίγο και μετά τόλμησε να πει:
«Αλίμονο, είσαι αθεράπευτα ηλίθιος, Γρηγόρη. Δεν έχεις σωτηρία. Σου εύχομαι να πάρεις τη συνταξούλα σου, αλλά όχι και να έχεις βασιλιά, γιατί αν έχεις εσύ, δυστυχώς, θα έχω και εγώ. Βλέπεις είμαστε και οι δύο Ελληνες».
Και το φλέγμα ακόμα εξαντλείται. Είπα:
«Ε, όχι και οι δυο.., εσύ έχεις το δικαίωμα να είσαι ό,τι θες και ας με απολύσεις απ' το Υπουργείο... Δε σε φοβάμαι».
«Γιατί να σε απολύσω, μήπως είσαι ο μοναδικός βλάκας εκεί μέσα; ΄Η σου έχει περάσει από το νου πως το υπουργείο είναι τσιφλίκι μου;».
«Τσιφλίκι σου δεν είναι, αλλά εσύ ξέρεις την καταγωγή μου, κύριε Γενικέ! Θα σε παρακαλέσω στο γραφείο να με καλείς μόνο για υπηρεσιακούς λόγους. By the way, αν έχεις την καλοσύνη ταχυδρόμησέ μου τους τίτλους μου, συστημένο...». Περήφανος και με ανασυνταγμένες τις δυνάμεις μου κατευθύνθηκα προς την πόρτα.
«Την ψώνισες μωρέ; Πλάκα σου έκανα. Μικρός ήμουνα, που να το φανταστώ πως θα το έπαιρνες στα σοβαρά; Είχε δίκιο η γιαγιά μου που μου άστραψε το σκαμπίλι, όταν είδε τη φωτογραφία που είχα αγοράσει στο Μοναστηράκι. "Θα τον αποτρελάνεις, παλιόπαιδο" φώναξε. Ε, ρε κοίτα κάτι πράγματα...».
Τι ήθελα και τα θυμόμουν, γιατί να ξύνω πληγές; Και μετά, εκείνη τη Δευτέρα μετά την Εθνοσωτήριο Επανάσταση, πόσο άσχημα ένιωσα όταν μου ζήτησε ο νέος Γενικός - πλάκα τα γαλόνια - να του πω τι γνώριζα για τον προκάτοχό του;
Και γιατί ένιωσα άσχημα; Την αλήθεια είπα κι η αλήθεια πρέπει να λάμπει, πάντα. Κουρασμένος κάθομαι στην πολυθρόνα του ζαχαροπλαστείου. Διψάω.
«Γκαρσόν. Μια μπίρα σε παρακαλώ».
«Να γίνουν δύο».
Γυρίζω και κοιτάζω σαν υπνωτισμένος τον κάτοχο αυτής της φωνής.
«Μικρός που είναι ο κόσμος Γρηγόρη - συνεχίζει η φωνή. Πολύ μικρός και γεμάτος συμπτώσεις. Πώς πάει η δουλιά;».
«Πήρα σύνταξη προ ολίγων ημερών» ακούω τη δικιά μου φωνή να λέει με φυσικό τρόπο. Λες και ήταν φυσικό μετά από τόσα χρόνια να κάθομαι στο ίδιο τραπέζι με τον Βασίλη και να μιλάμε σαν να μην έχει συμβεί τίποτε.
«Τόσο γρήγορα;».
«Αρκετά πρόσφερα. Καιρός είναι να γλεντήσω λιγάκι. Εσύ τι κάνεις; Αδύνατο σε βλέπω...».
Οι μπουκάλες ακουμπάν πάνω στο τραπέζι εχθρικά, η μια απέναντι στην άλλη. Το γκαρσόνι τις ανοίγει και απομακρύνεται.
«Αντε στην υγειά σου» κάνει εύθυμα ο Βασίλης και μου τσουγκρίζει το ποτήρι.
Ολα είναι φυσικά. Αφού όμως είναι όλα φυσικά, γιατί δεν είμαι κι εγώ φυσικός και άνετος; Ιδού η απορία.
«Παντρεύτηκες;».
«Οχι».
«Και εκείνη η μικρή, Μαίρη δεν τη λέγανε, τι απόγινε;», συνεχίζει αδιάκριτα.
«Μαίρη τη λέγανε, αλλά καλύτερα να έλεγε από την αρχή την αλήθεια. Το τεσσάρι ήταν δυομισάρι και τα 100 τ.μ. 55. Προτίμησα να είμαι μόνος και έξυπνος, παρά βλάκας με παρέα...».
«Ακόμα ο ίδιος είσαι. Δεν άλλαξες καθόλου».
«Γιατί να αλλάξω; Μια χαρά είμαι...».
Τώρα ναι, είμαι φυσικός, η κουβέντα στρώνει, ο ήλιος του Δεκέμβρη συνεχίζει να απουσιάζει. Η έκπληξη έχει περάσει, η μπίρα με ηρεμεί και ακούω την ίδια φωνή να μου λέει τα πιο παλαβά πράγματα. Μα τι άλλο να περιμένει κανείς από τον Βασίλη;
«Βλέπεις εκεί ψηλά τον Αγνωστο Στρατιώτη; Αναρωτήθηκες ποτέ αν έχει νιώσει την επιθυμία να σηκωθεί για λίγο από το μνήμα του, να ξεμουδιάσει; Να κατέβει εδώ στο καφενείο, να καθίσει ανάμεσά μας, να πιει μια μπίρα κι ίσως να κάνει καμάκι... Νέος δεν είναι; Γιατί όχι;».
«Πάντως ιδιόρρυθμος, ούτε εσύ άλλαξες».
«Ισως. Τι θα ψηφίσεις την Κυριακή;».
«Δε θα ψηφίσω».
«Εχασες το εκλογικό σου βιβλιάριο;».
«Εχω προγραμματίσει εκδρομή. Αλλωστε, γιατί να ταλαιπωρηθώ, γιατί να χάσω την ώρα μου, αφού τίποτε δε με αντιπροσωπεύει πια;».
«Το Δημοψήφισμα δεν είναι γεύμα αλά καρτ. Είναι νταμπλ ντοτ. Δε ρωτάνε: "Τι θα πάρετε κύριε Πέκουλα;" Σου λένε: "Ψάρι" ή "κρέας". "Διάλεξε"».
«Δεν πεινάω. Αν παρομοιάζεις την πολιτική με το φαγητό, τότε, αγαπητέ, προτιμώ να μείνω νηστικός».
«Θα πεθάνεις από ασιτία... Δεν πεινάς... Κάποτε όμως, αγαπητέ Γρηγόρη, πεινούσες. Πεινούσες τόσο πολύ που με κατέδωσες. Μη με κοιτάς έτσι, είδα, διάβασα την αναφορά σου. Τα ξέρω απέξω. Θέλεις να σου τα πω, για να σου φρεσκάρω τη μνήμη;».
«Οχι, προς Θεού... Σε παρακαλώ».
«Αλλά έτσι για την ιστορία, σου λέω πως τότε ακόμη δεν ήμουνα κομμουνιστής, προοδευτικός μονάχα. Ξέρεις, μικρός ονειρευόμουνα να ζήσω ανάμεσα σε γνωστικούς, για να μπορώ να κάνω τρέλες. Το 'φερε έτσι η ατυχία να ζήσω εφτά χρόνια με τρελούς, με αποτέλεσμα να αναγκαστώ να συμπεριφέρομαι γνωστικά... Γρηγόρη, αυτό το δημοψήφισμα θα περάσει στην ιστορία σαν ολόκληρο κεφάλαιο. Ενα κεφάλαιο που θα αλλάξει την ίδια την ιστορία. Πρέπει λοιπόν να βοηθήσεις... Ειδικά εσύ...»
«Ειδικά εγώ;».
Κόβει τη φράση για να ανάψει τσιγάρο. Αποτελειώνει αργά την μπίρα του. Καίγομαι να μάθω, αλλά συνεχίζω να παριστάνω τον αδιάφορο.
«Γιατί εσύ δεν είσαι όποιος και όποιος, εσύ είσαι ο τρισέγγονος του καπετάν Γρηγόρη του Πέκουλα, που 'φαγε χίλιους οχτρούς το '21. Ασε, ξέχνα τον Γκρέγκορι Πεκ και τις τρίχες κατσαρές.
Ζήλευα ρε παιδάκι μου, ανθρώπινη η ζήλια, ζήλευα την ηρωική σου καταγωγή και σε αποπροσανατόλισα. Εφταιξα, συγχώρα όμως, όπως σε συγχώρεσα και εγώ... Χάρη στον καπετάν Γρηγόρη λευτερώθηκε ο Μοριάς, βοήθα και συ να λευτερωθούμε από το καρκίνωμα της Βασιλείας. Πού ήταν οι πρόγονοι αυτού του κυρίου "Κωνσταντίνου της Ελλάδος", όπως αυτοαποκαλείται, όταν ο δικός σου προπάππους ξεψυχούσε σφαγμένος από το βάρβαρο εχθρικό χέρι; Είμαι σίγουρος πως θα ψηφίσεις σαν γνήσιος απόγονος των θρυλικών Πεκουλαίων και το απόγευμα της Κυριακής θα 'ρθεις σπίτι ν' ακούσουμε τ' αποτελέσματα. Και να γιορτάσουμε. Φυσικά, σου έχω την έκπληξη. Να στην πω: Θα σου παραδώσω την πραγματική φωτογραφία του καπετάν Γρηγόρη, το πολεμικό του ημερολόγιο, τη χατζάρα και το καριοφίλι του. Αντε, λοιπόν, γεια χαρά. Και σε περιμένω».
Αφήνει ένα χαρτονόμισμα πάνω στο δίσκο και φεύγει. Τον βλέπω να περπατά με τους ώμους σκυφτούς και να χάνεται στη Φιλελλήνων. Νιώθω χαμένος. Να λέει την αλήθεια; Στυλώνω τα μάτια μου στον Αγνωστο Στρατιώτη σαν να περιμένω να μου δώσει το μήνυμα. Το παίρνω. Ναι, δεν είμαι οποιοσδήποτε, ποτέ μου δεν πίστεψα πως είμαι. Αυτός, ο μαρμάρινος νέος λέγεται και Γρηγόρης. Απότομα η Αγγλία ξεμακραίνει, ξεμακραίνει ώσπου η εικόνα της σβήνει. Η περηφάνια μου τραντάζει όλη μου την ύπαρξη. Νιώθω την ακατανίκητη επιθυμία να φωνάξω, να το διαλαλήσω, να το ακούσει όλος ο κόσμος, ακόμα και το γκαρσόνι κι η ηλικιωμένη κυρία που κάθεται απέναντι πως δεν είμαι ο Sir Gregory, αλλά ο καπετάν Γρηγόρης.
Και φωνάζω: «Είμαι ο Πέκουλας ο ξακουστός. Κάτω ο Βασιλιάς».


Βιογραφικό Τιτίνας Δανέλλη
Η Τιτίνα (Μαρία - Χριστίνα) Δανέλλη γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Ιταλική Φιλολογία στη Νάπολη και στη Ρώμη της Ιταλίας, ενώ ταυτόχρονα παρακολουθούσε τη Σχολή Διερμηνέων. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε πολλά περιοδικά («ΕΝΑ» και «ΚΑΙ», επί εποχής Π. Μπακογιάννη), αλλά και σε απογευματινές εφημερίδες στο ελεύθερο και στο καλλιτεχνικό ρεπορτάζ. Επίσης, έγραψε σενάρια για τηλεοπτικές σειρές και έκανε πολλές μεταγλωττίσεις από ξένες ταινίες. Από το 1985 εργάζεται αποκλειστικά στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης».
Εργα της ίδιας: «Ο Επιτυχημένος» μυθιστόρημα, «Αντιπερισπασμός» μυθιστόρημα, «Αίθουσα Αναμονής» νουβέλα, «Σερ Γκρέγκορι ή Καπετάν Γρηγόρης» νουβέλα, «Ενα κι ένα κάνουν όσο θες» αστυνομικό μυθιστόρημα σε συνεργασία με τον Μάνο Κοντολέων, «Ερως διατηρητέος έως...» θεατρικό έργο, «Ο θρήνος της Κλεοπάτρας» αστυνομικό μυθιστόρημα. Σε λίγες μέρες κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αρμός» το αστυνομικό μυθιστόρημα «Το παιχνίδι του Δικαστή».

Λίγο πριν ξημερώσει...

Του Τάσου ΖΟΜΠΟΛΑ.


Η νύχτα κείνη δεν έλεγε να περάσει. Η αγωνία είχε σταματήσει τους δείχτες του ρολογιού. Ο χρόνος μηδέν.
Το κελί της φυλακής στενό και θεοσκότεινο.
Κάπου χιόνισε από νωρίς. Εξω φυσούσε παγωμένος αγέρας. Η υγρασία περόνιαζε τα κόκαλα.
Γενάρης του 1948. Ο αδερφοσκοτωμός στο φόρτε του.
Δυο γυναίκες. Δυο μαρτυρικές φιγούρες. Δυο βαριές καταδίκες από το έκτακτο στρατοδικείο. Σε θάνατο η Αργυρώ. Σε ισόβια η Κατερίνα.
Είχε ένα μικρό ρολογάκι του χεριού η Κατερίνα. Δώρο του άντρα της. Της το άρπαξαν καθώς τη σπρώχναν στο κελί της.
- Δε σου χρειάζεται. Τι θέλεις να μετράς τις ώρες. Θα βαρεθείς! της είχε πει ένας φαντάρος με μουστακάκι, δίνοντάς της κλοτσιά στα πισινά.
- Κρυώνω. Κρυώνω πολύ, λέει τουρτουρίζοντας η Κατερίνα.
Η Αργυρώ την τραβάει κοντά της.
- Ελα να σμίξουμε τα στρώματά μας. Ισως έτσι είναι καλύτερα...
Οι δυο γυναίκες σφιχταγκαλιάζονται. Τα πόδια τους είναι μπούζι. Τα χέρια τους κοκαλωμένα.
- Νιώθω την καρδιά μου να παγώνει, λέει η Αργυρώ. Δεν ξέρω αν θ' αντέξω...
- Κουράγιο, καλή μου! Κουράγιο...
- Πώς είναι η κοιλιά σου; Πρόσεξε μην την πιέζεις. Μπορεί άθελά σου να κάμεις κακό.
Η κοιλιά της Κατερίνας όλο και μεγαλώνει. Κουβαλάει μέσα της το πρώτο της παιδί. Εχει αρχίσει να σκιρτάει...
Είχανε ζητήσει από νωρίς μια κουβέρτα. Μάταιος κόπος.
- Πού να τη βρω; γρύλισε ο φρουρός, βηματίζοντας νευρικά στο τσιμέντο. Εδώ οι φαντάροι κοιμούνται στο χιόνι και σεις μου ζητάτε κουβέρτα! Ας καθόσασταν καλά, να χουζουρεύετε στο σπιτάκι σας! Ποιος σας φταίει; Το κεφάλι σας!..
- Μην του μιλάς, είπε με περιφρόνηση η Κατερίνα. Κάνει τον άντρα επειδή κρατάει ντουφέκι.
- Εχουμ' ακούσει τόσα πικρά λόγια, που αυτά είναι χάδια! Δε θα πεθάνουμε δα κι απ' το κρύο!..
Η ώρα δεν περνάει... Ο θάνατος πλανιέται στο κελί. Καρτερία και αναπόληση.
- Σου 'χω μιλήσει για το γιο μου; λέει η Αργυρώ. Δεν έχω άλλο στο μυαλό παρά μονάχα κείνον... Δεν ξέρω αν ζει ακόμα ή τον έφαγε το βόλι... Ακου, λοιπόν... Του είχανε κάμει τη ζωή μαύρη. Πώς ν' αντέξει; Μια μέρα μου λέει:
»- Μάνα,δεν πάει άλλο! Φεύγω!
»Προσπάθησα να τον εμποδίσω.
»- Μείνε κοντά μου, του είπα, να περάσουμε μαζί την μπόρα. Μη μ' αφήσεις μοναχή μου. Θα τρελαθώ...
»- Θέλεις να με πάνε στο Μακρονήσι να πεθαίνω κάθε μέρα;
»Ητανε, βλέπεις, ο καιρός να πάει φαντάρος. Η μνήμη του πατέρα του τον κέντριζε. Δεν ανεχόταν να τον βρίζουνε προδότη, τα ρεμάλια! Γιατί, ήταν γενναίος ο πατέρας του. Τον πιάσανε οι Γερμανοί με τους ντόπιους προδότες. Τον στήσανε στον τοίχο. Δεν έβγαλε μιλιά. Παλικάρι...
»Εμεινα με τον κανακάρη μου. Κι ύστερα απόμεινα μόνη μου. Εφυγε η κολόνα του σπιτιού μου. Επρεπε να τον φροντίσω. Να του στείλω τρόφιμα. Αχ, γιατί δεν ξέρουν τι θα πει αγάπη της μάνας; "Ενισχύει τους συμμορίτες", είπανε οι σπιούνοι. Βαρύ το κρίμα να ταΐσεις το παιδί σου!
»Οι μπάτσοι βρήκανε δουλιά. Με πιάσανε. Ανακρίσεις... Μου ζητήσανε ν' αποκηρύξω το γιο μου, για να μ' αφήσουν. Ακου ν' αποκηρύξω το σπλάχνο μου! Λες και δεν είναι καμωμένοι από ανθρώπινη σάρκα! Τους πέρασε απ' το μυαλό πως θα μπορούσα να φτύσω τα μούτρα μου. Να περπατάω και να ντρέπομαι. Αηδίασα.
»- Είμαι μάνα, τους είπα, κι αυτό τα λέει όλα!
»Εκείνοι σκύλιασαν και συνέχισαν τη δουλιά τους.
»- Μάνα προδότη! Θα το μετανιώσεις! Θα σιχαθείς τη μέρα που τον γέννησες!».
»Πώς ξεστομίζουν τέτοιες κουβέντες; Δεν μπόρεσα ποτέ να το καταλάβω!».
- Μου λες πράματα που τα 'ζησα και γω, Αργυρώ μου. Σα ν' ακούω τη δική μου ιστορία. Τα ίδια λέγαν και σε μένα για τον άντρα μου. Τον αγαπημένο μου. Τον πατέρα του παιδιού μου!
»Ημουν άτυχη. Δεν πρόλαβα να χαρώ την παντρειά μου... Ηρθαν μια νύχτα, οι τραμπούκοι του Μαυρέα. Σπάσανε την πόρτα του σπιτιού μας και μπήκανε μέσα. Ο έρωτάς μας κόπηκε στη μέση! Αρπάξανε τον άντρα μου ολόγυμνο, τον κατεβάσαν στην αυλή με τις κλοτσιές. Τι λύσσα, Θεέ μου! Χτυπούσαν αλύπητα, δυο τρεις μαζί! Κάμανε πίσσα το κορμί του. Τα αίματα τρέχανε στα μάγουλά του. Κάποιος από δαύτους, που κουράστηκε να βαράει, φώναξε:
"- Τι τον φυλάμε και δεν του κόβουμε τ' αχαμνά;".
»Ο Μαυρέας τον σταμάτησε λέγοντας:
»- Αστονε κι έχει κι όμορφη γυναίκα!
»Ανατρίχιασα. Τον είδα να 'ρχεται καταπάνω μου. Πάλεψα μαζί του. Του μαύρισα το μάτι με μια μπουνιά, μου ξέσκισε τη νυχτικιά, του δάγκωσα τ' αυτί, μ' έριξε κάτω, έμπηξε τα νύχια του στους ώμους μου, τα δόντια του μάτωσαν το βυζί μου...
»Τα ουρλιαχτά μου ξύπνησαν τη συμπόνια του αρχηγού.
»- Σβίγκο, σταμάτα τις εργολαβίες, έχουμε δουλιά! διέταξε ο Μαυρέας.
»Τα χέρια του βιαστή παράλυσαν. Σηκώθηκε τρίζοντας τα δόντια του.
»- Πουτάνα, θα μου το πληρώσεις! ούρλιασε σκουπίζοντας το αίμα που έτρεχε απ' τ' αυτί του».
- Καημένο κορίτσι! έκαμε με συμπόνια η Αργυρώ. Μήπως είσαι μόνη;
»- Δεν είμαστε μόνες, το ξέρω. Μα τι θ' απογίνουμε; Πού θα πάει αυτό το βιολί; Ποιος μας έσπρωξε στο γκρεμό; Ολο το συλλογίζομαι κι απάντηση δε βρίσκω... Λένε "οι μεγάλες δυνάμεις". Τι με νοιάζει εμένα, αν τσακώνονται ο Τρούμαν με το Στάλιν; Τι με νοιάζει; Κανένας τους δε θα μου δώσει να φάω! Κι όμως. Ξέρεις τι είπε για μένα ο επίτροπος στη δίκη; Ακου: "Το γύναιο αυτό έγινε όργανο των σλαβοκομμουνιστών. Ενίσχυσε τους συμμορίτες, που έστρεψαν τα όπλα κατά της πατρίδος! Οι πράξεις της μαχαίρι στο πλευρό του έθνους"!
- Είναι γελοίο...
- Κι όλ' αυτά γιατί; Εφυγε ο άντρας μου και πήγε στο βουνό. Στο Δημοκρατικό Στρατό. Μ' άφησε με τον καρπό του στην κοιλιά. Δε γινότανε αλλιώς. Το κεφάλι του ήταν ξεγραμμένο. Αργησα να πάρω νέα του. Μια μέρα ο γείτονάς μας ο Σταυρής μου 'φερε το χαμπέρι.
"- Μάζεψε ό,τι μπορείς να του στείλεις...".
»- Με ποιο τρόπο; ρώτησα.
"- Υπάρχουν άνθρωποι, μ' απάντησε. Δε θα σου πω ονόματα".
»- Δε θέλω να μάθω ονόματα. Μου φτάνει που μαθαίνω πως ζει...
"- Τότε, κάμε όπως σου λέω...".
» Μάζεψα τρόφιμα, έβαλα και κάτι φανέλες και κάλτσες χοντρές κι ένα πουλόβερ. Ενας άγνωστος περνούσε απ' το σπίτι μας και τα 'παιρνε. Αυτό έγινε δυο - τρεις φορές. Την τέταρτη φορά ήρθε το κακό. Παραφυλάγανε, βλέπεις.
»Ενας κακομούτσουνος λεχρίτης με είχε ζητήσει απ' τον πατέρα μου, να με παντρευτεί. Είχα αρνηθεί κι ο γέρος μου δεν επέμενε. Ο λεχρίτης έβαλε σκοπό να μ' εκδικηθεί, τι τάχα τον πρόσβαλα με την άρνησή μου, κι έγινε μπαίγνιο στο χωριό.
»Δεν το ξέχασε. Περίμενε την ώρα. Η ώρα της εκδίκησης αργεί, μα έρχεται πάντα. Μια και δυο, πάει στους χωροφύλακες. Δε χρειαζότανε να τους πει πολλά. Τα ξέρανε όλα, με το νι και με το σίγμα. Με πιάσανε. Είχανε κει και το Σταυρή και τον άγνωστο που έπαιρνε τα δέματα κι άλλους...
»Με τυλίξανε σε μια κόλλα χαρτί. Κι ύστερα ντουγρού στο έκτακτο στρατοδικείο.
»Η δίκη έγινε χωρίς πολλές διαδικασίες. Ισόβια... Η ποινή της αγάπης είναι ισόβια!..».
- Τουλάχιστον εσύ θα ζήσεις, είπε με θλίψη η Αργυρώ. Θα ξαναδείς τον ήλιο, θα χαρείς. Θα 'χεις το παιδί σου...
Ηταν «επιεικείς» οι δικαστές με την Κατερίνα. Την είδανε με την κοιλιά φουσκωμένη κι είπανε να μη σκοτώσουν τον καρπό της.
Ο βασιλικός επίτροπος ροκάνιζε μες από τα δόντια του. Σκεφτότανε τ' αστέρια που έλαμπαν στους ώμους του και φούσκωναν την υπεροψία του. Δεν είχε κανένα έλεος γι' αυτήν την γκαστρωμένη νέα γυναίκα. Στη σύντομη όλο φωτιά αγόρευσή του, τόνισε πως η ζωή είν' ανώφελη για πλάσματα που βγαίνουν από μήτρες κακούργων. Καθώς πρότεινε να της επιβληθεί η ποινή του θανάτου, κοίταζε αγέρωχα στο βάθος της αίθουσας του στρατοδικείου. Δεν της έριξε ούτε μια ματιά συμπόνιας. Ούτε ένα βλέμμα. Ισως φοβόταν πως, αν κοίταζε την κοιλιά της, δε θα μπορούσε να εκστομίσει εκείνο το φοβερό «εις θάνατον».
Νίκησε, όμως, μια ξεπλυμένη ανθρωπιά. Την καταλυτική σκιαγραφία της έδωσε ο πρόεδρος του στρατοδικείου. Ενας ψηλός, ξερακιανός, ασύσπαστος δικαστής, της τακτικής Δικαιοσύνης, παρακαλώ, που έδειχνε να νιώθει άβολα μέσα στη λαμπερή στρατιωτική στολή του.
- Ας την αφήσουμε να γεννήσει, είπε. Μπορεί με τη γέννα να βάλει μυαλό. Το παιδί της θα 'ναι χωρίς πατέρα. Εκείνος ο άσπλαχνος είναι ο φταίχτης, υπόλογος για τη δυστυχία της. Μα όπου να 'ναι θα ξεπαστρευτεί κι ο τελευταίος συμμορίτης... Αλλά ο καρπός της είναι νόμιμος. Την είχε παντρευτεί ο άθλιος εκείνος!.. Δεν μπορούμε να σκοτώσουμε δυο ζωές μαζί!..
- Κουβαλάω ζωή μέσα μου, είπε με σπαραγμό η Κατερίνα στην απολογία της. Πώς μπορείτε να κόψετε αυτή τη ζωή, που μόλις τώρα αρχίζει; Το έγκλημά σας θα 'ναι ασυγχώρητο. Τι έκαμα; Να μη φροντίσω για τον πατέρα του παιδιού μου; Να μην του στείλω ένα καρβέλι ψωμί, να καταλαγιάσει την πείνα του;
- Ορίστε! Είναι αμετανόητη! επέμενε ο επίτροπος. Παίζει με τη ζωή μας, με της πατρίδας την τιμή. Αν την αφήσουμε, είναι σα να δίνουμε δίκιο στον προδότη.
- Εχετε άλλες σφαίρες για κείνον! κραύγασε η Κατερίνα. Θα σκοτωθεί και δε θα δει το παιδί του...
Τα λόγια της τα πνίξαν οι λυγμοί. Ο σπαραγμός της λύγισε τις καρδιές.
- Σε κρίνουμε με επιείκεια, είπε ο πρόεδρος. Να ξέρεις, χρωστάς τη ζωή σου στη φουσκωμένη κοιλιά σου. Θα σου δώσουμε την ευκαιρία να νιώσεις πως η πατρίδα είναι σπλαχνική και δε σκοτώνει άδικα. Μπορεί και κείνος ο ανεπρόκοπος πατέρας να συγκινηθεί. Να πετάξει το όπλο του που σημαδεύει την καρδιά της πατρίδας και να παραδοθεί... Ποιος ξέρει, μπορεί να μιλήσουν μέσα του ανθρώπινες φωνές. Θα 'ναι κι αυτό ένα κέρδος. Σε καταδικάζουμε σε ισόβια κάθειρξη!..
- Ακου, Αργυρώ, τα σκιρτήματά του! Να, πιάσε την κοιλιά μου, βάλε τ' αυτί σου...
Η Αργυρώ αφουγκράζεται τους χτύπους.
- Καλότυχη! Μακάρι να 'χα και γω στην κοιλιά μου ένα παιδί, ένα μπάσταρδο έστω, να μου σώσει τη ζωή...Πάνε πολλά χρόνια από τότε που ένιωσα τη χαρά της γκαστριάς και το λυτρωμό της γέννας! Τώρα ο θάνατος μόνο θα με λυτρώσει!..
- Πού ξέρεις; μπορεί να σου δώσουν χάρη! είπε η Κατερίνα.
- Χάρη; Πώς σου 'ρθε; Ξέρεις καλά ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Κανένας δεν παίρνει χάρη. Οι αποφάσεις των στρατοδικείων εκτελούνται αμέσως! Ο θάνατος... Μην προσπαθείς να με παρηγορήσεις.
Η Αργυρώ έριχνε τη ματιά της μια στον παπά, στην Κατερίνα. Εβλεπε πως ερχόταν το τέλος. Εβγαλε βαθύν αναστεναγμό. Ενα δάκρυ κύλησε καυτό στο μάγουλό της.
- Το κρίμα στο λαιμό τους! μουρμούρισε.
Αποκαμωμένη γονάτισε, στύλωσε τα βουρκωμένα μάτια της στον παπά. Εκείνος είχε πετρώσει. Δε θύμιζε καθόλου τη γαλήνια, υπέροχη μορφή του παπα - Γιώργη.
- Ελα, πάτερ! είπε σιγανά.
Ο ιερέας έφερε το κουταλάκι με τη μετάληψη στο στόμα της.
- Ο Θεός να σε συχωρέσει, αμήν! είπε ακουμπώντας την παλάμη του στο κεφάλι της.
Καθώς τύλιγε το δισκοπότηρο, άκουσε την Κατερίνα να λέει:
- Ελα και σε μένα, πάτερ!
- Μα εσύ δεν είσαι... πήγε να πει.
Δεν απόσωσε τη φράση του. Δάγκωσε τα χείλια του, να μη βγει η απαίσια λέξη.
Η Κατερίνα δέχτηκε την κοινωνία. Ο ιερέας βγήκε απ' το κελί, αθόρυβα, ολότελα ικανοποιημένος. Είχε εκτελέσει το χρέος του με το παραπάνω.
- Τι ώρα είναι, πάτερ; τον ρώτησε η Αργυρώ, καθώς έβγαινε.
Εκείνος έβγαλε και κοίταξε προσεχτικά το ρολόι του.
- Πέντε παρά δέκα, είπε ξερά. Κοντεύει να ξημερώσει...
Η πόρτα άνοιξε. Ο φρουρός ξανακλείδωσε.
- Οπου να 'ναι έρχονται, το νιώθω, είπε η Αργυρώ. Λίγο πριν ξημερώσει. Η συνηθισμένη ώρα...
- Κουράγιο... κουράγιο... Ισως δεν είναι σήμερα!..
Προσπαθούσε να δώσει ελπίδα η Κατερίνα. Μάταια, όμως.
- Εστειλαν τον παπά, δεν το καταλαβαίνεις; Ετσι γίνεται. Ερχεται πρώτα ο παπάς... Κρυώνω, κρυώνω! Σφίξε με να με ζεστάνεις! Ελα κοντά μου... Σε νιώθω σαν κόρη μου, αχ να 'χα μια κόρη σαν και σένα... Αχ η κοιλιά σου! Ενα παιδί στη φυλακή, μια γέννα στο μπουντρούμι... Θα ομορφύνει το κελί σου, Κατερίνα. Να μου το προσέχεις το παιδί, έτσι;
- Στο υπόσχομαι, Αργυρώ, στο υπόσχομαι...
- Να με θυμάσαι... Ηταν σκληρή η ζωή μου. Μια ζωή χωρίς ανάσα. Δούλεψη, στέρηση, ελπίδα. Τίποτ' άλλο. Πόλεμος. Καταστροφή. Κατατρεγμός. Εχασα τον άντρα μου, άδικο βόλι των καταχτητών... Και δεν είμαι ούτε πενήντα χρονών... Ο γιος μου, ούτε κι αυτός θα γλιτώσει... Ξεκλήρισμα... Γιατί; Δεν περιμένω απάντηση. Δεν υπάρχει γιατί. Να γλίτωνε κείνος τουλάχιστον! Να ζούσε! Να παντρευότανε... Να 'κανε παιδιά...
Ο κρότος της βαριάς πόρτας ξανακούστηκε. Δυο φρουροί οπλισμένοι σαν αστακοί φάνηκαν στο κατώφλι. Ο ένας κρατούσε τα χαρτιά στο χέρι.
- Αργυρώ Καλλιγέρη! φώναξε. Σήκω!..
Η Αργυρώ σηκώθηκε όρθια. Αγκάλιασε την Κατερίνα, τη φίλησε πολλές, πολλές φορές, χάιδεψε τα μαλλιά της. «Καλή λευτεριά». της ευχήθηκε. Υστερα γύρισε προς τους στρατιώτες.
- Είμαι έτοιμη, είπε. Ετοιμη.
Βάδισε ήσυχη προς τον άδικο θάνατο.
Η δικαιοσύνη των ανθρώπων, αποθέωση του πάθους.


Ο Τάσος Ζόμπολας γεννήθηκε το 1930 στην Καλλιθέα Μεσσηνίας. Εχει δημοσιεύσει δέκα μυθιστορήματα, τρεις συλλογές διηγημάτων, τρεις ποιητικές συλλογές και άλλα. Ανάμεσά τους, τα μυθιστορήματα «Απόρρητος φάκελος» 1980, «Αύριο θα είναι καλύτερα» 1990, «Το γυάλινο μάτι» 1997, οι συλλογές διηγημάτων «Διαδρομή» 1985, «Με το χέρι στην καρδιά» 2000 και η ποιητική συλλογή «Είδωλα και εδώλια» 2001. Εχει διατελέσει αντιπρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών (1992-1994). Το διήγημα «Λίγο πριν ξημερώσει» είναι από τη βραβευμένη συλλογή του «Διαδρομή».

Γαλάτεια Καζαντζάκη.


«...Οι εκάστοτε θεοί δε γκρεμίζονται
για νάρθουν άλλοι καλύτεροι,
αλλά γιατί πια αυτοί πάληωσαν, τρίφτηκαν,
απόμειναν στημένες λεμονόκουπες.
Μ’ ένα λόγο δε θαυματουργούν πια.»


Προκλητική, πεισματάρα, επαναστάτρια, ελεύθερη, γυναίκα, Γαλάτεια! Διαφωνεί κανείς;

Η Γαλάτεια Καζαντζάκη αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση στα ελληνικά γράμματα. Είναι μια συγγραφέας, μια γυναίκα, που τόλμησε να πει και να κάνει πολλά σε καιρούς δύσκολους, ανάμεσα σε ανθρώπους συντηρητικούς. Με δυο λέξεις θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε σαν την Απόλυτη Γυναίκα. Μια γυναίκα που κατάφερε να επιβάλει τους δικούς της κανόνες μέσα σ’ ένα αντροκρατούμενο κόσμο, μέσα σε μια τυφλή κοινωνία. Μια γυναίκα που πολεμήθηκε πολύ, και που παρεξηγήθηκε πολύ, ακόμη κι από τις γυναίκες. Κι αυτό, επειδή τόλμησε να απομυθοποιήσει το Νίκο Καζαντζάκη, αλλά και να προκαλέσει τα ήθη της εποχής.

Ο απλός άνθρωπος, αυτός είναι ο ήρωας των έργων της Γαλάτειας, και όπως η ίδια υποστηρίζει: «Ο τεχνίτης, πρέπει να λέει με το έργο του κάθε στιγμή στο λαό του: Είμαι δικός σου. Σάρκα από τη σάρκα σου. Κι αν υπάρχει κάτι που με κάνει διαφορετικό είναι γιατί μπορώ να σου δώσω την αιωνιότητα. Να τραγουδήσω τις χαρές σου. Να φτερώσω τις ελπίδες σου. Να πω σ’ όλο τον κόσμο το μόχτο και τον αγώνα της ζωής σου». Η συγγραφέας μιλά στο λαό, γράφει για το λαό. Με τη γραφίδα της προσπαθεί να εξυψώσει τις γυναίκες, αλλά και να τιμήσει τους καλούς άντρες. Μπαίνει στο πετσί των ηρώων της, νιώθει τους πόνους και τις ανασφάλειές τους, τους δίνει κουράγιο, τους δικαιώνει, τους παρηγορεί. Τα λόγια της, απλά κι ανθρώπινα, αναβλύζουν μέσα από μια ζεστή ψυχή.

Η ποιήτρια, πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας Γαλάτεια Καζαντζάκη γεννήθηκε το 1886 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ήταν κόρη του λόγιου Στυλιανού Αλεξίου και αδελφή της πεζογράφου Ελλης Αλεξίου. Από το οικογενειακό της περιβάλλόν πήρε αξιόλογη μόρφωση και αρκετά νέα στράφηκε στη λογοτεχνία.
Ήταν είκοσι χρονών όταν άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα στον αθηναϊκό περιοδικό "Πινακοθήκη". Τα πρώτα έργα τα παρουσίαζε με το ψευδώνυμο "Λαλώ ντε Κάστρο". Μαθήτρια ακόμα του γυμνασίου γνώρισε τον συγγραφέα Καζαντζάκη Νίκο, με τον οποίο συνδέθηκε και παντρεύτηκε το 1911. Από τότε εμφανιζόταν στα περιοδικά της Αθήνας με το ψευδώνυμο "Πετρούλα Ψηλορείτη". Αργότερα χρησιμοποίησε το όνομα του Νίκου Καζαντζάκη και μ' εκείνο δημοσίευσε τα έργα της, ακόμα κι όταν χώρισε το 1924. Μετά την αποτυχία του πρώτου γάμου της παντρεύτηκε τον γνωστό λογοτέχνη Μάρκο Αυγέρη.
Η Γαλάτεια ασχολήθηκε με όλα σχεδόν τα είδη του λόγου. Εγραψε ποιήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα, θεατρικά έργα, βιβλία παιδικά και σχολικά. Η πρώτη συλλογή διηγημάτων, "11π.μ - 1μ.μ", κυκλοφόρησε το 1927. Ακολούθησαν τα έργα οι "Κρίσιμες στιγμές", "Ο κόσμος που πεθαίνει και ο κόσμος που έρχεται". Στα τρία αυτά έργα βρίσκονται συγκεντρωμένα τα διηγήματα της, που ο αριθμός τους είναι αρκετά μεγάλος.
Το 1933 εκδόθηκε το πρώτο της μυθιστόρημα "Γυναίκες" και το 1934 το μυθιστόρημα "Αντρες". Το 1957 κυκλοφόρησε το έργο της "Ανθρωποι και υπεράνθρωποι" που αναφέρεται στο Νίκο Καζαντζάκη και τον παρουσιάζει πολύ διαφορετικό από ότι τον ξέρει ο κόσμος. Οι κριτικοί πάντως έγραψαν ότι η συγγραφέας αδικεί στο έργο της τον πρώην άντρα της και τον παρουσιάζει κατώτερο από ότι ήταν. Αλλά μεγάλη αγάπη της Καζαντζάκη στάθηκε το θέατρο. Εγραψε είκοσι θεατρικά έργα, τα οποία συγκεντρώθηκαν σ' έναν τόμο με τίτλο "Αυλαία". Απ' αυτά γνωστά είναι τα : "Πληγωμένα πουλιά", "Εθνική Αντίσταση", "Εγερτήριο", "Ενώ το πλοίο ταξιδεύει", "Μέσα στη θύελλα", "Ο άρχοντας Μαυριανός και η αδελφή του", "Το γαλάζιο πουλί", "Ο θείος από την Βομβάη", "Η νύχτα του Αϊ - Γιάννη", " Όμορφος ηθικός κόσμος", "Μέσα στη θύελλα", "Τα λουστράκια" κ.α .
Τέλος έγραψε και δημοσίευσε πολλά έργα παιδικής λογοτεχνίας όπως τα εξής :"Ελληνικό Αλφαβητάριο", "Πατριδογραφία και πραγματογνωσία", "Μεγάλη Ελλάς", "Η καλή μητερούλα", "Το αρχοντόπουλο", "Ο στρατιώτης", "Παιδικό θέατρο", τα "Αναγνωστικά", για τη Β’, Γ’ και Δ’ τάξη του δημοτικού κ.α.
Η Γαλάτεια Καζαντζάκη πέθανε στην Αθήνα το 1962.

Νative beauty.


Rio de Janeiro, Brazil.


The Sphinx, Luxor, Egypt.


Parthenon Temple, Athens, Greece.


Chateau de Chaumont, Loire Valley Castles, France.


Matterhorn, Switzerland.


Annapurna II, Himalayas, Nepal.


Mount Athabasca, Jasper National Park, Alberta.


Giant's Causeway, Northern Ireland.


Torres del Paine National Park, Chile.


Coast Of Victoria, Australia.


Cerro Torre, Patagonia.


Maui, Hawaii.


Niagara Falls.

Χάρτης Κλεπάς.


Προβολή μεγαλύτερου χάρτη

7/3/09

Για να μην ξεχνάμε που οδήγησε το προηγούμενο οικονομικό κραχ...











Η λογική της παρούσας κρίσης...

Το ψεύδος της οικονομίας και η καντιανή ηθική προσταγή.
Παραμονές του 2009 είμαι κατάπληκτος από τον τρόπο που αντιμετωπίζεται η σαρωτική χρηματοπιστωτική κρίση που έχει ήδη αποτελέσματα ορατά στην πραγματική οικονομία (η χειρότερη τέτοια, λένε, μετά το κραχ του 1929): περίπου σαν φυσική καταστροφή ––όπως το τσουνάμι του 2004–– ή θεομηνία απέναντι στην οποία πρέπει «όλοι» να ενωθούμε και να πάρουμε μέτρα.
«Όλοι»: δηλαδή εκείνοι που την προκάλεσαν συσσωρεύοντας αμύθητο πλούτο, ο οποίος τους επιτρέπει να την ανταπεξέλθουν ανώδυνα και ίσως να επανακερδοσκοπήσουν από αυτήν, κι εκείνοι που είχαν ήδη εξοντωθεί από τη διευρυνόμενη ανισότητα και θα πληρώσουν με τον πιο οδυνηρό τρόπο τις συνέπειές της… Η φυσικοποίηση της κρίσης είναι, προφανώς, ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να εκβιαστούν αθέμιτες συναινέσεις και να αποκρυφθεί ο κοινωνικός πόλεμος που δεν έχει πάψει να σοβεί στο βάθος κοινωνιών τόσο ανελέητα ταξικών όσο αυτές στις οποίες ζούμε. Αν όμως οι «φυσικές καταστροφές» είναι ήδη βαθύτατα κοινωνικές και αποτελέσματα πολύπλοκων ανθρώπινων στρατηγικών, τί πρέπει άραγε να σκεφτούμε για τις οικονομικές;
Κυριαρχία του κεφαλαίου και «ανάπτυξη».
Ανατρέχοντας στην Κριτική της πολιτικής οικονομίας του Μαρξ, που τόσο άσχημα την διαβάζουμε εδώ και πάνω από έναν αιώνα, επικεντρωνόμαστε στις οικονομικές του αναλύσεις ξεχνώντας να σκεφτούμε τη σημασία του όρου «κριτική». Ο όρος «ιδεολογία», που ο ίδιος επινόησε για να περιγράψει την παραμορφωτική αντανάκλαση των κοινωνικών σχέσεων μέσα στις έννοιες της γερμανικής φιλοσοφίας, δεν ίσχυε λιγότερο για εκείνη την άλλη «επιστήμη» που είχε γεννηθεί κάπου δύο γενιές νωρίτερα: τη βρετανική πολιτική οικονομία (των Smith, Malthus, Ricardo, κ.ά.). Στην πραγματικότητα, ο Μαρξ εισάγει το όλο θεωρητικό του εγχείρημα μέσʼ από μια χιαστί κριτική της γερμανικής φιλοσοφίας και της βρετανικής οικονομίας, θέτοντας το διπλό ερώτημα: εάν η φιλοσοφία επικεντρωνόταν στις «ωραίες» πλευρές της ανθρώπινης ελευθερίας και αυτοπραγμάτωσης, πώς εξηγούσε την πραγματική ανθρώπινη εξαθλίωση και δυστυχία του παρόντος; Και αν η οικονομία περιοριζόταν στην «ταπεινή» παραγωγή κέρδους και εμπορευμάτων, πώς οι αφηρημένα ποσοτικές έννοιές της ––τιμή, πρόσοδος, κέρδος, αξία, κοκ.–– συνδέονταν με συγκεκριμένα ποιοτικές όπως αυτοπραγμάτωση, δημιουργικότητα, ικανοποίηση, κλπ.; Η ανάλυση που ακολούθησε όφειλε να μας έχει προ πολλού ειδοποιήσει ότι οι τεχνικές έννοιες και τα μεγέθη με τα οποία μιλάει και σκέπτεται η οικονομική επιστήμη δεν είναι λιγότερο υποστασιοποιημένες αφαιρέσεις από όσο οι κατηγορίες, ας πούμε, της εγελιανής Φιλοσοφίας του Πνεύματος. Ίσως μάλιστα περισσότερο…
Να το πούμε πιο άμεσα: η παγίδευση της ανθρώπινης εργασιακής δύναμης στον βρόγχο του κεφαλαίου έχει ως επιστημολογικό σύστοιχο την παγίδευση της γλώσσας των συγκεκριμένων ανθρώπινων αναγκών στον βρόγχο της τεχνικής ιδιολέκτου των οικονομολόγων. Με αντίστοιχο τρόπο σήμερα, όλοι μοιάζουν να προσφεύγουν στην ειδημοσύνη των μαιτρ της οικονομίας ––που οι ίδιοι ανήκουν σχεδόν αποκλειστικά στην κοινωνική ελίτ, πράγμα που τους επιβάλλει μια ορισμένη οπτική εκ των άνω–– για να τους εξηγήσουν τί έχει συμβεί και τί πρέπει να γίνει προσεχώς: κι εκείνοι ανταποκρινόμενοι στο καθήκον τους ξεδιπλώνουν πολύπλοκους συσχετισμούς ποσοτικοποιήσιμων εννοιών ––ανάπτυξη, ύφεση, πλεόνασμα, έλλειμα, ακαθάριστο εγχώριο προϊόν, κατά κεφαλήν εισόδημα, στασιμοπληθωρισμός, κοκ.–– των οποίων την πραγματική σημασία για την ανθρώπινη ζωή και το γήινο οικοσύστημα είναι και οι ίδιοι ανίκανοι να συλλάβουν. Ένα από τα πιο εύγλωττα παραδείγματα είναι η έννοια «ύφεση», την οποία όλοι τρέμουν και η οποία θεωρείται ένας από τους πιο αποφασιστικούς δείκτες της παρούσας κρίσης. Γιατί, και κυρίως για ποιον, είναι κακό η οικονομική ύφεση; Πρακτικό νόημα της ύφεσης είναι η ανακοπή της ανάπτυξης, νοούμενης ως οικονομικής μεγένθυσης, της οποίας μία παράμετρος θα ήταν η συνεχής αύξηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος. Η ύφεση είναι κακό πράγμα, λοιπόν, εάν προηγουμένως νοούνται ως επιθυμητά πράγματα οι ως άνω μεγεθύνσεις και αυξήσεις. Τι είναι όμως εκείνο που μετρούν οι δείκτες μιας τέτοιας μεγέθυνσης; Είναι εντυπωσιακό το ότι κανένας δεν θέτει αυτό το ερώτημα· εάν όμως το θέσει, η απάντηση είναι εύκολη: μετρούν την κερδοφορία των επιχειρήσεων, δηλαδή την απόδοση του επενδυμένου κεφαλαίου. Κατά ποια έννοια όμως τα κέρδη του επενδυμένου κεφαλαίου σχετίζονται με την πραγματική ευημερία των ανθρώπων; Στην πραγματικότητα, η κερδοφορία του κεφαλαίου προκύπτει από την εντατική εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας και των φυσικών πόρων, πράγμα που σημαίνει ότι η κερδοφορία των διεθνών επιχειρήσεων και η ευημερία του παγκόσμιου πληθυσμού βρίσκονται σε αντιστρόφως ανάλογη σχέση: η άνοδος του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος δηλώνει, πρώτον, τον βαθμό εμπορευματοποίησης των ανθρώπινων δράσεων και συναλλαγών μέσα σε μια ορισμένη κοινωνία· και δεδομένης αυτής, δεύτερον, τον ρυθμό των κερδών που σημειώνονται εκ μέρους εκείνων οι οποίοι πωλούν αγαθά και υπηρεσίες. Σημαίνει πιθανότατα ότι αυτά τα αγαθά και οι υπηρεσίες γίνονται όλο και ακριβότερα, όλο και λιγότερα προσιτά σε όλο και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού, και παράλληλα ότι οι περιβαλλοντικοί πόροι λιγοστεύουν από την υπεράντληση ενώ ταυτόχρονα αποκλείεται από τη νομή τους εκείνο το κομμάτι που από την απώλεια της αγοραστικής του δύναμης παράγονται τα κέρδη του κεφαλαίου. Αν η απογοητευτική εικόνα της παρούσας κρίσης μάς φέρνει αντιμέτωπους με μία δραματική μείωση των ανανεώσιμων περιβαλλοντικών πόρων και μια ραγδαία επεκτεινόμενη αποπτώχευση του μεγαλύτερου μέρους της ανθρωπότητας, πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτό είναι συνέπεια όχι κάποιας αποτυχίας, αλλʼ ακριβώς της επιτυχίας που σημείωσε μέσα στις προηγούμενες δεκαετίες η διαδικασία της οικονομικής ανάπτυξης. Το σφάλμα στις εκτιμήσεις μας έγκειται στο ότι πέσαμε στην παγίδα να σκεφτόμαστε τις οικονομικές δραστηριότητες με οικονομικούς όρους.
Νεοφιλελευθερισμός και χρηματοπιστωτική κρίση.
Όπως τα μεγάλα προβλήματα που γεννά η σύγχρονη τεχνοεπιστήμη δεν είναι απλώς τεχνικά, έτσι και τα προβλήματα που γεννούν οι σύγχρονες μορφές οικονομίας δεν είναι απλώς οικονομικά. Η «αυτονομία» του οικονομικού πεδίου (όπως και η «αυτονομία» του εν γένει επιστημονικού πεδίου) είναι ακριβώς η κυρίαρχη καπιταλιστική ιδεολογία: πανίσχυρο όπλο σε έναν σφοδρο ταξικό αγώνα, στον οποίον κερδίζουν μέχρι στιγμής οι κεφαλαιοκρατικές ελίτ οδηγώντας τον κόσμο σε αργό θάνατο (απʼ όπου ελπίζουν ότι μπορούν μεσοπρόθεσμα να εξαιρεθούν οι ίδιες). Αν σηκώσουμε όμως το ιδεολογικό πέπλο και δούμε για μία στιγμή καθαρά αυτή την πραγματικότητα, θα έπρεπε ίσως να σκεφτούμε μήπως ό,τι συνιστά ανάθεμα και καταστροφή από τη σκοπιά των οικονομολόγων και των υψηλών παραγγελιοδόχων τους ––η παρούσα κρίση–– είναι ταυτόχρονα μια ελάχιστη χαραμάδα ελπίδας για την ανθρωπότητα. Η σημερινή χρηματοπιστωτική κρίση είναι το πρόδηλο αποτέλεσμα μιας στρατηγικής αποικιοποίησης του χρόνου εκ μέρους τού κεφαλαίου – που σημαίνει, κεφαλαιοποίηση και προεξώφληση της δυνητικής παραγωγής. Αυτή είναι η όμως η ουσία του χρηματοοικονομικού κεφαλαίου και, βεβαίως, ήταν παρούσα από τις πρώτες ημέρες του καπιταλισμού. Σωστά· σημασία έχει όμως ότι αυτό βρισκόταν πάντα σε σχέση εξάρτησης προς το παραγωγικό κεφάλαιο (δηλαδή, τη συντελεσθείσα παραγωγή), ενώ στα τελευταία είκοσι χρόνια η σχέση αυτή έχει για πρώτη φορά αντιστραφεί πλήρως. Όταν όμως σε αυτό το παιχνίδι το χάσμα ανάμεσα στη πραγματική παραγωγή και τη δυνητική παραγωγή διευρύνεται υπέρμετρα, όπως συνέβη μέσα στην τελευταία δεκαετία, ενώ η πραγματική παραγωγή αρχίζει να εξαρτάται από τη δυνητική και όχι αντιστρόφως, δύο μεγάλοι κίνδυνοι ανακύπτουν, εκ των οποίων ο ένας δεν είναι καθόλου οικονομικός αλλά με την κυριολεκτική σημασία πολιτικός. Προκειμένου η πραγματική παραγωγή να συμπέσει με την προβλεφθείσα (και ήδη κεφαλαιοποιημένη) πρέπει κάθε αστάθμητος παράγοντας να αποκλειστεί από την παραγωγική διαδικασία (να «πιάσουμε τις νόρμες», όπως έλεγαν στην σχεδιοποιημένη οικονομία της ΕΣΣΔ): πράγμα που σημαίνει, οφείλει αυτή να διευθυνθεί με στρατιωτικό τρόπο, να συμπιεσθεί η κινητικότητα και οι διεκδικήσεις της εργατικής δύναμης, να αποκλεισθούν οι κοινωνικές διαπραγματεύσεις και να κατασταλεί αποτελεσματικά κάθε δύναμη αμφισβήτησης. Συνεπάγεται δηλαδή μια ραγδαία μετατόπιση των μοντέρνων κοινωνιών προς τον αυταρχισμό, άρση των δημοκρατικών διαβουλεύσεων και καταστολή των αμφισβητησιακών κινημάτων – χαρακτηριστικά όλα του ολοκληρωτικού κράτους, προς το οποίο τείνουν όλο και περισσότερο οι ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες από τη δεκαετία του ʼ80 και ύστερα (και αυτό εξηγεί επίσης την επιτυχία της Κίνας). Οι δημοσιονομικές πολιτικές των δυτικών κρατών ––και της Ευρωπαϊκής Ένωσης περισσότερο ίσως απʼ όσο των ΗΠΑ, για όποιον δεν θέλει να αυταπατάται–– είναι το πιο ευανάγνωστο εργαλείο μιας τέτοιας μετάφρασης των σιδηρών οικονομικών «αναγκαιοτήτων» σε ραγδαίο κοινωνικό εκφασισμό.
Η δεύτερη συνέπεια είναι ειδικότερα οικονομική. Εάν παρά ταύτα ο επιδιωκόμενος προγραμματισμός σε κάποιον βαθμό αποτύχει (και είναι αναπόφευκτο νʼ αποτύχει, δεδομένου του πλήθους των αστάθμητων παραγόντων που υπεισέρχονται σε μια διαδικασία εξαρτώμενη από τη δράση ζωντανών ανθρώπων), εάν μάλιστα η αποτυχία αυτή ενισχυθεί από μία άλλη απρόβλεπτη συνιστώσα, την απότομη πτώση του ποσοστού απόδοσης των φυσικών πόρων εξαιτίας της εντατικής υπερεκμετάλλευσης, τότε η κατάρρευση που επέρχεται είναι γρήγορη και εκρηκτική. Αυτή είναι η ταυτότητα της παρούσας κρίσης. Όσο καταστροφικά και αν είναι τʼ αποτελέσματά της, ενόψει των παραπάνω δεν τολμάει κανείς να σκεφθεί τί θα είχε συμβεί εάν δεν είχε υπάρξει κρίση να ανακόψει μια τέτοια διαδικασία! Εν πάση περιπτώσει, αυτή η ολέθρια στρατηγική αποικιοποίησης του χρόνου σε μεγάλο βάθος, η αντιστροφή των κλασικών σχέσεων χρηματοοικονομικού-παραγωγικού κεφαλαίου, αν θέλετε, είναι η ερημωτική απόληξη του νεοφιλελευθερισμού, λένε πολλοί. Σωστά· δεν εξηγούν όμως γιατί αναδύθηκε ο νεοφιλελευθερισμός και επιβλήθηκε ως κυρίαρχο οικονομικό δόγμα από τη δεκαετία του ʼ80 και ύστερα. Ολοφάνερα, ήταν αποτέλεσμα της γενικευμένης εφαρμογής του αυτοματισμού στην εργασία, η οποία γέννησε δομική ανεργία μεγάλης κλίμακας και σηματοδότησε την απαρχή μιας ολόκληρης αλυσίδας κρίσεων που κορυφώνονται ακριβώς στη σημερινή. Το ερώτημα που τέθηκε με οξύ τρόπο τότε ήταν: μείωση της εργασίας και αύξηση του ελεύθερου χρόνου για όλους, ή αύξηση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων εις βάρος ενός μεγάλου τμήματος της εργατικής δύναμης που θα πρέπει νʼ αποκλειστεί στο εξής από την εργασία (και την αγορά); Η απάντηση των κεφαλαιοκρατικών ελίτ ήταν ανενδοίαστα η δεύτερη, υπολογίζοντας ότι η αύξηση της παραγωγικότητας που θα προερχόταν από το πάγιο κεφάλαιο (τις «έξυπνες» μηχανές) υπεραντιστάθμιζε την απώλεια ενός μέρους της αγοραστικής δύναμης η οποία θα χανόταν με την εξόντωση (οικονομική, άρα φυσική) ενός ολόκληρου τμήματος της κοινωνίας – που τότε χαρακτηριστικά υπολόγιζαν στο «ένα τρίτο». Έτσι γεννήθηκε ο νεοφιλελευθερισμός. Όμως η «κοινωνία των δύο τρίτων» αποδείχθηκε ότι μειωνόταν εκθετικά (τα δύο τρίτα των δύο τρίτων, ύστερα τα δύο τρίτα των νέων δύο τρίτων, κοκ.) καθώς παρήγε αυξανόμενο αποκλεισμό και περιθωριοποίηση, με αποτέλεσμα στα τέλη της δεκαετίας του ʼ80 να έχουμε την πρώτη μεγάλη ύφεση που έμοιαζε δομικά μʼ εκείνη του 1929 (μολονότι κανείς τότε δεν το έλεγε): κρίση υπερπαραγωγής λόγω της πτώσεως των δυνατοτήτων απορρόφησης από την αγορά. Το 1930 έλυσαν το πρόβλημα μέσʼ από το κεϋνσιανό εύρημα των «κοινωνικών παροχών» – τις αναδιανεμητικές στρατηγικές του λεγόμενου κράτους προνοίας. Το 1990 η νεοφιλελεύθερη σοφία επινόησε αντʼ αυτού τη στρατηγική του ιδιωτικού δανεισμού: έτσι μπήκαμε στην τελευταία σπείρα του σημερινού λαβυρίνθου.
Η ακαταλληλότητα του κεϋνσιανού μοντέλου.
Είναι λοιπόν η λύση των σημερινών προβλημάτων μια επιστροφή στον Κέυνς; Κρίνοντας από τη ρητορική των ημερών, μία νέα συναίνεση τείνει να δημιουργηθεί εσχάτως μεταξύ δεξιάς και σοσιαλδημοκρατίας, που κοιτάζει ντροπαλά προς τον κεϋνσιανισμό όπως μέχρι χθές κοιτούσε προς τον νεοφιλευθερισμό. Το κεϋνσιανό μοντέλο όμως, για όποιον επίσης δεν θέλει να αυταπατάται, έχει συμβάλει κατά πολύ στη γένεση του προβλήματος και ως εκ των ιδίων του αποτελεσμάτων δεν είναι εφαρμόσιμο σήμερα. Οι αντισταθμιστικές παροχές που θεσμοθέτησε, προκειμένου να τονώσει την αγοραστική δύναμη, βασίστηκαν σε μία δυναμική παρέμβαση του κράτους στην οικονομία η οποία, εκτός των άλλων, οδήγησε στην εμπορευματοποίηση του συνόλου των κοινωνικών λειτουργιών: η εκπαίδευση, η οικιακή περίθαλψη, η μικρή κατά τόπους αυτοπαραγωγή, ο ελεύθερος χρόνος των ανθρώπων έγιναν αντικείμενα επιτελικού σχεδιασμού και αιχμαλωτίστηκαν σʼ ένα άτεγκτο σύστημα παραγωγής και αναπαραγωγής που ελέγχεται σε τελευταία ανάλυση από την αγορά (οσοδήποτε «ελεύθερη» ή σχεδιοποιημένη). Η «δωρεάν» παροχή τους ήταν το δόλωμα για να ενταχθούν στο σύστημα, του οποίου ο επόμενος διαχειριστής ––ο νεοφιλελευθερισμός–– αλλάζοντας στρατηγική θα μπορούσε πλέον να τα πουλήσει. Η άλλη όψη αυτής της διαδικασίας, και η πιο τρομερή, ήταν η εντατική σε ανήκουστο βάθος εκμετάλλευση της φυσικών πόρων. Ξεχνάμε μήπως ότι το σύνθημα της «ανάπτυξης», ως απεριόριστης οικονομικής μεγέθυνσης, διατυπώθηκε επισήμως από τα χείλη του προέδρου Τρούμαν μεσουρανούντος του κεϋνσιανισμού; Στην πραγματικότητα, το κεϋνσιανό μοντέλο διαχείρισης του καπιταλισμού έθεσε κάποια κανονιστικά όρια στον βαθμό εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης (χάριν της «ομαλής» λειτουργίας της αγοράς, όχι λόγω κανενός ανθρωπιστικού μελήματος) υπό τον όρον ότι αντιστάθμιζε τις δυνατότητες κερδοφορίας του κεφαλαίου από την υπερεντατική εκμετάλλευση της φύσης. Στο τέλος της βασιλείας του κεϋνσιανισμού βρεθήκαμε με νέες, πανίσχυρες τεχνολογίες στα χέρια και απέναντι σε μία πρωτοφανή οικολογική καταστροφή που αυξάνει εκθετικά έκτοτε.
Αυτή η αδυναμία περαιτέρω εκμετάλλευσης του περιβάλλοντος είναι που κάνει αδύνατη την επαναφορά του κεϋνσιανισμού σήμερα. Από μία άποψη, η κατάσταση είναι πολύ πιο ζοφερή απʼ ότι ήταν το ʼ29: τότε η αγορά βραχυκύκλωσε από μια κρίση ζήτησης, σήμερα βραχυκυκλώνει από μια διπλή κρίση, ζήτησης και περιβαλλοντικής κατάρρευσης. Πρέπει κυρίως να καταλάβουμε ότι δεν υφίστανται ούτε τεχνικές ούτε οικονομικές λύσεις ενόσω η τεχνική και η οικονομία παραμένουν αποφασιστικά προσανατολισμένες στην παραγωγή κεφαλαιοκρατικού κέρδους: η εμμονή στην κερδοφορία των επιχειρήσεων και στην οικονομική «ανάπτυξη» είναι ο σίγουρος δρόμος προς την άβυσσο. Θα είμαστε ίσως πολύ αισιόδοξοι αν αξιώναμε οι κεφαλαιοκρατικές ελίτ να το συνειδητοποιήσουν και να παραιτηθούν αυτοβούλως από τα τερατώδη προνόμιά τους· οι ανθρώπινες κοινωνίες όμως πόσο μπορούν να το ανεχθούν αυτό;
Αποανάπτυξη, και η ηθικοπολιτική διάσταση.
Το στοίχημα της επιβίωσης του πλανήτη είναι όντως το στοίχημα της αποανάπτυξης. Για να γίνει αυτό πλήρως κατανοητό πρέπει να προσανατολιστούμε σε μία ποιοτική έννοια του πλούτου, δηλαδή μη οικονομική, και να δούμε κατάματα την αντίστροφη αναλογία που συνδέει τις δύο έννοιες: οικονομική ανάπτυξη σημαίνει κοινωνική/περιβαλλοντική αποπτώχευση, ο κοινωνικός/περιβαλλοντικός πλούτος απαιτεί τη συρρίκνωση της οικονομίας. Δεν πρόκειται καν για μια «ηθική οικονομία» (τύπου Αμάρτια Σεν), διότι η αυτονόμηση της οικονομίας ακυρώνει αυτομάτως οιαδήποτε ηθική και πολιτική σημασία (πρακτικώς αλληλένδετες). Δεν είναι χωρίς σημασία το ότι η μεγάλη σκέψη του παρελθόντος, από τον Αριστοτέλη ως τον Καντ και τον Χέγκελ, δεν αναγνώριζε κανέναν ανεξάρτητο οικονομικό τομέα, του οποίου τις δραστηριότητες υπήγε κανονικά στην ηθικοπρακτική σφαίρα· μία στιγμή αργότερα, μετά τη θριαμβική ανάδυση της «οικονομίας» μέσʼ από τις δραστηριότητες της κεφαλαιοκρατικής τάξης η οποία μετέτρεψε την αποικιακή εκμετάλλευση σε βιομηχανική επανάσταση, ο σημαντικότερος κληρονόμος αυτών των στοχαστών, ο Μαρξ, πάσχισε να καταδείξει το ιδεολογικό ψεύδος που κρύβεται μέσα στις έννοιες της νέας οικονομικής επιστήμης.
Μπορούμε ακόμα και να βρούμε το σπέρμα της κριτικής του Μαρξ μέσα στις «οικονομικές» παρατηρήσεις του Αριστοτέλη, ο οποίος διέβλεψε νωρίς τους κινδύνους που κρύβονται στην αυτονόμηση της παραγωγής-προς-ανταλλαγή (δηλαδή, σαν να λέμε, της ανταλλακτικής αξίας) από την αυτοπαραγωγή (την αξία χρήσης, αντίστοιχα). Η έννοια της πράξεως στον Αριστοτέλη διαφύλασσε τη συνοχή του πεδίου που λέμε ηθικοπρακτικό, και αυτό περιελάμβανε τρεις αδιαχώριστες λειτουργίες: την παραγωγή των αναγκαίων για την επιβίωση του οίκου (οικονομία), την ελεύθερη διαβούλευση των εκπροσώπων των οίκων που απαρτίζουν την πόλιν (πολιτική) και τη διαρκή ερωτηματοθεσία περί του ήθους, δηλαδή του έλλογου πράττειν μέσα στις έτσι συγκροτούμενες ανθρώπινες συλλογικότητες (ηθική). Την κορυφαία επανεπεξεργασία της ηθικοπρακτικής σφαίρας στη νεώτερη εποχή χρωστάμε αναμφίβολα στον Ιμμάνουελ Καντ ––Κριτική του Πρακτικού Λόγου–– που ακόμα γίνεται αδιερώτητα δεκτή ως πηγή κάθε άξιας του ονόματός της ηθικής νομοθεσίας. Δεν σκεφτόμαστε όμως να αναζητήσουμε τις αρχές των οικονομικών μας συμπεριφορών εκεί. Γιατί; Διότι βεβαίως έχει γίνει υπόρρητα δεκτή η αυτονομία του οικονομικού πεδίου και των αρχών του. Εκείνο που συνήθως παραβλέπεται, όμως, είναι ότι η ηθική νομοθεσία του Καντ και η αρχή της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας δεν είναι δύο ανεξάρτητα πράγματα: αντιβαίνουν ευθέως το ένα στο άλλο, και αν δεχθούμε το ένα από τα δύο οφείλουμε να απορρίψουμε πλήρως το άλλο. Θυμίζω μόνον ότι το θεμέλιο της ηθικής στον Καντ απορρέει από την αυτονομοθετική ικανότητα του Λόγου, η οποία αποκρυσταλλώνεται σε μιαν a priori κατηγορική προσταγή. Ο Καντ μας δίνει τρεις εναλλακτικές (και συμπληρωματικές) διατυπώσεις της: 1) Πράττε έτσι ώστε η υποκειμενική αρχή της βουλήσεώς σου να μπορεί πάντοτε να ισχύει ταυτοχρόνως ως αρχή μιας καθολικής νομοθεσίας. 2) Πράττε έτσι ώστε ο υποκειμενικός νόμος της πράξης σου να ισχύει ως καθολικός νόμος της ηθικής φύσης. 3) Πράττε έτσι ώστε, στο πρόσωπό σου όσο και στους άλλους, να μεταχειρίζεσαι την ανθρώπινη φύση ως αυτοσκοπό, ποτέ ως μέσον (υπογράμμιση δική μου).
Δεν θα συζητήσω εδώ βέβαια τα ευρύτερα προβλήματα της καντιανής ηθικής νομοθεσίας. Περιορίζομαι αποκλειστικά στην τρίτη διατύπωση της κατηγορικής προσταγής, η οποία μου φαίνεται μάλιστα ως γενετική ρίζα των προηγούμενων δύο. Σύμφωνα με το κριτήριο που προσάγει ο Καντ, ηθική δεν μπορεί να λογίζεται καμία πράξη εφόσον καθιστά ένα ανθρώπινο πρόσωπο μέσον προς οιονδήποτε ιδιοτελή σκοπό: η εργαλειοποίηση του ανθρώπινου όντος, η χρήση του ως εάν ήταν πράγμα, είναι από ηθική σκοπιά εντελώς απαγορευμένη – επειδή υποβιβάζει την ανθρώπινη υπόσταση γενικά, στο πρόσωπο εκείνου που υφίσταται τον υποβιβασμό αλλά όχι λιγότερο και στο πρόσωπο αυτού ο οποίος τον διενεργεί, στερώντας της εκείνη την αυτονομοθετική ελευθερία χωρίς την οποία η ίδια η ηθική σφαίρα δεν μπορεί να συσταθεί (δηλαδή, δεν έχει κανένα νόημα). Με άλλα λόγια, η πραγμοποίηση (Verdinglichung στον Μαρξ) είναι μια διαδικασία που επεκτείνεται μολυσματικά σε ολόκληρο το πεδίο των κοινωνικών σχέσεων, εγκλωβίζοντας στην απανθρωποποιητική λογική της τόσο τους δρώντες όσο και τους κατʼ αρχάς υφιστάμενους τη δράση τους. Και θέλω αμέσως να εξαγάγω τις επιπτώσεις αυτής της διατύπωσης στα πεδία της πολιτικής και της παραγωγικής δραστηριότητας. Στο πολιτικό πεδίο, θα λέγαμε, ο πολίτης απαγορεύεται να γίνεται αντιληπτός ως υπήκοος, δηλαδή αντικείμενο μιας εξωτερικής νομοθεσίας, αλλά ως πηγή νομοθεσίας ο ίδιος μέσʼ από καθολική συμμετοχική διαβούλευση· στο πεδίο της παραγωγής, ο παραγωγός απαγορεύεται να γίνεται αντιληπτός ως πράγμα, δηλαδή μετρήσιμη εργασιακή δύναμη η οποία αγοράζεται και μεταπωλείται, αλλά ως δημιουργός αξίας ο ίδιος υποκείμενης στους δικούς του αυτόνομα επιλεγμένους σκοπούς.
Έτσι διαβασμένη, η καντιανή ηθική νομοθεσία μπορεί να προσαχθεί ως αμετάκλητη απονομιμοποίηση τόσο των σύγχρονων μορφών κράτους όσο και του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής εν γένει. Τίποτα λιγότερο δεν αρκεί, πιστεύω, για τη διάσωση της ανθρωπότητας σήμερα.
ΦΩΤΗΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ