8/3/09

Λίγο πριν ξημερώσει...

Του Τάσου ΖΟΜΠΟΛΑ.


Η νύχτα κείνη δεν έλεγε να περάσει. Η αγωνία είχε σταματήσει τους δείχτες του ρολογιού. Ο χρόνος μηδέν.
Το κελί της φυλακής στενό και θεοσκότεινο.
Κάπου χιόνισε από νωρίς. Εξω φυσούσε παγωμένος αγέρας. Η υγρασία περόνιαζε τα κόκαλα.
Γενάρης του 1948. Ο αδερφοσκοτωμός στο φόρτε του.
Δυο γυναίκες. Δυο μαρτυρικές φιγούρες. Δυο βαριές καταδίκες από το έκτακτο στρατοδικείο. Σε θάνατο η Αργυρώ. Σε ισόβια η Κατερίνα.
Είχε ένα μικρό ρολογάκι του χεριού η Κατερίνα. Δώρο του άντρα της. Της το άρπαξαν καθώς τη σπρώχναν στο κελί της.
- Δε σου χρειάζεται. Τι θέλεις να μετράς τις ώρες. Θα βαρεθείς! της είχε πει ένας φαντάρος με μουστακάκι, δίνοντάς της κλοτσιά στα πισινά.
- Κρυώνω. Κρυώνω πολύ, λέει τουρτουρίζοντας η Κατερίνα.
Η Αργυρώ την τραβάει κοντά της.
- Ελα να σμίξουμε τα στρώματά μας. Ισως έτσι είναι καλύτερα...
Οι δυο γυναίκες σφιχταγκαλιάζονται. Τα πόδια τους είναι μπούζι. Τα χέρια τους κοκαλωμένα.
- Νιώθω την καρδιά μου να παγώνει, λέει η Αργυρώ. Δεν ξέρω αν θ' αντέξω...
- Κουράγιο, καλή μου! Κουράγιο...
- Πώς είναι η κοιλιά σου; Πρόσεξε μην την πιέζεις. Μπορεί άθελά σου να κάμεις κακό.
Η κοιλιά της Κατερίνας όλο και μεγαλώνει. Κουβαλάει μέσα της το πρώτο της παιδί. Εχει αρχίσει να σκιρτάει...
Είχανε ζητήσει από νωρίς μια κουβέρτα. Μάταιος κόπος.
- Πού να τη βρω; γρύλισε ο φρουρός, βηματίζοντας νευρικά στο τσιμέντο. Εδώ οι φαντάροι κοιμούνται στο χιόνι και σεις μου ζητάτε κουβέρτα! Ας καθόσασταν καλά, να χουζουρεύετε στο σπιτάκι σας! Ποιος σας φταίει; Το κεφάλι σας!..
- Μην του μιλάς, είπε με περιφρόνηση η Κατερίνα. Κάνει τον άντρα επειδή κρατάει ντουφέκι.
- Εχουμ' ακούσει τόσα πικρά λόγια, που αυτά είναι χάδια! Δε θα πεθάνουμε δα κι απ' το κρύο!..
Η ώρα δεν περνάει... Ο θάνατος πλανιέται στο κελί. Καρτερία και αναπόληση.
- Σου 'χω μιλήσει για το γιο μου; λέει η Αργυρώ. Δεν έχω άλλο στο μυαλό παρά μονάχα κείνον... Δεν ξέρω αν ζει ακόμα ή τον έφαγε το βόλι... Ακου, λοιπόν... Του είχανε κάμει τη ζωή μαύρη. Πώς ν' αντέξει; Μια μέρα μου λέει:
»- Μάνα,δεν πάει άλλο! Φεύγω!
»Προσπάθησα να τον εμποδίσω.
»- Μείνε κοντά μου, του είπα, να περάσουμε μαζί την μπόρα. Μη μ' αφήσεις μοναχή μου. Θα τρελαθώ...
»- Θέλεις να με πάνε στο Μακρονήσι να πεθαίνω κάθε μέρα;
»Ητανε, βλέπεις, ο καιρός να πάει φαντάρος. Η μνήμη του πατέρα του τον κέντριζε. Δεν ανεχόταν να τον βρίζουνε προδότη, τα ρεμάλια! Γιατί, ήταν γενναίος ο πατέρας του. Τον πιάσανε οι Γερμανοί με τους ντόπιους προδότες. Τον στήσανε στον τοίχο. Δεν έβγαλε μιλιά. Παλικάρι...
»Εμεινα με τον κανακάρη μου. Κι ύστερα απόμεινα μόνη μου. Εφυγε η κολόνα του σπιτιού μου. Επρεπε να τον φροντίσω. Να του στείλω τρόφιμα. Αχ, γιατί δεν ξέρουν τι θα πει αγάπη της μάνας; "Ενισχύει τους συμμορίτες", είπανε οι σπιούνοι. Βαρύ το κρίμα να ταΐσεις το παιδί σου!
»Οι μπάτσοι βρήκανε δουλιά. Με πιάσανε. Ανακρίσεις... Μου ζητήσανε ν' αποκηρύξω το γιο μου, για να μ' αφήσουν. Ακου ν' αποκηρύξω το σπλάχνο μου! Λες και δεν είναι καμωμένοι από ανθρώπινη σάρκα! Τους πέρασε απ' το μυαλό πως θα μπορούσα να φτύσω τα μούτρα μου. Να περπατάω και να ντρέπομαι. Αηδίασα.
»- Είμαι μάνα, τους είπα, κι αυτό τα λέει όλα!
»Εκείνοι σκύλιασαν και συνέχισαν τη δουλιά τους.
»- Μάνα προδότη! Θα το μετανιώσεις! Θα σιχαθείς τη μέρα που τον γέννησες!».
»Πώς ξεστομίζουν τέτοιες κουβέντες; Δεν μπόρεσα ποτέ να το καταλάβω!».
- Μου λες πράματα που τα 'ζησα και γω, Αργυρώ μου. Σα ν' ακούω τη δική μου ιστορία. Τα ίδια λέγαν και σε μένα για τον άντρα μου. Τον αγαπημένο μου. Τον πατέρα του παιδιού μου!
»Ημουν άτυχη. Δεν πρόλαβα να χαρώ την παντρειά μου... Ηρθαν μια νύχτα, οι τραμπούκοι του Μαυρέα. Σπάσανε την πόρτα του σπιτιού μας και μπήκανε μέσα. Ο έρωτάς μας κόπηκε στη μέση! Αρπάξανε τον άντρα μου ολόγυμνο, τον κατεβάσαν στην αυλή με τις κλοτσιές. Τι λύσσα, Θεέ μου! Χτυπούσαν αλύπητα, δυο τρεις μαζί! Κάμανε πίσσα το κορμί του. Τα αίματα τρέχανε στα μάγουλά του. Κάποιος από δαύτους, που κουράστηκε να βαράει, φώναξε:
"- Τι τον φυλάμε και δεν του κόβουμε τ' αχαμνά;".
»Ο Μαυρέας τον σταμάτησε λέγοντας:
»- Αστονε κι έχει κι όμορφη γυναίκα!
»Ανατρίχιασα. Τον είδα να 'ρχεται καταπάνω μου. Πάλεψα μαζί του. Του μαύρισα το μάτι με μια μπουνιά, μου ξέσκισε τη νυχτικιά, του δάγκωσα τ' αυτί, μ' έριξε κάτω, έμπηξε τα νύχια του στους ώμους μου, τα δόντια του μάτωσαν το βυζί μου...
»Τα ουρλιαχτά μου ξύπνησαν τη συμπόνια του αρχηγού.
»- Σβίγκο, σταμάτα τις εργολαβίες, έχουμε δουλιά! διέταξε ο Μαυρέας.
»Τα χέρια του βιαστή παράλυσαν. Σηκώθηκε τρίζοντας τα δόντια του.
»- Πουτάνα, θα μου το πληρώσεις! ούρλιασε σκουπίζοντας το αίμα που έτρεχε απ' τ' αυτί του».
- Καημένο κορίτσι! έκαμε με συμπόνια η Αργυρώ. Μήπως είσαι μόνη;
»- Δεν είμαστε μόνες, το ξέρω. Μα τι θ' απογίνουμε; Πού θα πάει αυτό το βιολί; Ποιος μας έσπρωξε στο γκρεμό; Ολο το συλλογίζομαι κι απάντηση δε βρίσκω... Λένε "οι μεγάλες δυνάμεις". Τι με νοιάζει εμένα, αν τσακώνονται ο Τρούμαν με το Στάλιν; Τι με νοιάζει; Κανένας τους δε θα μου δώσει να φάω! Κι όμως. Ξέρεις τι είπε για μένα ο επίτροπος στη δίκη; Ακου: "Το γύναιο αυτό έγινε όργανο των σλαβοκομμουνιστών. Ενίσχυσε τους συμμορίτες, που έστρεψαν τα όπλα κατά της πατρίδος! Οι πράξεις της μαχαίρι στο πλευρό του έθνους"!
- Είναι γελοίο...
- Κι όλ' αυτά γιατί; Εφυγε ο άντρας μου και πήγε στο βουνό. Στο Δημοκρατικό Στρατό. Μ' άφησε με τον καρπό του στην κοιλιά. Δε γινότανε αλλιώς. Το κεφάλι του ήταν ξεγραμμένο. Αργησα να πάρω νέα του. Μια μέρα ο γείτονάς μας ο Σταυρής μου 'φερε το χαμπέρι.
"- Μάζεψε ό,τι μπορείς να του στείλεις...".
»- Με ποιο τρόπο; ρώτησα.
"- Υπάρχουν άνθρωποι, μ' απάντησε. Δε θα σου πω ονόματα".
»- Δε θέλω να μάθω ονόματα. Μου φτάνει που μαθαίνω πως ζει...
"- Τότε, κάμε όπως σου λέω...".
» Μάζεψα τρόφιμα, έβαλα και κάτι φανέλες και κάλτσες χοντρές κι ένα πουλόβερ. Ενας άγνωστος περνούσε απ' το σπίτι μας και τα 'παιρνε. Αυτό έγινε δυο - τρεις φορές. Την τέταρτη φορά ήρθε το κακό. Παραφυλάγανε, βλέπεις.
»Ενας κακομούτσουνος λεχρίτης με είχε ζητήσει απ' τον πατέρα μου, να με παντρευτεί. Είχα αρνηθεί κι ο γέρος μου δεν επέμενε. Ο λεχρίτης έβαλε σκοπό να μ' εκδικηθεί, τι τάχα τον πρόσβαλα με την άρνησή μου, κι έγινε μπαίγνιο στο χωριό.
»Δεν το ξέχασε. Περίμενε την ώρα. Η ώρα της εκδίκησης αργεί, μα έρχεται πάντα. Μια και δυο, πάει στους χωροφύλακες. Δε χρειαζότανε να τους πει πολλά. Τα ξέρανε όλα, με το νι και με το σίγμα. Με πιάσανε. Είχανε κει και το Σταυρή και τον άγνωστο που έπαιρνε τα δέματα κι άλλους...
»Με τυλίξανε σε μια κόλλα χαρτί. Κι ύστερα ντουγρού στο έκτακτο στρατοδικείο.
»Η δίκη έγινε χωρίς πολλές διαδικασίες. Ισόβια... Η ποινή της αγάπης είναι ισόβια!..».
- Τουλάχιστον εσύ θα ζήσεις, είπε με θλίψη η Αργυρώ. Θα ξαναδείς τον ήλιο, θα χαρείς. Θα 'χεις το παιδί σου...
Ηταν «επιεικείς» οι δικαστές με την Κατερίνα. Την είδανε με την κοιλιά φουσκωμένη κι είπανε να μη σκοτώσουν τον καρπό της.
Ο βασιλικός επίτροπος ροκάνιζε μες από τα δόντια του. Σκεφτότανε τ' αστέρια που έλαμπαν στους ώμους του και φούσκωναν την υπεροψία του. Δεν είχε κανένα έλεος γι' αυτήν την γκαστρωμένη νέα γυναίκα. Στη σύντομη όλο φωτιά αγόρευσή του, τόνισε πως η ζωή είν' ανώφελη για πλάσματα που βγαίνουν από μήτρες κακούργων. Καθώς πρότεινε να της επιβληθεί η ποινή του θανάτου, κοίταζε αγέρωχα στο βάθος της αίθουσας του στρατοδικείου. Δεν της έριξε ούτε μια ματιά συμπόνιας. Ούτε ένα βλέμμα. Ισως φοβόταν πως, αν κοίταζε την κοιλιά της, δε θα μπορούσε να εκστομίσει εκείνο το φοβερό «εις θάνατον».
Νίκησε, όμως, μια ξεπλυμένη ανθρωπιά. Την καταλυτική σκιαγραφία της έδωσε ο πρόεδρος του στρατοδικείου. Ενας ψηλός, ξερακιανός, ασύσπαστος δικαστής, της τακτικής Δικαιοσύνης, παρακαλώ, που έδειχνε να νιώθει άβολα μέσα στη λαμπερή στρατιωτική στολή του.
- Ας την αφήσουμε να γεννήσει, είπε. Μπορεί με τη γέννα να βάλει μυαλό. Το παιδί της θα 'ναι χωρίς πατέρα. Εκείνος ο άσπλαχνος είναι ο φταίχτης, υπόλογος για τη δυστυχία της. Μα όπου να 'ναι θα ξεπαστρευτεί κι ο τελευταίος συμμορίτης... Αλλά ο καρπός της είναι νόμιμος. Την είχε παντρευτεί ο άθλιος εκείνος!.. Δεν μπορούμε να σκοτώσουμε δυο ζωές μαζί!..
- Κουβαλάω ζωή μέσα μου, είπε με σπαραγμό η Κατερίνα στην απολογία της. Πώς μπορείτε να κόψετε αυτή τη ζωή, που μόλις τώρα αρχίζει; Το έγκλημά σας θα 'ναι ασυγχώρητο. Τι έκαμα; Να μη φροντίσω για τον πατέρα του παιδιού μου; Να μην του στείλω ένα καρβέλι ψωμί, να καταλαγιάσει την πείνα του;
- Ορίστε! Είναι αμετανόητη! επέμενε ο επίτροπος. Παίζει με τη ζωή μας, με της πατρίδας την τιμή. Αν την αφήσουμε, είναι σα να δίνουμε δίκιο στον προδότη.
- Εχετε άλλες σφαίρες για κείνον! κραύγασε η Κατερίνα. Θα σκοτωθεί και δε θα δει το παιδί του...
Τα λόγια της τα πνίξαν οι λυγμοί. Ο σπαραγμός της λύγισε τις καρδιές.
- Σε κρίνουμε με επιείκεια, είπε ο πρόεδρος. Να ξέρεις, χρωστάς τη ζωή σου στη φουσκωμένη κοιλιά σου. Θα σου δώσουμε την ευκαιρία να νιώσεις πως η πατρίδα είναι σπλαχνική και δε σκοτώνει άδικα. Μπορεί και κείνος ο ανεπρόκοπος πατέρας να συγκινηθεί. Να πετάξει το όπλο του που σημαδεύει την καρδιά της πατρίδας και να παραδοθεί... Ποιος ξέρει, μπορεί να μιλήσουν μέσα του ανθρώπινες φωνές. Θα 'ναι κι αυτό ένα κέρδος. Σε καταδικάζουμε σε ισόβια κάθειρξη!..
- Ακου, Αργυρώ, τα σκιρτήματά του! Να, πιάσε την κοιλιά μου, βάλε τ' αυτί σου...
Η Αργυρώ αφουγκράζεται τους χτύπους.
- Καλότυχη! Μακάρι να 'χα και γω στην κοιλιά μου ένα παιδί, ένα μπάσταρδο έστω, να μου σώσει τη ζωή...Πάνε πολλά χρόνια από τότε που ένιωσα τη χαρά της γκαστριάς και το λυτρωμό της γέννας! Τώρα ο θάνατος μόνο θα με λυτρώσει!..
- Πού ξέρεις; μπορεί να σου δώσουν χάρη! είπε η Κατερίνα.
- Χάρη; Πώς σου 'ρθε; Ξέρεις καλά ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Κανένας δεν παίρνει χάρη. Οι αποφάσεις των στρατοδικείων εκτελούνται αμέσως! Ο θάνατος... Μην προσπαθείς να με παρηγορήσεις.
Η Αργυρώ έριχνε τη ματιά της μια στον παπά, στην Κατερίνα. Εβλεπε πως ερχόταν το τέλος. Εβγαλε βαθύν αναστεναγμό. Ενα δάκρυ κύλησε καυτό στο μάγουλό της.
- Το κρίμα στο λαιμό τους! μουρμούρισε.
Αποκαμωμένη γονάτισε, στύλωσε τα βουρκωμένα μάτια της στον παπά. Εκείνος είχε πετρώσει. Δε θύμιζε καθόλου τη γαλήνια, υπέροχη μορφή του παπα - Γιώργη.
- Ελα, πάτερ! είπε σιγανά.
Ο ιερέας έφερε το κουταλάκι με τη μετάληψη στο στόμα της.
- Ο Θεός να σε συχωρέσει, αμήν! είπε ακουμπώντας την παλάμη του στο κεφάλι της.
Καθώς τύλιγε το δισκοπότηρο, άκουσε την Κατερίνα να λέει:
- Ελα και σε μένα, πάτερ!
- Μα εσύ δεν είσαι... πήγε να πει.
Δεν απόσωσε τη φράση του. Δάγκωσε τα χείλια του, να μη βγει η απαίσια λέξη.
Η Κατερίνα δέχτηκε την κοινωνία. Ο ιερέας βγήκε απ' το κελί, αθόρυβα, ολότελα ικανοποιημένος. Είχε εκτελέσει το χρέος του με το παραπάνω.
- Τι ώρα είναι, πάτερ; τον ρώτησε η Αργυρώ, καθώς έβγαινε.
Εκείνος έβγαλε και κοίταξε προσεχτικά το ρολόι του.
- Πέντε παρά δέκα, είπε ξερά. Κοντεύει να ξημερώσει...
Η πόρτα άνοιξε. Ο φρουρός ξανακλείδωσε.
- Οπου να 'ναι έρχονται, το νιώθω, είπε η Αργυρώ. Λίγο πριν ξημερώσει. Η συνηθισμένη ώρα...
- Κουράγιο... κουράγιο... Ισως δεν είναι σήμερα!..
Προσπαθούσε να δώσει ελπίδα η Κατερίνα. Μάταια, όμως.
- Εστειλαν τον παπά, δεν το καταλαβαίνεις; Ετσι γίνεται. Ερχεται πρώτα ο παπάς... Κρυώνω, κρυώνω! Σφίξε με να με ζεστάνεις! Ελα κοντά μου... Σε νιώθω σαν κόρη μου, αχ να 'χα μια κόρη σαν και σένα... Αχ η κοιλιά σου! Ενα παιδί στη φυλακή, μια γέννα στο μπουντρούμι... Θα ομορφύνει το κελί σου, Κατερίνα. Να μου το προσέχεις το παιδί, έτσι;
- Στο υπόσχομαι, Αργυρώ, στο υπόσχομαι...
- Να με θυμάσαι... Ηταν σκληρή η ζωή μου. Μια ζωή χωρίς ανάσα. Δούλεψη, στέρηση, ελπίδα. Τίποτ' άλλο. Πόλεμος. Καταστροφή. Κατατρεγμός. Εχασα τον άντρα μου, άδικο βόλι των καταχτητών... Και δεν είμαι ούτε πενήντα χρονών... Ο γιος μου, ούτε κι αυτός θα γλιτώσει... Ξεκλήρισμα... Γιατί; Δεν περιμένω απάντηση. Δεν υπάρχει γιατί. Να γλίτωνε κείνος τουλάχιστον! Να ζούσε! Να παντρευότανε... Να 'κανε παιδιά...
Ο κρότος της βαριάς πόρτας ξανακούστηκε. Δυο φρουροί οπλισμένοι σαν αστακοί φάνηκαν στο κατώφλι. Ο ένας κρατούσε τα χαρτιά στο χέρι.
- Αργυρώ Καλλιγέρη! φώναξε. Σήκω!..
Η Αργυρώ σηκώθηκε όρθια. Αγκάλιασε την Κατερίνα, τη φίλησε πολλές, πολλές φορές, χάιδεψε τα μαλλιά της. «Καλή λευτεριά». της ευχήθηκε. Υστερα γύρισε προς τους στρατιώτες.
- Είμαι έτοιμη, είπε. Ετοιμη.
Βάδισε ήσυχη προς τον άδικο θάνατο.
Η δικαιοσύνη των ανθρώπων, αποθέωση του πάθους.


Ο Τάσος Ζόμπολας γεννήθηκε το 1930 στην Καλλιθέα Μεσσηνίας. Εχει δημοσιεύσει δέκα μυθιστορήματα, τρεις συλλογές διηγημάτων, τρεις ποιητικές συλλογές και άλλα. Ανάμεσά τους, τα μυθιστορήματα «Απόρρητος φάκελος» 1980, «Αύριο θα είναι καλύτερα» 1990, «Το γυάλινο μάτι» 1997, οι συλλογές διηγημάτων «Διαδρομή» 1985, «Με το χέρι στην καρδιά» 2000 και η ποιητική συλλογή «Είδωλα και εδώλια» 2001. Εχει διατελέσει αντιπρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών (1992-1994). Το διήγημα «Λίγο πριν ξημερώσει» είναι από τη βραβευμένη συλλογή του «Διαδρομή».

Γαλάτεια Καζαντζάκη.


«...Οι εκάστοτε θεοί δε γκρεμίζονται
για νάρθουν άλλοι καλύτεροι,
αλλά γιατί πια αυτοί πάληωσαν, τρίφτηκαν,
απόμειναν στημένες λεμονόκουπες.
Μ’ ένα λόγο δε θαυματουργούν πια.»


Προκλητική, πεισματάρα, επαναστάτρια, ελεύθερη, γυναίκα, Γαλάτεια! Διαφωνεί κανείς;

Η Γαλάτεια Καζαντζάκη αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση στα ελληνικά γράμματα. Είναι μια συγγραφέας, μια γυναίκα, που τόλμησε να πει και να κάνει πολλά σε καιρούς δύσκολους, ανάμεσα σε ανθρώπους συντηρητικούς. Με δυο λέξεις θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε σαν την Απόλυτη Γυναίκα. Μια γυναίκα που κατάφερε να επιβάλει τους δικούς της κανόνες μέσα σ’ ένα αντροκρατούμενο κόσμο, μέσα σε μια τυφλή κοινωνία. Μια γυναίκα που πολεμήθηκε πολύ, και που παρεξηγήθηκε πολύ, ακόμη κι από τις γυναίκες. Κι αυτό, επειδή τόλμησε να απομυθοποιήσει το Νίκο Καζαντζάκη, αλλά και να προκαλέσει τα ήθη της εποχής.

Ο απλός άνθρωπος, αυτός είναι ο ήρωας των έργων της Γαλάτειας, και όπως η ίδια υποστηρίζει: «Ο τεχνίτης, πρέπει να λέει με το έργο του κάθε στιγμή στο λαό του: Είμαι δικός σου. Σάρκα από τη σάρκα σου. Κι αν υπάρχει κάτι που με κάνει διαφορετικό είναι γιατί μπορώ να σου δώσω την αιωνιότητα. Να τραγουδήσω τις χαρές σου. Να φτερώσω τις ελπίδες σου. Να πω σ’ όλο τον κόσμο το μόχτο και τον αγώνα της ζωής σου». Η συγγραφέας μιλά στο λαό, γράφει για το λαό. Με τη γραφίδα της προσπαθεί να εξυψώσει τις γυναίκες, αλλά και να τιμήσει τους καλούς άντρες. Μπαίνει στο πετσί των ηρώων της, νιώθει τους πόνους και τις ανασφάλειές τους, τους δίνει κουράγιο, τους δικαιώνει, τους παρηγορεί. Τα λόγια της, απλά κι ανθρώπινα, αναβλύζουν μέσα από μια ζεστή ψυχή.

Η ποιήτρια, πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας Γαλάτεια Καζαντζάκη γεννήθηκε το 1886 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ήταν κόρη του λόγιου Στυλιανού Αλεξίου και αδελφή της πεζογράφου Ελλης Αλεξίου. Από το οικογενειακό της περιβάλλόν πήρε αξιόλογη μόρφωση και αρκετά νέα στράφηκε στη λογοτεχνία.
Ήταν είκοσι χρονών όταν άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα στον αθηναϊκό περιοδικό "Πινακοθήκη". Τα πρώτα έργα τα παρουσίαζε με το ψευδώνυμο "Λαλώ ντε Κάστρο". Μαθήτρια ακόμα του γυμνασίου γνώρισε τον συγγραφέα Καζαντζάκη Νίκο, με τον οποίο συνδέθηκε και παντρεύτηκε το 1911. Από τότε εμφανιζόταν στα περιοδικά της Αθήνας με το ψευδώνυμο "Πετρούλα Ψηλορείτη". Αργότερα χρησιμοποίησε το όνομα του Νίκου Καζαντζάκη και μ' εκείνο δημοσίευσε τα έργα της, ακόμα κι όταν χώρισε το 1924. Μετά την αποτυχία του πρώτου γάμου της παντρεύτηκε τον γνωστό λογοτέχνη Μάρκο Αυγέρη.
Η Γαλάτεια ασχολήθηκε με όλα σχεδόν τα είδη του λόγου. Εγραψε ποιήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα, θεατρικά έργα, βιβλία παιδικά και σχολικά. Η πρώτη συλλογή διηγημάτων, "11π.μ - 1μ.μ", κυκλοφόρησε το 1927. Ακολούθησαν τα έργα οι "Κρίσιμες στιγμές", "Ο κόσμος που πεθαίνει και ο κόσμος που έρχεται". Στα τρία αυτά έργα βρίσκονται συγκεντρωμένα τα διηγήματα της, που ο αριθμός τους είναι αρκετά μεγάλος.
Το 1933 εκδόθηκε το πρώτο της μυθιστόρημα "Γυναίκες" και το 1934 το μυθιστόρημα "Αντρες". Το 1957 κυκλοφόρησε το έργο της "Ανθρωποι και υπεράνθρωποι" που αναφέρεται στο Νίκο Καζαντζάκη και τον παρουσιάζει πολύ διαφορετικό από ότι τον ξέρει ο κόσμος. Οι κριτικοί πάντως έγραψαν ότι η συγγραφέας αδικεί στο έργο της τον πρώην άντρα της και τον παρουσιάζει κατώτερο από ότι ήταν. Αλλά μεγάλη αγάπη της Καζαντζάκη στάθηκε το θέατρο. Εγραψε είκοσι θεατρικά έργα, τα οποία συγκεντρώθηκαν σ' έναν τόμο με τίτλο "Αυλαία". Απ' αυτά γνωστά είναι τα : "Πληγωμένα πουλιά", "Εθνική Αντίσταση", "Εγερτήριο", "Ενώ το πλοίο ταξιδεύει", "Μέσα στη θύελλα", "Ο άρχοντας Μαυριανός και η αδελφή του", "Το γαλάζιο πουλί", "Ο θείος από την Βομβάη", "Η νύχτα του Αϊ - Γιάννη", " Όμορφος ηθικός κόσμος", "Μέσα στη θύελλα", "Τα λουστράκια" κ.α .
Τέλος έγραψε και δημοσίευσε πολλά έργα παιδικής λογοτεχνίας όπως τα εξής :"Ελληνικό Αλφαβητάριο", "Πατριδογραφία και πραγματογνωσία", "Μεγάλη Ελλάς", "Η καλή μητερούλα", "Το αρχοντόπουλο", "Ο στρατιώτης", "Παιδικό θέατρο", τα "Αναγνωστικά", για τη Β’, Γ’ και Δ’ τάξη του δημοτικού κ.α.
Η Γαλάτεια Καζαντζάκη πέθανε στην Αθήνα το 1962.

Νative beauty.


Rio de Janeiro, Brazil.


The Sphinx, Luxor, Egypt.


Parthenon Temple, Athens, Greece.


Chateau de Chaumont, Loire Valley Castles, France.


Matterhorn, Switzerland.


Annapurna II, Himalayas, Nepal.


Mount Athabasca, Jasper National Park, Alberta.


Giant's Causeway, Northern Ireland.


Torres del Paine National Park, Chile.


Coast Of Victoria, Australia.


Cerro Torre, Patagonia.


Maui, Hawaii.


Niagara Falls.

Χάρτης Κλεπάς.


Προβολή μεγαλύτερου χάρτη

7/3/09

Για να μην ξεχνάμε που οδήγησε το προηγούμενο οικονομικό κραχ...











Η λογική της παρούσας κρίσης...

Το ψεύδος της οικονομίας και η καντιανή ηθική προσταγή.
Παραμονές του 2009 είμαι κατάπληκτος από τον τρόπο που αντιμετωπίζεται η σαρωτική χρηματοπιστωτική κρίση που έχει ήδη αποτελέσματα ορατά στην πραγματική οικονομία (η χειρότερη τέτοια, λένε, μετά το κραχ του 1929): περίπου σαν φυσική καταστροφή ––όπως το τσουνάμι του 2004–– ή θεομηνία απέναντι στην οποία πρέπει «όλοι» να ενωθούμε και να πάρουμε μέτρα.
«Όλοι»: δηλαδή εκείνοι που την προκάλεσαν συσσωρεύοντας αμύθητο πλούτο, ο οποίος τους επιτρέπει να την ανταπεξέλθουν ανώδυνα και ίσως να επανακερδοσκοπήσουν από αυτήν, κι εκείνοι που είχαν ήδη εξοντωθεί από τη διευρυνόμενη ανισότητα και θα πληρώσουν με τον πιο οδυνηρό τρόπο τις συνέπειές της… Η φυσικοποίηση της κρίσης είναι, προφανώς, ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να εκβιαστούν αθέμιτες συναινέσεις και να αποκρυφθεί ο κοινωνικός πόλεμος που δεν έχει πάψει να σοβεί στο βάθος κοινωνιών τόσο ανελέητα ταξικών όσο αυτές στις οποίες ζούμε. Αν όμως οι «φυσικές καταστροφές» είναι ήδη βαθύτατα κοινωνικές και αποτελέσματα πολύπλοκων ανθρώπινων στρατηγικών, τί πρέπει άραγε να σκεφτούμε για τις οικονομικές;
Κυριαρχία του κεφαλαίου και «ανάπτυξη».
Ανατρέχοντας στην Κριτική της πολιτικής οικονομίας του Μαρξ, που τόσο άσχημα την διαβάζουμε εδώ και πάνω από έναν αιώνα, επικεντρωνόμαστε στις οικονομικές του αναλύσεις ξεχνώντας να σκεφτούμε τη σημασία του όρου «κριτική». Ο όρος «ιδεολογία», που ο ίδιος επινόησε για να περιγράψει την παραμορφωτική αντανάκλαση των κοινωνικών σχέσεων μέσα στις έννοιες της γερμανικής φιλοσοφίας, δεν ίσχυε λιγότερο για εκείνη την άλλη «επιστήμη» που είχε γεννηθεί κάπου δύο γενιές νωρίτερα: τη βρετανική πολιτική οικονομία (των Smith, Malthus, Ricardo, κ.ά.). Στην πραγματικότητα, ο Μαρξ εισάγει το όλο θεωρητικό του εγχείρημα μέσʼ από μια χιαστί κριτική της γερμανικής φιλοσοφίας και της βρετανικής οικονομίας, θέτοντας το διπλό ερώτημα: εάν η φιλοσοφία επικεντρωνόταν στις «ωραίες» πλευρές της ανθρώπινης ελευθερίας και αυτοπραγμάτωσης, πώς εξηγούσε την πραγματική ανθρώπινη εξαθλίωση και δυστυχία του παρόντος; Και αν η οικονομία περιοριζόταν στην «ταπεινή» παραγωγή κέρδους και εμπορευμάτων, πώς οι αφηρημένα ποσοτικές έννοιές της ––τιμή, πρόσοδος, κέρδος, αξία, κοκ.–– συνδέονταν με συγκεκριμένα ποιοτικές όπως αυτοπραγμάτωση, δημιουργικότητα, ικανοποίηση, κλπ.; Η ανάλυση που ακολούθησε όφειλε να μας έχει προ πολλού ειδοποιήσει ότι οι τεχνικές έννοιες και τα μεγέθη με τα οποία μιλάει και σκέπτεται η οικονομική επιστήμη δεν είναι λιγότερο υποστασιοποιημένες αφαιρέσεις από όσο οι κατηγορίες, ας πούμε, της εγελιανής Φιλοσοφίας του Πνεύματος. Ίσως μάλιστα περισσότερο…
Να το πούμε πιο άμεσα: η παγίδευση της ανθρώπινης εργασιακής δύναμης στον βρόγχο του κεφαλαίου έχει ως επιστημολογικό σύστοιχο την παγίδευση της γλώσσας των συγκεκριμένων ανθρώπινων αναγκών στον βρόγχο της τεχνικής ιδιολέκτου των οικονομολόγων. Με αντίστοιχο τρόπο σήμερα, όλοι μοιάζουν να προσφεύγουν στην ειδημοσύνη των μαιτρ της οικονομίας ––που οι ίδιοι ανήκουν σχεδόν αποκλειστικά στην κοινωνική ελίτ, πράγμα που τους επιβάλλει μια ορισμένη οπτική εκ των άνω–– για να τους εξηγήσουν τί έχει συμβεί και τί πρέπει να γίνει προσεχώς: κι εκείνοι ανταποκρινόμενοι στο καθήκον τους ξεδιπλώνουν πολύπλοκους συσχετισμούς ποσοτικοποιήσιμων εννοιών ––ανάπτυξη, ύφεση, πλεόνασμα, έλλειμα, ακαθάριστο εγχώριο προϊόν, κατά κεφαλήν εισόδημα, στασιμοπληθωρισμός, κοκ.–– των οποίων την πραγματική σημασία για την ανθρώπινη ζωή και το γήινο οικοσύστημα είναι και οι ίδιοι ανίκανοι να συλλάβουν. Ένα από τα πιο εύγλωττα παραδείγματα είναι η έννοια «ύφεση», την οποία όλοι τρέμουν και η οποία θεωρείται ένας από τους πιο αποφασιστικούς δείκτες της παρούσας κρίσης. Γιατί, και κυρίως για ποιον, είναι κακό η οικονομική ύφεση; Πρακτικό νόημα της ύφεσης είναι η ανακοπή της ανάπτυξης, νοούμενης ως οικονομικής μεγένθυσης, της οποίας μία παράμετρος θα ήταν η συνεχής αύξηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος. Η ύφεση είναι κακό πράγμα, λοιπόν, εάν προηγουμένως νοούνται ως επιθυμητά πράγματα οι ως άνω μεγεθύνσεις και αυξήσεις. Τι είναι όμως εκείνο που μετρούν οι δείκτες μιας τέτοιας μεγέθυνσης; Είναι εντυπωσιακό το ότι κανένας δεν θέτει αυτό το ερώτημα· εάν όμως το θέσει, η απάντηση είναι εύκολη: μετρούν την κερδοφορία των επιχειρήσεων, δηλαδή την απόδοση του επενδυμένου κεφαλαίου. Κατά ποια έννοια όμως τα κέρδη του επενδυμένου κεφαλαίου σχετίζονται με την πραγματική ευημερία των ανθρώπων; Στην πραγματικότητα, η κερδοφορία του κεφαλαίου προκύπτει από την εντατική εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας και των φυσικών πόρων, πράγμα που σημαίνει ότι η κερδοφορία των διεθνών επιχειρήσεων και η ευημερία του παγκόσμιου πληθυσμού βρίσκονται σε αντιστρόφως ανάλογη σχέση: η άνοδος του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος δηλώνει, πρώτον, τον βαθμό εμπορευματοποίησης των ανθρώπινων δράσεων και συναλλαγών μέσα σε μια ορισμένη κοινωνία· και δεδομένης αυτής, δεύτερον, τον ρυθμό των κερδών που σημειώνονται εκ μέρους εκείνων οι οποίοι πωλούν αγαθά και υπηρεσίες. Σημαίνει πιθανότατα ότι αυτά τα αγαθά και οι υπηρεσίες γίνονται όλο και ακριβότερα, όλο και λιγότερα προσιτά σε όλο και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού, και παράλληλα ότι οι περιβαλλοντικοί πόροι λιγοστεύουν από την υπεράντληση ενώ ταυτόχρονα αποκλείεται από τη νομή τους εκείνο το κομμάτι που από την απώλεια της αγοραστικής του δύναμης παράγονται τα κέρδη του κεφαλαίου. Αν η απογοητευτική εικόνα της παρούσας κρίσης μάς φέρνει αντιμέτωπους με μία δραματική μείωση των ανανεώσιμων περιβαλλοντικών πόρων και μια ραγδαία επεκτεινόμενη αποπτώχευση του μεγαλύτερου μέρους της ανθρωπότητας, πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτό είναι συνέπεια όχι κάποιας αποτυχίας, αλλʼ ακριβώς της επιτυχίας που σημείωσε μέσα στις προηγούμενες δεκαετίες η διαδικασία της οικονομικής ανάπτυξης. Το σφάλμα στις εκτιμήσεις μας έγκειται στο ότι πέσαμε στην παγίδα να σκεφτόμαστε τις οικονομικές δραστηριότητες με οικονομικούς όρους.
Νεοφιλελευθερισμός και χρηματοπιστωτική κρίση.
Όπως τα μεγάλα προβλήματα που γεννά η σύγχρονη τεχνοεπιστήμη δεν είναι απλώς τεχνικά, έτσι και τα προβλήματα που γεννούν οι σύγχρονες μορφές οικονομίας δεν είναι απλώς οικονομικά. Η «αυτονομία» του οικονομικού πεδίου (όπως και η «αυτονομία» του εν γένει επιστημονικού πεδίου) είναι ακριβώς η κυρίαρχη καπιταλιστική ιδεολογία: πανίσχυρο όπλο σε έναν σφοδρο ταξικό αγώνα, στον οποίον κερδίζουν μέχρι στιγμής οι κεφαλαιοκρατικές ελίτ οδηγώντας τον κόσμο σε αργό θάνατο (απʼ όπου ελπίζουν ότι μπορούν μεσοπρόθεσμα να εξαιρεθούν οι ίδιες). Αν σηκώσουμε όμως το ιδεολογικό πέπλο και δούμε για μία στιγμή καθαρά αυτή την πραγματικότητα, θα έπρεπε ίσως να σκεφτούμε μήπως ό,τι συνιστά ανάθεμα και καταστροφή από τη σκοπιά των οικονομολόγων και των υψηλών παραγγελιοδόχων τους ––η παρούσα κρίση–– είναι ταυτόχρονα μια ελάχιστη χαραμάδα ελπίδας για την ανθρωπότητα. Η σημερινή χρηματοπιστωτική κρίση είναι το πρόδηλο αποτέλεσμα μιας στρατηγικής αποικιοποίησης του χρόνου εκ μέρους τού κεφαλαίου – που σημαίνει, κεφαλαιοποίηση και προεξώφληση της δυνητικής παραγωγής. Αυτή είναι η όμως η ουσία του χρηματοοικονομικού κεφαλαίου και, βεβαίως, ήταν παρούσα από τις πρώτες ημέρες του καπιταλισμού. Σωστά· σημασία έχει όμως ότι αυτό βρισκόταν πάντα σε σχέση εξάρτησης προς το παραγωγικό κεφάλαιο (δηλαδή, τη συντελεσθείσα παραγωγή), ενώ στα τελευταία είκοσι χρόνια η σχέση αυτή έχει για πρώτη φορά αντιστραφεί πλήρως. Όταν όμως σε αυτό το παιχνίδι το χάσμα ανάμεσα στη πραγματική παραγωγή και τη δυνητική παραγωγή διευρύνεται υπέρμετρα, όπως συνέβη μέσα στην τελευταία δεκαετία, ενώ η πραγματική παραγωγή αρχίζει να εξαρτάται από τη δυνητική και όχι αντιστρόφως, δύο μεγάλοι κίνδυνοι ανακύπτουν, εκ των οποίων ο ένας δεν είναι καθόλου οικονομικός αλλά με την κυριολεκτική σημασία πολιτικός. Προκειμένου η πραγματική παραγωγή να συμπέσει με την προβλεφθείσα (και ήδη κεφαλαιοποιημένη) πρέπει κάθε αστάθμητος παράγοντας να αποκλειστεί από την παραγωγική διαδικασία (να «πιάσουμε τις νόρμες», όπως έλεγαν στην σχεδιοποιημένη οικονομία της ΕΣΣΔ): πράγμα που σημαίνει, οφείλει αυτή να διευθυνθεί με στρατιωτικό τρόπο, να συμπιεσθεί η κινητικότητα και οι διεκδικήσεις της εργατικής δύναμης, να αποκλεισθούν οι κοινωνικές διαπραγματεύσεις και να κατασταλεί αποτελεσματικά κάθε δύναμη αμφισβήτησης. Συνεπάγεται δηλαδή μια ραγδαία μετατόπιση των μοντέρνων κοινωνιών προς τον αυταρχισμό, άρση των δημοκρατικών διαβουλεύσεων και καταστολή των αμφισβητησιακών κινημάτων – χαρακτηριστικά όλα του ολοκληρωτικού κράτους, προς το οποίο τείνουν όλο και περισσότερο οι ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες από τη δεκαετία του ʼ80 και ύστερα (και αυτό εξηγεί επίσης την επιτυχία της Κίνας). Οι δημοσιονομικές πολιτικές των δυτικών κρατών ––και της Ευρωπαϊκής Ένωσης περισσότερο ίσως απʼ όσο των ΗΠΑ, για όποιον δεν θέλει να αυταπατάται–– είναι το πιο ευανάγνωστο εργαλείο μιας τέτοιας μετάφρασης των σιδηρών οικονομικών «αναγκαιοτήτων» σε ραγδαίο κοινωνικό εκφασισμό.
Η δεύτερη συνέπεια είναι ειδικότερα οικονομική. Εάν παρά ταύτα ο επιδιωκόμενος προγραμματισμός σε κάποιον βαθμό αποτύχει (και είναι αναπόφευκτο νʼ αποτύχει, δεδομένου του πλήθους των αστάθμητων παραγόντων που υπεισέρχονται σε μια διαδικασία εξαρτώμενη από τη δράση ζωντανών ανθρώπων), εάν μάλιστα η αποτυχία αυτή ενισχυθεί από μία άλλη απρόβλεπτη συνιστώσα, την απότομη πτώση του ποσοστού απόδοσης των φυσικών πόρων εξαιτίας της εντατικής υπερεκμετάλλευσης, τότε η κατάρρευση που επέρχεται είναι γρήγορη και εκρηκτική. Αυτή είναι η ταυτότητα της παρούσας κρίσης. Όσο καταστροφικά και αν είναι τʼ αποτελέσματά της, ενόψει των παραπάνω δεν τολμάει κανείς να σκεφθεί τί θα είχε συμβεί εάν δεν είχε υπάρξει κρίση να ανακόψει μια τέτοια διαδικασία! Εν πάση περιπτώσει, αυτή η ολέθρια στρατηγική αποικιοποίησης του χρόνου σε μεγάλο βάθος, η αντιστροφή των κλασικών σχέσεων χρηματοοικονομικού-παραγωγικού κεφαλαίου, αν θέλετε, είναι η ερημωτική απόληξη του νεοφιλελευθερισμού, λένε πολλοί. Σωστά· δεν εξηγούν όμως γιατί αναδύθηκε ο νεοφιλελευθερισμός και επιβλήθηκε ως κυρίαρχο οικονομικό δόγμα από τη δεκαετία του ʼ80 και ύστερα. Ολοφάνερα, ήταν αποτέλεσμα της γενικευμένης εφαρμογής του αυτοματισμού στην εργασία, η οποία γέννησε δομική ανεργία μεγάλης κλίμακας και σηματοδότησε την απαρχή μιας ολόκληρης αλυσίδας κρίσεων που κορυφώνονται ακριβώς στη σημερινή. Το ερώτημα που τέθηκε με οξύ τρόπο τότε ήταν: μείωση της εργασίας και αύξηση του ελεύθερου χρόνου για όλους, ή αύξηση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων εις βάρος ενός μεγάλου τμήματος της εργατικής δύναμης που θα πρέπει νʼ αποκλειστεί στο εξής από την εργασία (και την αγορά); Η απάντηση των κεφαλαιοκρατικών ελίτ ήταν ανενδοίαστα η δεύτερη, υπολογίζοντας ότι η αύξηση της παραγωγικότητας που θα προερχόταν από το πάγιο κεφάλαιο (τις «έξυπνες» μηχανές) υπεραντιστάθμιζε την απώλεια ενός μέρους της αγοραστικής δύναμης η οποία θα χανόταν με την εξόντωση (οικονομική, άρα φυσική) ενός ολόκληρου τμήματος της κοινωνίας – που τότε χαρακτηριστικά υπολόγιζαν στο «ένα τρίτο». Έτσι γεννήθηκε ο νεοφιλελευθερισμός. Όμως η «κοινωνία των δύο τρίτων» αποδείχθηκε ότι μειωνόταν εκθετικά (τα δύο τρίτα των δύο τρίτων, ύστερα τα δύο τρίτα των νέων δύο τρίτων, κοκ.) καθώς παρήγε αυξανόμενο αποκλεισμό και περιθωριοποίηση, με αποτέλεσμα στα τέλη της δεκαετίας του ʼ80 να έχουμε την πρώτη μεγάλη ύφεση που έμοιαζε δομικά μʼ εκείνη του 1929 (μολονότι κανείς τότε δεν το έλεγε): κρίση υπερπαραγωγής λόγω της πτώσεως των δυνατοτήτων απορρόφησης από την αγορά. Το 1930 έλυσαν το πρόβλημα μέσʼ από το κεϋνσιανό εύρημα των «κοινωνικών παροχών» – τις αναδιανεμητικές στρατηγικές του λεγόμενου κράτους προνοίας. Το 1990 η νεοφιλελεύθερη σοφία επινόησε αντʼ αυτού τη στρατηγική του ιδιωτικού δανεισμού: έτσι μπήκαμε στην τελευταία σπείρα του σημερινού λαβυρίνθου.
Η ακαταλληλότητα του κεϋνσιανού μοντέλου.
Είναι λοιπόν η λύση των σημερινών προβλημάτων μια επιστροφή στον Κέυνς; Κρίνοντας από τη ρητορική των ημερών, μία νέα συναίνεση τείνει να δημιουργηθεί εσχάτως μεταξύ δεξιάς και σοσιαλδημοκρατίας, που κοιτάζει ντροπαλά προς τον κεϋνσιανισμό όπως μέχρι χθές κοιτούσε προς τον νεοφιλευθερισμό. Το κεϋνσιανό μοντέλο όμως, για όποιον επίσης δεν θέλει να αυταπατάται, έχει συμβάλει κατά πολύ στη γένεση του προβλήματος και ως εκ των ιδίων του αποτελεσμάτων δεν είναι εφαρμόσιμο σήμερα. Οι αντισταθμιστικές παροχές που θεσμοθέτησε, προκειμένου να τονώσει την αγοραστική δύναμη, βασίστηκαν σε μία δυναμική παρέμβαση του κράτους στην οικονομία η οποία, εκτός των άλλων, οδήγησε στην εμπορευματοποίηση του συνόλου των κοινωνικών λειτουργιών: η εκπαίδευση, η οικιακή περίθαλψη, η μικρή κατά τόπους αυτοπαραγωγή, ο ελεύθερος χρόνος των ανθρώπων έγιναν αντικείμενα επιτελικού σχεδιασμού και αιχμαλωτίστηκαν σʼ ένα άτεγκτο σύστημα παραγωγής και αναπαραγωγής που ελέγχεται σε τελευταία ανάλυση από την αγορά (οσοδήποτε «ελεύθερη» ή σχεδιοποιημένη). Η «δωρεάν» παροχή τους ήταν το δόλωμα για να ενταχθούν στο σύστημα, του οποίου ο επόμενος διαχειριστής ––ο νεοφιλελευθερισμός–– αλλάζοντας στρατηγική θα μπορούσε πλέον να τα πουλήσει. Η άλλη όψη αυτής της διαδικασίας, και η πιο τρομερή, ήταν η εντατική σε ανήκουστο βάθος εκμετάλλευση της φυσικών πόρων. Ξεχνάμε μήπως ότι το σύνθημα της «ανάπτυξης», ως απεριόριστης οικονομικής μεγέθυνσης, διατυπώθηκε επισήμως από τα χείλη του προέδρου Τρούμαν μεσουρανούντος του κεϋνσιανισμού; Στην πραγματικότητα, το κεϋνσιανό μοντέλο διαχείρισης του καπιταλισμού έθεσε κάποια κανονιστικά όρια στον βαθμό εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης (χάριν της «ομαλής» λειτουργίας της αγοράς, όχι λόγω κανενός ανθρωπιστικού μελήματος) υπό τον όρον ότι αντιστάθμιζε τις δυνατότητες κερδοφορίας του κεφαλαίου από την υπερεντατική εκμετάλλευση της φύσης. Στο τέλος της βασιλείας του κεϋνσιανισμού βρεθήκαμε με νέες, πανίσχυρες τεχνολογίες στα χέρια και απέναντι σε μία πρωτοφανή οικολογική καταστροφή που αυξάνει εκθετικά έκτοτε.
Αυτή η αδυναμία περαιτέρω εκμετάλλευσης του περιβάλλοντος είναι που κάνει αδύνατη την επαναφορά του κεϋνσιανισμού σήμερα. Από μία άποψη, η κατάσταση είναι πολύ πιο ζοφερή απʼ ότι ήταν το ʼ29: τότε η αγορά βραχυκύκλωσε από μια κρίση ζήτησης, σήμερα βραχυκυκλώνει από μια διπλή κρίση, ζήτησης και περιβαλλοντικής κατάρρευσης. Πρέπει κυρίως να καταλάβουμε ότι δεν υφίστανται ούτε τεχνικές ούτε οικονομικές λύσεις ενόσω η τεχνική και η οικονομία παραμένουν αποφασιστικά προσανατολισμένες στην παραγωγή κεφαλαιοκρατικού κέρδους: η εμμονή στην κερδοφορία των επιχειρήσεων και στην οικονομική «ανάπτυξη» είναι ο σίγουρος δρόμος προς την άβυσσο. Θα είμαστε ίσως πολύ αισιόδοξοι αν αξιώναμε οι κεφαλαιοκρατικές ελίτ να το συνειδητοποιήσουν και να παραιτηθούν αυτοβούλως από τα τερατώδη προνόμιά τους· οι ανθρώπινες κοινωνίες όμως πόσο μπορούν να το ανεχθούν αυτό;
Αποανάπτυξη, και η ηθικοπολιτική διάσταση.
Το στοίχημα της επιβίωσης του πλανήτη είναι όντως το στοίχημα της αποανάπτυξης. Για να γίνει αυτό πλήρως κατανοητό πρέπει να προσανατολιστούμε σε μία ποιοτική έννοια του πλούτου, δηλαδή μη οικονομική, και να δούμε κατάματα την αντίστροφη αναλογία που συνδέει τις δύο έννοιες: οικονομική ανάπτυξη σημαίνει κοινωνική/περιβαλλοντική αποπτώχευση, ο κοινωνικός/περιβαλλοντικός πλούτος απαιτεί τη συρρίκνωση της οικονομίας. Δεν πρόκειται καν για μια «ηθική οικονομία» (τύπου Αμάρτια Σεν), διότι η αυτονόμηση της οικονομίας ακυρώνει αυτομάτως οιαδήποτε ηθική και πολιτική σημασία (πρακτικώς αλληλένδετες). Δεν είναι χωρίς σημασία το ότι η μεγάλη σκέψη του παρελθόντος, από τον Αριστοτέλη ως τον Καντ και τον Χέγκελ, δεν αναγνώριζε κανέναν ανεξάρτητο οικονομικό τομέα, του οποίου τις δραστηριότητες υπήγε κανονικά στην ηθικοπρακτική σφαίρα· μία στιγμή αργότερα, μετά τη θριαμβική ανάδυση της «οικονομίας» μέσʼ από τις δραστηριότητες της κεφαλαιοκρατικής τάξης η οποία μετέτρεψε την αποικιακή εκμετάλλευση σε βιομηχανική επανάσταση, ο σημαντικότερος κληρονόμος αυτών των στοχαστών, ο Μαρξ, πάσχισε να καταδείξει το ιδεολογικό ψεύδος που κρύβεται μέσα στις έννοιες της νέας οικονομικής επιστήμης.
Μπορούμε ακόμα και να βρούμε το σπέρμα της κριτικής του Μαρξ μέσα στις «οικονομικές» παρατηρήσεις του Αριστοτέλη, ο οποίος διέβλεψε νωρίς τους κινδύνους που κρύβονται στην αυτονόμηση της παραγωγής-προς-ανταλλαγή (δηλαδή, σαν να λέμε, της ανταλλακτικής αξίας) από την αυτοπαραγωγή (την αξία χρήσης, αντίστοιχα). Η έννοια της πράξεως στον Αριστοτέλη διαφύλασσε τη συνοχή του πεδίου που λέμε ηθικοπρακτικό, και αυτό περιελάμβανε τρεις αδιαχώριστες λειτουργίες: την παραγωγή των αναγκαίων για την επιβίωση του οίκου (οικονομία), την ελεύθερη διαβούλευση των εκπροσώπων των οίκων που απαρτίζουν την πόλιν (πολιτική) και τη διαρκή ερωτηματοθεσία περί του ήθους, δηλαδή του έλλογου πράττειν μέσα στις έτσι συγκροτούμενες ανθρώπινες συλλογικότητες (ηθική). Την κορυφαία επανεπεξεργασία της ηθικοπρακτικής σφαίρας στη νεώτερη εποχή χρωστάμε αναμφίβολα στον Ιμμάνουελ Καντ ––Κριτική του Πρακτικού Λόγου–– που ακόμα γίνεται αδιερώτητα δεκτή ως πηγή κάθε άξιας του ονόματός της ηθικής νομοθεσίας. Δεν σκεφτόμαστε όμως να αναζητήσουμε τις αρχές των οικονομικών μας συμπεριφορών εκεί. Γιατί; Διότι βεβαίως έχει γίνει υπόρρητα δεκτή η αυτονομία του οικονομικού πεδίου και των αρχών του. Εκείνο που συνήθως παραβλέπεται, όμως, είναι ότι η ηθική νομοθεσία του Καντ και η αρχή της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας δεν είναι δύο ανεξάρτητα πράγματα: αντιβαίνουν ευθέως το ένα στο άλλο, και αν δεχθούμε το ένα από τα δύο οφείλουμε να απορρίψουμε πλήρως το άλλο. Θυμίζω μόνον ότι το θεμέλιο της ηθικής στον Καντ απορρέει από την αυτονομοθετική ικανότητα του Λόγου, η οποία αποκρυσταλλώνεται σε μιαν a priori κατηγορική προσταγή. Ο Καντ μας δίνει τρεις εναλλακτικές (και συμπληρωματικές) διατυπώσεις της: 1) Πράττε έτσι ώστε η υποκειμενική αρχή της βουλήσεώς σου να μπορεί πάντοτε να ισχύει ταυτοχρόνως ως αρχή μιας καθολικής νομοθεσίας. 2) Πράττε έτσι ώστε ο υποκειμενικός νόμος της πράξης σου να ισχύει ως καθολικός νόμος της ηθικής φύσης. 3) Πράττε έτσι ώστε, στο πρόσωπό σου όσο και στους άλλους, να μεταχειρίζεσαι την ανθρώπινη φύση ως αυτοσκοπό, ποτέ ως μέσον (υπογράμμιση δική μου).
Δεν θα συζητήσω εδώ βέβαια τα ευρύτερα προβλήματα της καντιανής ηθικής νομοθεσίας. Περιορίζομαι αποκλειστικά στην τρίτη διατύπωση της κατηγορικής προσταγής, η οποία μου φαίνεται μάλιστα ως γενετική ρίζα των προηγούμενων δύο. Σύμφωνα με το κριτήριο που προσάγει ο Καντ, ηθική δεν μπορεί να λογίζεται καμία πράξη εφόσον καθιστά ένα ανθρώπινο πρόσωπο μέσον προς οιονδήποτε ιδιοτελή σκοπό: η εργαλειοποίηση του ανθρώπινου όντος, η χρήση του ως εάν ήταν πράγμα, είναι από ηθική σκοπιά εντελώς απαγορευμένη – επειδή υποβιβάζει την ανθρώπινη υπόσταση γενικά, στο πρόσωπο εκείνου που υφίσταται τον υποβιβασμό αλλά όχι λιγότερο και στο πρόσωπο αυτού ο οποίος τον διενεργεί, στερώντας της εκείνη την αυτονομοθετική ελευθερία χωρίς την οποία η ίδια η ηθική σφαίρα δεν μπορεί να συσταθεί (δηλαδή, δεν έχει κανένα νόημα). Με άλλα λόγια, η πραγμοποίηση (Verdinglichung στον Μαρξ) είναι μια διαδικασία που επεκτείνεται μολυσματικά σε ολόκληρο το πεδίο των κοινωνικών σχέσεων, εγκλωβίζοντας στην απανθρωποποιητική λογική της τόσο τους δρώντες όσο και τους κατʼ αρχάς υφιστάμενους τη δράση τους. Και θέλω αμέσως να εξαγάγω τις επιπτώσεις αυτής της διατύπωσης στα πεδία της πολιτικής και της παραγωγικής δραστηριότητας. Στο πολιτικό πεδίο, θα λέγαμε, ο πολίτης απαγορεύεται να γίνεται αντιληπτός ως υπήκοος, δηλαδή αντικείμενο μιας εξωτερικής νομοθεσίας, αλλά ως πηγή νομοθεσίας ο ίδιος μέσʼ από καθολική συμμετοχική διαβούλευση· στο πεδίο της παραγωγής, ο παραγωγός απαγορεύεται να γίνεται αντιληπτός ως πράγμα, δηλαδή μετρήσιμη εργασιακή δύναμη η οποία αγοράζεται και μεταπωλείται, αλλά ως δημιουργός αξίας ο ίδιος υποκείμενης στους δικούς του αυτόνομα επιλεγμένους σκοπούς.
Έτσι διαβασμένη, η καντιανή ηθική νομοθεσία μπορεί να προσαχθεί ως αμετάκλητη απονομιμοποίηση τόσο των σύγχρονων μορφών κράτους όσο και του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής εν γένει. Τίποτα λιγότερο δεν αρκεί, πιστεύω, για τη διάσωση της ανθρωπότητας σήμερα.
ΦΩΤΗΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ

Οι οικονομικές κρίσεις υπερπαραγωγής...


Ο Κ. Μαρξ δεν αφιέρωσε στο «Κεφάλαιο» ειδικό χώρο για τη μελέτη των οικονομικών κρίσεων. Η θεωρία των κρίσεων εκτίθεται σε όλους τους τόμους του «Κεφαλαίου».
Στον πρώτο τόμο (κεφ. III), όπου εξετάζονται οι λειτουργίες του χρήματος σαν μέσο κυκλοφορίας και σαν μέσο πληρωμής, ο Μαρξ υπογραμμίζει την εμφάνιση της τυπικής δυνατότητας των κρίσεων ακόμα και στις συνθήκες της απλής εμπορευματικής παραγωγής.
Στο δεύτερο τόμο (κεφ. VIII) αξίζει να διαβαστεί εκείνο το σημείο που αφορά στην υλική βάση της περιοδικότητας των οικονομικών κρίσεων.
Στον τρίτο τόμο (κεφ. XV) εξετάζεται η θέση, σύμφωνα με την οποία: «Οι όροι της άμεσης εκμετάλλευσης και οι όροι της πραγματοποίησής της δεν είναι ταυτόσημοι»1.
Η ανάπτυξη του καπιταλισμού και η όξυνση των αντιθέσεών του νομοτελειακά οδήγησαν στο ξέσπασμα των οικονομικών κρίσεων.
Οι οικονομικές κρίσεις είναι ένα ειδικό και μόνιμο φαινόμενο του καπιταλισμού.
Από τις αρχές του 19ου αιώνα όταν εμφανίστηκε η μεγάλη μηχανική βιομηχανία, η πορεία της καπιταλιστικής διευρυμένης αναπαραγωγής διακόπτεται περιοδικά από τις οικονομικές κρίσεις.
Χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής παραγωγής είναι η κυκλικότητά της, n περιοδική πτώση της παραγωγής, όταν τα συσσωρευμένα εμπορεύματα δε βρίσκουν αγοραστές. Και αυτό τη στιγμή που εκατομμύρια άνθρωποι πεινούν.
Στις συγκεκριμένες συνθήκες του καπιταλισμού, οι όροι πραγματοποίησης του κοινωνικού προϊόντος συνεχώς παραβιάζονται, δεν τηρούνται οι αντίστοιχες αναλογίες μεταξύ των διαφόρων κλάδων της οικονομίας.
Αλλά δεν μπορεί να γίνει και διαφορετικά, γιατί στο κοινωνικό αυτό σύστημα η επιβολή των αναλογιών καθίσταται εφικτή μόνο διαμέσου των δυσαναλογιών.
Κλασικό χαρακτηρισμό της παραγωγής στον καπιταλισμό του ελεύθερου συναγωνισμού δίνει ο Ενγκελς: «Κανείς δεν ξέρει πόσο από το προϊόν που αυτός παράγει θα εμφανιστεί στην αγορά, και γενικά σε ποια ποσότητα μπορεί ο καταναλωτής να το βρει στην αγορά. Κανείς δεν ξέρει, αν υπάρχει πραγματική ανάγκη για την παραγωγή του προϊόντος αυτού, αν θα βγάλει τα έξοδα παραγωγής του, και αν γενικά θα πωληθεί το προϊόν του. Στην κοινωνική παραγωγή κυριαρχεί η αναρχία»2.
Οι οικονομικές κρίσεις αποτελούν ένα ειδικό φαινόμενο του καπιταλισμού. Κανένα άλλο κοινωνικό σύστημα δεν έχει γνωρίσει τέτοιους κλυδωνισμούς όπως αυτούς που προκαλούν οι οικονομικές κρίσεις υπερπαραγωγής στην οικονομική ζωή της καπιταλιστικής κοινωνίας.
Βέβαια, κλυδωνισμοί της οικονομικής ζωής υπήρχαν και πριν, αλλά προκαλούνταν από διάφορες έκτακτες φυσικές ή κοινωνικές καταστροφές - πλημμύρες, ξηρασίες, επιδημίες, πολέμους κλπ. που καταδικάζουν τον πληθυσμό σε πείνα και αφανισμό.
Παρ' όλα αυτά, η δυνατότητα αυτή δεν έχει γίνει πραγματικότητα στη διάρκεια πολλών χιλιετηρίδων.
Οι οικονομικές κρίσεις γίνονται πραγματικότητα, όταν εμφανίστηκε η μεγάλη μηχανική βιομηχανία:
α) Οπου οι διακλαδικές και ενδοκλαδικές σχέσεις γίνονται εξαιρετικά σύνθετες.
β) Οπου η παραγωγή αποχτάει όλο και περισσότερο κοινωνικό χαρακτήρα, ενώ συνεχίζει να υπάρχει η ατομική καπιταλιστική ιδιοκτησία στα Μέσα Παραγωγής (ΜΠ).
Οι οικονομικές κρίσεις άρχισαν να συγκλονίζουν περιοδικά τον καπιταλισμό από το 1825, όταν ξέσπασε η πρώτη οικονομική κρίση υπερπαραγωγής στην Αγγλία, που ήταν τότε η χώρα όπου ο καπιταλισμός είχε αναπτυχθεί νωρίτερα από τις άλλες χώρες.
Παράλληλα με τη διαμόρφωση της διεθνούς αγοράς και της παγκόσμιας οικονομίας, δημιουργούνται οι συνθήκες εμφάνισης και παγκόσμιων οικονομικών κρίσεων. Η πρώτη κρίση αυτού του είδους, που είναι και πολύ καταστροφική, είναι εκείνη του 1857, την οποία ακολουθούν οι κρίσεις του 1866 και του 1873. Η τελευταία σήμανε και το πέρασμα του καπιταλισμού στο μονοπωλιακό του στάδιο, αλλά ήταν και η πιο μεγάλη κρίση του 19ου αιώνα - διήρκεσε πάνω από πέντε χρόνια. Ακολούθησαν οι κρίσεις των 1882, 1890 και 1900.
Με το πέρασμα του καπιταλισμού στο μονοπωλιακό του στάδιο, οι οικονομικές κρίσεις συνεχίζουν να ασκούν αυξανόμενη αρνητική επίδραση στην καπιταλιστική οικονομία, η οποία περιοδικά πλήττεται από τις κρίσεις υπερπαραγωγής το 1907, 1914, 1920, 1929, 1937, 1949.
Από αυτές, ιδιαίτερη θέση στην ιστορία των οικονομικών κρίσεων, κατέχει εκείνη του 1929, η οποία θεωρείται και η πιο μεγάλη μέχρι σήμερα οικονομική κρίση.

Ο οικονομικός κύκλος και οι φάσεις του:
Η οικονομική κρίση είναι βίαιη εξωτερίκευση και προσωρινή λύση της βασικής οικονομικής αντίθεσης του καπιταλισμού.
Η οικονομική κρίση είναι μια τέτοια κατάσταση, όπου ο μηχανισμός της αγοράς δε λειτουργεί κανονικά.
Σύμφωνα με τον Κ. Μαρξ: «Η κρίση ...είναι ακριβώς η στιγμή της διατάραξης και της διακοπής του προτσές αναπαραγωγής»3.
Ο Φρ. Ενγκελς σχετικά με την κρίση λέει ότι είναι εκείνη η στιγμή όπου: «Ο τρόπος παραγωγής επαναστατεί ενάντια στον τρόπο ανταλλαγής, οι παραγωγικές δυνάμεις επαναστατούν ενάντια στον τρόπο παραγωγής, τον οποίο ξεπέρασαν»4.
Για τον Β. Ι. Λένιν οι οικονομικές κρίσεις είναι: «Υπερπαραγωγή, παραγωγή εμπορευμάτων που δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν, δεν μπορούν να βρουν ζήτηση»5.
Κάθε οικονομική κρίση έχει το δικό της οικονομικό κύκλο.
Κάθε κρίση διαρκεί ένα ορισμένο χρονικό διάστημα.
Η περίοδος που μεσολαβεί από τη μια κρίση μέχρι την άλλη, ονομάζεται οικονομικός κύκλος.
Κάθε οικονομικός κύκλος έχει 4 φάσεις:
1) Η κρίση: Είναι η κύρια φάση του κύκλου όπου εκδηλώνονται βίαια οι παραβιασμένες αναλογίες της αναπαραγωγής.
Τα πρώτα συμπτώματα της κρίσης παρουσιάζονται στη σφαίρα της ανταλλαγής.
-Η πώληση των εμπορευμάτων γίνεται δύσκολη.
-Ο καπιταλιστής, που δεν πούλησε τα εμπορεύματά του, δεν μπορεί να αγοράσει τα μέσα παραγωγής.
-Οι καπιταλιστές τρέχουν στις τράπεζες για να πάρουν δάνεια.
-Η ζήτηση χρημάτων μεγαλώνει και τα επιτόκια αυξάνονται.
-Οι τράπεζες που δεν έχουν αρκετή ποσότητα δικών τους κεφαλαίων, χρεοκοπούν.
-Οι επιχειρήσεις κλείνουν η μία μετά την άλλη.
-Η ανεργία μεγαλώνει.
-Η παραγωγή σε άλλες επιχειρήσεις σταματάει και σε άλλες μειώνεται.
-Η πτώση της παραγωγής συνεχίζεται μέχρι τη στιγμή που αποκαθίσταται η αντιστοιχία ανάμεσα στην παραγωγή και στην κατανάλωση.
2. Η ύφεση (στασιμότητα):
-Η παραγωγή παύει να μειώνεται, αλλά και δεν αυξάνεται.
-Ο αριθμός των χρεοκοπημένων επιχειρήσεων και τραπεζών ελαττώνεται.
-Τα αποθέματα εμπορευμάτων βαθμιαία απορροφώνται.
-Ενα μέρος των εμπορευμάτων οι καπιταλιστές το καταστρέφουν, για να συγκρατήσουν την πτώση των τιμών.
-Το άλλο μέρος των εμπορευμάτων πουλιέται βαθμιαία, γιατί το προτσές της κατανάλωσης δεν μπορεί να σταματήσει τελείως.
-Οι καπιταλιστές που έχουν χρηματικά κεφάλαια, όταν πειστούν ότι η κρίση τελείωσε, αρχίζουν να αναζητούν τρόπους τοποθέτησης των κεφαλαίων τους.
-Τώρα η προσφορά χρήματος μεγαλώνει.
-Οι βιομήχανοι για να πάρουν το μέσο κέρδος δυναμώνουν την εκμετάλλευση και αρχίζουν να εισάγουν τεχνικές τελειώσεις (εφευρέσεις), να ανανεώνουν το πάγιο κεφάλαιό τους.
Ετσι, συντελείται το πέρασμα από τη στασιμότητα στην αναζωογόνηση.
3. Η αναζωογόνηση:
-Χάρη στον τεχνικό επανεξοπλισμό της παραγωγής μεγαλώνει η ζήτηση μηχανών.
-Αυτό δίνει τη δυνατότητα στους καπιταλιστές της Ιης υποδιαίρεσης να διευρύνουν την παραγωγή τους..., αρχίζουν την πρόσληψη συμπληρωματικής - εργατικής δύναμης.
-Η ανεργία μειώνεται.
-Αυξάνεται η ζήτηση των ειδών κατανάλωσης, που σπρώχνει στη διεύρυνση της ΙΙης υποδιαίρεσης, δηλαδή την παραγωγή των ειδών κατανάλωσης.
Υστερα από όλα αυτά, η οικονομία φτάνει στο επίπεδο που βρισκόταν πριν από την κρίση και η αναζωογόνηση περνάει σε άνοδο.
4. Η άνοδος:
-Η παραγωγή αυξάνεται με υψηλούς ρυθμούς.
-Χτίζονται νέα εργοστάσια.
-Μεγαλώνει η εισροή εμπορευμάτων στην αγορά.
-Αρχίζουν και δημιουργούνται οι προϋποθέσεις της υπερπαραγωγής σε λανθάνουσα μορφή.
-Αυτή η πορεία συνεχίζεται μέχρι τη στιγμή που οι διαστάσεις της παραγωγής ξεπεράσουν σημαντικά την απορροφητική ικανότητα της αγοράς, οπότε και ξεσπάει νέα κρίση.
Ο Φρ. Ενγκελς δίνει μια παραστατική εικόνα της ανάπτυξης της παραγωγής στη φάση της ανόδου:
«Πάλι αρχίζει να επιτυγχάνεται λίγο - λίγο η πορεία, να γίνεται τριποδισμός, ο τριποδισμός να γίνεται καλπασμός και αυτός πάλι να δυναμώνει με τη σειρά του, ώσπου να καταντήσει ένας φρενήρης και αχαλίνωτος καλπασμός της βιομηχανίας, του εμπορίου, των πιστώσεων και της κερδοσκοπίας, για να καταλήξει ύστερα από τα πιο παράτολμα πηδήματα ...στο λάκκο της κρίσης. Και έτσι πάλι από την αρχή επαναλαμβάνεται συνεχώς το ίδιο παιχνίδι»6.
Ετσι, οι κρίσεις αποτελούν απαραίτητο στοιχείο της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Αποκαθιστούν περιοδικά με βίαιο τρόπο τις αναλογίες της κοινωνικής παραγωγής, οδηγούν στην ανανέωση του πάγιου κεφαλαίου. Ο Κ. Μαρξ γράφει σχετικά:
«Αν από τη μια μεριά η ανάπτυξη του πάγιου κεφαλαίου παρατείνει αυτή τη ζωή, από την άλλη την περιορίζει η διαρκής ανατροπή στα μέσα παραγωγής, που επίσης εντείνεται διαρκώς...
Γι' αυτό εντείνεται μαζί της και η αλλαγή των μέσων παραγωγής και η ανάγκη της διαρκούς αντικατάστασής τους, λόγω της ηθικής, πολύ πριν από την ολοκληρωτική τους φθορά. Μπορούμε να παραδεχτούμε πως για τους πιο αποφασιστικούς κλάδους της μεγάλης βιομηχανίας αυτός ο κύκλος ζωής είναι σήμερα, κατά μέσον όρο δεκάχρονος: Χάρη σε αυτόν τον κύκλο των αλληλοσυναρτημένων περιστροφών, ο οποίος περιλαβαίνει κάμποσα χρόνια και στον οποίο είναι καρφωμένο το κεφάλαιο εξαιτίας του πάγιου συστατικού του, προκύπτει μια υλική βάση των περιοδικών κρίσεων».
7

1. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. 3, σελ. 309.
2. Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: «Η εξέλιξη του σοσιαλισμού από ουτοπία σε επιστήμη». «Εργα», τ. 19, σελ. 215.
3. Κ. Μαρξ: «Θεωρίες για την υπεραξία», τ. IV, μέρος δεύτερο, σελ. 586.
4. Φρ. Ενγκελς: «Αντι-Ντύρινγκ», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή». Αθήνα 2001, σελ. 428.
5. Β. Ι. Λένιν: «Χαρακτηρισμός του οικονομικού ρομαντισμού». Απαντα, τ. 2, σελ. 170.
6. Φρ. Ενγκελς: «Αντι-Ντύριγνκ», εκδ. «Αναγνωστίδη», σελ. 408.
7. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. 2, σελ. 181.