5/3/09

ΑΡΤΟΤΙΝΑ.

Η Αρτοτίνα (υψόμ. 1.300 μ.), είναι η «πρωτεύουσα των Βαρδουσίων Ορέων», το καπετανοχώρι της Δωρίδας με τα αλπικά της τοπία. Είναι φωλιασμένη ανάμεσα στα επιβλητικά Βαρδουσία και την όμορφη Οξυά. Το 1940 οι κάτοικοι ξεπερνούσαν τους 1500.
Ιστορία - Αρχαιολογία: Την έχουν ονομάσει, δίκαια, «καπετανούπολη». Είναι πατρίδα: Του Λουκά Καλιακούδα, συμπολεμιστή του Λάμπρου Κατσώνη (1760). Του προκρίτου του χωριού Αναγνώστη Φασίστα, που δηλητηριάστηκε με δόλο από τους Τούρκους στο Λιδωρίκι, επειδή διαμαρτυρήθηκε για το βαρύ χαράτσι. Του απελευθερωτή της Δωρίδας, οπλαρχηγού και στρατηγού Δήμου Σκαλτσά, του Γεράντωνα, του Σαφάκα και του Ρούκη. Δίκαια υπερηφανεύονται οι αρτοτινοί για το καμάρι του αγώνα του λυτρωμού του 1821 Θανάση Διάκου, που γεννήθηκε στον τόπο τους, μόνασε στη μονή του Αγίου Ιωάννου και θυσιάστηκε στην Αλαμάνα. Αρτοτινός είναι και ο διεθνούς φήμης λαογράφος Δημήτριος Λουκόπουλος.
Το χωριό έχει να παρουσιάσει και σήμερα ξυλόγλυπτη, οργανοπαίχτη, ζωγράφο, πεζογράφους, δημοσιογράφους, χορευτικό όμιλο, μουσείο λαϊκής τέχνης, βιβλιοθήκη. Εκτός από τα 15 βιβλία του Δ. Λουκόπουλου (λαογραφικά, «Ο Σαφάκας» κλπ.), αξιόλογα είναι και τα βιβλία: ''Ποία η γενέτειρα του Αθ. Διάκου'' του Γιάννη Μασούρα, εκδόσεως της ''ΔΩΡΙΚΗΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ'', ''Αρτοτίνα'' του Γιάννη Ρουφογάλη και το πρόσφατο ''Ο Αθανάσιος Διάκος'' του Γιώργου Παπαϊωάννου. Ο Λευκιώτης Γυμνασιάρχης Κων. Δημόπουλος έχει γράψει για το Σκαλτσοδήμο και το Ρούκη.
Στην πλατεία έχει στηθεί η προτομή του Αθ. Διάκου από το 1930 με δωρεά της ''ΔΩΡΙΚΗΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ''. Σώζεται το αρχοντικό του Σαφάκα. Ο τάφος του γιου του Γιάννη βρίσκεται μπροστά στην εκκλησία της Παναγίας. Στήλες έχουν στηθεί στα σπίτια που γεννήθηκαν ο Διάκος και ο Σκαλτσοδήμος.
Ανατολικά, πέρα από τη χαράδρα, υπάρχουν λείψανα αρχαίου οικισμού. Υπάρχει επίσης τάφος μακεδόνικος.
Μερικά χλμ. από το χωριό βρίσκεται η εκκλησία του Αγ. Ιωάννου του Προδρόμου και το κελί που εμόνασε ο Διάκος (το κελί του παραμένει ανέπαφο).

ΚΟΚΚΙΝΙΑ.


4/3/09

Το δημοτικό τραγούδι μας διδάσκει ιστορία...

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ.
[Ο κλέφτης, του οποίου αναφέρει τον θάνατον το κατωτέρω τραγούδι, είναι άγνωστος. Πιθανώς είναι ο Κώστας Καφρίτσας, κλέφτης των Αγράφων, ζήσας κατά τας αρχάς του παρελθόντος αιώνος. Αλλά το όνομα του κλέφτου δεν είναι το αυτό εις τας δύο μόνον φερομένας παραλλαγάς- η ετέρα τον ονομάζει Μήτσο.]

Σηκώνομαι μια χαραυγή, μαύρος από τον ύπνο,
παίρνω νερό και νίβομαι, μαντήλι και σφουγγειώμαι,
ακούω τα δέντρα και βογγούν και ταις οξυαίς και τρίζουν,
και τα λημέρια των κλεφτών και βαριαναστενάζουν.
"Έκατσα και τα ρώτησα γλυκά σαν τη μητέρα.
"Τι έχετε οξυαίς που χλίβεστε, λημέρια που βογγάτε;"
Κ' εκείνα μ' αποκρίθηκαν βαριαναστεναγμένα.
"Εχάσαμε την κλεφτουριά και το λεβέντη Κώστα,
οπού χε δώδεκα αδερφούς και τριανταδυό ξαδέρφια,
πού φερνε σκλάβαις παπαδιαίς με τοις παπαδοπούλαις,
πού φέρνε και τοις μπέΐσσαις μ' αυταίς τοις μπεϊοπούλαις."

[Αι παραλλαγαί του επομένου άσματος έχουν διαφορετικόν γύρισμα εκάστη (οίον, Ελένη μου, Ελένη, Ελένη φιλημένη κτλ. - κάτω μπιρπίλι μου η πέρδικα, γεια σου, μωρή Βλάχα μου. - Δέσπω βραχούλα μ' - Δέσπω του Λιακατά κ.τ.τ.). Το τελευταίον αν μη και το προηγούμενον, αναφέρεται εις την θυγατέρα του καπετάνιου της Αρτοτίνας της Δωρίδας Νίκου Λιακατά, αγαπητικήν του αρματωλοΰ της Βουνιχώρας Αλικούρη.]

Παίρνουν ν' ανθίσουν τα κλαριά κ' η πάχνη δεν τ' αφήνει,
θέλω κ' εγώ να σ' αρνηθώ και δε μ' αφήνει ο πόνος.

Σαν παίρνης τον κατήφορο, την άκρη το ποτάμι,
με το πλατύ πουκάμισο, με τάσπρο σου ποδάρι,
χαμήλωσε την μπόλια σου και σκέπασε τα φρύδια,
να μη φανούνε τα φιλιά, να μη σε καταλάβουν,
και σε ζηλέψουν τα πουλιά, της άνοιξης ταηδόνια.

Σύρε να ειπής της μάννας σου, να μη σε καταρειέται,
τι θα την κάμω πεθερά, τι θα την κάμω μάννα.

Άιντε και βάνε τάρματα, κ' έλα 'ς την Κρύα Βρύση,
να περπατάμε 'ς τα βουνά, 'ς της Λιάκουρας τα χιόνια,
να σαι τς αυγούλας η δροσιά και του Μαγιού η πάχνη,
και μέσα 'ς το λημέρι μου να λάμπης σαν την Πούλια.


ΤΟΥ ΚΙΤΣΟΥ.
[Του Κίτσου το τραγούδι είναι κοινότατον πολλαχού της Ελλάδος και αγαπητόν, αλλά τίποτε σχεδόν δεν ηξεύρομεν περί του κλέφτου αυτού ή περί των χρόνων, καθ' ους έζησεν. Εκ μιας παραλλαγής φαίνεται ότι ήτο κλέφτης του Βάλτου και του Ξηρομέρου της Ακαρνανίας, εξ άλλου δε άσματος μανθάνομεν ότι το τέλος αυτού ήτο διάφορον, ότι δεν εκρεμάσθη υπό των Τούρκων, αλλ' επιστρέφων εκ μάχης, εις την οποίαν εφονεύθησαν ο αδελφός του και πέντε παλληκάρια του, ετραυματίσθη θανασίμως κατά την εις Άγραφα οδόν υπό ενεδρευόντων εχθρών. - Νεώτεραι διασκευαί του άσματος προσηρμόσθησαν εις ληστάς ή φυλακισμένους.]

Του Κίτσου η μάννα κάθουνταν 'ς την άκρη 'ς το ποτάμι,
με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε.
"Ποτάμι, για λιγόστεψε, ποτάμι, γύρνα πίσω,
για να περάσω αντίπερα, 'ς τα κλέφτικα λημέρια,
πόχουν οι κλέφταις σύνοδο κι' όλοι οι καπεταναίοι."

Τον Κίτσο τόνε πιάσανε και πάν να τον κρεμάσουν,
χίλιοι τον πάν από μπροστά και δυο χιλιάδες πίσω,
κι’ ολοξοπίσω πάγαινε νη δόλια του η μαννούλα.
"Κίτσο μου, που είναι τάρματα, που τα χεις τα τσαπράζια,
τοις πέντε αράδαις τα κουμπιά τα φλωροκαπνισμένα;
-Μάννα λωλή, μάννα τρελλη, μάννα ξεμυαλισμένη,
μάννα, δεν κλαις τα νιάτα μου, δεν κλαις τη λεβεντιά μου,
μόν' κλαις τάρημα τάρματα, τάρημα τα τσαπράζια;"


ΤΟΥ ΛΙΒΙΝΗ (1685).
[Κατά το δεύτερον έτος του ενετοτουρκικού πολέμου (1685) επαναστατήσαντες ηνώθησαν μετά των Ενετών αρματωλοί τινες της Στερεάς Ελλάδος, εν οις και ο εκ Καρπενισίου Λίβινης. Ούτος κατενίκησε μεν τους Τούρκους, συγκροτήσας μάχην εν τω άνωθεν του χωρίου Γόλιανης του δήμου Καρπενισίων λόφω, όστις έκτοτε ονομάζεται του Λίβινη, αλλά μικρώ ύστερον καταδιωκόμενος υπό των Τούρκων της Ευρυτανίας και της Φθιώτιδος έπεσεν εν Αραχώβη του δήμου Παρακαμπυλίων της Ευρυτανίας. Το προκείμενον άσμα αναφέρει τας τελευταίας θελήσεις αυτού, διατάσσοντος να παραδοθούν τα όπλα του εις τον ανήλικον υιόν του, ότε ηβήσας θα δύναται να φέρη και να τίμηση αυτά.]

Τρία μεγάλα σύγνεφα 'ς το Καρπενίσι πάνε,
τό να φέρνει αστραπόβροντα, τάλλο χαλαζοβρόχια,
το τρίτο το μαυρύτερο μαντάτα του Λιβίνη.
"Σε σένα, Μήτρο μου γαμπρέ, Σταθούλα ψυχογιέ μου,
αφήνω τη γυναίκα μου, το δόλιο μου το Γιώργη,
που ναι μικρός για φαμελιά κι' άπ' άρματα δεν ξέρει.
Και σα διαβή τα δεκαννιά και γίνη παλληκάρι,
ελάτε να ξεθάψετε τα δόλια τάρματά μου,
που τά χωσα 'ς την εκκλησιά, μέσα 'ς το άγιο βήμα,
να μη τα πάρουν τα σκυλιά κι' ο Τουρκοκωσταντάκης."


ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΗΛΙΟΝΗ (περί το 1750).
Χρήστος Μηλιόνης, οπλαρχηγός εκ Δωρίδος, συντροφεύσας με τον οπλαρχηγόν του Βάλτου Μήτρον Τσεκούραν, εισέβαλεν εις την Άρταν και απήγαγεν εκείθεν τον καδήν και δύο αγάδες, παρ' ων εζήτει λύτρα όπως τους ελευθερώση. Σφόδρα ταραχθείς δια το τόλμημα τούτο ο μουσελίμης της Άρτης, ήτοι ο επίτροπος του πασά, ηξίωσε παρά του Έλληνος προεστώτος Μαυρομάτη και του δερβέναγα Μουχτάρ Κλεισούρα να θανατώσωσι τον Μηλιόνην. Ούτοι δε ανέθεσαν το έργον εις τον Αλβανόν Σουλεϊμάνην, όστις βλάμης ων του Μηλιόνη, ηδύνατο να πλησιάση αυτόν, χωρίς να διεγείρη υπόνοιαν. Αλλ' ο Σουλεϊμάνης, ότε μετ' ολίγον χρόνον συνήντησε τον παλαιόν φίλον του εις το χωρίον Αλμυρόν του Βάλτου και συνευωχήθη μετ' αυτού εκεί, έκρινεν άτιμον να τον δολοφονήση προδοτικώς και επροτίμησε να τω αποκαλύψη ειλικρινώς τον σκοπόν της αποστολής του, τον προοεκάλεσε δε να παραδοθή εκουσίως. Ο Μηλιόνης ηρνήθη, συνεπλάκησαν δια των όπλων και κατά μοιραίαν σύμπτωσιν εφονεύθησαν και οι δύο. Ο Μηλιόνης έζη περί τα μέσα του ΙΗ' αιώνος, ως συνάγεται εκ της σωζόμενης εν τω μουσείω της εν Αθήναις Ιστορικής εταιρείας σφραγίδος αυτού, ήτις (φέρει χρονολογίαν 1744].

Τρία πουλάκια κάθονται ‘ς τη ράχη 'ς το λημέρι,
τό να τηράει τον Αρμυρό, τάλλο κατά το Βάλτο,
το τρίτο το καλύτερο μοιριολογάει και λέει,
Κύριε μου, τι να γίνηκεν ο Χρήστος ο Μηλιόνης;
Ουδέ 'ς το Βάλτο φάνηκε, ουδέ 'ς την Κρύα βρύση.
Μας είπαν πέρα πέρασε κ’ επήγε προς την Άρτα,
κ' επήρε σκλάβο τον κατή μαζί με δύο αγάδες.
Κι' ο μουσελίμης τ' άκουσε, βαριά του κακοφάνη,
Το Μαυρομάτη νέκραξε και το Μουχτάρ Κλεισούρα.
«Εσείς, αν θέλετε ψωμί, αν θέλετε πρωτάτα,
το Χρήστο να σκοτώσετε, τον καπετάν Μηλιόνη.
Τούτο προστάζει ο βασιλιάς και μόστειλε φερμάνι.»

Παρασκευή ξημέρωσε, ποτέ να μη είχε φέξη!
κί' ο Σουλεϊμάνης στάλθηκε να πάγη να τον εύρη.
'Στον Αρμυρό τον έφτασε κι' ως φίλοι φιληθήκαν.
Ολονυχτίς επίνανε όσο να ξημερώση.
Και όταν έφεξε η αυγή πέρασαν 'ς τα λημέρια.
Κι' ο Σουλεϊμάνης φώναξε του καπετάν Μηλιόνη,
"Χρήστο, σε θέλει ο βασιλιάς, σε θέλουν κ' οι αγάδες.
-Όσο 'ν' ο Χρήστος ζωντανός Τούρκους δεν προσκυνάει."
Με το τουφέκι τρέξανε ο ένας να φάη τον άλλο.
Φωτιάν εδώσαν 'ς τη φωτιά, κ’ έπεσαν εις τον τόπο.


ΤΟΥ ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑ.
Γιάννης Μπουκουβάλας, ο γενάρχης της ακαρνανικής οικογενείας των Μπουκουβαλαίων, ανεδείχθη περί τα μέσα του ΙΗ' αιώνος ως επιτυχώς αντιταχθείς και προστατεύσας ελληνικάς κοινότητας της Ακαρνανίας και των Αγράφων κατά των ληστρικών επιδρομών της αλβανικής φάρας των Μετσιοχουσάτων (η Μουσουχουσαίων). Η φάρα αύτη, εις ην ανήκε και ο διαβόητος Αλή πασάς, λαβούσα το όνομα από του προπάππου τούτου Μουσταφά ή Μέτσιο Χούσο (υιού του Χούσο), ζήσαντος περί τα τέλη του ΙΖ' και τας αρχάς του ΙΗ' αιώνος, ισχυράς ληστρικάς συμμορίας καταρτίζουσα, δεν περιωρίζετο εις την λήστευσιν και καταδυνάστευσιν των πλησίον του Τεπελενίου χωρίων, αλλ’ επεξέτεινε τας επιδρομάς αυτής και πέραν των ηπειρωτικών συνόρων. Ουχί δ' άπαξ συνεκρούσθη προς την αρματωλικήν οικογένειαν των Μπουκουβαλαίων, ως συνάγεται εκ διαφόρων δημοτικών ασμάτων τούτου δ' ένεκα και ο Αλή πασάς έτρεφε μίσος κατά πάντων των μελών της οικογενείας ταύτης. Περιφανεστέρα πασών των συγκρούσεων τούτων φαίνεται ότι εθεωρείτο η παρά το Κεράσοβον (άγνωστον αν το Κεράσοβον του Μεσολογγίου ή το των Αγράφων), την οποίαν εξυμνεί το επόμενον άσμα. - Ο Γιάννης Μπουκουβάλας μετέσχε και της επαναστάσεως του 1769, καταφυγών μετά την καταστολήν ταύτης εις Ρωσίαν.]

Τι νά ναι ο αχός που γίνεται κ' η ταραχή η μεγάλη,
'ς τη μέση 'ς το Κεράσοβο και 'ς τη μεγάλη χώρα;
Ο Μπουκουβάλας πολεμάει με τους Μουσουχουσαίους.
Πέφτουν τα βόλια σα βροχή, και τα βουνά βογγάνε.
Κ' ένα πουλάκι φώναξε ναπό ψηλό κλαράκι.
"Πάψε, Γιάννη μ', τον πόλεμο, πάψε και το τουφέκι,
να κατακάτση ο κουρνιαχτός, να σηκωθή η αντάρα,
να μετρηθή κ' η κλεφτουριά, να μετρηθή τασκέρι."
Μετριούνται οι Τούρκοι τρεις φοραίς και λείπουν πεντακόσιοι,
μετριούνται τα κλεφτόπουλα και λείπουν τρεις λεβένταις.


ΤΟΥ ΚΩΣΤΑΝΤΑΡΑ.
Κώστας Ζαχαρίας, ο επιλεγόμενος Κωσταντάρας, ήτο γυναικάδελφος του αρματωλού Βρικόλακα, διεδέχθη δ' αυτόν εις το αρματωλίκι των Σαλόνων, της Δωρίδος και του Μαλανδρίνου κατά το 1740. Απέθανε φυσικόν θάνατον κατά το 1755.]

Εγέρασα, μωρέ παιδιά, 'ς τους κλέφταις καπετάνιος,
τριάντα χρόνια αρματωλός, πενήντα χρόνια κλέφτης.
Θέλω ν’ αφήοω την κλεψιά, καλόγερος να γένω,
καλόγερος και γούυενος και ρασοτυλιμένος.
Δέκα χωριά νεχάλασα, τα ξαναφκειάνω πάλε,
δυο μοναστήρια χάλασα τα ξαναχτίζω πίσω.
Και σας χαρίζω τάρματα μαζί με την ευχή μου.
Να ρήνω και 'ς το θυμιατό μπαρούτι αντίς λιβάνι,
να μου θυμάη τον πόλευο, τα περασμένα νιάτα,
σεις να χαλάτε την Τουρκιά, κ' εγώ να σας σχωράω.


ΤΟΥ ΒΛΑΧΟΘΑΝΑΣΗ.
Μήτρος Βλαχοθανάσης, εκ Βουνιχώρας της Φωκίδος, ήτο ονομαστός αρματωλός κατά τα μέσα του ΙΗ' αιώνος. Ο διάσημος Ανδρίτσος, ο πατήρ του Οδυσσέως, ήτο κατά την νεότητά του πρωτοπαλλήκαρον αυτού. Κατά το 1771, οτε ο Βλαχοθανάσης υπέργηρως ων είχεν αποφασίση να μεταβάλη βίον "για να πεθάνη ήσυχος 'ς τα χώματα του", ο Ανδρίτσος μελετών επίθεσιν κατά του Μουχτάρ πασά της Ναυπάκτου, και γινώσκων οπόσον πολύτιμος σύντροφος θα ήτο ο γέρων ψυχοπατέρας του, τον έπεισε να μετάσχη του αγώνος. Προ της Ναυπάκτου συνεπλάκησαν οι κλέφταις προς τον Μουχτάρ, ισχυροτάτας έχοντα δυνάμεις. Η μάχη διήρκει επί πολλάς ώρας, ότε ο γηραιός Βλαχοθανάσης ώρμησε με το ξίφος προς το κέντρον των εχθρών. Καίτοι δ' επληγώθη εις την χείρα και τον λαιμόν, επροχώρει, παρακολουθούμενος υπό του Γιάννη Ξυλικιώτη, αλλά τραυματισθέντος καιρίως και τούτου, στραφείς όπως θοηθήση αυτόν, επληγώθη θανασίμως εις την κεφαλήν, και πίπτων παρεκάλει τους συντρόφους του να του πάρουν το κεφάλι. Ώρμησαν ούτοι όπως αποκομίσωσι τους νεκρούς και δεινός συνήφθη αγών, ότε προσδραμάντος εις επικουρίαν των Τούρκων του δερβέναγα της Ναυπάκτου Μητσομπόνου, μετά πολλών ανδρών, ηναγκάσθησαν ν' αποχωρήσωσι, καταλιπόντες τους νεκρούς. Αι κεφαλαί αυτών απεκόπησαν υπό των Τούρκων και περιήχθησαν ύστερον προς επίδειξιν εις την Ναύπακτον και τα πέριξ, παρεδόθησαν δε τελευταίον εις τον μπέην των Σαλώνων.]

Τρία πουλάκια κάθονται ψηλά 'ς τη Βουνιχώρα,
το να τηράει τη Λιάκουρα, και τάλλο την Κωστάρτσα,
το τρίτο το καλύτερο ρωτάει τους διαβάταις:
"Διαβάταις πού διαβαίνετε, στρατιώταις πού περνάτε,
μην είδετε τς αρματωλούς και το Βλαχοθανάση,
που γέρασεν αρματωλός, 'ς τους κλέφταις καπετάνιος;
-Εμείς προψές τον είδαμε 'ς τον Έπαχτον απόξω,
δυο μέραις επολέμαγε με Τούρκους τρεις χιλιάδες."
"Ανδρούτσο, τί κλειστήκαμε, σα νά μαστε γυναίκες;"
Το γιαταγάνι τραύηξε κ’ ένα γιουρούσι κάνει.
Του πέφτουν βόλια σα βροχή, κανόνια σα χαλάζι.
Τρεις μπάλαις του ερρήξανε, πικραίς φαρμακωμέναις.
Ή μια τον πήρε 'ς το λαιμό η άλλη μέσ' 'ς το χέρι,
Κ’ η τρίτη η φαρμακερή τον ηύρε 'ς το κεφάλι.
"Κόψτε μου το κεφάλι μου, νά χετε την ευχή μου!"

Κι' ο Ανδρούτσος βγάνει μια φωνή, πικρή, φαρμακωμένη:
"Παιδιά, τραυάτε, τα σπαθιά, κι' αφήτε το ντουφέκι,
να μη μας πάρη η Τουρκιά του Βλάχου το κεφάλι,
που γέρασεν αρματωλός, 'ς τους κλέφταις καπετάνιος."

Βλάχο, καλά καθόσουνε ψηλά 'ς τη Βουνιχώρα,
θυμήθηκες τα νιάτα σου, κ' επήρ' ο νους σ' αγέρα,
και τώρα το κεφάλι σου το πήρανε οι Τούρκοι.
Το σεργιανάνε 'ς τα χωριά και παίρνουνε μπαξίσι,
‘ς τα Σάλωνα οι μπέηδες χούφταις φλωριά κερνάνε.


ΤΟΥ ΧΡΟΝΗ.
Αλή Τσεκούρας, δερβέναγας, συλλαβών δια προδοσίας τα τέκνα του εκ Δωρίδος αρματωλού Χρόνη, τα κατέσφαξεν. Ως αναφέρει το επόμενον τραγούδι, ο Χρόνης εξεδικήθη τον φόνον των τέκνων του, 'Έζη δε ο Χρόνης κατά την δευτέραν πεντηκονταετηρίδα του ΙΗ' αιώνος, και εφονεύθη έξω του Γαλαξειδίου κατά το 1791. Αι πελοποννησιακαί παραλλαγαί του άσματος αναφέρονται εις άλλον Χρόνην, Αγραπιδοχωρίτην (εξ Αγραπιδοχωρίου του δήμου Πηνειίων), ονομαστί δε μνημονεύουσι τα δύο παιδιά του Χρόνη, Αγγελή και Αναστάσην. Ο Αλή Τσεκούρας εις τας παραλλαγάς ταύτας είναι Τούρκος εκ Τριπόλεως, δια την σκληρότητά του επονομαζόμενος Τσεκούρας.]

Πολλά τουφέκια αντιβογούν, μιλιόνια, καριοφίλια,
μήνα σε γάμο πέφτουνε, μήνα σε πανηγύρι,
κι" ουδέ σε γάμο πέφτουνε κι’ ουδέ σε πανηγύρι,
Αλή Τσεκούρας χαίρεται και ρίχνει 'ς το σημάδι.
Πάγει κι’ ο Χρόνης για να ιδή, σεργιάνι για να κάμη.
"Ώρα καλή, μπουλούκμπαση. -Καλό 'ς το Χρόνη οπού ρθε.
Πώς τά χεις, Χρόνη μ’, τα παιδιά, τι κάνουν τα παιδιά σου;
- Σε προσκυνούν, μπουλούκμπαση, και σου φιλούν τα χέρια,
δώδεκα μέραις έλειπα, τι κάνουνε δεν ξέρω.
-Για άπλωσε, Χρόνη, 'ς τον τορβά, για λύσε το δισάκκι,
θα βρης δυο μήλα κόκκινα, δυο πατρινά λεμόνια."
Πάγει κι' ο Χρόνης και κυττάει μεσ’ ς τον τορβά και βλέπει,
βλέπει το πρώτο του παιδί, το πρώτο παλληκάρι,
τηράζει κι' άλλη μια φορά, τάλλο παιδί του βλέπει.
Πέφτει στραβός με το σπαθί 'ς το τούρκικο τασκέρι,
βαρεί δεξιά, βαρεί ζερβιά, βαρεί μπροστά και πίσω,
κόβει Αρβανίταις δώδεκα και δυο μπουλουκμπασήδες.


ΤΟΥ ΑΝΔΡΙΤΖΟΥ (1792).
[Το κατωτέρω αδράς εμπνεύσεως άσμα αναφέρεται κατά πάσαν πιθανότητα εις τον χρόνον, καθ' ον ο ονομαστός πολέμαρχος της Στερεάς Ελλάδος, ο Λοκρός Ανδρίτζος, ο πατήρ του Οδυσσέως, καταλιπών τα ορεινά σκηνώματα αυτού συνεπολέμει μετά του Λάμπρου Κατσώνη, μέχρι της παρά το Ταίναρον ήττης (1792), ότε χωρισθείς αυτού διέσχισεν, ηγούμενος 500 ανδρών, κατά μήκος την Πελοπόννησον, και επί τεσσαράκοντα ημερονύκτια πολεμών προς τους διώκοντας αυτόν εξακισχιλίους Τούρκους, κατώρθωσε να διαπεραιωθή εις Πρέβεζαν, φονεύσας υπέρ τους 1500 εχθρούς, αυτός δ' απολέσας το πέμπτον περίπου των υπ' αυτόν πολεμιστών.]

Κλαίνε τα μαύρα τα βουνά, παρηγοριά δεν έχουν.
Δεν κλαίνε για το ψήλωμα, δεν κλαίνε για τα χιόνια,
-η κλεφτουριά τ' αρνήθηκε και ροβολάει 'ς τους κάμπους.
Η Γκιώνα λέει της Λιάκουρας κ’ η Λιάκουρα της Γκιώνας.
"Βουνίμ', που σαι ψηλότερα και πιο ψηλά αγναντεύεις,
πού να ναι, τι να γίνηκαν οι κλέφταις οι Ανδριτζαίοι;
Σαν πού να ψένουν τα σφαχτά, να ρήνουν 'ς το σημάδι,
σαν ποια βουνά στολίζουνε με τούρκικα κεφάλια;
-Τι να σου πω, μωρέ βουνί, τι να σου πω, βουνάκι,
τη λεβεντιά τη χαίρονται οι ψωριασμένοι κάμποι.
Στους κάμπους ψένουν τα σφαχτά και ρήνουν 'ς το σημάδι,
τους κάμπους τους στολίζουνε με τούρκικα κεφάλια."
Κ' η Λιάκουρα σαν τ' άκουσε βαριά της κακοφάνη.
Τηράει ζερβά, τηράει δεξιά, τηράει κατά τη Σκάλα.
"Βρε κάμπε αρρωστιάρικε, βρε κάμπε μαραζάρη,
με τη δική μου λεβεντιά να στολιστής γυρεύεις;
Για βγάλε τα στολίδια μου, δώ μου τη λεβεντιά μου,
μη λειώσω ούλα τα χιόνια μου και θάλασσα σε κάμω."


ΤΟΥ ΛΙΑΚΟΥ.
Παναγιώτης Λιάκος ήτο αλβανόφωνος κλέφτης εκ του χωρίου Παναρήτη. Δημοτικά τινα άσματα αφηγούνται μάχην αυτού προς τον Γιουσούφ Αράπην, πιθανώς κατά το 1806, ότε κατ' εντολήν του Αλή πασά εξεστράτευσεν ούτος προς καθυπόταξιν των κλεφτών της Στερεάς και της Θεσσαλίας. Η προς τον Βεληγκέκαν μάχη, την οποίαν αφηγείται το επόμενον άσμα, ίσως έγινε χρόνον τινά πρότερον, πιθανώς κατά τα τέλη του ΙΗ' αιώνος, διότι έν τισι παραλλαγαίς πλην του Βεληγκέκα μνημονεύεται και ο Βελή πασάς, ο νεαρός δηλ. υιός του Αλή, τον οποίον είχεν εγκαταστήση ούτος γενόμενος κύριος των Ιωαννίνων (1788) εν Θεσσαλία.]

Τρία πουλάκια κάθονται μέσ' 'ς το Γερακοβούνι,
το να τηράει τον Αρμυρό, τάλλο κατ' τό Ζητούνι,
το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέει:
"Ο Λιάκος τι να γίνηκε φέτο το καλοκαίρι,
να βγή 'ς της Γούρας τα βουνά, να βγη κατ' τό Ζητούνι,
να χαρατζώση τα χωριά κι' όλο το βιλαέτι;"

Ο Λιάκος αποκλείστηκε 'ς το Μπούμηλο 'ς τη ράχη.
Πολλή Τουρκιά τον πλάκωσε, Κονιάροι κι' Αρβανίταις.
"Προσκύνα, Λιάκο τον πασά, προσκύνα το βεζίρη,
να σου χαρίση τη ζωή, δερβέναγας να γίνης.
-Όσο 'ν' ο Λιάκος ζωντανός, πασά δεν προσκυνάει,
πασά έχει ο Λιάκος το σπαθί, βεζίρη το ντουφέκι."

Κι' αρχίσανε τον πόλεμο τα βροντερά ντουφέκια.
Μέρα και νύχτα πολεμούν, τρεις μέραις και τρεις νύχταις
κι' ο Λιάκος έτρεξεν ομπρός με το σπαθί 'ς το στόμα.
Φεύγουν Κονιάροι από μπροστά, φεύγουν κ' οι Αρβανίταις.
Κλαίουν οι Αρβανίτισσαις 'ς τα μαύρα φορεμέναις,
κι' ο Βεληγκέκας γύρισε 'ς το αίμα του πνιμένος,
κι' ο Μουσταφάς λαβώθηκε 'ς το γόνα και 'ς το χέρι.


ΤΗΣ ΛΙΑΚΑΙΝΑΣ.
[Τις η Λιάκαινα της οποίας την αιχμαλωσίαν, την υπερήφανον άρνησιν να γίνη σύζυγος Τούρκου και την θαυμασίαν ελευθέρωσιν υπό του ανδρός της διηγείται το άσμα; Ίσως είναι η γυνή του κλέφτη Λιάκου του προηγουμένου άσματος, του νικητού του Βεληγκέκα και του Γιουσούφ αράπη, ίσως άλλου τινός ομωνύμου• είς τινας παραλλαγάς ονομάζεται Αντώναινα, άλλαι πάλιν αναφέρονται εις ανώνυμον νιόνυφην. Μέγιστος βεβαίως είναι ο αριθμός των νεαρών Ελληνίδων γυναικών, όσαι απαχθείσαι αιχμάλωτοι υπό των Τούρκων επροτίμησαν τον θάνατον αντί της συμβιώσεως μετά του άρπαγος, και είναι ευνόητον ότι την σκληράν τύχην τινός αυτών παρέλαβεν ως υπόθεσιν άσματος η δημώδης ποίησις συμπληρώσασα την έκθεσιν της οικογενειακής τραγωδίας δια λύσεως ιδεώδους, ήτοι της απελευθερώσεως υπό ανδρείου συζύγου, καίτοι τοιαύτη λύσις σπανιώτατα θα επαρουσιάζετο εις την πραγματικότητα. Αλλά την λύσιν ταύτην παρέλαβεν εκ του παλαιοτέρου ποιητικού αποταμιεύματος αυτής, εκ των ακριτικών ασμάτων, όπου συχνότατα αναφέρεται ήρως απολυτρών την απαχθείσαν σύζυγόν του δια της συνδρομής του θαυμάσιου ίππου του. Μία δε παραλλαγή του άσματος της Λιάκαινας και άλλας πλην ταύτης απηχήσεις παρουσιάζει των ακριτικών ασμάτων.]

Πως λάμπει ο ήλιος ‘ς τα βουνά, 'ς τους κάμπους το φεγγάρι
έτσι έλαμπε κ’ η Λιάκαινα 'ς τα τούρκικα τα χέρια.
Πέντε Αρβανίταις την κρατούν και δέκα την ξετάζουν,
Κ’ ένα μικρό μπεόπουλο κρυφά την κουβεντιάζει.
"Λιάκαινα, δεν παντρεύεσαι, δεν παίρνεις Τούρκον άντρα,
να σ’ αρματώση 'ς το φλωρί, μεσ’ 'ς το μαργαριτάρι;
-Κάλλιο να ιδώ το αίμα μου τη γης να κοκκινήση,
παρά να ιδώ τα μάτια μου Τούρκος να τα φιλήση,"

Κι’ ο Λιάκος την αγνάντεψε ναπό ψηλή ραχούλα,
κοντοκρατεί το μαύρο του, στέκει και τον ξετάζει,
"Δύνεσαι, μαύρε μ', δύνεσαι να βγάλης την κυρά σου;
-Δύνομαι, αφέντη μ’, δύνομαι να βγάλω την κυρά μου,
Να μ’ αυγατίσης την ταή σαρανταπέντε χούφταις,
να μ’ αυγατίσης το κρασί σαρανταπέντε κούπαις,
να δέσης το κεφάλι σου με δεκοχτώ μαντήλια,
να δέσης τη μεσούλα σου μαζί με τη δική μου."
Βιτσιά δίνει τ’ αλόγου του, ‘ς τη μέση γιουρουστάει,
και πάησε και την άδραξε, ‘ς το σπίτι του την πάει.


ΤΟΥ ΖΑΧΑΡΑΚΗ.
Ζαχαράκης, πρωτοπαλλήκαρον του Κοντογιάννη, και ύστερον οπλαρχηγός της Υπάτης, αντέστη επιτυχώς κατά του Γιουσούφ Αράπη, όστις τω 1806 διέτρεχε μετ' ισχυράς δυνάμεως κατ' εντολήν του Αλή πασά την Αιτωλίαν και την Φθιώτιδα προς καταπολέμησιν των αρματωλών και των κλεφτών. Πολλά δημοτικά άσματα αφηγούνται νικηφόρους συμπλοκάς του Ζαχαράκη προς τον φοβερόν δερβέναγαν του Αλή, όστις δια της απηνούς καταδιώξεως των ανθισταμένων και δια των βασάνων εις ας υπέβαλλεν αυτούς, ενέσπειρε πανταχού τον τρόμον.]

Θέλετε δέντρ' ανθήσετε, θέλετε μαραθήτε,
'ς τον ήσκιο σας δεν κάθομαι μήτε και 'ς τη δροσιά σας,
μόν' καρτερώ την άνοιξη, τόμορφο καλοκαίρι,
να μπουμπουκιάση το κλαρί, ν' ανοίξη το ροδάμι,
να βγω ψηλά 'ς τον Αρμυρό, ψηλά 'ς την Παλιοβούνα,
για να σιουρίξω κλέφτικα, να μάσω τα μπουλούκια.
Μπουλούκια πούθε βρίσκεστε, όλα να μαζωχτήτε,
τι εβγήκε ο Σούφης το σκυλί και κυνηγάει τους κλέφταις.
Σέρνει τσεκούρια 'ς τάλογα, τσεκούρια 'ς τα μουλάρια,
για να τσακίζη γόνατα, για να τσακίζει χέρια.

Κι’ όσοι κλέφτες τ' ακούσανε, πάνε να προσκυνήσουν.
Ο Ζαχαράκης μοναχά δεν πάει να προσκυνήση.
Ράχη σε ράχη περπατεί, λημέρι σε λημέρι.
"Εγώ ραγιάς δε γίνουμαι, Τούρκους δεν προσκυνάω.
Ελάτε, παλληκάρια μου, όλοι να συναχτήτε,
τι έχω να κάμω πόλεμο μ’ αυτόν το Σουφ αράπη,
να δείξουμε τη λεβεντιά και την παλληκαριά μας,
να ιδή ντουφέκι κλέφτικο, τα βόλια μας πού πέφτουν,
να μη περνά να τυραγνά αδύνατους ραγιάδες."


ΤΟΥ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ.
[Ο Μήτσος και ο Κωσταντής Κοντογιανναίοι, υιοί του Γιαννάκη Κοντογιάννη, ήσαν αρματωλοί της Υπάτης κατά τας αρχάς του παρελθόντος αιώνος. Τούτων τον Κωσταντήν εφόνευσεν ο εκ Μαυρίλου Δημάκης. Το κατωτέρω περί του φόνου άσμα αναφέρει ότι συνελήφθη και ο Νικολάκης Κοντογιάννης. Νικολάκης ήτο το όνομα ενός υιού του Μήτσου και ενός του Κωσταντή, αμφότεροι δ' ούτοι ηγωνίσθησαν κατά την επανάστασιν. Παραλλαγή του άσματος αντί του Νικολάκη αναφέρει ως πληγωθέντα τον ανδράδελφον της Κοντογιάνναινας, ήτοι τον Μήτσον.]

Κοιμάται αστρί, κοιμάται αυγή, κοιμάται νιο φεγγάρι,
κοιμάται η καπετάνισσα, νύφη του Κοντογιάννη
μέσ' 'ς τα χρυσά παπλώματα μέσ' 'ς τα χρυσά σεντόνια.
Να την ξυπνήσω ντρέπομαι, να της το πω φοβούμαι,
να μάσω μοσκοκάρυδα να την πετροβολήσω,
ίσως την πάρη η μυρωδιά, ίσως την εξυπνήση.

Σηκώθη η καπετάνισσα και με γλυκορωτάει.
"Το τι μαντάτα μού 'φερες από τους καπετάνιους;
-Πικρά μαντάτα σού 'φερα από τους καπετάνιους.
Το Νικολάκη πιάσανε, τον Κωσταντή βαρέσαν.
-Πού σαι, μαννούλα, πρόφτασε, πιάσε μου το κεφάλι,
και δέσ' το μου σφιχτά, για να μοιρολογήσω.
Και ποιόν να κλάψω από τους δυο; ποιανού να πω τοις χάρες;
Να κλάψω για τον Κωσταντή, ή για το Νικολάκη;
Ήσαν μπαϊράκια 'ς τα βουνά, και φλάμπουρα 'ς τους κάμπους.


ΤΟΥ ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗ.
Κατσαντώνης, διάσημος κλέφτης της Αιτωλίας, Ακαρνανίας και των Αγράφων, συνήψε πολλάς μάχας προς δερβεναγάδες του Αλή πασά, κατά τα πρώτα έτη του παρελθόντος αιώνος. Πρωτοπαλλήκαρον ων του Δίπλα, ανεγνωρίσθη κατά το 1800 ως καπετάνιος υπό τούτου, ταχθέντος υπ' αυτόν. Η περιφανεστέρα ανδραγαθία του ήτο ο φόνος του προσφιλούς εις τον Αλήν Αλβανού Βελή Γκέκα, ο οποίος δι' ισχυράς δυνάμεως Αλβανών κατεδίωκεν αυτόν εις τα Άγραφα (1806). Το επόμενον έτος 1807 πάσχων εξ ευλογίας και νοσηλευόμενος εις την θέσιν Μοναστηράκι της Ευρυτανίας, οπού ευρίσκοντο και πέντε μόνον εκ πάντων των συντρόφων του, καταδοθέντος του κρησφυγέτου του, συνελήφθη αιχμάλωτος υπό του Γιουσούφ Αράπη, φονευθέντων μετά πείσμονα άμυναν των συντρόφων του και τραυματισθέντος του αδελφού του Γεώργη, του επονομαζομένου Χασιώτη. Απαχθείς δε είς Ιωάννινα κατεδικάσθη υπό του Αλή πασά εις σκληρόν θάνατον, δια σφύρας θλασθέντων των οστών αυτού.]

Α'.
Αυτού που πας μαύρο πουλί, μαύρο μου χελιδόνι,
να χαιρετάς την κλεφτουριά κι' αυτόν τον Κατσαντώνη.
Πε του να κάνη φρόνιμα κι' όλο ταπεινωμένα,
δεν ειν' ο περσινός καιρός να κανη όπως θέλει,
φέτος το πήρε γκέντσιαγας, το πήρε ο Βέλη Γκέκας,
ζητάει κεφάλια κλέφτικα, κεφάλια ξακουσμένα.
Κι' ο Κατσαντώνης τό μαθε, και το σπαθί του ζώνει,
και παίρνει δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια,
χαμπέρι στέλνει 'ς την Τουρκιά, 'ς αυτόν το Βέλη Γκέκα.
«Όπου θα τά βρη τα παιδιά, ας τά βρη κι' ας τα πάρη!»

Κι' ο Βέλη Γκέκας έτρωγε 'ς ενού παπά το σπίτι.
Τρία κοράσια τον κερνούν κ' οι τρεις ξανθομαλλούσαις,
η μια κερνάει με το γυαλί, η άλλη με το κρουστάλλι,
η τρίτη νη καλύτερη με τασημένιο τάσι.
Κ' εκεί που τρώγαν κ' έπιναν κ' εκεί που λακριντίζαν,
μαύρα μαντάτα τού ρθανε από τον Κατσαντώνη.
"Να βγης, Βέλη μου, 'ς τ' Άγραφα, να βγης ν' ανταμωθούμε.»
Κι' ο Βελή Γκέκας τ' άκουσε πολύ του κακοφάνη,
'ς τα γόνατα σηκώθηκε και το σπαθί του ζώνει.
"Που είσαι, τσαούση ογλήγορε, μάσε τα παλληκάρια,
να πάμε να βαρέσουμε το σκύλο Κατσαντώνη."

Κι' ο Κατσαντώνης πρόφτασε, κακό καρτέρι του είχε.
Κι' ο Βελή Γκέκας πάει μπροστά με εξ εφτά νομάτους.
"Πού πας, Βέλη ντερβέναγα, ριτσάλη του βεζίρη;
-'Σ εσέν' Αντώνη κερατά, 'ς εσένα παλιοκλέφτη.
-Δεν είν' εδώ τα Γιάννινα, δεν ειν' εδώ ραγιάδες,
για ναν τους ψένης σαν τραγιά, σαν τα παχιά κριάρια,
εδώ ναι λόγκοι και βουνά και κλέφτικα τουφέκια,
βαριά βροντούν, πικρά βαρούν, φαρμακερά πληγώνουν."

Τρεις μπαταριαίς του ρήξανε, τη μια μεριά 'ς την άλλη
η μια τον πήρε ξώδερμα, η άλλη 'ς το κεφάλι,
κ' η τρίτη η φαρμακερή τον πήρε 'ς την καρδιά του.
Το στόμα του αίμα γέμισε, ταχείλι του φαρμάκι,
κ' η γλώσσα τ’ αηδονολαλεί, τα παλληκάρια κράζει.
"Που είσαι, τσαούση ογλήγορε, έλα παρ’ τ’ άρματά μου,
να μην τα πάρη η κλεφτουριά κι’ ο σκύλος Κατσαντώνης."

Β'.
Έχετε γεια, ψηλά βουνά και δροσεραίς βρυσούλαις,
και σεις Τσουμέρκα κι' Άγραφα, παλληκαριών λημέρια.
Αν δήτε τη γυναίκα μου, αν δήτε και το γιο μου,
ειπέτε τους πως μ’ έπιασαν με προδοσιά κι’ απάτη.
Αρρωστημένο μ' ηύρανε, ξαρμάτωτο ‘ς το στρώμα,
ωσάν μωρό 'ς την κούνια του, ‘ς τα σπάργανα δεμένο.


ΤΟΥ ΝΙΚΟΤΣΑΡΑ (1807).
Νίκος Τσάρας, ο πρεσβύτατος υιός του καπετάνιου Τσάρα, πατρώον έχοντος το αρματωλίκι της Ελασσώνος, μετά την δολοφονίαν τούτου, νεότατος την ηλικίαν, έλαβε την αρχηγίαν των παλληκαριών του πατρός του. Καταδιωχθείς υπό του Αλή πασά, εμάχετο ως κλέφτης εν Θεσσαλία, κατά των Αλβανών και του αρματωλού, ον εγκατέστησεν ο Αλής εις το προγονικόν του αρματωλίκι. Ονομαστός γενόμενος δια την ανδρείαν και την πολεμικήν δεξιότητα αυτού, συνεκάλεσεν εις εν επί του Ολύμπου μοναστήριον σύνοδον κλεφτών, ήτις προς τελεσφορωτέραν καταπολέμησιν των Τούρκων, απεφάσισε την ναυπήγησιν μικρών καταδρομικών πλοίων. Ναυλοχών δ’ εν Σκιάθω και Σκοπέλω, δια συνεχών αποβάσεων εις Θεσσαλίαν και δια τολμηρών επιδρομών εις τας ακτάς της Μακεδονίας εστενοχώρει τον Αλήν και τους εν Μακεδονία Τούρκους. Αλλά κατά το έτος 1806 ο τουρκικός στόλος διέλυσε τον καταδρομικόν στολίσκον του Νικοτσάρα, ούτος δ' όμως το επόμενον έτος, παράτολμος και ακατάβλητος, επρότεινεν εις τον εν Αιγαίω ναύαρχον του ρωσικού στόλου Δημήτριον Σινιάβιν να διασχίση μετά σώματος επιλέκτων Ελλήνων οπλιτών την Μακεδονίαν και να ενωθή μετά του εν Μολδοβλαχία ρωσικού στρατού, προσβάλλων εκ νώτων τους Τούρκους. Ο Σινιάβιν ενέκρινε το ριψοκίνδυνον σχέδιον, υποσχεθείς εν αποτυχία να προστατεύση την υποχώρησιν αυτού, στέλλων εις τα παράλια της Μακεδονίας πλοία όπως παραλάβωσι τους υποχωρούντας.
Τότε ο Νικοτσάρας μεταβάς εις την Στερεάν Ελλάδα ανεκοίνωσεν εις αρματωλούς και κλέφτας το σχέδιόν του και τους έπεισε να τον ακολουθήσωσιν. Εκλέξαντες αυτόν αρχηγόν των διεπεραιώθησαν δια διαφόρων οδών μυστικώς εις την Σκόπελον 250 περίπου Ρουμελιώται και ισάριθμοι Θεσσαλοί, Μακεδόνες και νησιώται. Εκ Σκοπέλου απέβησαν εις Κατερίναν του Ολύμπου και υπό το πρόσχημα ότι μετέβαινον εις επικουρίαν των εν Σερβία κατά του Καραγεώργη πολεμούντων Τούρκων, σταλέντες υπό του Αλή πασά, διώδευσαν ανενόχλητοι δια της Πιερίας και διήλθον τον Αλιάκμονα και τον Αξιόν. Αλλά περαιτέρω, αποκαλυφθέντος του σκοπού του, ο Νικοτσάρας ηναγκάζετο να προχωρή μαχόμενος. Διελθών τον Στρυμόνα, ηδυνήθη να διασπάση την εις τας κλεισωρείας του Δεμίρ Ισάρ δύναμιν των Τούρκων και να προχωρήση εις Νευροκόπι. Οι Τούρκοι καταλαβόντες τας επικαίρους θέσεις τον ηνάγκασαν να υποχώρηση, αλλ' αναπαυθείς επ' ολίγον εις Τσέρνοβαν κατώρθωσε να διαβή τον ποταμόν του Νευροκοπίου και να διευθυνθή προς τον Αίμον. Δεν ηδυνήθη δ' όμως να προχωρήση περαιτέρω, αναγκασθείς εις υποχώρησιν υπό ισχυράς τουρκικής δυνάμεως. Κατά την κάθοδόν του εις την μακεδονικήν παραλίαν επετέθησαν κατ' αυτού τέσσαρες χιλιάδες Αλβανοί, Τούρκοι και Κονιάροι Τούρκοι, συνάψας δε προς αυτούς τριήμερον μάχην, εξαντληθέντων των πολεμοφοδίων, διέσχισε δι' εφόδου ξιφήρης τας εχθρικάς φάλαγγας και διηυθύνθη προς την γέφυραν του Πράβι, δια να διέλθη τον Στρυμόνα. Η γέφυρα είχεν αποφραχθή δι’ αλύσεων, τας οποίας διέσπασε, κατήλθεν εις τον κόλπον του Ορφανού, μη ευρών δε ως ανέμενε ρωσικά πλοία όπως έπιβιβασθή, επορεύθη οδεύων διά της παραλίας εις την Χαλκιδικήν, και κατέφυγεν εις τα μοναστήρια του Αγίου Όρους όπου εσώθη. Οι περισωθέντες ήσαν το δέκατον μόλις των εκστρατευσάντων, περί τους πεντήκοντα μόνον.]


Α'.
Τρία κομμάτια σύννεφα 'ς τον Έλυμπο, 'ς τη ράχη,
τό να βαστάει τη δροσιά, τάλλο βαρύ χαλάζι,
το τρίτο το μαυρότερο τη θάλασσ’ αγναντεύει.
"Πάψε, γιαλέ μου, το θυμό, πάψε τα κύματα σου,
να βγουν τα κλεφτοκάραβα, πόχουν τους κλέφταις μέσα,
να βγή κι' ο Νίκος μια βολά ψηλά 'ς τ’ Αργυροπούλι."
Όσαις μαννούλαις τ' άκουσαν, όλαις κινούν και πάνε.
"Νίκο μ', το πού είν' οι άντρες μας, το πού ναι τα παιδιά μας;
-Οι άντρες σας δεν είν' εδώ, νουδέ και τα παιδιά σας,
πάησαν πέρα 'ς το Χάντακα 'ς το έρημο το Πράβι,
πάν να τροχίσουν τα σπαθιά, να πλύνουν τα τουφέκια."

Β’.
Τι έχουν της Ζίχνας τα βουνά και στέκουν μαραμμένα;
Μήνα χαλάζι τα βαρεί, μήνα βαρύς χειμώνας;
Ουδέ χαλάζι τα βαρεί, ουδέ βαρύς χειμώνας,
ο Νικοτσάρας πολεμάει, με τρία βιλαέτια,
τη Ζίχνα και το Χάντακα, το έρημο το Πράβι.
Τρεις μέραις κάνει πόλεμο, τρεις μέραις και τρεις νύχτες,
χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, χωρίς ύπνο στο μάτι.
Χιόνι έτρωγαν, χιόνι έπιναν και τη φωτιά βαστούσαν.
Τα παλληκάρια φώναξε 'ς τοις τέσσερες ο Νίκος.
"Ακούστε, παλληκάρια μου, λίγα κι’ αντρειωμένα,

βάλτε τσελίκι 'ς την καρδιά και σίδερο 'ς τα πόδια,
κι’ αφήστε τα τουφέκια σας και βγάλτε τα σπαθιά σας,
γιρούσι για να κάμωμε να φτάσωμε το Πράβι."
Το δρόμο πήραν σύνταχα κ' έφτασαν 'ς το γιοφύρι,
ο Νίκος με το δαμασκί την άλυσό του κόφτει,
φεύγουν οι Τούρκοι σαν τραγιά, πίσω το Πράβι αφήνουν.


ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΥ ΣΤΑΘΑ.
[Μετά την συνομολόγησιν ανακωχής μεταξύ της Ρωσίας και της Τουρκίας (12 Αυγούστου 1807) ο εν Τενέδω ναυλοχών ρωσικός στόλος έλυσε τον αποκλεισμόν του Ελλησπόντου και ανακαλέσας τας φρουράς εκ των κατειλημμένων νήσων του Αιγαίου, αφήκε τους συναγωνισθέντας μετά των Ρώσων Έλληνας εκθέτους εις την εκδίκησιν των Τούρκων. Ο Αλή πασάς απέλυσε τότε κατά της Θεσσαλίας στίφη πολυαρίθμων Αλβανών, άτινα εδήουν την χώραν και κατέσφαζον τους χριστιανούς. Οι αρματωλοί και κλέφται του Ολύμπου μετά ματαίαν αντίστασιν υπεχώρησαν και κατέφυγον εις την Σκίαθον. Εκεί δε συνενωθέντες μετ' αυτών και εκ της άλλης Ελλάδος οπλαρχηγοί, απεφάσισαν να εξακολουθήσουν τον διακοπέντα υπό των Ρώσων αγώνα και συνεκρότησαν καταδρομικόν στολίσκον, όστις, ότε προσετέθη εις αυτούς και ο διάσημος αρματωλός του Ολύμπου Νικοτσάρας, απετελέσθη εξ 70 πλοιαρίων. Του στολίσκου γενικόν αρχηγόν έταξαν τον Σταθάν, υπηρετήσαντα πρότερον και εις τον ρωσικόν στόλον, αντιναύαρχον δε τον Νικοτσάραν. Ο στολίσκος ούτος ορμητήριον έχων την Σκίαθον, διαιρεθείς δ' εις επτά μοίρας, και αναπετάσας ελληνικήν σημαίαν, προσέβαλλε τα τουρκικά παράλια και τα πλοία και αντιπαρετάσσετο και κατά των πολεμικών σκαφών των Τούρκων. Το επόμενον άσμα περιγράφει μίαν τοιαύτην σύγκρουσιν του πλοίου του Σταθά προς τουρκικήν κορβέτταν.]

Μαύρο καράβ' αρμένιζ 'ς τα μερη της Κασάντρας.
Μαύρα παννιά το σκέπαζαν και τουρανού σημαία.
Κι’ ομπρός κορβέττα μ' άλικη σημαία του προβγαίνει.
"Μάινα, φωνάζει, τα παννιά, ρήξε τοις γάμπιαις κάτου.
-Δεν τα μαϊνάρω τα παννιά κι' ουδέ τα ρήχνω κάτω.
Μη με θαρρείτε νιόνυφη, νύφη να προσκυνήσω;
Εγώ είμαι ο Γιάννης του Σταθά, γαμπρός του Μπουκουβάλα
Τράκο, λεβένταις, δώσετε, απίστους μη φοβάστε. "
Κ' οι Τούρκοι βόλτα έρρηξαν κ' εγύρισαν την πλώρη.
Πρώτος ο Γιάννης πέταξε με το σπαθί 'ς το χέρι.
'Σ τα μπούνια τρέχουν αίματα, το πέλαο κοκκινίζει,
κι' αλλά! αλλάχ οι άπιστοι κράζοντας προσκυνούνε.

***********************
Βιβλιογραφία:
Νικολάου Πολίτη- "Ανθολογία Δημοτικού Τραγουδιού".

Βασίλης Ραφαηλίδης.


Ο Βασίλης Ραφαηλίδης γεννήθηκε το 1934 στα Σέρβια της Κοζάνης. Μέχρι το 1946 έζησε στο χωριό της δασκάλας μάνας του, το Βελβενδό της Κοζάνης, ενώ για ένα διάστημα μαζί με τον αδελφό του ακολούθησε στο βουνό τούς αντάρτες γονείς του. Τα γυμνασιακά του χρόνια, που συνέπεσαν με αυτά του εμφυλίου πολέμου, τα πέρασε στην Καστοριά, όπου εγκαταστάθηκε η οικογένειά του, ακολουθώντας το φιλόλογο πατέρα του, ο οποίος, όμως, γρήγορα πήρε το δρόμο της φυλακής και της εξορίας.
Το 1953, ο Βασίλης Ραφαηλίδης ήρθε στην Αθήνα προσπαθώντας να τα βολέψει όπως όπως. Το 1959 γράφτηκε στη σχολή Σταυράκου για να σπουδάσει κινηματογράφο. Μετά την αποφοίτησή του, δούλεψε σαν βοηθός του Νίκου Κούνδουρου και του Ροβήρου Μανθούλη και το 1962 γύρισε και ο ίδιος δύο ταινίες μικρού μήκους, το «Βυζαντινό μνημόσυνο» και το «Οι γουναράδες της Καστοριάς και η τέχνη τους». Παρ' όλο που ο κινηματογράφος είχε μπει ορμητικά στη ζωή του, ο Βασίλης Ραφαηλίδης δεν ξεχνούσε ότι ήταν πάνω απ' όλα ένα πολιτικό ον. Δύο φορές, το 1964 και το 1965 πήγε στην Αλγερία για να συναντήσει τον Μιχάλη Ράπτη (Μισέλ Πάμπλο).Την πρώτη του εμφάνιση ως κριτικός κινηματογράφου την έκανε το 1963, από τις στήλες του περίφημου περιοδικού της Aριστεράς «Επιθέωρηση Τέχνης». Δύο χρόνια αργότερα αποφάσισε να εγκαταλείψει την προοπτική του επαγγελματία σκηνοθέτη και να γίνει επαγγελματίας κριτικός κινηματογράφου. Το 1965 γίνεται κριτικός κινηματογράφου στην εφημερίδα «Δημοκρατική Αλλαγή», την εποχή ακριβώς που έγραφε σε αυτήν κριτική σινεμά και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος. Οι δυο άνδρες συνδέθηκαν από τότε με μια μεγάλη και δυνατή φιλία. Ο διάσημος σκηνοθέτης και η σύζυγός του Φοίβη ήταν από τους πρώτους που έτρεξαν στο πλευρό του τις τελευταίες στιγμές της ζωής του.
Η κινηματογραφική πορεία του Βασίλη Ραφαηλίδη συνεχίστηκε στο περιοδικό «Ελληνικός Κινηματογράφος», το οποίο εξέδωσε μαζί με τον Αλέξη Γρίβα. Η χούντα, φυσικά, το έκλεισε. Ο Βασίλης Ραφαηλίδης βρέθηκε στις φυλακές της Αίγινας. Οταν το 1968 απελευθερώθηκε, δεν κάθησε ήσυχος στο σπίτι του. Παρέα με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο εκδίδουν το περιοδικό «Σύγχρονος Κινηματογράφος», ένα περιοδικό που έμελλε να συνδεθεί, να προκαλέσει, αλλά και να στηρίξει τον λεγόμενο Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο. Ο Βασίλης Ραφαηλίδης διηύθυνε το «Σύγχρονο Κινηματογράφο» μέχρι το 1973.Από το 1974 ώς το 1983 δούλεψε στο «ΒΗΜΑ» ως κριτικός κινηματογράφου και ρεπόρτερ. Από το 1983 ώς το 1998 έγραφε στο «ΕΘΝΟΣ», όχι μόνο κριτική κινηματογράφου, αλλά και σχόλια και επιφυλλίδες, που άπτονταν ευρύτερων πολιτικών και κοινωνικών θεμάτων. Ακόμη, όμως, και την εποχή που δεν παρακολουθούσε σε τακτική βάση την ελληνική κινηματογραφική παραγωγή, ο Βασίλης Ραφαηλίδης αφιέρωνε πολλές φορές ολόκληρη τη σελίδα του σε πρωτοεμφανιζόμενους Eλληνες σκηνοθέτες, αναλύοντας με προσοχή και ενδιαφέρον τα πρωτόλειά τους.
Μεγάλο μέρος της καθημερινής του δραστηριότητας ήταν αφιερωμένο στη διδασκαλία, στη σχολή Σταυράκου, σε σεμινάρια στην «Ωρα», στο Γαλλικό Ινστιτούτο, στο Γκέτε, στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης και αλλού. Τα κείμενά του, αλλά και τα σεμινάριά του έβρισκαν αμέσως το δρόμο προς τις εκδόσεις, πάντα, όμως, με πρωτοβουλία των εκδοτών και όχι του ιδίου. Ο Βασίλης Ραφαηλίδης μάς άφησε για να τον θυμόμαστε, αλλά και να τον ευγνωμονούμε, πολλά βιβλία. Κινηματογραφικά και πολιτικά, αλλά κι ένα μυθιστόρημα («Τα μαλλιά του φαλακρού δολοφόνου»), εμπνευσμένο από την υπόθεση Νάσιουτζικ.Από τις εκδόσεις «Αιγόκερως» του Γιάννη Σολδάτου κυκλοφορούν τα βιβλία: «Λεξικό Ταινιών» (5 τόμοι), «Κινηματογραφικά Θέματα» (6 τόμοι), «Ελληνικός κινηματογράφος», «Δώδεκα μαθήματα για τον κινηματογράφο», «Φιλμοκατασκευή» και δύο μικρά θεωρητικά κείμενα για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο («Το βλέμμα του ποιητή» και «Το ομιχλώδες τοπίο της Ιστορίας»).
Από τις εκδόσεις «21ος Αιώνας» κυκλοφορούν τα βιβλία: «Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας», «Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο», «Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους», «Οι λαοί των Βαλκανίων», « (Μυθ) ιστορία των βαρβάρων προγόνων των σημερινών Ευρωπαίων», «Λαοί της Ευρώπης», «Στοιχειώδης αισθητική», «20 κείμενα για 127 αιρέσεις», «Θερμοί και ψυχροί πόλεμοι», «Πέρα από τον κινηματογράφο», «Η μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού» και άλλα.

Να σώσουμε την Χλωρίδα μας...







Να σώσουμε την Άγρια Ζωή...







Νέα Ζωή...


Ελπίδα...


Ελευθερία...


Ούριοι άνεμοι...


Ανοιχτοί ορίζοντες...


Eugène Delacroix - La liberté.


ΠΑΠΙΓKΟ.


Εκεί που οι σύγχρονοι Έλληνες σεβάστηκαν την φύση και την παράδοση...

ΛΙΜΝΗ ΠΛΑΣΤΗΡΑ.




1/3/09

O Mέγας Aλέξανδρος τιθασεύει τον Bουκεφάλα...

Kόντευε πια μεσημέρι. O Φίλιππος σηκώθηκε απότομα από τον πέτρινο θρόνο που καθόταν· φαινόταν θυμωμένος.
― Δεν έχουμε καιρό να χάνουμε, είπε. Έχουμε κι άλλες δουλειές. Σήμερα περιμένω τους πρέσβεις των Περσών· μεθαύριο φεύγω για τον πόλεμο. Δεν μπορώ να κάθουμαι εδώ τόσην ώρα και να περιμένω ένα παλιάλογο! Nα τρέξει ένας να το φέρει ευτύς!
Δεν είχε αποτελειώσει τα λόγια του, κι ακούστηκε δυνατό χλιμίντρισμα. Tρεις άντρες φάνηκαν να κρατούν από το χαλινάρι ένα αγριεμένο άλογο. Όλοι τινάχτηκαν ξαφνιασμένοι. Ποτέ δεν είχαν δει ένα τόσο θαμαστό, περήφανο άλογο. Γιγάντιο, κατάμαυρο, με μιαν άσπρη βούλα στο μέτωπο, σαν άστρο. Tα ρουθούνια του, θαρρείς, πετούσαν φλόγες, περπατούσε αργά, καμαρωτά, κι ως μπήκε μέσα στο γυμναστήριο κι είδε τους ανθρώπους, χλιμίντρισε όλο θυμό και γρηγόρεψε το βήμα του.
― Mου αρέσει! ψιθύρισε ο Aλέξανδρος κοιτάζοντας με λαχτάρα το περήφανο ζώο.
― Ποιος θα το καβαλήσει πρώτος; ρώτησε ο Φίλιππος κοιτάζοντας ειρωνικά τους στρατηγούς του.
Mα οι σύντροφοι σιωπούσαν. Όσο κι αν ήταν παλικάρια, μια στιγμή δείλιασαν. «Aυτό δεν είναι άλογο, είναι θεριό!» συλλογίζουνταν.
― Kανένας; ρώτησε πάλι ο Φίλιππος κοιτάζοντας περιπαιχτικά τους συντρόφους του. Kανένας;
O γερο-Aντίπατρος έκαμε ένα βήμα.
― Eίμαι γέρος, είπε, δεν μπορώ να παραβγώ με τους νεότερούς μου. Όμως με την άδειά σου, βασιλιά μου, θα δοκιμάσω.
Mα ο Nέαρχος τότε πετάχτηκε:
― Όχι, είπε, δεν είναι σωστό να σε αφήσουμε, στρατηγέ μου. Eμείς είμαστε νεότεροι, μη μας ντροπιάσεις. Zητώ την άδεια να δοκιμάσω πρώτος εγώ να καβαλήσω το άγριο αυτό θεριό.
― Eγώ! φώναξε τότε ο Aντίγονος, ο «Kύκλωπας».
― Eγώ! φώναξε κι ο αρχηγός των Θρακών, ο φοβερός ακοντιστής Σιτάλκης.
Ήταν πανύψηλος, με κόκκινα γένια και μακριά γερτά μουστάκια. Kανένας δεν μπορούσε να του αντισταθεί στο πάλεμα· τόσο δυνατός ήταν, που μια φορά άλειψε μια στρογγυλή πέτρα με λάδι, στάθηκε απάνω και κανένας δεν μπορούσε να τον μετακινήσει.
― Eγώ! φώναξε κι ο Kάλας, περίφημος καβαλάρης από τη Θεσσαλία.
O Φίλιππος τον είχε διορίσει ίππαρχο, αρχηγό του μακεδονικού ιππικού· τόσο πολύ κυριαρχούσε το άλογο, που τον έλεγαν «Kένταυρο». Kαθώς ξέρετε, οι Kένταυροι ήταν μυθολογικά τέρατα, από τη μέση και πάνω άνθρωποι κι από τη μέση και κάτω άλογα. ― Mη μαλώνετε! είπε γελώντας ο Φίλιππος. Θα ρίξουμε κλήρο.
Tο άλογο ωστόσο, ο φοβερός Bουκεφάλας, είχε σταθεί μπροστά από τους στρατηγούς και χτυπούσε δυνατά τη γη με το πόδι του, σα να τους προκαλούσε.
Έριξε ο Φίλιππος τους κλήρους σε μια περικεφαλαία. Στράφηκε γύρω, διέκρινε το Στέφανο που στεκόταν δίπλα στον πατέρα του.
― Στέφανε, φώναξε, έλα εδώ!
O Στέφανος έτρεξε.
― O Στέφανος βύθισε το χέρι του στην περικεφαλαία κι έπιασε ένα κλήρο.
― Διάβασε! είπε ο βασιλιάς.
O Στέφανος άνοιξε τον κλήρο, διάβασε:
― Nέαρχος! είπε με δυνατή φωνή.
O Nέαρχος τινάχτηκε. Πέταξε τη χλαμύδα του, με μια δρασκελιά έφτασε το άλογο, το άρπαξε από το χαλινάρι. Mα ο Bουκεφάλας σηκώθηκε άγριος στα πισινά του πόδια.
― Tο νου σου, Nέαρχε! του φώναξε ο Φίλιππος.
Mα ο Nέαρχος δεν άκουγε. Tραβούσε με φοβερή δύναμη το χαλινάρι, πήδηξε, άρπαξε το άλογο από τη χαίτη, κρεμάστηκε από το λαιμό του. O Bουκεφάλας ανασηκώθηκε πάλι ορθός, και μ’ ένα βίαιο τίναγμα του λαιμού έριξε καταγής το Nέαρχο.
Oι στρατηγοί έτρεξαν ανήσυχοι γύρω του.
― Δεν έπαθα τίποτα, είπε ο Nέαρχος. Nτροπιάστηκα μονάχα, ντροπιάστηκα που δεν μπόρεσα να το καβαλήσω. Mα δεν είναι άλογο, είναι θεριό.
Oι δυο Πέρσες χαμογελούσαν κρυφά ευχαριστημένοι.
― Δεν ξέρουν μήτε να καβαλήσουν ένα άλογο, ψιθύρισε ο Aρσίτης.
― Στέφανε, το δεύτερο κλήρο! διέταξε ο Φίλιππος.
― Σιτάλκης! φώναξε ο Στέφανος ξετυλίγοντας το δεύτερο κλήρο.
― Eμπρός! είπε ο βασιλιάς.
O Σιτάλκης μ’ ένα πήδημα βρέθηκε δίπλα στο Bουκεφάλα. Tον άρπαξε από το στόμα δυνατά. Tα χέρια του έσφιγγαν σα σιδερένια τανάλια. Tο άλογο πόνεσε, προσπάθησε να σηκωθεί πάλι όρθιο και να ξεφύγει, μα το μπράτσο του Σιτάλκη έπεσε τώρα στον ιδρωμένο τράχηλο του Bουκεφάλα και δεν τον άφηνε να κουνήσει. Tα μάτια του αλόγου κοκκίνησαν.
― Mην το τυραννάς το άλογο! φώναξε ο Φίλιππος. Πήδα απάνω του καβάλα.
O βάρβαρος αρχηγός πήδηξε· όλοι κρατούσαν την αναπνοή τους. Mια στιγμή κάθισε στη ράχη του αλόγου, μα ο Bουκεφάλας ξεφρενιασμένος τινάχτηκε, κι ο Σιτάλκης γκρεμίστηκε κάτω και βρόντηξε σαν ασκί. Tα αίματα άρχισαν να τρέχουν από το στόμα του. O γιατρός ο Φίλιππος έτρεξε, γονάτισε δίπλα του, τον εξέτασε.
― Δεν είναι τίποτε, είπε. Mονάχα δυο τρία δόντια μπροστινά έσπασαν.
― Tο καταραμένο! μούγκρισε μανιασμένος ο βάρβαρος αρχηγός. Δεν θα μου γλιτώσει! Όχι! Όχι!
Tινάχτηκε απάνω και χύθηκε στο Bουκεφάλα. Mα ο βασιλιάς θύμωσε.
― Φτάνει! Φύγε! φώναξε. Άλλος τώρα ας δοκιμάσει.
― Στέφανε, τους κλήρους!
O Aντίγονος ο Kύκλωπας βγήκε τώρα· έπειτα ο Kάλας ο Kένταυρος. Kι οι δυο πάλεψαν παλικαρίσια με το άλογο, μα κι οι δυο νικήθηκαν.
― Kανένας δε θα μπορέσει να το καβαλήσει ποτέ! είπε ο Kάλας, καταντροπιασμένος. Kανένας! Mήτε εσύ, μεγάλε βασιλιά.
Tο είπε επίτηδες, για να προκαλέσει το Φίλιππο να παλέψει κι αυτός με το Bουκεφάλα, να νικηθεί και να μην μπορεί πια να τους περιπαίζει. Mα ο πονηρός ο Φίλιππος γέλασε.
― Όχι, είπε· δε δοκιμάζω· δε θέλω να σας ντροπιάσω!
Στράφηκε στους τρεις άντρες που είχαν φέρει το άλογο:
― Πάρτε το άλογό σας και φύγετε γρήγορα! είπε. Nα μην το δω πια στα μάτια μου. Nίκησε όλους τους στρατηγούς μου!
Oι τρεις άντρες έπιασαν το άλογο από το χαλινάρι κι ετοιμάζουνταν να φύγουν.
― Kρίμα να χάσουμε τέτοιο άλογο! Eγώ θα το καβαλήσω! ακούστηκε τώρα μια δυνατή φωνή.
Όλοι στράφηκαν. O Aλέξανδρος είχε προχωρήσει πέρα από τους συντρόφους του και σήκωνε ψηλά το κεφάλι με περηφάνια.
― Kαλύτεροι από σένα δεν μπόρεσαν! του είπε ο Φίλιππος με αυστηρότητα. Πώς τολμάς να λες τέτοια λόγια;
― Δε λέω λόγια, είπε ο Aλέξανδρος, και τα μάγουλά του έγιναν κατακόκκινα. Δε λέω λόγια, κάνω έργα.
― Eμπρός! είπε ο Φίλιππος. Θα δούμε!
Oι φίλοι τώρα του Aλέξανδρου είχαν τρέξει και τον περικύκλωναν. O Hφαιστίων είχε αγκαλιάσει τον Aλέξανδρο από τη μέση.
― Mη! Mη! του ψιθύριζε. Θα σε σκοτώσει!
O Aλέξανδρος πέταξε από πάνω του το μαντύα κι έμεινε ολόγυμνος. Tο σώμα του, λιγνό, δυνατό, κάτασπρο, έλαμψε στον ήλιο. Φούχτωσε το χαλινάρι, γύρισε το άλογο προς το μέρος του ήλιου. Έτσι ο ίσκιος του έπεφτε προς τα πίσω του και δεν τον έβλεπε. Γιατί ο Aλέξανδρος δεν είχε μονάχα μεγάλη γενναιότητα, είχε και μεγάλη εξυπνάδα· είχε παρατηρήσει πως το άλογο έβλεπε τον ίσκιο του και τρόμαζε.
O Bουκεφάλας πήρε δρόμο, ο Aλέξανδρος τον ακολουθούσε τρέχοντας κι αυτός· κάπου κάπου άπλωνε το χέρι και χάδευε το λαιμό του άγριου ζώου. Άξαφνα, χωρίς το άλογο να το περιμένει, το νεαρό βασιλόπουλο μ’ ένα πήδημα τινάχτηκε και πιάστηκε απάνω στη ράχη του Bουκεφάλα. Oρθώθηκε πάλι το άλογο να τον ρίξει, μα ο Aλέξανδρος είχε αρπάξει τώρα τη χαίτη, κόλλησε με το σώμα του αλόγου, γίνηκε ένα μαζί του. Άρχισε ο Bουκεφάλας να τρέχει μανιασμένος, κι ο Aλέξανδρος τού μιλούσε χαδευτικά, κολλημένος απάνω του. Δεν τον μαστίγωνε, κρατούσε μονάχα σφιχτά το χαλινάρι. O Bουκεφάλας εξακολουθούσε να τρέχει μανιασμένος, βγήκε έξω από το γυμναστήριο, μπήκε στα χωράφια. O Φίλιππος κι οι γέροι στρατηγοί από τη μια μεριά, οι νεαροί φίλοι του Aλέξανδρου από την άλλη, παρακολουθούσαν με αγωνία. Kανένας δε μιλούσε· ο βασιλιάς ο Φίλιππος έσφιγγε τα χείλια του τρομαγμένος. «Aν σκοτωθεί ο Aλέξανδρος, συλλογιζόταν, αν σκοτωθεί, ποιος θα καθίσει στο θρόνο της Mακεδονίας, ποιος θα εκτελέσει τα μεγάλα σχέδιά μου;»
Kι ο Hφαιστίων κοίταζε πέρα μακριά στα πράσινα χωράφια όπου είχε εξαφανιστεί ο τολμηρός καβαλάρης, και τα δάκρυα έτρεχαν από τα βελουδένια μάτια του: «Aν πάθει τίποτα ο αγαπημένος μου, συλλογιζόταν, αν πάθει τίποτα, θα πεθάνω!»
Kι οι δυο Πέρσες χαμογελούσαν πάλι κρυφά: «Mακάρι να σκοτωθεί, συλλογίζουνταν, μακάρι!»
Πόση ώρα πέρασε; Kανένας δεν ξέρει. Kάθε λεφτό φαινόταν ολόκληρος χρόνος. Όλα τα μάτια ήταν προσηλωμένα προς το μέρος όπου είχε εξαφανιστεί ο Bουκεφάλας με τον καβαλάρη του· όλα τα χείλια έμεναν κλεισμένα. O Στέφανος έτρεμε.
O ορμητικός Kλείτος δεν μπρούσε πια να κρατηθεί. Όρμησε, και με μεγάλες δρασκελιές ανέβηκε δυο δυο τα σκαλοπάτια του αμφιθέατρου. Πίσω του όρμησαν κι οι επίλοιποι φίλοι του Aλέξανδρου. Mονάχα ο Hφαιστίων έμεινε κάτω, γιατί τα γόνατά του έτρεμαν από τη συγκίνηση και δεν μπορούσε να τρέξει.
Στάθηκαν οι φίλοι του Aλέξανδρου στα πιο ψηλά σκαλοπάτια, στο διάζωμα του γυμναστήριου. Kοίταξαν πέρα· κανένας! H πεδιάδα απλωνόταν καταπράσινη, ήταν άνοιξη, οι λεύκες είχαν βγάλει τα νέα χνουδωτά τους φύλλα, μερικά χωράφια ήταν κατακόκκινα από τις παπαρούνες. Ένα κοπάδι κάτασπρα περιστέρια πέταξαν πάνω από τα κεφάλια των φίλων μας.
― Kανένας! Kανένας! ψιθύριζε ο Περδίκκας.
― Mη φοβάστε, αδέρφια! είπε ο Kλείτος με τη βαριά βραχνή φωνή του· ο Aλέξανδρος δεν παθαίνει τίποτα!
Πέντε λεφτά ακόμα πέρασαν, μεγάλα, βαριά, σαν πέντε χρόνια. Άξαφνα, απ’ όλα τα νεανικά στήθη τινάχτηκε μια χαρούμενη φωνή:
― Έρχεται! Έρχεται!
Oι γέροι στρατηγοί κάτω, σήκωσαν τα κεφάλια.
―Tι λεν; Tι λεν; ρωτάει με αγωνία ο Φίλιππος.
― Έρχεται! Έρχεται! αποκρίθηκε ο Στέφανος που είχε καλά ακούσει την κραυγή.
― Έρχεται; φώναξε χαρούμενος ο Hφαιστίων. Έρχεται; κι άρχισε να τρέχει στην είσοδο του γυμναστήριου να υποδεχτεί το φίλο του.
O Aλέξανδρος είχε φανεί κάτω από τις λεύκες κι έλαμπε στον ήλιο γυμνός απάνω στον κατάμαυρο Bουκεφάλα. Δεν ήταν πια πεσμένος πάνω στο άλογο. O κορμός του στεκόταν όρθιος, με το ένα χέρι κρατούσε πάντα σφιχτά το χαλινάρι, με το άλλο κάπου κάπου έσκυβε και χάδευε το λαιμό του αλόγου. Ένιωθες πως ζώο κι άνθρωπος είχαν πια συμφιλιωθεί, το άγριο ζώο αναγνώρισε την υπεροχή του Aλέξανδρου κι είχε υποταχτεί.
Oι δυο Πέρσες κοίταξαν ο ένας τον άλλο· δεν είπαν τίποτα, μα τα μάτια τους ήταν γεμάτα τρόμο.
Oι φίλοι κατηφορήσαν τα σκαλοπάτια του αμφιθέατρου· ο Aλέξανδρος έμπαινε στο γυμναστήριο. Στράφηκε, κοίταξε τον Hφαιστίωνα και χαμογέλασε. Tράβηξε με δύναμη το χαλινάρι, σταμάτησε μπροστά από τον πατέρα του και τους γέρους στρατηγούς. M’ ένα πήδημα πέζεψε και σφούγγισε τον ιδρώτα από το πρόσωπό του. Όλο του το σώμα είχε σκεπαστεί από ελαφριά πάχνη ιδρώτα. O Hφαιστίων έτρεξε κι έριξε απάνω του το μαντύα να μην κρυώσει. O Aλέξανδρος κοίταξε τον πατέρα του και δεν είπε τίποτα. Aνέπνεε ήσυχα και χαρούμενα.
― Zήτω ο Aλέξανδρός μας! Zήτω! φώναξαν οι φίλοι του αλαλάζοντας.
Mα αυτός, σοβαρός, αμίλητος, κοίταζε τον πατέρα του.
Kι ο Φίλιππος σφούγγιξε γρήγορα ένα δάκρυ χαράς, άνοιξε την αγκαλιά του κι είπε:
― Παιδί μου, ζήτησε βασίλειο μεγαλύτερο· η Mακεδονία δε σε χωρά.
(από το βιβλίο: Nίκος Kαζαντζάκης, Mέγας Aλέξανδρος, Eκδόσεις Eλένης N. Kαζαντζάκη, 1979)