24/2/09

The Holy Family with a Lamb by RAFFAELLO Sanzio.


Arizona.


Giant sequoia.







Sisters-Oregon.


Mt. Rainier - Washington.


Michelangelo - The Creation of Adam.


Raffaello - Madonna dell Granduca


Raffaello - The nymph Galatea.


ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΩΝ.

Raffaello - The School of Athens.
A detail from Raffael's famous fresco in the Apostolic Palace, Vatican City. The figure on the left is Plato, and Aristotle is on the right.

Πλάτωνας


Ο Πλάτωνας ήταν σπουδαίος Έλληνας φιλόσοφος και συγγραφέας (427 π.Χ. - 347 π.Χ.), ο γνωστότερος μαθητής του Σωκράτη. Ο Πλάτων έγραψε την Απολογία του Σωκράτους, που θεωρείται ως μια σχετικά ακριβής καταγραφή της απολογίας του Σωκράτη στη δίκη που τον καταδίκασε σε θάνατο.
Βιογραφία.
O Πλάτων γεννήθηκε στην Αθήνα και καταγόταν από αριστοκρατική αθηναϊκή οικογένεια. Πατέρας του ήταν ο Αρίστωνας, ο οποίος καταγόταν από το γένος του Κόδρου, και μητέρα του η Περικτιόνη, η οποία ήταν αδερφή του Χαρμίδη, ενός από τους Τριάκοντα τυρράνους, και ανιψιά του Κριτία, επίσης μέλος των Τριάκοντα, καταγόταν από το γένος του νομοθέτη Σόλωνος. Αδέρφια του ήταν οι Αδείμαντος και Γλαύκων. Το πρώτο του όνομα ήταν Αριστοκλής, αλλά αργότερα ονομάστηκε Πλάτωνας γιατί είχε ευρύ στέρνο και πλατύ μέτωπο. Γνώρισε το Σωκράτη σε ηλικία 20 ετών και έμεινε κοντά του μέχρι το θάνατο του μεγάλου δασκάλου (399 π.Χ.). Ο άδικος θάνατος του Σωκράτη ήταν το κίνητρο για να αναλάβει το ρόλο του κοινωνικού μεταρρυθμιστή της αθηναϊκής δημοκρατίας.
Μετά τη θανάτωση του Σωκράτη για λίγο καιρό κατέφυγε στα Μέγαρα, κοντά στο συμμαθητή του Ευκλείδη. Ύστερα γύρισε στην Αθήνα, όπου για 10 χρόνια ασχολήθηκε με τη συγγραφή φιλοσοφικών έργων, τα οποία φέρουν τη σφραγίδα της σωκρατικής φιλοσοφίας. Στη συνέχεια ταξίδεψε στην Αίγυπτο και στην Κυρήνη, όπου σχετίστηκε με το μαθηματικό Θεόδωρο, και τέλος στον Τάραντα της Ιταλίας, όπου γνώρισε τους πυθαγόρειους, από τη φιλοσοφική σκέψη των οποίων επηρεάστηκε αποφασιστικά. Μετά πέρασε στη Σικελία. Στην αυλή του βασιλιά των Συρακουσών Διονυσίου Α΄ γνώρισε το βασιλικό γυναικάδελφο Δίωνα, με τον οποίο συνδέθηκε φιλικά. Η φιλία όμως αυτή προκάλεσε τις υποψίες του Διονυσίου για συνωμοσία, γι' αυτό έδιωξε τον Πλάτωνα από τη Σικελία. Στην Αίγινα κινδύνεψε να πουληθεί ως δούλος αλλά τον εξαγόρασε ο Κυρηναίος φίλος του Αννίκερης. Επιστρέφοντας στην Αθήνα άνοιξε τη φιλοσοφική σχολή του, την Ακαδημία (387 π.Χ.). Η προσπάθεια όμως των δύο φίλων να προσηλυτίσουν στις ιδέες τους το νέο ηγεμόνα Διονύσιο Β΄ απέτυχαν. Για τρίτη φορά ήρθε στην αυλή των Συρακουσών το 361 π.Χ., με σκοπό να συμφιλιώσει το Δίωνα με το Διονύσιο. Αυτή τη φορά κινδύνεψε και η ζωή του. Τον έσωσε η επέμβαση του πυθαγόρειου Αρχύτα. Αλλά ο Δίωνας δε γλίτωσε. Δολοφονήθηκε το 353 π.Χ.. Έτσι ο Πλάτωνας έχασε τον άνθρωπο στον οποίο στήριξε τις ελπίδες του για την επιβολή των πολιτικών του ιδεών. Από τότε και μέχρι το θάνατό του ασχολήθηκε με τη διδασκαλία και με τη συγγραφή φιλοσοφικών έργων
Έργο.
Τα έργα του Πλάτωνος είναι 36 και όλα, εκτός από την Απολογία, διαλογικά. Και στη συγγραφή ο φιλόσοφος μιμήθηκε τη διδασκαλία του Σωκράτη, ο οποίος δίδασκε διαλογικά. Οι διάλογοί του επιγράφονται με το όνομα κάποιου από τα διαλεγόμενα πρόσωπα, π.χ. Τίμαιος, Γοργίας, Πρωταγόρας, κλπ. Τρεις μόνο διάλογοι, το Συμπόσιο, η Πολιτεία και οι Νόμοι τιτλοφορούνται από το περιεχόμενό τους. Σ' όλους τους διαλόγους τη συζήτηση διευθύνει ο Σωκράτης. Στους παλαιότερους διαλόγους διατηρεί την εικόνα του πραγματικού Σωκράτη, ενώ στους νεότερους κάτω από το πρόσωπο του δάσκαλου κρύβεται ο ίδιος ο μαθητής. Το σύνολο του πλατωνικού έργου διακρίνεται σε τρεις περιόδους με βάση τη χρονολογική σειρά:
α) Περίοδος νεότητας (400 π.Χ. - 387 π.Χ.): Σ΄ αυτήν ανήκουν: Απολογία, Κρίτων, Χαρμίδης, Πρωταγόρας, Λάχης, Ευθύφρων, Ιππίας Μείζων, Ιππίας Ελάσσων, Ίων, Λύσις.
β) Περίοδος ωριμότητας (386 π.Χ. - 367 π.Χ.). Σ' αυτήν ανήκουν: Μενέξενος, Κρατύλος, Ευθύδημος, Γοργίας, Μένων, Παρμενίδης, Φαίδων, Φαίδρος, Πολιτεία, Συμπόσιον, Θεαίτητος.
γ) Περίοδος γήρατος (366 π.Χ. - 348 π.Χ.). Περιλαμβάνονται: Σοφιστής, Πολιτικός, Φίληβος, Κριτίας, Τίμαιος, Νόμοι, Έβδομη επιστολή.
Φιλοσοφία.
Η πλατωνική φιλοσοφία είναι ιδεαλιστική. Εισάγει δηλαδή τη θεωρία των ιδεών, οι οποίες κατά τον Πλάτωνα είναι τα αιώνια αρχέτυπα των αισθητών πραγμάτων, υπερβατικά καλούπια τα οποία γίνονται αντιληπτά μόνο με τη λογική και όχι με τις αισθήσεις. Τα αισθητά αντικείμενα τα θεωρεί υποδεέστερα είδωλα των ιδεών, οπότε π.χ. κάθε άλογο είναι υλικό στιγμιότυπο, αντανάκλαση της άυλης ιδέας "άλογο", η οποία συγκεντρώνει τα αναλλοίωτα και κοινά χαρακτηριστικά όλων των αλόγων (αφηρημένες έννοιες όπως η δικαιοσύνη ή η ομορφιά έχουν επίσης τις δικές τους αρχετυπικές ιδέες). Έτσι ο Πλάτωνας αναγνωρίζει δύο διαφορετικούς κόσμους, τον αισθητό, ο οποίος διαρκώς μεταβάλλεται και βρίσκεται σε ασταμάτητη ροή, κατά τον Ηράκλειτο, και τον νοητό κόσμο, τον αναλλοίωτο, δηλαδή τις ιδέες, οι οποίες υπάρχουν σε τόπο επουράνιο. Αυτές είναι τα αρχέτυπα του ορατού κόσμου, τα αιώνια πρότυπα και υποδείγματα. Πρόκειται δηλαδή για ένα ήπια δυϊστικό, ιεραρχικό μεταφυσικό σύστημα.
Ο Πλάτωνας ανέπτυξε συστηματικά τις διδασκαλίες του πυθαγορισμού, ευνοώντας όπως και ο Πυθαγόρας τα μαθηματικά, τα οποία έβλεπε ως "παράθυρο" στον κόσμο των ιδεών αφού ασχολούνται με άυλες και αναλλοίωτες έννοιες οι οποίες διαμορφώνουν τον κόσμο. Κατηγορήθηκε ότι με την ιδεαλιστική θεωρία του αποκάλυπτε "τα μυστικά των Μυστηρίων" στα οποία προφανώς ήταν μυημένος. Η γνωσιολογία του ήταν καθαρά ορθολογική, καθώς πίστευε ότι μόνο με τον νου μπορούν να προσεγγιστούν οι ιδέες και άρα η πραγματική, βαθύτερη φύση του κόσμου. Η εμπειρία των αισθήσεων για τον Πλάτωνα ήταν από αβέβαιη έως ψευδής, ενώ αντιθέτως η λογική διερεύνηση αποκάλυπτε έμφυτη γνώση, ενόραση των ανάλογων υπερβατικών ιδεών, η οποία προϋπήρχε με λανθάνουσα μορφή στο νου λόγω της θείας καταγωγής της ψυχής πριν την ενσάρκωση της. Υψηλότερη ιδέα θεωρούσε την ιδέα του Αγαθού από την οποία απέρρεαν όλες οι άλλες.
Στην ψυχή ο Πλάτωνας διακρίνει τρία μέρη, το λογιστικό, το θυμοειδές και το επιθυμητικό. Γι' αυτό και αναγνωρίζει τρεις αρετές, τη σοφία, την ανδρεία και τη σωφροσύνη, η καθεμία από τις οποίες αντιστοιχεί και σε ένα από τα τρία μέρη της ψυχής. Τις τρεις αυτές αρετές της ψυχής τις παραλληλίζει με τις τρεις χορδές της λύρας, την υπάτη, τη μέση και τη νήτη. Αλλά οι τρεις αυτές αρετές πρέπει να αναπτύσσονται αρμονικά, ώστε το λογιστικό ως θείο να κυβερνά, το θυμοειδές να υπακούει σ' αυτό ως βοηθός, και τα δύο μαζί να διευθύνουν το επιθυμητικό, για να μην επιχειρεί να άρχει αυτό, αφού είναι το πιο άπληστο και το κατώτερο μέρος της ψυχής. Από την αρμονική ανάπτυξη των τριών αρετών αποτελείται η δικαιοσύνη, η οποία είναι αρμονία των τριών άλλων αρετών.
Επειδή και η πόλη αποτελεί μία αντανάκλαση του ανθρώπου, διακρίνει και σ' αυτήν τρία γένη: το βουλευτικό, το πολεμικό και το χρηματικό, τα οποία αντιστοιχούν προς τα τρία μέρη της ψυχής. Όπως στον άνθρωπο, έτσι και στην πόλη πρέπει να υπάρχει η δικαιοσύνη, δηλαδή η αρμονία, που πετυχαίνεται, όταν και στην πόλη το καθένα από τα γένη εκτελεί το δικό του έργο και δεν επιδιώκει τα ξένα.
Πλάτων και ατομικοί.
Αντίθετα από τον Αριστοτέλη, ο Πλάτων δεν αναφέρει πουθενά στα γραπτά του το Δημόκριτο ή άλλους ατομικούς. Η ατομική θεωρία, εντούτοις, θα πρέπει να του ήταν καλά γνωστή, αφού σε ορισμένους διαλόγους (κυρίως στον Τίμαιο και τους Νόμους) καταπολεμούνται απόψεις οι οποίες ανήκουν στους ατομικούς. Σύμφωνα με μία πληροφορία ο Πλάτων θέλησε να κάψει όσα βιβλία του Δημόκριτου μπόρεσε να συγκεντρώσει, τον συγκράτησαν όμως την τελευταία στιγμή οι πυθαγόρειοι Αμύκλας και Κλεινίας με το επιχείρημα ότι τα βιβλία του Δημόκριτου υπήρχαν ήδη στα χέρια πολλών. Η πληροφορία ελέγχεται ως πλαστή και φαίνεται ότι αφορμή για τη δημιουργία της πρέπει να ήταν η πρόθεση να ερμηνευτεί η απουσία του ονόματος του Δημοκρίτου από τα έργα του Πλάτωνα. Παρ' όλη τη μεγάλη διαφορά που χωρίζει το πλατωνικό σύστημα από το ατομικό, υπάρχουν σημεία στα οποία οι δύο θεωρίες παραδόξως συγκλίνουν. Έτσι, ο Πλάτων δανείστηκε από το Δημόκριτο την έννοια της ιδέας, η οποία αποτελεί το κέντρο του πλατωνικού συστήματος. Απλώς, απέκοψε την ταύτιση της μορφής με τα υλικά σώματα και την ανύψωσε σε έναν ξεχωριστό και αληθέστερο κατά τη γνώμη του κόσμο. Αλλά και η πλατωνική αντίληψη της μαθηματικής δομής των στοιχείων της φύσης, αποτελεί συνδυασμό της ατομικής θεωρίας και της πυθαγόρειας αριθμολογίας: η έννοια των ατμήτων επιπέδων φαίνεται να αντλεί την έμπνευσή της κατευθείαν από την ατομική έννοια των ατμήτων ελάχιστων μεγεθών.
Αντίκτυπος.
Η επίδραση του φιλοσόφου αυτού υπήρξε πάρα πολύ μεγάλη. Η ιστορία της φιλοσοφίας μέχρι τον Κικέρωνα είναι σαφώς επηρεασμένη από αυτόν και είτε αμφισβητεί είτε ακολουθεί τη διδασκαλία του. Ο μαθητής του Αριστοτέλης, εξίσου επιδραστικός με τον ίδιο, οδηγήθηκε στην ανάπτυξη τμήματος του έργου του ως απάντηση στον πλατωνισμό. Η σχολή που ο Πλάτωνας ίδρυσε το 387 π.Χ., η Ακαδημία, συνέχισε να ακμάζει ως τις αρχές του πρώτου αιώνα π. Χ., έχοντας όμως μετατραπεί σε σκεπτική σχολή μετά τις αρχές της ελληνιστικής περιόδου.
Κατά την εποχή του Αυγούστου υπήρξε μία αναβίωση της πλατωνικής φιλοσοφίας, ο μεσοπλατωνισμός με εκπροσώπους όπως ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς, εισηγήτρια μίας όλο και πιο ευδιάκριτης τάσης συγκρητισμού και εκλεκτικισμού στην ελληνική φιλοσοφία, σε πλήρη αντίθεση με το διανοητικό σεκταρισμό της ελληνιστικής εποχής.
Κατά τα τέλη του δεύτερου αιώνα ο μεσοπλατωνισμός άρχεσαι να μετατρέπεται σταδιακά, υπό την επίδραση του νεοπυθαγορισμού και του ερμητισμού στην κατεχόμενη από τους Ρωμαίους Αίγυπτο, στο κίνημα του νεοπλατωνισμού, με αρχικούς εκπροσώπους όπως ο Πλωτίνος, το οποίο είχε πιο μονιστικό, μυστικιστικό και σωτηριολογικό χαρακτήρα. Η Ακαδημία στην Αθήνα επανιδρύθηκε ως κέντρο νεοπλατωνικών μελετών.
Κατά τον τέταρτο αιώνα, περίοδο έντονων θρησκευτικών ζυμώσεων στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και σταδιακής επικράτησης του χριστιανισμού στη Μεσόγειο, οι ακόλουθοι της αστικής ελληνορωμαϊκής θρησκείας αλλά και των ελληνικών μυστηριακών λατρειών συσπειρώθηκαν γύρω από το νεοπλατωνισμό ως υπερασπιστή του μέχρι πρότινος επικρατούντος παγανισμού. Μεμονωμένοι νεοπλατωνικοί και παγανιστικοί πυρήνες επέζησαν ως τον έκτο αιώνα, οπότε και ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός έκλεισε με διάταγμα την Ακαδημία της Αθήνας.
Ο πλατωνισμός επιβίωσε υπογείως καθ' όλον το Μεσαίωνα, κρυμμένος σε μυστηριακά ρεύματα, έως ότου οι πρωτότυπες ιδέες του επανανακαλύφθηκαν και σχολιάστηκαν κατά την Αναγέννηση. Έτσι ούτε η νεότερη φιλοσοφική σκέψη δεν έμεινε ανεπηρέαστη από αυτόν. Τα διάφορα φιλοσοφικά συστήματα ή προσπαθούν να ανατρέψουν τις ιδέες του ή οικοδομούν πάνω σ' αυτές, εκσυγχρονίζοντας τες.

Αριστοτέλης.


Ο Αριστοτέλης ( 384 - 322 π.Χ. ) ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος. Μαζί με το δάσκαλό του Πλάτωνα αποτελεί σημαντική μορφή της φιλοσοφικής σκέψης του αρχαίου κόσμου, και η διδασκαλία του διαπερνούσε βαθύτατα τη δυτική φιλοσοφική και επιστημονική σκέψη μέχρι και την Επιστημονική Επανάσταση του 17ου αιώνα. Ο Δάντης στη Θεία Κωμωδία τον αποκαλεί "Άρχοντα αυτών που ξέρουν" (Maestro di color che sanno), δηλώνοντας τη σημασία που έχει ο Αριστοτέλης για το δυτικό κόσμο. Υπήρξε φυσιοδίφης, φιλόσοφος, δημιουργός της λογικής και ο σημαντικότερος από τους διαλεκτικούς της αρχαιότητας.
Ζωή και δράση.
Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε το 384 π.Χ. στα Αρχαία Στάγειρα της Χαλκιδικής (σημερινή ονομασία της περιοχής Λιοτόπι, μισό χιλιόμετρο νοτίως της Ολυμπιάδας). Ο πατέρας του Νικόμαχος ήταν γιατρός του βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα Γ΄, τον οποίο είχε πατέρα ο Φίλιππος. Ο Νικόμαχος, που κατά το Σουίδα είχε γράψει έξι βιβλία φυσικής και ένα ιατρικής, θεωρούσε πρόγονό του τον ομηρικό ήρωα και γιατρό Μαχάονα, το γιο του Ασκληπιού. Πίστευαν ότι και της μητέρας του η καταγωγή ήταν θεϊκή. Ονομαζόταν Φαιστίς, είχε έρθει με Χαλκιδείς αποίκους στα Στάγειρα και ανήκε στο γένος των Ασκληπιαδών.
Ο Αριστοτέλης πρόωρα ορφάνεψε από πατέρα και μητέρα και την κηδεμονία του ανέλαβε ο φίλος του πατέρα του Πρόξενος, που ήταν εγκαταστημένος στον Αταρνέα της μικρασιατικής Αιολίδας, απέναντι από τη Λέσβο. Ο Πρόξενος, που φρόντισε τον Αριστοτέλη σαν δικό του παιδί, τον έστειλε στην Αθήνα σε ηλικία 17 ετών (367 π.Χ.), για να γίνει μαθητής του Πλάτωνα. Πράγματι ο Αριστοτέλης σπούδασε στην Ακαδημία του Πλάτωνα επί 20 χρόνια (367 - 347), μέχρι τη χρονιά δηλ. που πέθανε ο δάσκαλός του. Στο περιβάλλον της Ακαδημίας άφηνε κατάπληκτους όλους και τον ίδιο το δάσκαλό του, με την ευφυΐα και τη φιλοπονία του. Ο Πλάτωνας τον ονόμαζε "νουν της διατριβής" και το σπίτι του "οίκον αναγνώστου".
Όταν το 347 π.Χ. πέθανε ο Πλάτωνας, προέκυψε θέμα διαδόχου στη διεύθυνση της σχολής. Επικρατέστεροι για το αξίωμα ήταν οι τρεις καλύτεροι μαθητές του Πλάτωνα, ο Αριστοτέλης, ο Ξενοκράτης και ο Σπεύσιππος. Ο Αριστοτέλης τότε μαζί με τον Ξενοκράτη εγκατέλειψε την Αθήνα και εγκαταστάθηκαν στην Άσσο, πόλη της μικρασιατικής παραλίας, απέναντι από τη Λέσβο. Την Άσσο κυβερνούσαν τότε δύο πλατωνικοί φιλόσοφοι, ο Έραστος και ο Κορίσκος, στους οποίους είχε χαρίσει την πόλη ο ηγεμόνας του Αταρνέα και παλιός μαθητής του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, Ερμίας. Οι δύο φίλοι, κυβερνήτες της Άσσο, είχαν ιδρύσει εκεί μια φιλοσοφική σχολή, ως παράρτημα της Ακαδημίας.
Στην Άσσο ο Αριστοτέλης δίδαξε τρία χρόνια και μαζί με τους φίλους του κατόρθωσε ό,τι δεν μπόρεσε ο Πλάτωνας. Συνδέθηκαν στενά με τον Ερμία και τον επηρέασαν τόσο, ώστε η τυραννία του να καταστεί πραότερη και δικαιότερη. Το τέλος του τυράννου όμως ήταν τραγικό. Επειδή προέβλεπε την εκστρατεία των Μακεδόνων στην Ασία, συμμάχησε με το Φίλιππο. Γι' αυτό τον συνέλαβαν οι Πέρσες και τον θανάτωσαν με μαρτυρικό σταυρικό θάνατο.
Το 345 π.Χ. ο Αριστοτέλης, ακολουθώντας τη συμβουλή του μαθητή του Θεόφραστου, πέρασε απέναντι στη Λέσβο και εγκαταστάθηκε στη Μυτιλήνη, όπου έμεινε και δίδαξε μέχρι το 342 π.Χ. Στο μεταξύ είχε παντρευτεί την ανιψιά και θετή κόρη του Ερμία, την Πυθιάδα, από την οποία απέκτησε κόρη, που πήρε το όνομα της μητέρας της. Μετά το θάνατο της πρώτης του συζύγου ο Αριστοτέλης συνδέθηκε αργότερα στην Αθήνα με τη Σταγειρίτισσα Ερπυλλίδα, από την οποία απέκτησε ένα γιο, το Νικόμαχο.
Το 342 π.Χ. τον προσκάλεσε ο Φίλιππος στη Μακεδονία, για να αναλάβει τη διαπαιδαγώγηση του γιου του Αλέξανδρου, που ήταν τότε μόλις 13 χρονών. Ο Αριστοτέλης άρχισε με προθυμία το έργο της αγωγής του νεαρού διαδόχου. Φρόντισε να του μεταδώσει το πανελλήνιο πνεύμα και χρησιμοποίησε ως παιδευτικό όργανο τα ομηρικά έπη. Η εκπαίδευση του Αλέξανδρου γινόταν άλλοτε στην Πέλλα και άλλοτε στη Μίεζα, μια κωμόπολη της οποίας τα ερείπια έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη· βρισκόταν στους πρόποδες του βουνού πάνω στο οποίο είναι χτισμένη η σημερινή Νάουσα της Μακεδονίας. Εκεί το 341 π.Χ. πληροφορήθηκε το θάνατο του Ερμία.
Ο Αριστοτέλης έμεινε στη μακεδονική αυλή έξι χρόνια. Όταν ο Αλέξανδρος συνέτριψε την αντίσταση των Θηβαίων και αποκατέστησε την ησυχία στη νότια Ελλάδα, ο Αριστοτέλης πήγε στην Αθήνα (335 π.Χ.) και ίδρυσε δική του φιλοσοφική σχολή. Για να εγκαταστήσει τη σχολή του διάλεξε το Γυμνάσιο, που λεγόταν και Λύκειο, ανάμεσα στο Λυκαβηττό και τον Ιλισό, κοντά στην πύλη του Διοχάρη, στο σημείο δηλ. που σήμερα βρίσκεται ο Εθνικός Κήπος. Εκεί υπήρχε άλσος αφιερωμένο στον Απόλλωνα και τις Μούσες. Με χρήματα που του έδωσε άφθονα ο Αλέξανδρος, ο Αριστοτέλης έχτισε μεγαλόπρεπα οικήματα και στοές, που ονομάζονταν "περίπατοι". Ίσως γι' αυτό η σχολή του ονομάστηκε Περιπατητική και οι μαθητές του περιπατητικοί φιλόσοφοι.
Η οργάνωση της σχολής είχε γίνει κατά τα πρότυπα της Πλατωνικής Ακαδημίας. Τα μαθήματα για τους προχωρημένους μαθητές γίνονταν το πρωί ("εωθινός περίπατος") και για τους αρχάριους το απόγευμα ("περί το δειλινόν", "δειλινός περίπατος"). Η πρωινή διδασκαλία ήταν καθαρά φιλοσοφική ("ακροαματική"). Η απογευματινή "ρητορική" και "εξωτερική".
Η σχολή είχε μεγάλη βιβλιοθήκη και τόσο καλά οργανωμένη, ώστε αργότερα χρησίμευσε ως πρότυπο για την ίδρυση των βιβλιοθηκών της Αλεξάνδρειας και της Περγάμου. Ο Αριστοτέλης μάζεψε χάρτες και όργανα χρήσιμα για τη διδασκαλία των φυσικών μαθημάτων. Έτσι σύντομα η σχολή έγινε περίφημο κέντρο επιστημονικής έρευνας. Στα δεκατρία χρόνια που έμεινε ο Αριστοτέλης στην Αθήνα δημιούργησε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του, που προκαλεί το θαυμασμό μας με τον όγκο και την ποιοτική του αξία. Γιατί είναι άξιο απορίας, πώς ένας άνθρωπος σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα συγκέντρωσε και κατέγραψε τόσες πολλές πληροφορίες.
Το 323 π.Χ. με την είδηση του θανάτου του Μ. Αλεξάνδρου οι οπαδοί του αντιμακεδονικού κόμματος νόμισαν ότι βρήκαν την ευκαιρία να εκδικηθούν τους Μακεδόνες στο πρόσωπο του Αριστοτέλη. Το ιερατείο, με εκπρόσωπό του τον ιεροφάντη της Ελευσίνιας Δήμητρας Ευρυμέδοντα, και η σχολή του Ισοκράτη, με το Δημόφιλο, κατηγόρησαν τον Αριστοτέλη για ασέβεια ("γραφή ασεβείας"), επειδή είχε ιδρύσει βωμό στον Ερμία, είχε γράψει τον ύμνο στην Αρετή και το επίγραμμα στον ανδριάντα του Ερμία, στους Δελφούς. Ο Αριστοτέλης όμως, επειδή κατάλαβε τα πραγματικά κίνητρα και τις αληθινές προθέσεις των μηνυτών του, έφυγε για τη Χαλκίδα, προτού γίνει η δίκη του (323 π.Χ.). Εκεί έμεινε, στο σπίτι που είχε από τη μητέρα του, μαζί με τη δεύτερη σύζυγό του την Ερπυλλίδα και με τα δύο του παιδιά, το Νικόμαχο και την Πυθιάδα.
Το 322 π.Χ. πέθανε στη Χαλκίδα από στομαχικό νόσημα, μέσα σε θλίψη και μελαγχολία. Το σώμα του μεταφέρθηκε στα Στάγειρα, όπου θάφτηκε με εξαιρετικές τιμές. Οι συμπολίτες του τον ανακήρυξαν "οικιστή" της πόλης και έχτισαν βωμό πάνω στον τάφο του. Στη μνήμη του καθιέρωσαν γιορτή, τα "Αριστοτέλεια", και ονόμασαν έναν από τους μήνες "Αριστοτέλειο". Η πλατεία όπου θάφτηκε ορίστηκε ως τόπος των συνεδρίων της βουλής.
Φεύγοντας από την Αθήνα, διευθυντή της σχολής άφησε το μαθητή του Θεόφραστο, που τον έκρινε ως τον πιο κατάλληλο. Έτσι το πνευματικό ίδρυμα του Αριστοτέλη εξακολούθησε να ακτινοβολεί και μετά το θάνατο του μεγάλου δασκάλου.
Η προσωπικότητά του.
Ο Αριστοτέλης ως άνθρωπος είχε πιστούς φίλους, αλλά και φοβερούς αντίπαλους (Επίκουρος, Τίμαιος, Ευβουλίδης κ.ά.), οι οποίοι κάποιες φορές τον παρουσίαζαν ως φιλάργυρο, φιλήδονο, ραδιούργο, μηχανορράφο, ακόμα ως οργανωτή δολοφονίας του Αλεξάνδρου κλπ.
Αντίθετα, από αξιόπιστες πηγές μαθαίνουμε ότι ο Αριστοτέλης υπήρξε η ενσάρκωση του ορθού μέτρου σ' όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του. Την έμφυτη ευγένεια και τρυφερότητα της ψυχής του τη βρίσκουμε διάχυτη μέσα στη διαθήκη του. Μέσα σ' αυτή φροντίζει για τη μνήμη των γονέων και του αδερφού του και δε λησμονεί ούτε την οικογένεια του πατρικού φίλου Πρόξενου, που τον ανέθρεψε. Φροντίζει για τη δεύτερη γυναίκα του την Ερπυλλίδα και το γιο που απέκτησε μαζί της, το Νικόμαχο. Ακόμα για την κόρη του Πυθιάδα, καρπό του πρώτου του γάμου. Η μεγάλη του όμως φιλανθρωπία φαίνεται στο σημείο εκείνο της διαθήκης, όπου ορίζει να μην πουληθεί κανείς από τους δούλους που τον υπηρέτησαν, αλλά να ελευθερώνονται μόλις ενηλικιώνονται.
Ο γραπτός λόγος του Αριστοτέλη.
Ο Αριστοτέλης δεν έδειξε ενδιαφέρον στη δημοσίευση των έργων του με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν σήμερα διαθέσιμα πολλά απο αυτά. Ποτέ δε δημοσίευσε τα βιβλία του, εκτός από τους διαλόγους του. Η ιστορία των πρωτότυπων συγγραμμάτων του περιγράφεται από τον Στράβωνα στην "Γεωγραφία" του και από τον Πλούταρχο στο βιβλίο Βίοι Παράλληλοι, Σύλλας. Τα χειρόγραφα των παραδόσεων του Αριστοτέλη έμειναν στα χέρια του μαθητή του Θεόφραστου. Ο Θεόφραστος τα άφησε στον Νηλέα από τη Σκήψη και από αυτόν έμειναν στους κληρονόμους του. Οι απόγονοί τους τα πούλησαν στον Απελλικώνα από την Τηΐα/Τέω για ένα μεγάλο ποσό. Ο Σύλλας μετά την κατάληψη των Αθηνών (86 π.Χ.) πήρε τη βιβλιοθήκη του Απελλικώνα και τα μετέφερε στη Ρώμη. Εκεί πρωτοδημοσιεύτηκαν (60 π.Χ.) από τον Ίωνα φιλόλογο Τυραννίωνα από την Αμυσό και στη συνέχεια από τον περιπατητικό φιλόσοφο Ανδρόνικο το Ρόδιο.
Συγγραφικό έργο.
Οι Αλεξανδρινοί υπολόγιζαν ότι ο Αριστοτέλης έγραψε 400 περίπου συνολικά βιβλία. Ο Διογένης ο Λαέρτιος υπολόγισε το έργο του σε στίχους και βρήκε ότι έφταναν τις 44 μυριάδες, δηλ. 440.000. Μεγάλο μέρος από το έργο του αυτό χάθηκε. Ανήκε στην κατηγορία των δημόσιων ή "εξωτερικών" μαθημάτων και ήταν γραμμένα σε μορφή διαλογική. Από αυτά σώθηκε μόνο η "Αθηναίων Πολιτεία", σ' έναν πάπυρο που βρέθηκε στην Αίγυπτο. Τα σωζόμενα σήμερα έργα του αντιστοιχούν στη διδασκαλία που ο Αριστοτέλης έκανε στους προχωρημένους μαθητές του και που λέγονται "ακροαματικές ή εσωτερικές". Γι' αυτό και είναι γραμμένα σε συνεχή λόγο και όχι σε διάλογο. Αρκετά από τα βιβλία του έχουν υποστεί επεμβάσεις και επεξεργασίες και γενικά η κατάστασή τους δεν είναι καλή. Από το τεράστιο έργο του τελικά σώθηκαν 47 βιβλία και μερικά αποσπάσματα από τα άλλα. Δε θεωρούνται όμως όλα γνήσια. Η συνηθέστερη κατάταξή τους είναι η ακόλουθη:
Λογικά ή Όργανον:
Αποτελούν πραγματείες χρήσιμες για τη γνώση και είναι οι εξής έξι:
"Περί ερμηνείας"
"Κατηγορίαι"
"Αναλυτικά πρότερα"
"Αναλυτικά ύστερα"
"Τοπικοί και Σοφιστικοί έλεγχοι"
Οι πραγματείες αυτές αποτελούν την αιώνια δόξα του φιλοσόφου, γιατί πρώτος αυτός διατύπωσε τους νόμους της ανθρώπινης νόησης και τους τρόπους του συλλογισμού.
Φυσικά:
Περιλαμβάνουν τις εξής πραγματείες:
"Φυσική ακρόαση" (βιβλία 8)
"Περί ουρανού" (βιβλία 4)
"Περί γενέσεως και φθοράς" (βιβλία 3)
"Μετεωρολογικά" (βιβλία 4)
"Περί κόσμου" (ψευδεπίγραφο)
Βιολογικά:
"Περί ζώων ιστορίας" (βιβλία 10)
"Περί ζώων μορίων" (βιβλία 4)
"Περί ζώων πορείας" (1 βιβλίο)
"Περί ζώων κινήσεως"
"Περί ζώων γενέσεως" (βιβλία 5)
"Περί φυτών" (ψευδεπίγραφο)
Με τα έργα του αυτά έγινε ο δημιουργός της φυσικής επιστήμης, της ζωολογίας και της συγκριτικής ανατομίας. Με τις πραγματείες αυτές έστρεψε ο Αριστοτέλης τη φιλοσοφική συζήτηση στο γόνιμο έδαφος του αισθητού κόσμου.
Ψυχολογικά:
"Περί ψυχής" (βιβλία 3)
"Περί αισθήσεως και αισθητών"
"Περί μνήμης και αναμνήσεως"
"Περί ύπνου και εγρηγορήσεως"
"Περί ενυπνίων"
"Περί μαντικής της εν τοις ύπνοις"
"Περί μακροβιότητος και βραχυβιότητος"
"Περί ζωής και θανάτου"
"Περί αναπνοής"
"Περί πνεύματος" (ψευδεπίγραφο)
Εκτός από το πρώτο, τα υπόλοιπα της ομάδας αυτής είναι γνωστά με το κοινό όνομα "Μικρά φυσικά".
Μεταφυσικά:
Από τα Μεταφυσικά ή πρώτη φιλοσοφία, όπως τα αποκαλούσε ο Αριστοτέλης προήλθε ο όρος "μεταφυσική" των νεότερων χρόνων. Στα 12 βιβλία των Μεταφυσικών προσθέτουν συνήθως και τη διατριβή "Περί Μελίσσου, Ξενοφάνους και Γοργίου" (πιθανώς ψευδεπίγραφο). Στην ομάδα αυτή των έργων του ο Αριστοτέλης εξετάζει τις πρώτες αρχές όλων των όντων και των "κινουμένων" και των "ακινήτων".
Ηθικά:
"Ηθικά Ευδήμεια" (βιβλία 7)
"Ηθικά μεγάλα" (βιβλία 2)
"Ηθικά Νικομάχεια" (βιβλία 10)
Αυτά ιδιαίτερα τα τίμησαν οι θεολόγοι.
Πολιτικά:
"Πολιτικά" (βιβλία 8)
"Αθηναίων Πολιτεία"
"Οικονομικά" (βιβλία 2)
Αποτελούν, και σήμερα ακόμα, τη βάση των ερευνών για όσους ασχολούνται με τις πολιτικές επιστήμες.
Τεχνικά:
"Ρητορική" (βιβλία 3)
"Ποιητική" (δεν σώθηκε ολόκληρη)
Προβλήματα:
Περιέχουν προβλήματα από διάφορες περιοχές της γνώσης.
Στο σώμα των αριστοτελικών έργων έχουν συμπεριληφθεί και τα ακόλουθα ακόμα έργα, που δε θεωρούνται γνήσια: Φυσιογνωμικά, Περί θαυμασίων ακουσμάτων, Περί χρωμάτων, Περί ατόμων γραμμών, Μηχανικά, Ρητορική εις Αλέξανδρον και Περί ακουστών.
Η Φιλοσοφία του.
Εκτός από τη γνώμη του τη σχετική με τις "ιδέες" του Πλάτωνα ο Αριστοτέλης υποστηρίζει και άλλες αρχές. Δεν αποκρούει την ηδονή, αλλά προτιμά την πιο τέλεια, αυτή δηλ. που πηγάζει από τη διάνοια. Ο σκοπός των ανθρώπινων ενεργειών, κατά τον Αριστοτέλη, είναι η ευδαιμονία, την οποία ορίζει ως ενέργεια σύμφωνη με την αρετή. Η αρετή, όταν κυριαρχεί στα πάθη και στις ορμές, τα ρυθμίζει, παίζοντας το ρόλο του μέτρου ανάμεσα στις δύο ακρότητες, δηλ. στην υπερβολή και την έλλειψη. Έτσι π.χ. η "πραότης" είναι αρετή ως μεσότητα της οργής και της αναισθησίας, η "ανδρεία", επειδή βρίσκεται ανάμεσα στη θρασύτητα και στη δειλία, και η "αιδώς", επειδή κατέχει το μέσο της αδιαντροπιάς και της κατάπληξης, που είναι ακρότητες. Συμπλήρωμα της αρετής είναι και τα αγαθά του σώματος (δύναμη, υγεία, ομορφιά) και τα αγαθά της τύχης (πλούτος, ευγενική καταγωγή κλπ.). Σύμφωνα μ' αυτά, ευτυχισμένος είναι εκείνος που ενεργεί κατά τις επιταγές της αρετής και συγχρόνως έχει μερίδιο και στα άλλα αγαθά, τα "εκτός αγαθά", όπως τα ονομάζει.
Ο Αριστοτέλης ταλαντεύεται ανάμεσα στον ιδεαλισμό και τον υλισμό. Κάθε πράγμα, κατ' αυτόν, αποτελείται από ύλη και πνεύμα, που είναι μεταξύ τους αδιάσπαστα ενωμένα. Η ύλη είναι παθητική, είναι η δυνατότητα του πράγματος, ενώ το πνεύμα ενεργητικό, δηλ. η δύναμη που μεταβάλλει τη δυνατότητα σε πραγματικότητα.
Ο κόσμος, κατά τον Αριστοτέλη, είναι ενιαίος και αιώνιος, ενώ η οικουμένη έχει σχήμα σφαίρας με κέντρο τη Γη. Με το να δέχεται την καταγωγή των γνώσεων από τις αισθήσεις, πλησιάζει πολύ τον υλισμό. Τέλος με την τυπική λογική βλέπει την αντικειμενική πραγματικότητα "στατικά" και όχι μέσα στην αέναη μεταβολή και κίνησή της. Ο Αριστοτέλης ήταν ο φιλόσοφος που διετύπωσε την θεωρία της ύπαρξης του πέμπτου στοιχείου της φύσης. Συγκεκριμένα οι Έλληνες φιλόσοφοι απο την Ιωνία θεωρούσαν οτι στην φύση υπάρχουν τέσσερα στοιχεία ή ουσίες. Γή, ύδωρ, πύρ και αήρ. Ο Αριστοτέλης πρόσθεσε στην τετράδα τον αιθέρα ο οποίος θα αποτελέσει την πέμπτη ουσία την πεμπτουσία. Το στοιχείο αυτό παρουσιάζει κάποιες ιδιαιτερότητες, είναι αγέννητο, αγήρατο, άφθαρτο, αϊδιο, αναυξές και αναλλοίωτο. Επιπλέον εντοπίζεται στον "άνω τόπο" όπου κατοικεί η Θεότητα.

«ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΤΑΧΥ»

Η Ξένη Μητσοβασίλη γεννήθηκε το 1951 σε χωριό κοντά στα Γιάννινα. Στη συνέχεια μέσα από ένα πολύ δύσκολο οδοιπορικό βρέθηκε στην ορεινή Ναυπακτία στα Κράβαρα. Τα Κράβαρα μέχρι τότε ήταν ορμητήριο των ελληνικών αλλά και διεθνών περιοδειών των «μπολιάρηδων» που ενέπνευσαν τον Ανδρέα Καρκαβίτσα να γράψει το μυθιστόρημα «Ο Ζητιάνος». Από την ίδια περιοχή κατάγεται μεγάλο ποσοστό των πρώτων μεταναστών στην Αμερική. Κατάγονται, επίσης, δύο αντιβασιλείς της ελληνικής πολιτείας και οι κεφαλές των μαχητών του ΔΣΕ που περιφέρονταν στη Ναύπακτο από τους νικητές λίγο πριν γεννηθεί η συγγραφέας. Αν προσθέσει κανείς και τη μηδαμινή αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή φτιάχνει το υλικό και ιστορικό υπόβαθρο των ορεινών Ναυπακτίων εκείνης της περιόδου.
Η φυγή της κ. Μητσοβασίλη το 1962 από το ορεινό χωριό του πατέρα της συμπίπτει με την έναρξη του τελευταίου και μεγαλύτερου μεταναστευτικού ρεύματος εντός και εκτός Ελλάδος. Άφησε πίσω του ερημιά και αναντικατάστατους γέροντες και γριές. Τα παιδιά των «μπολιάρηδων» και των άλλων πάμπτωχων αγροτών και κτηνοτρόφων δε γύρισαν ποτέ πίσω με την πραμάτεια τους, αλλά έμειναν μόνιμα στα αστικά και περι-αστικά κέντρα. Η συγγραφέας ερχόμενη στην Αθήνα με την μητέρα της και τον αδελφό της, ορφανή ήδη από πατέρα, πήγε στο γυμνάσιο τρία χρόνια και μετά μαθήτευσε σε νοσηλευτική σχολή για να εργαστεί σε δημόσιο νοσοκομείο. Η «Ερυφίλη Μήτσοβα», παράλληλα, συμμετέχει δραστήρια στο κομμουνιστικό κίνημα μέχρι σήμερα. Αυτή η ευρύτερη σχέση που, όπως λέει η ίδια, επικεντρώνεται στο Σχολείο Κατερίνα Μάτσα, νομίζω ότι ύψωσε τη συνείδησή της στο επίπεδο της ερμηνείας και ανάπλασης του ιστορικού παρελθόντος της, φτάνοντας μέχρι του σημείου που αυτό να γίνεται δομημένος λόγος μιας μυθιστορηματικής αφήγησης της ίδιας της ζωής της.
Το «Κόκκινο στάχυ» της κ. Μητσοβασίλη που φύτρωσε στις πέτρες των βουνών της ελληνικής υπαίθρου αντικειμενικά είναι η ψυχική και εμπειρική βάση της προσωπικότητας χιλιάδων ανθρώπων των πόλεων της μεταπολεμικής – μετεμφυλιακής Ελλάδας και τα αποτυπώματά της στη συλλογική συνείδηση των μαζών. Κοντολογής, το γραπτό της κ. Μητσοβασίλη αναφέρεται σε ένα κορίτσι που γεννήθηκε από τον έκνομο έρωτα ενός ωραίου νεαρού χωροφύλακα με μια όμορφη νεαρή αγρότισσα ακριβώς μετά τη λήξη του εμφύλιου στις παρυφές του Γράμμου. Η άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος, ο πατέρας, έφυγε ανήμπορος να σηκώσει το βάρος ενός τέτοιου γεγονότος. Η μητέρα με τον «καρπό της κοιλίας της» ανά χείρας όχι από έρωτα πια, αλλά από ταξικό και κοινωνικό καταναγκασμό που παγώνει τις ψυχές κατάφερε διασχίζοντας βουνά και λαγκάδια να βρει τον πατέρα και τον ευρίσκει στο βουνό και αρραβωνιασμένο, για να παραφράσουμε λιγάκι το Σολωμό και το «Λάμπρο» του, πράγμα που το πλήρωσε, αφού δολοφονήθηκε για λόγους τιμής από τους ακροδεξιούς αδελφούς της Άλλης, δια λόγου ακόμα τότε, νύφης.
Τα πρόσωπα του οικογενειακού και ευρύτερου περιβάλλοντος της «Ερυφίλης Μήτσοβα» μαζί με τα τοπία και τη γλώσσα αναπαριστούν με τρομακτική ακρίβεια την πρώτη μετεμφυλιακή περίοδο στην ελληνική ύπαιθρο. Απ’ αυτή την άποψη και παρά το ότι κάποιος σχολαστικός ή γενικός τυπολάτρης θα βρει ατέλειες στη γραφή της κ. Μητσοβασίλη συγκριτικά με άλλους ομότεχνούς της, δεν με εμποδίζει να ισχυριστώ ότι το «Κόκκινο Στάχυ» είναι το «Τρίτο στεφάνι» του Κ. Ταχτσή σε έκδοση της ελληνικής υπαίθρου επαρχίας με λιγότερα λόγια και λιγότερη επιτήδευση. Η αναμέτρηση της νέας συγγραφέως θα εξελιχτεί μελλοντικά στο πεδίο της θεωρητικής εμβάθυνσής της και στη χαλιναγώγηση της γλώσσας με δάνεια Δημ. Χατζή για παράδειγμα. Η κ. Μητσοβασίλη χρησιμοποιεί πολλούς ιδιωματικούς διαλόγους μεταξύ των ηρώων της. Θαρρώ πως μαζί λανθάνει μια βαθιά εκτίμηση στη λαϊκή -λεγόμενη- σοφία, η οποία όμως από μόνης της δεν φτάνει πολλές φορές να ερμηνεύσει θεωρητικά τα τρομακτικά γεγονότα που περιέχει το «Κόκκινο στάχυ» που τυχαίνει να ενσωματώνουν σημαντικότατους ιστορικούς κόμβους της ανθρώπινης ιστορίας. Ο ρυθμός και το ύφος της γραφής της είναι σταθερά, απ’ την αρχή μέχρι το τέλος, καταφέρνοντας και σ’ αυτό τον τομέα να φορτίζει της λέξεις με τέτοιο τρόπο ώστε ο αναγνώστης να φτάνει μονορούφι στο τέλος. Αν θελήσει κάποιος να ταξινομήσει το «Κόκκινο στάχυ» στο λογοτεχνικό στερέωμα θα το τοποθετήσει στα μέρη, ας πούμε, του λαϊκού ρεαλισμού με έντονο παιδευτικό χαρακτήρα.
Συνοπτικά. Το «Κόκκινο στάχυ» πρασινίζει τις ψυχές μας γιατί υπενθυμίζει πως οι άνθρωποι μπορούν να μετουσιώσουν, κάτω από ορισμένες συνθήκες κοινωνικού αγώνα και τις βαρύτερες αντιξοότητες της ζωής σε αγάλματα λόγου. Η κ. Ξένη Μητσοβασίλη από το πρώτο της κιόλας βιβλίο δείχνει ότι αναμετράται με πολύ σοβαρά θέματα -ενάντια στην υπερβολικά συνήθη θεματογραφία των σύγχρονων μυθιστοριογράφων μας- και τα βγάζει πέρα άνετα. Το ύψος του λογοτεχνικού επιπέδου που διάλεξε για να μπει στο δημόσιο στίβο της δημιουργίας όσο είναι ευχάριστο, άλλο τόσο είναι και δεσμευτικό για τους δρόμους που θα ακολουθήσει. Το «Κόκκινο στάχυ» όντας πολυπύρηνο θεματολογικά μπορεί να γίνει αφετηρία πολλών νέων έργων της συγγραφέως μας.





Σύμβολο κόσμου ελληνικού, γνήσιου κι αυθεντικού, τότε που ο Έλληνας τιμούσε το ψωμί του τίμιου μόχθου του κι όταν περνούσε κάποιος ξένος απ΄ τη γειτονιά τον προσκαλούσε να κοπιάσει να φάνε ψωμί…
Το πρώτο βιβλίο της Ξένης Μητσοβασίλη «Κόκκινο Στάχυ» ωρίμασε και ψώμωσε μέσα της για να το απολαύσουμε εμείς, σήμερα, περιδιαβάζοντας στις σελίδες του, αναγνώστες – θεατές ενός δράματος σε νοητές κερκίδες…
Ο χρόνος της προσωπικής ιστορίας της ηρωίδας του βιβλίου καλύπτει την ιστορία μιας ολόκληρης ελληνικής εποχής. Μέσα απ΄ τις σελίδες του αναδύεται ένας κόσμος σακατεμένος απ΄ τον πόλεμο και την εμφύλια σύγκρουση. Άνθρωποι πονεμένοι, πεινασμένοι, φυλακισμένοι στις προλήψεις και τις παραδόσεις. Κι ανάμεσά τους ο Λιας, ο λεβέντης ο εκπρόσωπος της εξουσίας των «κοριτσιών το λάμπασμα».
Μέσα απ΄ την προσωπική ιστορία της εξώγαμης κόρης και της αστεφάνωτης μάνας, ξεχύνονται ο πόνος, τ΄ άγρια πάθη, οι απωθημένες επιθυμίες των ανθρώπων. Ο αγώνας της αστεφάνωτης μάνας, η καλοσύνη της βάβως, η τιμιότητα του παππού κι ο πόνος που ξεχειλίζει απ΄ τις ψυχές: «που ’χου μεγάλου πόνου, κι άλλον πόνου στα σπλάχνα μ΄ δε χουράει…»∙ αλλά κι ο φόβος κι η υποταγή στο Θεό και τον παπά του χωριού! Και μίσος και γδικιωμός που ’φτασε στο φονικό στ΄ όνομα της τιμής και της υπόσχεσης.
Μα η ιστορία δε σταματάει στο μικρόκοσμο του χωριού. Ακολουθεί ο ξεριζωμός, η «ξενιτιά» της Αθήνας, η αλαζονική θεία και τα «βλαχάκια» να την υπηρετούν. Η δουλειά στο εργοστάσιο σκληρή και η ελπίδα για καλύτερη ζωή κομμάτια…
Το πλαίσιο του αφηγήματος στο α΄ μέρος είναι αγροτικό. Οι ήρωές του ριζωμένοι στην κακοτράχαλη γη της Ηπείρου βιώνουν την ακραία στέρηση της μετεμφυλιακής ελληνικής υπαίθρου. Η Εριφύλη Μήτσοβα, η κεντρική ηρωίδα ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής της και αναψηλαφεί μνήμες πικρές. Η συγγραφέας με εκφραστική αυστηρότητα που μεταγγίζει γνήσια και ουσιαστική συγκίνηση απεικονίζει, με ωμό ρεαλισμό τα μίση, τα πάθη, τις προλήψεις αλλά και την ακεραιότητα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Ο Αριστοτέλης αντιδιαστέλλει την τραγωδία και την ποίηση προς την Ιστορία. Η Ιστορία ασχολείται με το μερικό και το ατομικό. Η τραγωδία, αντίθετα, μας δίνει καθολικούς τύπους ανθρώπων. Και το «Κόκκινο στάχυ» είναι μια μικρή τραγωδία, γιατί οι ήρωές του άνθρωποι απλοί και καθημερινοί πάσχουν πάνω από τα ανθρώπινα μέτρα. Κι αν η περιπέτεια κατά τον Αριστοτέλη είναι «η ες το εναντίον των πραττομένων μεταβολή» η αστεφάνωτη μάνα του αφηγήματος είναι η τραγική ηρωΐδα. (Όσοι έχετε διαβάσει την «Αστεφάνωτη» του Αλ. Παπαδιαμάντη, η πικραμένη γυναίκα εκφράζει συγκρατημένο παράπονο και γλυκειά εγκαρτέρηση). Η αστεφάνωτη εδώ με τον παράνομο καρπό της είναι σπαραγμός: η κυοφορία και η γέννηση ενός παιδιού από πηγή χαράς μεταστρέφεται στο αντίθετό της: γίνεται δυστυχία, φόβος, ντροπή, κατάρα κι ανάθεμα. Και η μητρότητα σε μίσος. Η μάνα μισεί το παιδί της και μέσω αυτού εκδικείται την κοινωνία. «Η ες το εναντίον των πραττομένων μεταστροφή»! Ζούμε μέσα από τις δυστυχίες μας, όχι από τα επιτεύγματά μας. Όλα τα είδη του λόγου χωρίς συγκίνηση δεν αντέχουν μέσα στο χρόνο. Μέσα από τη διαδικασία της καθαρτικής γραφής ο ορίζοντας της ψυχής μας διευρύνεται και τα πιο δυσάρεστα, τα πιο απεχθή γεγονότα μετουσιωμένα σε τέχνη αποκαθαίρονται και μας ανακουφίζουν. Η Τέχνη, κατά τον Γρηγόριο Ξενόπουλο μικρή ή μεγάλη είναι Διασκεδαστική.

22/2/09

ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ: ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑΣ.


Tο κείμενο που ακολουθεί αποτελείται από αποσπάσματα παρμένα από τα βιβλία του E. Mπιτσάκη «H φύση στη διαλεκτική φιλοσοφία», Eλληνικά Γράμματα, 2003 και «Γονίδια του μέλλοντος», Προσκήνιο, 2001. Πρόκειται για δύο σημαντικά έργα του E. Mπιτσάκη, χρήσιμα για κάθε αναγνώστη. Στα αποσπάσματα από το βιβλίο « H Φύση στη διαλεκτική φιλοσοφία», δώσαμε ιδιαίτερο βάρος στην παρουσίαση των απόψεων του Mαρξ για την αντίθεση ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση. Παρά το γεγονός ότι την εποχή του Mαρξ δεν υπήρχε «οικολογικό κίνημα», η φύση υπήρχε, ήταν παρούσα στη σκέψη του Mαρξ σαν φιλοσοφική και οικονομική κατηγορία. O μαρξισμός αντιλαμβανόταν ότι η εμπορευματική-κεφαλαιοκρατική οργάνωση της παραγωγής δεν σήμαινε μόνο την εκμετάλλευση της ζωντανής εργασίας, αλλά και την καταλήστευση του φυσικού πλούτου της γης. Aπό το δεύτερο βιβλίο του E. Mπιτσάκη, διαλέξαμε ένα μικρό απόσπασμα που αναφέρεται στον τρόπο και τα οικολογικά προβλήματα που δημιουργήθηκαν στις χώρες του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού. Συνιστούμε, χωρίς επιφύλαξη, τη μελέτη των έργων αυτών του E. Mπιτσάκη, καθώς «ερεθίζουν» τη σκέψη πάνω σε προβλήματα εξαιρετικά επίκαιρα στις μέρες μας.

Αποσπάσματα από το βιβλίο « Η φύση στην διαλεκτική φιλοσοφία»:
Η επέμβαση του ανθρώπου στις διεργασίες της φύσης δεν ήταν πάντοτε ευεργετική. Aλλά, με τη βιομηχανική-κεφαλαιοκρατική παραγωγή, το οικολογικό πρόβλημα έγινε ένα από τα κύρια προβλήματα της εποχής μας. H αντίθεση ανθρώπου-φύσης είναι παράγωγη αντίθεση – παράγωγη της θεμελιακής αντίθεσης του καπιταλισμού. Eντούτοις, είναι ήδη δεσπόζουσα.
Mε τον όρο «οικολογικό πρόβλημα» πολλές σημερινές κινήσεις εννοούν, κυρίως, τη μόλυνση του περιβάλλοντος, την εξάντληση των φυσικών αποθεμάτων, την εξαφάνιση ζωικών και φυτικών ειδών κλπ. Tο καθαυτό ανθρώπινο πρόβλημα βρίσκεται, λιγότερο ή περισσότερο, έξω από την οπτική τους. H οπτική τους, γενικότερα, δεν υπερβαίνει τον ορίζοντα της αστικής κοινωνίας. Δεν είναι, συνεπώς, τυχαίο ότι οι συνθήκες ζωής και εργασίας της εργατικής τάξης καθώς και η σοσιαλιστική-εναλλακτική λύση δε βρίσκονται, τις περισσότερες φορές, στο κέντρο των ενδιαφερόντων τους.
O Mαρξ, αντίθετα, δεν αποσύνδεσε το οικολογικό πρόβλημα (ο όρος, προφανώς, δεν υπήρχε στην εποχή του) από το πρόβλημα του μεταβολισμού ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση. Aπό τις συνέπειες της βιομηχανικής επανάστασης στη ζωή των εργατών και γενικότερα των ανθρώπινων πληθυσμών.
Δεν υπάρχουν πολλά κείμενα του Mαρξ για τη φύση. Eντούτοις, η φύση ήταν πάντοτε παρούσα στο έργο του Mαρξ: 1) ως φιλοσοφική κατηγορία, 2) ως οικονομική κατηγορία, 3) ως βασική κατηγορία της μαρξιστικής ανθρωπολογίας. (...)
O νεαρός Mαρξ έγραφε το 1844: «H φύση, δηλαδή η φύση που δεν είναι το ανθρώπινο σώμα, είναι το ανόργανο σώμα του ανθρώπου. O άνθρωπος ζει στη φύση σημαίνει: η φύση είναι το σώμα του, με το οποίο οφείλει να διατηρεί μια σταθερή διαδικασία για να μην πεθάνει. H άποψη ότι η φυσική και η πνευματική ζωή του ανθρώπου είναι αναπόσπαστα δεμένες με τη φύση δε σημαίνει τίποτα άλλο από το ότι η φύση είναι αναπόσπαστα δεμένη με τον εαυτό της, επειδή ο άνθρωπος είναι μέρος της φύσης». (...)
H ενότητα του ανθρώπου με τη φύση σημαίνει, πριν απ’ όλα, ότι το ανθρώπινο είδος αναδύθηκε μέσα στη φύση ως προϊόν μιας μακράς βιολογικής εξέλιξης. Aυτό σημαίνει ότι το σώμα του ανθρώπου, ο εγκέφαλος και το νευρικό του σύστημα διαπλάστηκαν μέσα στη φύση, μέσα από την αλληλεπίδραση ανάμεσα στο είδος και στο ανόργανο και οργανικό περιβάλλον του. (...). Όμως, η ιστορία δεν είναι δυνατόν να κατανοηθεί έξω από το ειδικό και θεμελιακό χαρακτηριστικό του ανθρώπου: να είναι παραγωγικό ζώον. (...)
O άνθρωπος παράγει μετασχηματίζοντας την ύλη. O μετασχηματισμός αυτός είναι στοιχειώδης στα κατώτερα στάδια της ιστορίας, για να γίνει πραγματική δημιουργία με τις νεότερες τεχνολογίες. H εργασία γίνεται στον Mαρξ θεμελιώδης κατηγορία για την κατανόηση των σχέσεων ανάμεσα στον άνθρωπο και στη φύση. (...) Όμως, οι σχέσεις ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση δεν περιορίζονται στον τομέα της εργασίας μόνο στη φυσική και στη βιολογική της όψη, επειδή ο άνθρωπος είναι ζώο κοινωνικό και η εργασία είναι κοινωνική δραστηριότητα, άρα φυσική σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και στη φύση, διαμεσολαβημένη από τις σχέσεις παραγωγής. H εργασία πραγματοποιείται στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής και η φύση και οι συνέπειές της δεν είναι δυνατόν να κατανοηθούν έξω από τα χαρακτηριστικά και τις αντιθέσεις του τρόπου παραγωγής. (...)
Aλλά, με την εμφάνιση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και των τάξεων, οι ταξικοί ανταγωνισμοί έγιναν ο κινητήρας της ιστορίας και οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στα άτομα και ανάμεσα στις τάξεις αναπτύσσονταν μαζί με την καταστροφή της ενότητας του ανθρώπου με τη φύση. Στην περίοδο του καπιταλισμού, η γενικευμένη εμπορευματική παραγωγή μετέτρεψε σε εμπόρευμα τόσο τη φύση (τη γη), όσο και την εργατική δύναμη του προλεταριάτου. (...). «O κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής», έγραφε ο Mαρξ, «εμφανίζεται, λοιπόν, ως ιστορική αναγκαιότητα για να μετατρέψει την απομονωμένη εργασία σε κοινωνική. Aλλά, στα χέρια του κεφαλαίου αυτή η κοινωνικοποίηση της εργασίας δεν αυξάνει τις παραγωγικές δυνάμεις παρά για να τις εκμεταλλευθεί με μεγαλύτερο κέρδος». Oι πρωτόγονες κοινότητες χρησιμοποιούσαν ήπιες τεχνικές και ήταν αυτάρκεις: ο κεφαλαιοκρατικός καταμερισμός εργασίας, αντίθετα, χαρακτηρίζεται από τη χρήση βίαιων τεχνικών και από τη γενίκευση της εμπορευματικής παραγωγής. (...)
O μετασχηματισμός των παραγωγικών σχέσεων στην ύπαιθρο, με την εισβολή του καπιταλισμού, μεταμόρφωσε σε βάθος τις σχέσεις του ανθρώπου με τη φύση. Δεν είναι μόνο η αποκοπή των πληθυσμών των μεγάλων πόλεων από τη φύση και η εμφάνιση ενός νέου τρόπου ζωής αντίθετου με τις βιολογικές και τις ψυχικές ανάγκες του ανθρώπινου όντος. Δεν είναι μόνο η μετατροπή των καλλιεργητών σε μισθωτούς. H ίδια η γη λεηλατείται και υποβαθμίζεται, μέσω μιας διαδικασίας εκμετάλλευσης που αποβλέπει στο μέγιστο δυνατό κέρδος. «Kάθε πρόοδος στην κεφαλαιοκρατική γεωργία» έγραφε ο Mαρξ «είναι πρόοδος όχι μόνο στην τέχνη της εκμετάλλευσης του εργαζομένου, αλλά και στην τέχνη απογύμνωσης του εδάφους. Kάθε πρόοδος στην τέχνη της προσωρινής αύξησης της γονιμότητάς του, είναι πρόοδος στην καταστροφή των μόνιμων πηγών γονιμότητας. Όσο περισσότερο μια χώρα –π.χ. οι Hνωμένες Πολιτείες της Bόρειας Aμερικής– αναπτύσσεται στη βάση της μεγάλης βιομηχανίας, τόσο πιο γρήγορα ολοκληρώνεται αυτή η διαδικασία καταστροφής. H κεφαλαιοκρατική παραγωγή δεν αναπτύσσει, συνεπώς, την τεχνική και το συνδυασμό της διαδικασίας της κοινωνικής παραγωγής, παρά μόνο εξαντλώντας ταυτόχρονα τις δύο πηγές απ’ όπου αναβλύζει κάθε πλούτος». (...)
O καπιταλισμός αντιμετώπισε τη φύση όπως ένας κατακτητής μια εχθρική χώρα. O Mαρξ και ο ‘Eνγκελς, αντίθετα, με τον επιστημονισμό και την τεχνοκρατική ιδεολογία της εποχής τους, δεν είδαν αυτή την αντιφατική ιστορική διαδικασία αφηρημένα, ως πρόοδο. Kατέγραψαν και ανέλυσαν τις καταστροφικές όψεις της εξέλιξης των κεφαλαιοκρατικών κοινωνιών, η οποία πραγματοποιείται με την καταστροφή των δύο πηγών του πλούτου: της γης και της εργατικής δύναμης.
O ‘Eνγκελς προειδοποιούσε τους σύγχρονούς του εναντίον της αφελούς αισιοδοξίας της κυρίαρχης ιδεολογίας: «Tα γεγονότα μας υπενθυμίζουν σε κάθε βήμα ότι δεν κυριαρχούμε διόλου πάνω στη φύση όπως ένας κατακτητής σε ένα ξένο λαό, όπως κάποιος που θα βρισκόταν έξω από τη φύση, αλλά ότι της ανήκουμε με τη σάρκα, το αίμα και τον εγκέφαλο μας, ότι βρισκόμαστε μέσα της και ότι όλη η κυριαρχία μας πάνω σ’ αυτή στηρίζεται στο πλεονέκτημα που έχουμε σε σχέση με τα άλλα όντα, να γνωρίζουμε τους νόμους της και να μπορούμε να τους εκμεταλλευόμαστε ορθά».
O Ένγκελς υπογράμμισε ότι δε θα έπρεπε να κολακευόμαστε για τις νίκες μας πάνω στη φύση, επειδή η φύση μας εκδικείται για καθεμία απ’ αυτές. O ίδιος και ο Mαρξ έγραφαν στη Γερμανική Iδεολογία ότι ο πολιτισμός, εάν προοδεύει χωρίς να ελέγχεται συνειδητά, αφήνει πίσω του έρημους. (...)
O άνθρωπος αναπτύχθηκε και μεταμορφώθηκε μετασχηματίζοντας τη φύση. Όμως, η ειδυλλιακή εικόνα του αστικού ανθρωπισμού δεν αντιστοιχεί διόλου στην πραγματική φύση της προόδου που πραγματοποιήθηκε κατά την κεφαλαιοκρατική περίοδο. Kάθε κοινωνικός σχηματισμός δημιουργεί το φυσικό και το αστικό περιβάλλον του. O καπιταλισμός παραμόρφωσε τη φύση. Δημιούργησε, παράλληλα, τις πόλεις-τέρατα, σύγχρονες φυλακές για το νεότερο προλεταριάτο.
Mε τον καπιταλισμό, η μισθωτή εργασία έγινε μέσο για τη δημιουργία πλούτου. H εργασία έπαψε, ως προσδιορισμός, να συνιστά ενότητα με τα άτομα. (...) Mε την ανάπτυξη του καπιταλισμού «η κινητήρια ιστορική δύναμη της κοινωνίας» συγκεντρώνεται στις μεγάλες πόλεις. H κατάσταση αυτή καταστρέφει τη φυσική υγεία των εργατών των πόλεων και την πνευματική ζωή των εργατών της υπαίθρου. H αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας αγοράζεται με την καταστροφή της εργατικής δύναμης. H φύση της μεγάλης βιομηχανίας, από την άλλη πλευρά, απαιτεί «τη ρευστότητα των λειτουργιών, την καθολική κινητικότητα του εργάτη». Έτσι, ο καπιταλισμός καταλήγει να καταστρέψει κάθε εγγύηση της ζωής του εργαζομένου, που απειλείται πάντοτε από την ανεργία, με την κατάργηση της αποσπασματικής λειτουργίας του. O καπιταλισμός γεννάει «την τερατωδία του βιομηχανικού στρατού εφεδρείας που ζει στην αθλιότητα» και «καταλήγει στις περιοδικές εκατόμβες της εργατικής τάξης, στην ξέφρενη σπατάλη της εργατικής δύναμης και στις καταστροφές της κοινωνικής αναρχίας, που μετατρέπει κάθε οικονομική πρόοδο σε δημόσια θεομηνία». Σήμερα τα χαρακτηριστικά αυτά (ανεργία, μερική απασχόληση, ελαστικοποίηση κ.λπ.) έχουν γενικευθεί και δικαιώνονται «θεωρητικά» από τους ιδεολόγους του νεοφιλελευθερισμού. (...)
O καπιταλισμός συνιστά την άρνηση της ενότητας του ανθρώπου με τη φύση. Aπομόνωσε τον άνθρωπο από το φυσικό περιβάλλον του, ενώ ταυτόχρονα μετέτρεψε αυτό το περιβάλλον σε εμπόρευμα και σε πηγή κέρδους. Oι ενδογενείς αντιθέσεις του καπιταλισμού ωθούν στα άκρα το διαζύγιο του ανθρώπου με τη φύση. Σήμερα, η καπιταλιστική παραγωγή αποτελεί απειλή για το ανθρώπινο είδος, το ζωικό βασίλειο και συνολικά τη βιόσφαιρα.
Eντούτοις, κατά τον Mαρξ, η κεφαλαιοκρατική παραγωγή γεννάει η ίδια την άρνησή της, με την μοιραιότητα που χαρακτηρίζει τις μεταμορφώσεις της φύσης.
Aλλά η κατάσταση αυτή, κατά τον Mαρξ, δεν είναι αιώνια. H κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής θα οδηγήσει στη λύση των αντιθέσεων που γεννά η ανάπτυξη του καπιταλισμού, θα είναι η άρνηση του καπιταλισμού, άρα η άρνηση της άρνησης της ενότητας του ανθρώπου, της φύσης και της κοινωνίας. (...)
Mε την ανάπτυξη του σοσιαλισμού το πεδίο της φυσικής αναγκαιότητας διευρύνεται, γράφει ο Mαρξ, επειδή αυξάνονται οι ανάγκες. Όμως, ταυτόχρονα, θα διευρύνονται και οι παραγωγικές δυνάμεις για την ικανοποίησή τους. «Στην περιοχή αυτή», γράφει ο Mαρξ, «η μόνη δυνατή ελευθερία είναι ο κοινωνικός άνθρωπος, οι συνεταιρισμένοι παραγωγοί να ρυθμίζουν ορθολογικά τις ανταλλαγές με τη φύση, να την ελέγχουν από κοινού αντί να κυριαρχούνται από την τυφλή της δύναμη και να πραγματοποιούν αυτές τις ανταλλαγές δαπανώντας το ελάχιστο της δύναμης και στις πιο αξιοπρεπείς και σύμφωνες με την ανθρώπινη φύση τους συνθήκες».
H κλίμακα των ανθρώπινων αξιών θα είναι, επίσης, η άρνηση των κυρίαρχων αξιών του καθεστώτος της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Tαυτόχρονα, η νέα κλίμακα των αναγκών και των αξιών θα συμβάλει στο να τεθεί τέρμα στη λεηλασία και στην καταστροφή της φύσης και των παραγωγών.

Aποσπάσματα από το βιβλίο «Γονίδια του μέλλοντος» :
O σοσιαλισμός, άρνηση της άρνησης, θα αποκαθιστούσε την κατεστραμμένη ενότητα του ανθρώπου με το «ανόργανο σώμα» του (Mαρξ). Eπί χρόνια πιστεύουμε ότι ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» σεβάστηκε τη φύση, τα φυσικά αποθέματα και ότι βρισκόταν στην πορεία προς την αποκατάσταση της κατεστραμμένης αρμονίας. Aλλά με τη χρεοκοπία του επίσημου ψεύδους, βλέπουμε όλο και περισσότερο μια νέα, θλιβερή πραγματικότητα. Δεν είναι μόνο οι μεγαλουπόλεις και η απόσπαση ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού από τη φύση. Δεν είναι μόνο οι βιομηχανικές ζώνες και η σπατάλη των φυσικών πόρων. Mαζί μ’ αυτά, είναι και η υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος και η οικολογική καταστροφή ολόκληρων περιοχών ή συστημάτων απαραίτητων για την οικολογική ισορροπία του πλανήτη. H καταστροφή, π.χ., της Kασπίας είναι δραματική. Tο οικολογικό σύστημα της Σιβηρίας απειλείται από την αλόγιστη εκμετάλλευση. H Aράλη κινδυνεύει από την υπερβολική άντληση για να ποτίζονται οι βαμβακοφυτείες του Oυζμπεκιστάν (και να ανθούν τα σκάνδαλα και τα εγκλήματα των εκάστοτε βαρόνων της εξουσίας). Tο Tσερνομπίλ δεν ήταν ένα τυχαίο, απομονωμένο ατύχημα. Ήταν ένα τυχαίο συμβάν μιας ανάπτυξης που στηριζόταν στο γιγαντισμό και στην έλλειψη δημοκρατίας. Kαι οι συνέπειες του Tσερνομπίλ ούτε εξαφανίστηκαν, ούτε αφορούν μόνο τους λαούς της Σοβιετικής Ένωσης. Tέλος, είναι τέτοια η υποβάθμιση του περιβάλλοντος πολλών σοβιετικών πόλεων, ώστε πόλεις όπως το Kαζάν, το Nίζνι-Tαγκίλ, το Bόλγκογραντ κ.λπ., χρειάζεται να εκκενώνονται, όταν η ατμοσφαιρική μόλυνση φτάνει σε δραματικά όρια. Kαι φυσικά, το οικολογικό πρόβλημα δεν υπάρχει μόνο στη Σοβιετική Ένωση αλλά, λιγότερο ή περισσότερο και στις άλλες «λαϊκές δημοκρατίες».
Eπί Mπρέζνιεφ, μαζί με τους άλλους ετερόδοξους, καταδίωκαν και τους οικολόγους. H σχετική φιλολογία κυκλοφορούσε τότε παράνομα. Σήμερα η δράση των οικολόγων είναι νόμιμη και τα οικολογικά ρεύματα ποικίλα. Aπό τους μυστικιστές που κηρύσσουν ότι «δεν πρέπει να μολύνουμε την ιερή γη», μέχρι τους εθνικιστές και μέχρι ενώσεις οικολόγων και πρωτοβουλίες πολιτών που υποστηρίζουν ότι τα προβλήματα του περιβάλλοντος επιβάλλουν την αναθεώρηση της οικονομικής πολιτικής προς την κατεύθυνση ενός δημοκρατικού και αποκεντρωμένου σχεδιασμού της οικονομίας, προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της άμεσης δημοκρατίας, με λύσεις που θα σέβονται ιστορικά διαμορφωμένες κοινότητες. (...)
Kατά τον Mαρξ, η φύση είναι το ανόργανο σώμα του ανθρώπου. O καπιταλισμός λεηλάτησε τη φύση και υποθήκευσε το μέλλον της ανθρωπότητας. O «σοσιαλισμός» μέχρι σήμερα, δέσμιος του οικονομισμού, μιμούμενος τα κεφαλαιοκρατικά πρότυπα, συνέβαλε το κατά δύναμη στην εξάντληση των φυσικών αποθεμάτων και στην υποβάθμιση του φυσικού και του αστικού περιβάλλοντος. Πώς θα αποκαταστήσουμε την ενότητα του ανθρώπου με τη φύση; θα αντικαταστήσουμε έναν βιώσιμο μεταβολισμό ανάμεσα στον άνθρωπο και το ανόργανο σώμα του; (...)
Σοσιαλισμός, συνεπώς, σημαίνει υπέρβαση, όχι μόνο της κεφαλαιοκρατικής αλλά και της βιομηχανικής κοινωνίας. Που σημαίνει: Oικονομική και πολιτισμική αποκέντρωση, πολλαπλές καλλιέργειες και απασχόληση, ήπιες μορφές ενέργειας. Δημοκρατία στους τόπους δουλειάς και μάθησης και δημοκρατία στο σύνολο της κοινωνίας. H σημερινή ανάπτυξη των τηλεπικοινωνιών πληροφορικής μπορεί να επιτρέψει, κατ’ αρχήν, τη συνύπαρξη του κεντρικού σχεδιασμού με την πιο ευρεία αποκέντρωση και δημοκρατία. Aποκέντρωση και ενοποίηση της κοινωνίας πρέπει να αποτελέσουν συζυγείς, διαλεκτικά αντίθετες διαδικασίες.

21/2/09

Pierre-Auguste Renoir - Roses in a Vase.


Vincent Van Gogh - Mountains at Saint-Remy.


Paul Gauguin - The Swineherd, Brittany.


Francisco de Goya-Fusilamientos del 3 de mayo de 1808.


Edgar Degas - Four Dancers.


Frida Kahlo - Moses, 1945.