16/2/09
15/2/09
Για την εργάσιμη μέρα.
.. Η εργάσιμη ημέρα επομένως δεν είναι σταθερό, αλλά μεταβλητό μέγεθος. Το ένα από τα μέρη της καθορίζεται βέβαια από το χρόνο εργασίας που απαιτείται για τη συνεχή αναπαραγωγή του ίδιου του εργάτη, το συνολικό μέγεθός της όμως αλλάζει μαζί με το μάκρος ή τη διάρκεια της υπερεργασίας. Επομένως η εργάσιμη ημέρα μπορεί να καθοριστεί, είναι όμως αυτή καθεαυτή ένα ακαθόριστο μέγεθος.Μόλο, λοιπόν, που η εργάσιμη ημέρα δεν είναι σταθερό αλλά ρευστό μέγεθος, δεν μπορεί ωστόσο παρά να κινείται μέσα σε ορισμένα όρια. Τα κατώτατα όριά της όμως δεν μπορούν να καθοριστούν. Βέβαια..... έχουμε ένα κατώτατο όριο και συγκεκριμένα το μέρος της ημέρας που ο εργάτης πρέπει υποχρεωτικά να εργάζεται για τη δική του συντήρηση. Στις συνθήκες, όμως, της κεφαλαιοκρατικής παραγωγικής η αναγκαία εργασία μπορεί πάντα ν' αποτελεί μόνο ένα μέρος της εργάσιμης ημέρας του και γι' αυτό η εργάσιμη ημέρα δεν μπορεί ποτέ να περιοριστεί ως αυτό το κατώτατο όριο.
Αντίθετα, η εργάσιμη ημέρα έχει ένα ανώτατο όριο. Δεν μπορεί να παραταθεί πέρα από ένα ορισμένο όριο. Το ανώτατο αυτό όριο καθορίζεται από δύο πράγματα. Τη μία φορά από τα φυσικά όρια της εργατικής δύναμης. Ο άνθρωπος μπορεί στο διάστημα της φυσικής ημέρας των 24 ωρών να ξοδεύει μόνο μια καθορισμένη ποσότητα ζωικής δύναμης. Ετσι και το άλογο μπορεί να δουλεύει κάθε μέρα μονάχα 8 ώρες. Στο διάστημα ενός μέρους της ημέρας πρέπει η δύναμη να ησυχάζει, να κοιμάται και στο διάστημα ενός άλλου μέρους της ημέρας πρέπει ο άνθρωπος να ικανοποιεί άλλες φυσικές ανάγκες, να τρέφεται, να καθαρίζεται, να ντύνεται κλ.π. Εκτός απ' αυτά τα καθαρά φυσικά όρια η παράταση της εργάσιμης ημέρας σκοντάφτει σε ηθικούς φραγμούς.
Ο εργάτης χρειάζεται χρόνο για να ικανοποιεί πνευματικές και κοινωνικές ανάγκες, που η έκταση και ο αριθμός τους καθορίζονται από τη γενική κατάσταση του πολιτισμού. Γι' αυτό, οι διακυμάνσεις της εργάσιμης ημέρας κινούνται μέσα σε φυσικά και κοινωνικά όρια. Και τα δύο όρια όμως είναι πολύ ελαστικά και επιτρέπουν τις μεγαλύτερες διακυμάνσεις. Ετσι βρίσκουμε εργάσιμες ημέρες 8,10,12,14,16 και 18 ωρών, δηλαδή των πιο διαφορετικών μεγεθών.Ο κεφαλαιοκράτης αγόρασε την εργατική δύναμη στην ημερήσια αξία της. Του ανήκει η αξία της χρήσης για το διάστημα μιας εργάσιμης ημέρας. Απόχτησε έτσι το δικαίωμα να βάζει τον εργάτη να δουλεύει γι' αυτόν στο διάστημα μιας ημέρας. Τι είναι όμως μια εργάσιμη ημέρα; Πάντως, λιγότερο από μια φυσική μέρα ζωής. Πόσο λιγότερο; Ο κεφαλαιοκράτης έχει τη δική του άποψη γι' αυτό το ultima Thule (έσχατο όριο), για το αναγκαίο όριο της εργάσιμης ημέρας. Σαν κεφαλαιοκράτης είναι μονάχα προσωποποιημένο κεφάλαιο.
Η ψυχή του είναι η ψυχή του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο όμως έχει ένα μοναδικό κίνητρο ζωής, το κίνητρο να αξιοποιείται, να δημιουργεί υπεραξία, ν' απορροφά με το σταθερό του μέρος, με τα μέσα παραγωγής, όσο το δυνατό μεγαλύτερη μάζα υπερεργασίας. Το κεφάλαιο είναι πεθαμένη εργασία που ζωντανεύει μονάχα σαν το βρικόλακα, ρουφώντας ζωντανή εργασία και ζει τόσο περισσότερο, όσο περισσότερη ζωντανή εργασία ρουφά. Ο χρόνος που εργάζεται ο εργάτης είναι ο χρόνος που στη διάρκειά του ο κεφαλαιοκράτης καταναλώνει την εργατική δύναμη που αγόρασε απ' αυτόν. Αν ο εργάτης καταναλώνει το διαθέσιμο χρόνο του για τον εαυτό του, κλέβει έτσι τον κεφαλαιοκράτη.Ετσι ο κεφαλαιοκράτης επικαλείται το νόμο της ανταλλαγής εμπορευμάτων. Προσπαθεί, όπως και κάθε άλλος αγοραστής, ν' αποσπάσει όσο το δυνατό μεγαλύτερο όφελος από την αξία χρήσης του εμπορεύματός του. Ξαφνικά όμως ακούεται η φωνή του εργάτη που είχε βουβαθεί μέσα στη θύελλα και στην ορμή του προτσές της παραγωγής:Το εμπόρευμα που σου πούλησα διακρίνεται από τον υπόλοιπο συρφετό των εμπορευμάτων κατά το ότι η χρήση του δημιουργεί αξία και μάλιστα αξία μεγαλύτερη απ' ό,τι στοιχίζει το ίδιο. Αυτός ήταν ο λόγος που το αγόρασες. Αυτό που από την πλευρά σου εμφανίζεται σαν αξιοποίηση του κεφαλαίου, από τη δική μου πλευρά είναι παραπανίσιο ξόδεμα εργατικής δύναμης. Στην αγορά και εσύ και εγώ γνωρίζουμε μονάχα ένα νόμο, το νόμο της ανταλλαγής εμπορευμάτων. Και η κατανάλωση των εμπορευμάτων δεν ανήκει στον πουλητή που τα εκποιεί, αλλά στον αγοραστή που τα αποχτάει.
Σε σένα λοιπόν ανήκει η χρήση της καθημερινής μου εργατικής δύναμης. Ομως με την καθημερινή τιμή πούλησής της πρέπει να μπορώ να την αναπαράγω καθημερινά και έτσι να την ξαναπουλώ. Εκτός από τη φυσική φθορά λόγω ηλικίας κλπ., πρέπει να είμαι ικανός να εργάζομαι αύριο με την ίδια όπως και σήμερα φυσιολογική κατάσταση δύναμης, υγείας και φρεσκάδας. Μου κηρύχνεις διαρκώς το ευαγγέλιο της «οικονομίας» και της «εγκράτειας».
Ωραία! Θα διαχειριστώ σαν λογικός οικονόμος νοικοκύρης τη μοναδική μου περιουσία, την εργατική δύναμη και θ' απόσχω από κάθε ανόητη σπατάλη της. Θα ρευστοποιώ, θα βάζω σε κίνηση, θα μετατρέπω σε εργασία καθημερινά μόνο τόση εργατική δύναμη, όση συμβιβάζεται με την κανονική της διάρκεια και τη φυσιολογική της ανάπτυξη. Με την άμετρη παράταση της εργάσιμης ημέρας μπορείς μέσα σε μια μέρα να ρευστοποιήσεις μια ποσότητα εργατικής δύναμης μεγαλύτερη απ' εκείνη που μπορώ να αναπληρώσω μέσα σε τρεις μέρες. Αυτό που έτσι κερδίζεις εσύ σε εργασία, το χάνω εγώ σε ουσία εργασίας.
Η χρησιμοποίηση της εργατικής μου δύναμης και η καταλήστεψή της είναι δύο τελείως διαφορετικά πράγματα. Αν η μέση διάρκεια που μπορεί να ζήσει ένας μέσος εργάτης με λογικό μέτρο εργασίας είναι 30 χρόνια, τότε η αξία της εργατικής μου δύναμης που μου πληρώνεις κάθε μέρα είναι 1/10950 της συνολικής αξίας. Οταν όμως την καταναλώνεις μέσα σε 10 χρόνια μου πληρώνεις καθημερινά το 1/10950 αντί το 1/3650 της συνολικής της αξίας, δηλ. μόνο το 1/3 της καθημερινής της αξίας και μου κλέβεις έτσι καθημερινά τα 2/3 της αξίας του εμπορεύματός μου. Μου πληρώνεις την εργατική δύναμη μιας ημέρας, τη στιγμή που καταναλώνεις τριών ημερών εργατική δύναμη.
Αυτό είναι αντίθετο με το συμβόλαιό μας και με το νόμο της ανταλλαγής εμπορευμάτων. Ζητώ λοιπόν μια εργάσιμη ημέρα κανονικής διάρκειας και δεν τη ζητώ κάνοντας έκκληση στην καρδιά σου, γιατί σε χρηματικά ζητήματα δεν έχουν πέραση τα αισθήματα. Μπορεί να είσαι υπόδειγμα πολίτη, ίσως να είσαι μέλος του συλλόγου προστασίας των ζώων και ακόμα να έχεις τη φήμη αγίου, μα το πράγμα που αντιπροσωπεύεις απέναντί μου δεν έχει καρδιά στα στήθια. Αυτό που φαίνεται να χτυπάει εκεί μέσα είναι ο χτύπος της δικής μου καρδιάς. Ζητώ την κανονική εργάσιμη ημέρα, γιατί όπως και κάθε άλλος πουλητής ζητώ την αξία του εμπορεύματός μου.Βλέπουμε πως αν παραβλέψουμε τα τελείως ελαστικά όρια της εργάσιμης ημέρας, η ίδια η φύση της ανταλλαγής εμπορευμάτων δε βάζει καθόλου όρια στην εργάσιμη ημέρα, επομένως και στην υπερεργασία. Ο κεφαλαιοκράτης επωφελείται από το δικαίωμά του σαν αγοραστής, όταν προσπαθεί να μεγαλώσει όσο γίνεται την εργάσιμη ημέρα, και αν είναι δυνατό, να κάνει τη μιαν εργάσιμη ημέρα δύο. Από την άλλη μεριά η ειδική φύση του εμπορεύματος που πουλήθηκε περικλείνει ένα όριο στην κατανάλωσή του από τον αγοραστή και ο εργάτης επωφελείται από το δικαίωμά του σαν πουλητής όταν προσπαθεί να περιορίσει την εργάσιμη ημέρα σ' ένα καθορισμένο κανονικό μέγεθος.
Επομένως, έχουμε εδώ μιαν αντινομία, δίκαιο ενάντια σε δίκαιο, και τα δύο εξίσου κατοχυρωμένα από το νόμο της ανταλλαγής εμπορευμάτων. Και ανάμεσα σε δύο ίσα δίκαια αποφασίζει η βία.(υπογράμμιση δική μας). Γι' αυτό, στην ιστορία της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής η ρύθμιση της εργάσιμης ημέρας παρουσιάζεται σαν πάλη για τα όρια της εργάσιμης ημέρας πάλη ανάμεσα στο συνολικό κεφαλαιοκράτη, δηλαδή την τάξη των κεφαλαιοκρατών, και στο συνολικό εργάτη, δηλαδή την εργατική τάξη.
ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ
ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, τ. Α`, σελ. 243-246, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»
Αντίθετα, η εργάσιμη ημέρα έχει ένα ανώτατο όριο. Δεν μπορεί να παραταθεί πέρα από ένα ορισμένο όριο. Το ανώτατο αυτό όριο καθορίζεται από δύο πράγματα. Τη μία φορά από τα φυσικά όρια της εργατικής δύναμης. Ο άνθρωπος μπορεί στο διάστημα της φυσικής ημέρας των 24 ωρών να ξοδεύει μόνο μια καθορισμένη ποσότητα ζωικής δύναμης. Ετσι και το άλογο μπορεί να δουλεύει κάθε μέρα μονάχα 8 ώρες. Στο διάστημα ενός μέρους της ημέρας πρέπει η δύναμη να ησυχάζει, να κοιμάται και στο διάστημα ενός άλλου μέρους της ημέρας πρέπει ο άνθρωπος να ικανοποιεί άλλες φυσικές ανάγκες, να τρέφεται, να καθαρίζεται, να ντύνεται κλ.π. Εκτός απ' αυτά τα καθαρά φυσικά όρια η παράταση της εργάσιμης ημέρας σκοντάφτει σε ηθικούς φραγμούς.
Ο εργάτης χρειάζεται χρόνο για να ικανοποιεί πνευματικές και κοινωνικές ανάγκες, που η έκταση και ο αριθμός τους καθορίζονται από τη γενική κατάσταση του πολιτισμού. Γι' αυτό, οι διακυμάνσεις της εργάσιμης ημέρας κινούνται μέσα σε φυσικά και κοινωνικά όρια. Και τα δύο όρια όμως είναι πολύ ελαστικά και επιτρέπουν τις μεγαλύτερες διακυμάνσεις. Ετσι βρίσκουμε εργάσιμες ημέρες 8,10,12,14,16 και 18 ωρών, δηλαδή των πιο διαφορετικών μεγεθών.Ο κεφαλαιοκράτης αγόρασε την εργατική δύναμη στην ημερήσια αξία της. Του ανήκει η αξία της χρήσης για το διάστημα μιας εργάσιμης ημέρας. Απόχτησε έτσι το δικαίωμα να βάζει τον εργάτη να δουλεύει γι' αυτόν στο διάστημα μιας ημέρας. Τι είναι όμως μια εργάσιμη ημέρα; Πάντως, λιγότερο από μια φυσική μέρα ζωής. Πόσο λιγότερο; Ο κεφαλαιοκράτης έχει τη δική του άποψη γι' αυτό το ultima Thule (έσχατο όριο), για το αναγκαίο όριο της εργάσιμης ημέρας. Σαν κεφαλαιοκράτης είναι μονάχα προσωποποιημένο κεφάλαιο.
Η ψυχή του είναι η ψυχή του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο όμως έχει ένα μοναδικό κίνητρο ζωής, το κίνητρο να αξιοποιείται, να δημιουργεί υπεραξία, ν' απορροφά με το σταθερό του μέρος, με τα μέσα παραγωγής, όσο το δυνατό μεγαλύτερη μάζα υπερεργασίας. Το κεφάλαιο είναι πεθαμένη εργασία που ζωντανεύει μονάχα σαν το βρικόλακα, ρουφώντας ζωντανή εργασία και ζει τόσο περισσότερο, όσο περισσότερη ζωντανή εργασία ρουφά. Ο χρόνος που εργάζεται ο εργάτης είναι ο χρόνος που στη διάρκειά του ο κεφαλαιοκράτης καταναλώνει την εργατική δύναμη που αγόρασε απ' αυτόν. Αν ο εργάτης καταναλώνει το διαθέσιμο χρόνο του για τον εαυτό του, κλέβει έτσι τον κεφαλαιοκράτη.Ετσι ο κεφαλαιοκράτης επικαλείται το νόμο της ανταλλαγής εμπορευμάτων. Προσπαθεί, όπως και κάθε άλλος αγοραστής, ν' αποσπάσει όσο το δυνατό μεγαλύτερο όφελος από την αξία χρήσης του εμπορεύματός του. Ξαφνικά όμως ακούεται η φωνή του εργάτη που είχε βουβαθεί μέσα στη θύελλα και στην ορμή του προτσές της παραγωγής:Το εμπόρευμα που σου πούλησα διακρίνεται από τον υπόλοιπο συρφετό των εμπορευμάτων κατά το ότι η χρήση του δημιουργεί αξία και μάλιστα αξία μεγαλύτερη απ' ό,τι στοιχίζει το ίδιο. Αυτός ήταν ο λόγος που το αγόρασες. Αυτό που από την πλευρά σου εμφανίζεται σαν αξιοποίηση του κεφαλαίου, από τη δική μου πλευρά είναι παραπανίσιο ξόδεμα εργατικής δύναμης. Στην αγορά και εσύ και εγώ γνωρίζουμε μονάχα ένα νόμο, το νόμο της ανταλλαγής εμπορευμάτων. Και η κατανάλωση των εμπορευμάτων δεν ανήκει στον πουλητή που τα εκποιεί, αλλά στον αγοραστή που τα αποχτάει.
Σε σένα λοιπόν ανήκει η χρήση της καθημερινής μου εργατικής δύναμης. Ομως με την καθημερινή τιμή πούλησής της πρέπει να μπορώ να την αναπαράγω καθημερινά και έτσι να την ξαναπουλώ. Εκτός από τη φυσική φθορά λόγω ηλικίας κλπ., πρέπει να είμαι ικανός να εργάζομαι αύριο με την ίδια όπως και σήμερα φυσιολογική κατάσταση δύναμης, υγείας και φρεσκάδας. Μου κηρύχνεις διαρκώς το ευαγγέλιο της «οικονομίας» και της «εγκράτειας».
Ωραία! Θα διαχειριστώ σαν λογικός οικονόμος νοικοκύρης τη μοναδική μου περιουσία, την εργατική δύναμη και θ' απόσχω από κάθε ανόητη σπατάλη της. Θα ρευστοποιώ, θα βάζω σε κίνηση, θα μετατρέπω σε εργασία καθημερινά μόνο τόση εργατική δύναμη, όση συμβιβάζεται με την κανονική της διάρκεια και τη φυσιολογική της ανάπτυξη. Με την άμετρη παράταση της εργάσιμης ημέρας μπορείς μέσα σε μια μέρα να ρευστοποιήσεις μια ποσότητα εργατικής δύναμης μεγαλύτερη απ' εκείνη που μπορώ να αναπληρώσω μέσα σε τρεις μέρες. Αυτό που έτσι κερδίζεις εσύ σε εργασία, το χάνω εγώ σε ουσία εργασίας.
Η χρησιμοποίηση της εργατικής μου δύναμης και η καταλήστεψή της είναι δύο τελείως διαφορετικά πράγματα. Αν η μέση διάρκεια που μπορεί να ζήσει ένας μέσος εργάτης με λογικό μέτρο εργασίας είναι 30 χρόνια, τότε η αξία της εργατικής μου δύναμης που μου πληρώνεις κάθε μέρα είναι 1/10950 της συνολικής αξίας. Οταν όμως την καταναλώνεις μέσα σε 10 χρόνια μου πληρώνεις καθημερινά το 1/10950 αντί το 1/3650 της συνολικής της αξίας, δηλ. μόνο το 1/3 της καθημερινής της αξίας και μου κλέβεις έτσι καθημερινά τα 2/3 της αξίας του εμπορεύματός μου. Μου πληρώνεις την εργατική δύναμη μιας ημέρας, τη στιγμή που καταναλώνεις τριών ημερών εργατική δύναμη.
Αυτό είναι αντίθετο με το συμβόλαιό μας και με το νόμο της ανταλλαγής εμπορευμάτων. Ζητώ λοιπόν μια εργάσιμη ημέρα κανονικής διάρκειας και δεν τη ζητώ κάνοντας έκκληση στην καρδιά σου, γιατί σε χρηματικά ζητήματα δεν έχουν πέραση τα αισθήματα. Μπορεί να είσαι υπόδειγμα πολίτη, ίσως να είσαι μέλος του συλλόγου προστασίας των ζώων και ακόμα να έχεις τη φήμη αγίου, μα το πράγμα που αντιπροσωπεύεις απέναντί μου δεν έχει καρδιά στα στήθια. Αυτό που φαίνεται να χτυπάει εκεί μέσα είναι ο χτύπος της δικής μου καρδιάς. Ζητώ την κανονική εργάσιμη ημέρα, γιατί όπως και κάθε άλλος πουλητής ζητώ την αξία του εμπορεύματός μου.Βλέπουμε πως αν παραβλέψουμε τα τελείως ελαστικά όρια της εργάσιμης ημέρας, η ίδια η φύση της ανταλλαγής εμπορευμάτων δε βάζει καθόλου όρια στην εργάσιμη ημέρα, επομένως και στην υπερεργασία. Ο κεφαλαιοκράτης επωφελείται από το δικαίωμά του σαν αγοραστής, όταν προσπαθεί να μεγαλώσει όσο γίνεται την εργάσιμη ημέρα, και αν είναι δυνατό, να κάνει τη μιαν εργάσιμη ημέρα δύο. Από την άλλη μεριά η ειδική φύση του εμπορεύματος που πουλήθηκε περικλείνει ένα όριο στην κατανάλωσή του από τον αγοραστή και ο εργάτης επωφελείται από το δικαίωμά του σαν πουλητής όταν προσπαθεί να περιορίσει την εργάσιμη ημέρα σ' ένα καθορισμένο κανονικό μέγεθος.
Επομένως, έχουμε εδώ μιαν αντινομία, δίκαιο ενάντια σε δίκαιο, και τα δύο εξίσου κατοχυρωμένα από το νόμο της ανταλλαγής εμπορευμάτων. Και ανάμεσα σε δύο ίσα δίκαια αποφασίζει η βία.(υπογράμμιση δική μας). Γι' αυτό, στην ιστορία της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής η ρύθμιση της εργάσιμης ημέρας παρουσιάζεται σαν πάλη για τα όρια της εργάσιμης ημέρας πάλη ανάμεσα στο συνολικό κεφαλαιοκράτη, δηλαδή την τάξη των κεφαλαιοκρατών, και στο συνολικό εργάτη, δηλαδή την εργατική τάξη.
ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ
ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, τ. Α`, σελ. 243-246, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»
Hasta siempre.
Μάθαμε να σ’ αγαπάμε
Από τα ύψη της ιστορίας
Εκεί που ο ήλιος της γενναιότητάς σου
Περικύκλωσε τον θάνατο
Εδώ παραμένει η καθαρή
Διαφάνεια της καρδιάς σου
Της αγαπημένης σου παρουσίας
Κομαντάντε Τσέ Γκεβάρα
Tο ένδοξο και δυνατό σου χέρι
Πάνω στην ιστορία σκοπεύει
Καθώς ολόκληρη η Σάντα Κλάρα
Ξυπνάει για να σε δει
Έρχεσαι καίγοντας την αύρα
Με ήλιους από άνοιξη
Για να στήσεις τη σημαία
Με το φως του χαμόγελού σου.
Η αγάπη σου για την επανάσταση
Σε οδηγεί σε νέους αγώνες
και όλοι προσμένουν τη λύτρωση
από το σταθερό σου χέρι
Θα συνεχίσουμε εμπρός
Όπως κάναμε μαζί σου
Και με τον Φιντέλ σου λέμε:
Hasta siempre comandante.
Geronimo.

Geronimo
Chiricahua Apache (1829-1909)
Για τους Apaches, o Geronimo ενσάρκωνε την ουσία των αξιών τους, την επιθετικότητα και το κουράγιο απέναντι στις δυσκολίες. Αυτά τα χαρακτηριστικά ενέπνεαν φόβο στους αποίκους της Arizona και του New Mexico. Οι Chiricahuas ήταν κυρίως νομάδες ακολουθώντας τις εποχές, κυνηγώντας και καλλιεργώντας. Όταν το φαγητό γινόταν σπάνιο, ήταν το έθιμο να κάνουν επιδρομές σε γειτονικές φυλές. Οι επιδρομές και η εκδίκηση ήταν ένας έντιμος τρόπος ζωής ανάμεσα στις φυλές αυτής της περιοχής.
Μέχρι να αρχίσουν οι πρώτοι Αμερικανοί άποικοι να φτάνουν στην περιοχή, οι Ισπανοί είχαν οχυρωθεί στην περιοχή, έψαχναν πάντα για Ινδιάνους σκλάβους και Χριστιανούς προσηλυτιστές. Ήταν οι Ισπανοί που έκαναν επιδρομή και σκότωσαν τη νεαρή γυναίκα και το παιδί του Geronimo και σύμφωνα με μαρτυρίες, του προκάλεσαν τέτοιο μίσος για τους λευκούς που ορκίστηκε να σκοτώσει όσους περισσότερους μπορούσε.
Το 1876, ο στρατός των Η.Π. προσπάθησε να μεταφέρει τους Chiricahuas σε καταυλισμό, αλλά ο Geronimo δραπέτευσε στο Mexico διαφεύγοντας από τα στρατεύματα για πάνω από μια δεκαετία. Τα εντυπωσιακά δελτία τύπου υπερέβαλλαν τις ενέργειες του Geronimo, κάνοντας τον, τον πιο τρομακτικό και κακόφημο Αpache. Τους τελευταίους μήνες της εκστρατείας χρειάστηκαν πάνω από 5000 στρατιώτες και 500 ανιχνευτές για να βρουν το Geronimo και την ομάδα του.
Ο Geronimo τελικά παραδόθηκε μετά από την πίεση των οπαδών του το Σεπτέμβριο, αφού ο στρατός υποσχέθηκε πως μετά από μια χρονική περίοδο θα μπορούσε να επιστρέψει στην Arizona. Ο Geronimo και όσοι τον ακολουθούσαν στάλθηκαν με πλοίο στο St. Augustine, στη Florida όπου πολλοί πέθαναν από ελονοσία και φυματίωση. O Geronimo δεν είδε ποτέ ξανά την αγαπημένη του Arizona και πέθανε αιχμάλωτος πολλά χρόνια αργότερα σε ένα καταυλισμό στην Oklahoma.
Σοφά λόγια από τον Geronimo:
*Με ζέστανε ο ήλιος, με νανούρισαν οι άνεμοι και μου έδωσαν καταφύγιο τα δέντρα όπως και άλλα μωρά Ινδιάνων.
*Ζούσα ειρηνικά όταν οι άνθρωποι άρχισαν να μιλούν άσχημα για μένα.
*Τώρα μπορώ να φάω καλά, να κοιμηθώ καλά και να είμαι χαρούμενος. Μπορώ να πάω οπουδήποτε με καλό συναίσθημα.
*Οι στρατιώτες ποτέ δεν εξήγησαν στην κυβέρνηση πότε ένας Ινδιάνος αδικήθηκε, αλλά ανέφεραν τα παραπτώματα των Ινδιάνων.
*Κάναμε όρκο να μην κάνουμε κακό ο ένας στον άλλο ή να μην μηχανορραφήσουμε ο ένας ενάντια στον άλλο.
*Δε μπορώ να σκεφτώ ότι είμαστε άχρηστοι (άνευ σημασίας), διαφορετικά ο Θεός δε μας είχε δημιουργήσει.
*Υπάρχει ένας Θεός που μας κοιτάζει όλους από ψηλά. Είμαστε όλοι τα παιδιά ενός Θεού. Ο ήλιος, το σκοτάδι, οι άνεμοι όλοι ακούνε αυτό που έχουμε να πούμε.
*Όταν ήμουν παιδί, η μητέρα μου με έμαθε να γονατίζω και να προσεύχομαι στον Usen για δύναμη, υγεία, σοφία και προστασία.
*Μερικές φορές προσευχηθήκαμε σιωπηλά, μερικές φορές ο καθένας προσευχόταν δυνατά, μερικές φορές ένας ηλικιωμένος προσευχήθηκε για όλους μας… και στον Usen.
*Γεννήθηκα στα λιβάδια όπου ο άνεμος φυσούσε ελεύθερος και δεν υπήρχε τίποτα να σπάσει το φως του ήλιου. Γεννήθηκα εκεί όπου δεν υπήρχαν περιφράξεις.
Μέχρι να αρχίσουν οι πρώτοι Αμερικανοί άποικοι να φτάνουν στην περιοχή, οι Ισπανοί είχαν οχυρωθεί στην περιοχή, έψαχναν πάντα για Ινδιάνους σκλάβους και Χριστιανούς προσηλυτιστές. Ήταν οι Ισπανοί που έκαναν επιδρομή και σκότωσαν τη νεαρή γυναίκα και το παιδί του Geronimo και σύμφωνα με μαρτυρίες, του προκάλεσαν τέτοιο μίσος για τους λευκούς που ορκίστηκε να σκοτώσει όσους περισσότερους μπορούσε.
Το 1876, ο στρατός των Η.Π. προσπάθησε να μεταφέρει τους Chiricahuas σε καταυλισμό, αλλά ο Geronimo δραπέτευσε στο Mexico διαφεύγοντας από τα στρατεύματα για πάνω από μια δεκαετία. Τα εντυπωσιακά δελτία τύπου υπερέβαλλαν τις ενέργειες του Geronimo, κάνοντας τον, τον πιο τρομακτικό και κακόφημο Αpache. Τους τελευταίους μήνες της εκστρατείας χρειάστηκαν πάνω από 5000 στρατιώτες και 500 ανιχνευτές για να βρουν το Geronimo και την ομάδα του.
Ο Geronimo τελικά παραδόθηκε μετά από την πίεση των οπαδών του το Σεπτέμβριο, αφού ο στρατός υποσχέθηκε πως μετά από μια χρονική περίοδο θα μπορούσε να επιστρέψει στην Arizona. Ο Geronimo και όσοι τον ακολουθούσαν στάλθηκαν με πλοίο στο St. Augustine, στη Florida όπου πολλοί πέθαναν από ελονοσία και φυματίωση. O Geronimo δεν είδε ποτέ ξανά την αγαπημένη του Arizona και πέθανε αιχμάλωτος πολλά χρόνια αργότερα σε ένα καταυλισμό στην Oklahoma.
Σοφά λόγια από τον Geronimo:
*Με ζέστανε ο ήλιος, με νανούρισαν οι άνεμοι και μου έδωσαν καταφύγιο τα δέντρα όπως και άλλα μωρά Ινδιάνων.
*Ζούσα ειρηνικά όταν οι άνθρωποι άρχισαν να μιλούν άσχημα για μένα.
*Τώρα μπορώ να φάω καλά, να κοιμηθώ καλά και να είμαι χαρούμενος. Μπορώ να πάω οπουδήποτε με καλό συναίσθημα.
*Οι στρατιώτες ποτέ δεν εξήγησαν στην κυβέρνηση πότε ένας Ινδιάνος αδικήθηκε, αλλά ανέφεραν τα παραπτώματα των Ινδιάνων.
*Κάναμε όρκο να μην κάνουμε κακό ο ένας στον άλλο ή να μην μηχανορραφήσουμε ο ένας ενάντια στον άλλο.
*Δε μπορώ να σκεφτώ ότι είμαστε άχρηστοι (άνευ σημασίας), διαφορετικά ο Θεός δε μας είχε δημιουργήσει.
*Υπάρχει ένας Θεός που μας κοιτάζει όλους από ψηλά. Είμαστε όλοι τα παιδιά ενός Θεού. Ο ήλιος, το σκοτάδι, οι άνεμοι όλοι ακούνε αυτό που έχουμε να πούμε.
*Όταν ήμουν παιδί, η μητέρα μου με έμαθε να γονατίζω και να προσεύχομαι στον Usen για δύναμη, υγεία, σοφία και προστασία.
*Μερικές φορές προσευχηθήκαμε σιωπηλά, μερικές φορές ο καθένας προσευχόταν δυνατά, μερικές φορές ένας ηλικιωμένος προσευχήθηκε για όλους μας… και στον Usen.
*Γεννήθηκα στα λιβάδια όπου ο άνεμος φυσούσε ελεύθερος και δεν υπήρχε τίποτα να σπάσει το φως του ήλιου. Γεννήθηκα εκεί όπου δεν υπήρχαν περιφράξεις.
Cochise.
Cochise."Σκληρό Ξύλο - στη γλώσσα των Chiracahua Apache.
Chiricahua - Apache Chief (1812-1874).
Λίγα είναι γνωστά για τους προγόνους του Cochise, μόνο ότι ήταν απόγονος μιας μεγάλης σειράς αρχηγών και ανατράφηκε έτσι, ώστε να ακολουθήσει τα βήματά τους. Αν και οι Apache αρχηγοί δεν κληρονομούσαν τις θέσεις τους, αλλά μάλλον τις κέρδιζαν δείχνοντας τις ικανότητές τους και επηρεάζοντας τους άλλους, ο γιος ενός μεγάλου αρχηγού είχε ιδιαίτερη μεταχείριση και μια δυνατή ευκαιρία να γίνει και ο ίδιος αρχηγός. Τελετές και τελετουργικά συνόδευαν τους Αpache σε κάθε στάδιο της ζωής τους-από τη γέννησή τους ως το θάνατό τους. Όταν ο Cochise ήταν περίπου τεσσάρων ημερών (ένα μαγικό νούμερο για τους Αpache), ένας “shaman”, ή Άνθρωπος Γιατρός θα είχε φτιάξει μια ειδική κούνια γι’ αυτόν γνωστή σαν “tosch” και θα έβαζε μαζί ένα σακκουλάκι με γύρη ή το νύχι ενός “humminbird” για να τον προστατεύει από τις κακές δυνάμεις. Όταν θα μάθαινε να περπατάει, μια άλλη τελετή θα γιόρταζε το πρώτο του ζευγάρι μοκασσίνια, και την επόμενη Άνοιξη ένα τελετουργικό θα γινόταν για το πρώτο του κόψιμο μαλλιών. Καθένα από αυτά τα γεγονότα και εκατοντάδες άλλα ήταν κοινωνικές περιπτώσεις καθώς ήταν μέρος της θρησκείας των Αpache, με γλέντι, χορό και πολύ τραγούδι.
Ο Cochise διδάχτηκε τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των Apache, μόλις ήταν ικανός να τις καταλάβει. Από ιστορίες που του έλεγαν οι γονείς του, γνώρισε το Θεό των Apache, τον Usen, την Άσπρη Βαμμένη Γυναίκα (The White Painted Woman), το Παιδί του Νερού (Child of the Water), τα Πνεύματα των Βουνών (The Mountain Spirits) και τη δύναμη που λεγόταν “Power” που μαινόταν πριν το σύμπαν να περιληφθεί σε όλα τα πράγματα.
Η Δύναμη βρισκόταν στα πάντα, αλλά ήταν επίσης πιθανό ο Usen να ανταμείψει με το δώρο της Δύναμης ένα άτομο, δίνοντάς του ειδικές επιδεξιότητες και προαίσθηση. Ο Cochise έλαβε πολλά δώρα Δύναμης και οι Apache πίστευαν ότι ήταν αυτά τα δώρα που του επέτρεψαν να γίνει ένας επιτυχημένος πολεμιστής και αρχηγός.
Οι Apaches πίστευαν σε πολλά είδη Δύναμης-μερικά καλά και μερικά κακά-και αισθανόντουσαν ότι αυτές οι δυνάμεις βρίσκονταν σε συνεχή σύγκρουση. Αυτή η ιδέα εξηγεί τους εχθρούς στη ζωή τους και την ανάγκη να αγωνιστούν να επιβιώσουν σε μια χώρα που αν και ήταν πολή όμορφη, παρουσίαζε συνεχείς προκλήσεις.
Καλές οντότητες γνωστές ως Mountain Spirits πιστευόταν ότι είχαν ζήσει στις σπηλιές στην πατρίδα του Cochise. Οι Apaches πίστευαν ότι αυτά τα πνεύματα ήταν πολλοί ειδικοί προστάτες και μπορούσαν να βοηθήσουν με σημαντικές τελετές. Κάθε επιχείρηση θα ήταν λιγότερο επικερδής χωρίς τη βοήθειά τους. Έτσι, οι Apaches ένιωθαν ένα δυνατό σύνδεσμο με τα βουνά στην πατρίδα τους. Το να τα αφήσουν σήμαινε να βρεθούν χωρίς τα Πνεύματα των Βουνών.
Αν και οι Apaches έμεναν κοντά στα Πνεύματα των Βουνών, μετακινούνταν αρκετά συχνά μέσα στην επικράτειά τους. Οι γυναίκες μάζευαν τα υπάρχοντά τους και κάθε φορά που σταματούσαν, έφτιαχναν ένα “wickiup”-μια μικρή καλύβα θολωτού σχήματος καλυμμένη με βούρτσισμα από ζωικό λίπος. Οι γυναίκες των Apache ήταν υπεύθυνες για τις περισσότερες από τις καθημερινές δουλειές. Αν και δε θα περίμενε κανείς από τον Cochise να μαγειρεύει ή να καθαρίζει σαν ενήλικας, το να δουλεύει μαζί με τη μητέρα του όταν ήταν παιδί του δίδαξε ένα πολύτιμο μάθημα. Έμαθε ποτέ να μην παίρνει τη συμβολή της γυναίκας στην οικογένεια σα δεδομένη.
Χωρίς αμφιβολία ο Cochise διδάχθηκε τη σημασία της αυστηρής πνευματικής και φυσικής πειθαρχίας, όπως και τα υπόλοιπα παιδιά των Apache καθώς οι ζωές τους εξαρτώνταν από αυτή. Ο Cochise απομνημόνευσε κάθε βράχο, δέντρο και τρύπα στην περιοχή των Chiricahua. Ανέπτυξε υπομονή και αυτο-έλεγχο με το να στήνει ενέδρες σε ελάφια, που το δέρμα τους ήταν πολύτιμο στους Apaches, αλλά το κυνήγι τους ήταν πολύ δύσκολο. Μερικές φορές όταν ένα κοπάδι από ελάφια βοσκούσε στα ανοιχτά, ένας πολεμιστής αναγκαζόταν να περάσει ώρες σερνόμενος στο έδαφος πίσω από τα αγριόχορτα για να πλησιάσει αρκετά. Αν και αυτό το είδος του κυνηγιού μπορούσε να γίνει απογοητευτικό, βοήθησε τον Cochise να αναπτύξει δολιότητα, που θα του χρησίμευε στις επιδρομές.
Όταν ήταν 17 ή 18, έγινε “dikohe” ή μαθητευόμενος πολεμιστής, και του δόθηκε άλλο όνομα. Ονομάστηκε Goci, αργότερα παραφράστηκε σε Cochise. Οι Apaches είχαν διδαχθεί ότι “να πραγματοποιείς απροσδόκητα χτυπήματα” ή το να κλέβουν ύπουλα, ήταν ένας καλύτερος τρόπος για να μάθουν οι εχθροί σου ότι έχεις το πάνω χέρι, από τους σκοτωμούς που αναμφίβολα θα οδηγούσαν σε αντεκδίκηση και περισσότερη αιματοχυσία. Κατά τη εκτέλεση των συμφωνιών του, με τους Μεξικάνους και τους Αμερικάνους, έκλεβε άλογα κάτω από τη μύτη των εχθρών του, προσθέτοντας στη φήμη που είχε σαν άνθρωπος με πολλή δύναμη. Ήταν μόνο αφότου η οικογένειά του και το έθνος του είχαν υποστεί πολλές απώλειες, που οι επιδρομές του μετατράπηκαν σε εκδίκηση, και ακόμα και τότε, ο Cochise επέστρεφε πολλά άλογα κλεμμένα από αποστάτες Αpaches όταν δεν είχε εγκρίνει τις ενέργειές τους. Κατά τη διάρκεια της ζωής του οι εκπληκτικές επιδεξιότητές του που είχε σαν πολεμιστής ενέπνευσαν το σεβασμό των ανθρώπων του και τον τρόμο των εχθρών του, αλλά και οι φίλοι και οι Ινδιάνοι τον είχαν για τίμιο άνθρωπο.
Στο τέλος η επιδεξιότητα του Cochise σα διπλωμάτη, βοήθησε τους ανθρώπους του να κρατήσουν τα εδάφη που τόσο αγαπούσαν. Πολλοί έχουν πει ότι ήταν ο πιο δυνατός αρχηγός Apache στην ιστορία. Στο θάνατό του, αναφέρθηκε ότι οι άνθρωποί του θρηνούσαν δυνατά για περισσότερο από μια μέρα. Μετά το θάνατό του, η Κυβέρνηση έσπασε την ιστορική συνθήκη που είχαν κάνει με τον Cochise και μετακίνησαν τους Chiricahua από την αρχαία πατρίδα τους με τα βουνά στη ζεστή, επίπεδη, ξηρή έρημο της Arizona.
Πολλοί αρνήθηκαν να πάνε, και μετά την ήττα τους, στάλθηκαν σε φυλακή στη Florida ή πέθαναν στην Oklahoma από φυματίωση ή άλλες ασθένειες. Για τους περισσότερους από τους Chiricahua, η μέρα που άφησαν τον καταυλισμό ήταν η τελευταία φορά που είδαν την πατρίδα τους.
Quotes from Cochise:
*Όταν ήμουν νέος περπάτησα σε όλη τη χώρα, ανατολικά και δυτικά, και δεν είδα άλλους ανθρώπους εκτός από τους Apaches. Μετά από πολλά καλοκαίρια περπάτησα ξανά και βρήκα μια άλλη φυλή ανθρώπων που είχαν έρθει να πάρουν τη χώρα. Πώς γίνεται αυτό;
*Είμασταν κάποτε ένας μεγάλος λαός που κάλυπτε αυτά τα βουνά. Ζούσαμε καλά: είχαμε ειρήνη. Μια μέρα ο καλύτερός μου φίλος πιάστηκε από ένα αξιωματικό των λευκών και με δολιότητα σκοτώθηκε. Επιτέλους οι στρατιώτες σας μου έκαναν ένα πολύ μεγάλο κακό, και εγώ και οι άνθρωποί μου βρεθήκαμε σε πόλεμο μαζί τους.
*Το χειρότερο μέρος από όλα είναι το Apache Pass. Εκεί ο αδερφός μου και οι ανηψιοί μου δολοφονήθηκαν. Τα σώματά τους κρεμάστηκαν και αφέθηκαν εκεί μέχρι που έγιναν σκελετοί. Τώρα οι Αμερικάνοι και οι Μεξικάνοι σκοτώνουν έναν Apache μόλις τον δουν. Έχω αντεπιτεθεί με όλη μου τη δύναμη.
*Οι άνθρωποί μου έχουν σκοτώσει Αμερικάνους και Μεξικάνους και έχουν πάρει την ιδιοκτησία τους. Οι απώλειές τους έχουν γίνει μεγαλύτερες από τις δικές μου. Έχω σκοτώσει δέκα λευκούς άντρες για κάθε σφαγμένο Ινδιάνο, αλλά ξέρω ότι οι λευκοί είναι πολλοί και οι Ινδιάνοι είναι λίγοι. Οι Apaches γίνονται λιγότεροι κάθε μέρα.
*Γιατί συμβαίνει οι Apaches να περιμένουν να πεθάνουν; Γιατί να κουβαλούν τις ζωές τους στα νύχια τους; Περιπλανούνται στους λόφους και στις πεδιάδες και θέλουν οι ουρανοί να πέσουν πάνω τους. Οι Apaches ήταν κάποτε ένα μεγάλο έθνος, τώρα είναι λιγοστοί, και εξ’ αιτίας αυτού θέλουν να πεθάνουν και γι’ αυτό κουβαλούν τις ζωές τους στα νύχια τους.
*Είμαι μόνος στον κόσμο. Θέλω να ζήσω σε αυτά τα βουνά, δε θέλω να πάω στο Tularosa. Είναι πολύ μακριά. Έχω πιει από τα νερά των Dragoon Mountains και με έχουν δροσίσει, δε θέλω να ζήσω εκεί.
*Κανείς δε θέλει την ειρήνη περισσότερο από μένα. Γιατί να με κλείσετε σε ένα καταυλισμό; Θα κάνουμε ειρήνη, θα την κρατήσουμε πιστά. Αλλά αφήστε μας να τριγυρίζουμε ελεύθερα όπως κάνουν οι Αμερικάνοι. Αφήστε μας να πηγαίνουμε όπου θέλουμε”.
Ο Cochise διδάχτηκε τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των Apache, μόλις ήταν ικανός να τις καταλάβει. Από ιστορίες που του έλεγαν οι γονείς του, γνώρισε το Θεό των Apache, τον Usen, την Άσπρη Βαμμένη Γυναίκα (The White Painted Woman), το Παιδί του Νερού (Child of the Water), τα Πνεύματα των Βουνών (The Mountain Spirits) και τη δύναμη που λεγόταν “Power” που μαινόταν πριν το σύμπαν να περιληφθεί σε όλα τα πράγματα.
Η Δύναμη βρισκόταν στα πάντα, αλλά ήταν επίσης πιθανό ο Usen να ανταμείψει με το δώρο της Δύναμης ένα άτομο, δίνοντάς του ειδικές επιδεξιότητες και προαίσθηση. Ο Cochise έλαβε πολλά δώρα Δύναμης και οι Apache πίστευαν ότι ήταν αυτά τα δώρα που του επέτρεψαν να γίνει ένας επιτυχημένος πολεμιστής και αρχηγός.
Οι Apaches πίστευαν σε πολλά είδη Δύναμης-μερικά καλά και μερικά κακά-και αισθανόντουσαν ότι αυτές οι δυνάμεις βρίσκονταν σε συνεχή σύγκρουση. Αυτή η ιδέα εξηγεί τους εχθρούς στη ζωή τους και την ανάγκη να αγωνιστούν να επιβιώσουν σε μια χώρα που αν και ήταν πολή όμορφη, παρουσίαζε συνεχείς προκλήσεις.
Καλές οντότητες γνωστές ως Mountain Spirits πιστευόταν ότι είχαν ζήσει στις σπηλιές στην πατρίδα του Cochise. Οι Apaches πίστευαν ότι αυτά τα πνεύματα ήταν πολλοί ειδικοί προστάτες και μπορούσαν να βοηθήσουν με σημαντικές τελετές. Κάθε επιχείρηση θα ήταν λιγότερο επικερδής χωρίς τη βοήθειά τους. Έτσι, οι Apaches ένιωθαν ένα δυνατό σύνδεσμο με τα βουνά στην πατρίδα τους. Το να τα αφήσουν σήμαινε να βρεθούν χωρίς τα Πνεύματα των Βουνών.
Αν και οι Apaches έμεναν κοντά στα Πνεύματα των Βουνών, μετακινούνταν αρκετά συχνά μέσα στην επικράτειά τους. Οι γυναίκες μάζευαν τα υπάρχοντά τους και κάθε φορά που σταματούσαν, έφτιαχναν ένα “wickiup”-μια μικρή καλύβα θολωτού σχήματος καλυμμένη με βούρτσισμα από ζωικό λίπος. Οι γυναίκες των Apache ήταν υπεύθυνες για τις περισσότερες από τις καθημερινές δουλειές. Αν και δε θα περίμενε κανείς από τον Cochise να μαγειρεύει ή να καθαρίζει σαν ενήλικας, το να δουλεύει μαζί με τη μητέρα του όταν ήταν παιδί του δίδαξε ένα πολύτιμο μάθημα. Έμαθε ποτέ να μην παίρνει τη συμβολή της γυναίκας στην οικογένεια σα δεδομένη.
Χωρίς αμφιβολία ο Cochise διδάχθηκε τη σημασία της αυστηρής πνευματικής και φυσικής πειθαρχίας, όπως και τα υπόλοιπα παιδιά των Apache καθώς οι ζωές τους εξαρτώνταν από αυτή. Ο Cochise απομνημόνευσε κάθε βράχο, δέντρο και τρύπα στην περιοχή των Chiricahua. Ανέπτυξε υπομονή και αυτο-έλεγχο με το να στήνει ενέδρες σε ελάφια, που το δέρμα τους ήταν πολύτιμο στους Apaches, αλλά το κυνήγι τους ήταν πολύ δύσκολο. Μερικές φορές όταν ένα κοπάδι από ελάφια βοσκούσε στα ανοιχτά, ένας πολεμιστής αναγκαζόταν να περάσει ώρες σερνόμενος στο έδαφος πίσω από τα αγριόχορτα για να πλησιάσει αρκετά. Αν και αυτό το είδος του κυνηγιού μπορούσε να γίνει απογοητευτικό, βοήθησε τον Cochise να αναπτύξει δολιότητα, που θα του χρησίμευε στις επιδρομές.
Όταν ήταν 17 ή 18, έγινε “dikohe” ή μαθητευόμενος πολεμιστής, και του δόθηκε άλλο όνομα. Ονομάστηκε Goci, αργότερα παραφράστηκε σε Cochise. Οι Apaches είχαν διδαχθεί ότι “να πραγματοποιείς απροσδόκητα χτυπήματα” ή το να κλέβουν ύπουλα, ήταν ένας καλύτερος τρόπος για να μάθουν οι εχθροί σου ότι έχεις το πάνω χέρι, από τους σκοτωμούς που αναμφίβολα θα οδηγούσαν σε αντεκδίκηση και περισσότερη αιματοχυσία. Κατά τη εκτέλεση των συμφωνιών του, με τους Μεξικάνους και τους Αμερικάνους, έκλεβε άλογα κάτω από τη μύτη των εχθρών του, προσθέτοντας στη φήμη που είχε σαν άνθρωπος με πολλή δύναμη. Ήταν μόνο αφότου η οικογένειά του και το έθνος του είχαν υποστεί πολλές απώλειες, που οι επιδρομές του μετατράπηκαν σε εκδίκηση, και ακόμα και τότε, ο Cochise επέστρεφε πολλά άλογα κλεμμένα από αποστάτες Αpaches όταν δεν είχε εγκρίνει τις ενέργειές τους. Κατά τη διάρκεια της ζωής του οι εκπληκτικές επιδεξιότητές του που είχε σαν πολεμιστής ενέπνευσαν το σεβασμό των ανθρώπων του και τον τρόμο των εχθρών του, αλλά και οι φίλοι και οι Ινδιάνοι τον είχαν για τίμιο άνθρωπο.
Στο τέλος η επιδεξιότητα του Cochise σα διπλωμάτη, βοήθησε τους ανθρώπους του να κρατήσουν τα εδάφη που τόσο αγαπούσαν. Πολλοί έχουν πει ότι ήταν ο πιο δυνατός αρχηγός Apache στην ιστορία. Στο θάνατό του, αναφέρθηκε ότι οι άνθρωποί του θρηνούσαν δυνατά για περισσότερο από μια μέρα. Μετά το θάνατό του, η Κυβέρνηση έσπασε την ιστορική συνθήκη που είχαν κάνει με τον Cochise και μετακίνησαν τους Chiricahua από την αρχαία πατρίδα τους με τα βουνά στη ζεστή, επίπεδη, ξηρή έρημο της Arizona.
Πολλοί αρνήθηκαν να πάνε, και μετά την ήττα τους, στάλθηκαν σε φυλακή στη Florida ή πέθαναν στην Oklahoma από φυματίωση ή άλλες ασθένειες. Για τους περισσότερους από τους Chiricahua, η μέρα που άφησαν τον καταυλισμό ήταν η τελευταία φορά που είδαν την πατρίδα τους.
Quotes from Cochise:
*Όταν ήμουν νέος περπάτησα σε όλη τη χώρα, ανατολικά και δυτικά, και δεν είδα άλλους ανθρώπους εκτός από τους Apaches. Μετά από πολλά καλοκαίρια περπάτησα ξανά και βρήκα μια άλλη φυλή ανθρώπων που είχαν έρθει να πάρουν τη χώρα. Πώς γίνεται αυτό;
*Είμασταν κάποτε ένας μεγάλος λαός που κάλυπτε αυτά τα βουνά. Ζούσαμε καλά: είχαμε ειρήνη. Μια μέρα ο καλύτερός μου φίλος πιάστηκε από ένα αξιωματικό των λευκών και με δολιότητα σκοτώθηκε. Επιτέλους οι στρατιώτες σας μου έκαναν ένα πολύ μεγάλο κακό, και εγώ και οι άνθρωποί μου βρεθήκαμε σε πόλεμο μαζί τους.
*Το χειρότερο μέρος από όλα είναι το Apache Pass. Εκεί ο αδερφός μου και οι ανηψιοί μου δολοφονήθηκαν. Τα σώματά τους κρεμάστηκαν και αφέθηκαν εκεί μέχρι που έγιναν σκελετοί. Τώρα οι Αμερικάνοι και οι Μεξικάνοι σκοτώνουν έναν Apache μόλις τον δουν. Έχω αντεπιτεθεί με όλη μου τη δύναμη.
*Οι άνθρωποί μου έχουν σκοτώσει Αμερικάνους και Μεξικάνους και έχουν πάρει την ιδιοκτησία τους. Οι απώλειές τους έχουν γίνει μεγαλύτερες από τις δικές μου. Έχω σκοτώσει δέκα λευκούς άντρες για κάθε σφαγμένο Ινδιάνο, αλλά ξέρω ότι οι λευκοί είναι πολλοί και οι Ινδιάνοι είναι λίγοι. Οι Apaches γίνονται λιγότεροι κάθε μέρα.
*Γιατί συμβαίνει οι Apaches να περιμένουν να πεθάνουν; Γιατί να κουβαλούν τις ζωές τους στα νύχια τους; Περιπλανούνται στους λόφους και στις πεδιάδες και θέλουν οι ουρανοί να πέσουν πάνω τους. Οι Apaches ήταν κάποτε ένα μεγάλο έθνος, τώρα είναι λιγοστοί, και εξ’ αιτίας αυτού θέλουν να πεθάνουν και γι’ αυτό κουβαλούν τις ζωές τους στα νύχια τους.
*Είμαι μόνος στον κόσμο. Θέλω να ζήσω σε αυτά τα βουνά, δε θέλω να πάω στο Tularosa. Είναι πολύ μακριά. Έχω πιει από τα νερά των Dragoon Mountains και με έχουν δροσίσει, δε θέλω να ζήσω εκεί.
*Κανείς δε θέλει την ειρήνη περισσότερο από μένα. Γιατί να με κλείσετε σε ένα καταυλισμό; Θα κάνουμε ειρήνη, θα την κρατήσουμε πιστά. Αλλά αφήστε μας να τριγυρίζουμε ελεύθερα όπως κάνουν οι Αμερικάνοι. Αφήστε μας να πηγαίνουμε όπου θέλουμε”.
Τρελό Άλογο.

Crazy Horse.
Tashunca-uitco (1849-1877)
Γνωστός για την αγριότητα του στις μάχες, το Τρελλό Άλογο ήταν επίσης αναγνωρισμένος απο τους ανθρώπους του ως διορατικός αρχηγός δεσμευμένος στις παραδόσεις και αξίες του τρόπου ζωής των Lakota.
Ακόμα και ως νέος, το Τρελλό Άλογο ήταν μυθικός πολεμιστής. Έκλεβε άλογα από τους Ινδιάνους Crow πριν κλείσει τα 13 του, και οδήγησε την πρώτη μάχη του πριν κλείσει τα 20. Το Τρελλό Άλογο πολέμησε στον πόλεμο του 1865-68 υπό την αρχηγία του Κόκκινου Σύννεφου (Red Cloud) αρχηγού της φυλής των Ogala. Ο πόλεμος ήταν ενάντια στους Αμερικάνους που είχαν εδρεύσει στην περιοχή Wyoming. Το Τρελλό Άλογο επίσης έπαιξε ρόλο-κλειδί στην καταστροφή της μεραρχίας του William J. Fetterman στο φρούριο Phil Kearny το 1867.
Το Τρελλό Άλογο κέρδισε την φήμη του ανάμεσα στους Lakota όχι μόνο χάρη στην ικανότητα του και τόλμη στις μάχες άλλα επίσης και για την έντονη αποφασιστικότητα του να κρατήσει τον παραδοσιακό τρόπο ζωής των ανθρώπων του. Για παράδειγμα, αρνήθηκε, να επιτρέψει να τραβηχτούν φωτογραφίες του. Επίσης πολέμησε ενάντια στην Αμερικάνικη εισβολή στην Γη των Lakota, ακολουθώντας την συνθήκη που είχε γίνει το 1868 στο Φρούριο Laramie, βοηθώντας την επίθεση σε ένα κατασκοπευτικό απόσπασμα που είχε σταλθεί στην περιοχή Black Hills, απο τον Στρατηγό George Armstrong Custer to 1873.
Όταν το Αμερικάνικο πολεμικό τμήμα της κυβερνήσεως διέταξε όλες τις ομάδες των Lakota να εγκατασταθούν στους καταυλισμούς υπό την Αμερικάνικη κυβέρνηση, το Τρελλό Άλογο έγινε ο αρχηγός της Αντίστασης. Κοντινός σύμμαχος με τους Cheyenne, λόγω του πρώτου γάμου του με μια γυναίκα των Cheyenne, συγκέντρωσε δύναμη 1200 πολεμιστών Ogala και Cheyenne στο χωριό του. Με αυτό το στρατό, ανάγκασε τον Στρατηγό George Crook σε υποχώρηση στις 17 Ιουνίου,1876, καθώς ο τελευταίος προσπαθούσε να εισχωρήσει μέσω του φαραγγιού Rosebud προς την κατασκήνωση του Καθιστού Ταύρου στον ποταμό Little Bighorn. Μετά την νίκη του, το Τρελλό Άλογο ένωσε δυνάμεις με τον Καθιστό Ταύρο και στις 25 Ιουνίου οδήγησε την ομάδα του στην αντεπίθεση που κατέστρεψε τον Έβδομο Ύλο του Στρατηγού Custer, αποθώντας έτσι τους Αμερικάνους απο τον Βορρά και την Δύση ενώ πολεμιστές Hunkpapa οδηγούμενοι από τον αρχηγό Gall επιτίθεντο από Νότο και Ανατολή.
Ακολουθώντας την νίκη των Lakota στον ποταμό Little Bighorn, ο Καθιστός Ταύρος και ο Gall υποχώρησαν στον Καναδά, αλλά το Τρελλό Άλογο παρέμεινε για να δώσει μάχη με τον Στρατηγό Nelson Miles ο οποίος κυνηγούσε ασταμάτητα τους Lakota και τους συμμάχους τους κατά την διάρκεια του χειμώνα 1876-77. Αυτή η αδιάκοπη στρατιωτική παρενόχληση καθώς και η μείωση του πληθυσμού των βουβάλων ανάγκασαν τελικά το Τρελλό Άλογο να παραδοθεί στις 6 Μαίου 1877. Εκτός από τον Gall και τον Kαθιστό Ταύρο (Sitting Bull), ήταν ο τελευταίος σημαντικός αρχηγός που ενέδωσε.
Ακόμα και στην ήττα όμως, το Τρελλό Άλογο παρέμεινε ανεξάρτητο πνεύμα. Τον Σεπτέμβριο του 1877, όταν έφυγε από τον Αμερικάνικο καταυλισμό χωρίς άδεια, για να πάει την άρρωστη γυναίκα του στους γονείς της, ο Στρατηγός George Crook διέταξε την σύλληψή του, φοβούμενος ότι σχεδίαζε να ξαναγυρίσει στις μάχες. Το Τρελλό Άλογο, αρχικά δεν αντιστάθηκε στην σύλληψη, αλλά όταν αντιλήφθηκε ότι τον οδηγούσαν σε στρατώνα άρχισε να παλεύει, και ενώ τα χέρια του ήταν ακινητοποιημένα από έναν από τους στρατιωτικούς που τον συνέλαβαν, ένας άλλος στρατιώτης τον κάρφωσε με την λεπίδα στην άκρη του όπλου του, σκοτώνοντας έτσι το Τρελλό Άλογο.
Ακόμα και ως νέος, το Τρελλό Άλογο ήταν μυθικός πολεμιστής. Έκλεβε άλογα από τους Ινδιάνους Crow πριν κλείσει τα 13 του, και οδήγησε την πρώτη μάχη του πριν κλείσει τα 20. Το Τρελλό Άλογο πολέμησε στον πόλεμο του 1865-68 υπό την αρχηγία του Κόκκινου Σύννεφου (Red Cloud) αρχηγού της φυλής των Ogala. Ο πόλεμος ήταν ενάντια στους Αμερικάνους που είχαν εδρεύσει στην περιοχή Wyoming. Το Τρελλό Άλογο επίσης έπαιξε ρόλο-κλειδί στην καταστροφή της μεραρχίας του William J. Fetterman στο φρούριο Phil Kearny το 1867.
Το Τρελλό Άλογο κέρδισε την φήμη του ανάμεσα στους Lakota όχι μόνο χάρη στην ικανότητα του και τόλμη στις μάχες άλλα επίσης και για την έντονη αποφασιστικότητα του να κρατήσει τον παραδοσιακό τρόπο ζωής των ανθρώπων του. Για παράδειγμα, αρνήθηκε, να επιτρέψει να τραβηχτούν φωτογραφίες του. Επίσης πολέμησε ενάντια στην Αμερικάνικη εισβολή στην Γη των Lakota, ακολουθώντας την συνθήκη που είχε γίνει το 1868 στο Φρούριο Laramie, βοηθώντας την επίθεση σε ένα κατασκοπευτικό απόσπασμα που είχε σταλθεί στην περιοχή Black Hills, απο τον Στρατηγό George Armstrong Custer to 1873.
Όταν το Αμερικάνικο πολεμικό τμήμα της κυβερνήσεως διέταξε όλες τις ομάδες των Lakota να εγκατασταθούν στους καταυλισμούς υπό την Αμερικάνικη κυβέρνηση, το Τρελλό Άλογο έγινε ο αρχηγός της Αντίστασης. Κοντινός σύμμαχος με τους Cheyenne, λόγω του πρώτου γάμου του με μια γυναίκα των Cheyenne, συγκέντρωσε δύναμη 1200 πολεμιστών Ogala και Cheyenne στο χωριό του. Με αυτό το στρατό, ανάγκασε τον Στρατηγό George Crook σε υποχώρηση στις 17 Ιουνίου,1876, καθώς ο τελευταίος προσπαθούσε να εισχωρήσει μέσω του φαραγγιού Rosebud προς την κατασκήνωση του Καθιστού Ταύρου στον ποταμό Little Bighorn. Μετά την νίκη του, το Τρελλό Άλογο ένωσε δυνάμεις με τον Καθιστό Ταύρο και στις 25 Ιουνίου οδήγησε την ομάδα του στην αντεπίθεση που κατέστρεψε τον Έβδομο Ύλο του Στρατηγού Custer, αποθώντας έτσι τους Αμερικάνους απο τον Βορρά και την Δύση ενώ πολεμιστές Hunkpapa οδηγούμενοι από τον αρχηγό Gall επιτίθεντο από Νότο και Ανατολή.
Ακολουθώντας την νίκη των Lakota στον ποταμό Little Bighorn, ο Καθιστός Ταύρος και ο Gall υποχώρησαν στον Καναδά, αλλά το Τρελλό Άλογο παρέμεινε για να δώσει μάχη με τον Στρατηγό Nelson Miles ο οποίος κυνηγούσε ασταμάτητα τους Lakota και τους συμμάχους τους κατά την διάρκεια του χειμώνα 1876-77. Αυτή η αδιάκοπη στρατιωτική παρενόχληση καθώς και η μείωση του πληθυσμού των βουβάλων ανάγκασαν τελικά το Τρελλό Άλογο να παραδοθεί στις 6 Μαίου 1877. Εκτός από τον Gall και τον Kαθιστό Ταύρο (Sitting Bull), ήταν ο τελευταίος σημαντικός αρχηγός που ενέδωσε.
Ακόμα και στην ήττα όμως, το Τρελλό Άλογο παρέμεινε ανεξάρτητο πνεύμα. Τον Σεπτέμβριο του 1877, όταν έφυγε από τον Αμερικάνικο καταυλισμό χωρίς άδεια, για να πάει την άρρωστη γυναίκα του στους γονείς της, ο Στρατηγός George Crook διέταξε την σύλληψή του, φοβούμενος ότι σχεδίαζε να ξαναγυρίσει στις μάχες. Το Τρελλό Άλογο, αρχικά δεν αντιστάθηκε στην σύλληψη, αλλά όταν αντιλήφθηκε ότι τον οδηγούσαν σε στρατώνα άρχισε να παλεύει, και ενώ τα χέρια του ήταν ακινητοποιημένα από έναν από τους στρατιωτικούς που τον συνέλαβαν, ένας άλλος στρατιώτης τον κάρφωσε με την λεπίδα στην άκρη του όπλου του, σκοτώνοντας έτσι το Τρελλό Άλογο.
Κομαντάντε Τσε Γκεβάρα

Μας μένει ό,τι καλό ήταν και καθάριο
Πως διάφανη ήταν πάντα η ψυχή σου
Κι έβλεπε μέσα σου κανείς
Αγάπη, μίσος μα ποτέ φόβο
Κομαντάντε Τσε Γκεβάρα
Αυτοί σε φοβούνται
Αυτοί σε φοβούνται
Μα εμείς σ’αγαπούμε
Βλέποντας εμπρός στον αγώνα
Εκεί που γελάει ο χάρος
Κει που ο λαός τέρμα βάζει στη μιζέρια
Κομαντάντε Τσε Γκεβάρα
Και δεν έγινες εργατομανδαρίνος
Και δεν έγινες εργατομανδαρίνος
Ούτε τέρας ιερό να κυνηγάς τον παραβάτη
Και τον ήρωα να κάνεις πίσω από το γραφείο
Σε αντίθεση αγεφύρωτη με τα παλιά παράσημά σου
Κομαντάντε Τσε Γκεβάρα.
Βολφ Μπίρμαν.
Ερνέστο Τσε Γκεβάρα.
Ο Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα (Ernesto Guevara de la Serna :14 Ιουνίου 1928 στο Ροζάριο, Αργεντινή; † 9 Οκτωβρίου 1967 στη Λα Χιγκέρα, Βολιβία), γνωστός ως Τσε Γκεβάρα, ήταν Αργεντινός γιατρός, Μαρξιστής - Λενινιστής επαναστάτης, ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών στην Κούβα και πολιτικός. Συμμετείχε στο κίνημα της 26ης Ιουλίου που πέτυχε την ανατροπή του δικτατορικού καθεστώτος του Φουλχένσιο Μπατίστα στην Κούβα, αρχικά προσφέροντας τις ιατρικές γνώσεις του και αργότερα ως διοικητής των ανταρτών, ενώ υπήρξε μέλος της επαναστατικής κουβανικής κυβέρνησης προωθώντας ριζικές μεταρρυθμίσεις. Το 1965 πιστός στην νίκη της επανάστασης στην Κούβα έφυγε με στόχο την οργάνωση νέων επαναστατικών κινημάτων στο Κονγκό και αργότερα στην Βολιβία, όπου τραυματίστηκε, συνελήφθη και δολοφονήθηκε ενώ ήταν στο κρεβάτι. Όπως και ο Μάο Τσετούνγκ, ο Ερνέστο Γκεβάρα ανάπτυξε θεωρίες πάνω στην στρατηγική και την τακτική του μοντέρνου ανταρτοπόλεμου και προσπάθησε να εφαρμόσει τις επαναστατικές του θεωρίες στην πράξη. Ο Γκεβάρα αποτέλεσε και αποτελεί σύμβολο για τα επαναστατικά και προοδευτικά κινήματα σε όλο τον κόσμο. Παιδικά χρόνια και εφηβεία:
Ο Ερνέστο Γκεβάρα γεννήθηκε στο Ροσάριο της Αργεντινής, γιος της Σέλια ντε λα Σέρνα και του Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς, το μεγαλύτερο από τα συνολικά πέντε παιδιά της οικογένειας. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό γέννησής του, γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου 1928. Κατά τον βιογράφο του, Τζον Λι Άντερσον, η πραγματική ημερομηνία γέννησής του τοποθετείται νωρίτερα, στις 14 Μαΐου του ίδιου έτους. Η άποψη αυτή στηρίζεται σε μαρτυρία μίας αστρολόγου, στην οποία φέρεται να εξομολογήθηκε η μητέρα του πως ήταν ήδη τριών μηνών έγκυος όταν παντρεύτηκε τον Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς. Η οικογένεια του ήταν μια από τις οικογένειες της αργεντινής ολιγαρχίας, με ισπανικές και ιρλανδικές καταβολές. Παρόλα αυτά οι γονείς του νεαρού Ερνέστο δεν απέφευγαν καθόλου την επαφή με ανθρώπους χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων. Πολλά μέλη της ολιγαρχίας θεωρούσαν προκλητικό αυτό τον τρόπο ζωής επειδή το ζεύγος Γκεβάρα έδειχνε φανερά ότι σεβόταν και δεχόταν προοδευτικές ιδέες. O πατέρας του χαρακτηρίζεται ως τυχοδιώκτης, που εγκατέλειψε τις αρχικές του σπουδές αρχιτεκτονικής, προκειμένου να δραστηριοποιηθεί στον επιχειρηματικό χώρο, ενώ η μητέρα του υπήρξε ένθερμη καθολική που αργότερα όμως μεταστράφηκε στο φιλελευθερισμό της αριστεράς. Ο Ερνέστο ήταν μόλις δύο ετών όταν διαπιστώθηκε ότι πάσχει από άσθμα. Η ασθένεια αυτή τον συνόδεψε όλη του τη ζωή και συνέβαλε σημαντικά στην εξέλιξη της προσωπικότητάς του. Αντί να προφυλάσσεται, προσπαθούσε να σκληραγωγηθεί μέσω του αθλητισμού. Σε ηλικία εννέα ετών, παρουσίασε βαριά επιπλοκή στο άσθμα που τον ταλαιπωρούσε και διαπιστώθηκε «σπαστικός βήχας». Εξαιτίας της κατάστασης της υγείας του, δεν φοίτησε κανονικά στο σχολείο. Αρχικά, έμαθε να γράφει και να διαβάζει από την μητέρα του, ενώ αργότερα φοίτησε στο δημόσιο σχολείο ολοκληρώνοντας κανονικά μόνο τη δεύτερη και τρίτη τάξη, παρακολουθώντας τα μαθήματα των υπολοίπων όταν του επέτρεπε η υγεία του και μελετώντας κυρίως στο σπίτι. Στην παιδική του παρέα υπήρχαν παιδιά από διάφορα κοινωνικά στρώματα της περιοχής. Ήδη τότε φανερώθηκε το χάρισμα και η κοινωνικότητα του Γκεβάρα, χαρίσματα τα οποία καλλιεργούσαν συνεχώς οι γονείς του. Ήταν πλέον καθημερινό το φαινόμενο να μπαινοβγαίνουν τα παιδιά της γειτονιάς και της περιοχής συνεχώς στο σπίτι των γονέων του. O Γκεβάρα ήταν παράλληλα σοβαρό και εσωστρεφές αγόρι, το οποίο από νωρίς άρχισε να ενδιαφέρεται για τη λογοτεχνία. Κατά την περίοδο της εφηβείας του, έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ποίηση και ειδικότερα για το έργο του Πάμπλο Νερούδα, ενώ συγχρόνως έγραφε και ο ίδιος ποιήματα σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Τα λογοτεχνικά του ενδιαφέροντα εκτείνονταν από κλασικά έργα του Τζακ Λόντον ή του Ιουλίου Βερν μέχρι πραγματείες του Σίγκμουντ Φρόυντ και του Μπέρτραντ Ράσελ. Σύμφωνα με τον πατέρα του, «όταν έγινε δώδεκα χρονών κατείχε μία παιδεία που αναλογούσε σε έναν νέο δεκαοκτώ ετών, ενώ η βιβλιοθήκη του ήταν γεμάτη από κάθε είδους βιβλία περιπέτειας και ταξιδιωτικά μυθιστορήματα». Σε μεγαλύτερη ηλικία, ανέπτυξε επίσης ενδιαφέρον για τη φωτογραφία. To 1942 εγγράφηκε στο δημόσιο λύκειο Ντέαν Φούνες της Κόρδοβα. Οι σχολικοί του βαθμοί υπήρξαν πολύ καλοί στη λογοτεχνία, την ιστορία και τη φιλοσοφία, αλλά και πολύ κακοί στην αγγλική γλώσσα, τα μαθηματικά και τη φυσική ιστορία. Την ίδια περίοδο ξεκίνησε να συντάσσει ένα είδος φιλοσοφικού λεξικού, καταγράφοντας τα αναγνώσματά του ή κρατώντας σημειώσεις σχετικά με αυτά. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στο λύκειο, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στον τομέα της εφαρμοσμένης μηχανικής. Γράφτηκε στη Σχολή Εφαρμοσμένης Μηχανικής του πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες και για ένα διάστημα εργάστηκε στην κατασκευή δημοσίων έργων, κυρίως σε μικρές πόλεις. Η ασθένεια της γιαγιάς του, Άνας, η οποία είχε υποστεί εγκεφαλική αιμορραγία και κατόπιν ημιπληγία, τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την εργασία του προκειμένου να την φροντίσει κατά τις τελευταίες μέρες της ζωής της. Τόσο η δική της κατάσταση, που οδήγησε στο θάνατό της, όσο και η προσωπική του εμπειρία με το άσθμα τον επηρέασαν βαθιά, και πιθανώς συνέβαλαν στην απόφαση του να ασχοληθεί τελικά με την ιατρική.Το 1948 γράφτηκε στην ιατρική σχολή του πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές του το 1953, χωρίς όμως να ακολουθήσει την κλινική πρακτική που απαιτείτο προκειμένου να είναι σε θέση να εξασκήσει το επάγγελμα του γιατρού. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του, στα τέλη του 1950, εξασφάλισε άδεια ώστε να εργαστεί ως νοσοκόμος σε εμπορικά πλοία του αργεντινού στόλου. Τους επόμενους μήνες πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια στην νότια και στην κεντρική Αμερική, στη διάρκεια των οποίων έζησε από κοντά της κοινωνικές συνθήκες στις λατινοαμερικανικές χώρες. Επηρεασμένος από τις εμπειρίες αυτές, άρχισε να ασχολείται όλο και περισσότερο με τα πολιτικά ζητήματα και τον Μαρξισμό.
Γουατεμάλα:
Μετά την αποφοίτησή του από την ιατρική σχολή του πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες, ο Γκεβάρα ταξίδεψε στη Γουατεμάλα, με ενδιάμεσους σταθμούς τη Βολιβία, το Περού, τον Παναμά, την Κόστα Ρίκα, τη Νικαράγουα και το Ελ Σαλβαδόρ. Εκεί γνώρισε την Περουβιανή οικονομολόγο Ίλδα Γκαδέα, η οποία εργαζόταν στην κρατική υπηρεσία του Ινστιτούτου Προώθησης της Παραγωγής. Η Γκαδέα ήταν εξόριστη εξαιτίας της συμμετοχής της στη Λαϊκή Επαναστατική Αμερικανική Συμμαχία (American Popular Revolutionary Alliance, APRA) του Περού, και διέθετε γνωριμίες με πολιτικά πρόσωπα. Με τη βοήθειά της, ο Γκεβάρα ήρθε σε επαφή με ένα ευρύ κύκλο εξόριστων και αριστερών διανοουμένων. Κατά το δεύτερο μήνα της παραμονής του στη χώρα, και ενώ η πολιτική της κατάσταση εντεινόταν λόγω των μεταρρυθμίσεων του φιλελεύθερου λαϊκού καθεστώτος του προέδρου Χάκομπο Άρμπενς (Jacobo Albenz Guzmán), ο Γκεβάρα πραγματοποίησε τις πρώτες του επαφές με πολιτικούς της κυβέρνησης. Στις 15 Φεβρουαρίου του 1954 ανέφερε σε επιστολή του προς τη θεία του πως είχε λάβει οριστικά θέση υπέρ της κυβέρνησης της Γουατεμάλας, επιλέγοντας το κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα (Partido Guatemalteco de Trabajo) και σχετιζόμενος με άλλους αριστερούς διανοούμενους. Στα τέλη του ίδιου μήνα, κατέγραψε επίσης την πολύ κακή οικονομική του κατάσταση. Για ένα σύντομο διάστημα, ο Γκεβάρα εγκατέλειψε τη Γουατεμάλα και μετέβη στο Ελ Σαλβαδόρ, προκειμένου να ανανεώσει τη βίζα παραμονής του. Λίγο μετά την επιστροφή του, επιχειρήθηκε από τη CIA ένοπλη δράση, με επικεφαλής το συνταγματάρχη Κάρλος Καστίγιο Άρμας, για την ανατροπή της κυβέρνησης του Άρμπενς και με αφορμή την άφιξη ενός πλοίου με όπλα από την Τσεχοσλοβακία. Ο Γκεβάρα συμμετείχε στην ένοπλη πολιτοφυλακή της κομμουνιστικής νεολαίας που αντιστάθηκε, αλλά παρά τη διάθεσή του να αγωνιστεί στο μέτωπο, κατετάγη τελικά ως γιατρός. Στις 27 Ιουνίου, ο Άρμπενς ανακοίνωσε την παραίτησή του και αναζήτησε άσυλο στη μεξικανική πρεσβεία. Ο Γκεβάρα, επίσης καταζητούμενος του νέου καθεστώτος, αναζήτησε άσυλο στην πρεσβεία της Αργεντινής κατόπιν προτροπής του φίλου του, Σάντσες Τοράνσο. Οι πολιτικές εξελίξεις στη Γουατεμάλα σημάδεψαν βαθιά τον Γκεβάρα και η εμπειρία που αποκόμισε στη χώρα χαρακτηρίζεται ως σημείο πολιτικής καμπής για τον ίδιο.
Μετά την αποφοίτησή του από την ιατρική σχολή του πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες, ο Γκεβάρα ταξίδεψε στη Γουατεμάλα, με ενδιάμεσους σταθμούς τη Βολιβία, το Περού, τον Παναμά, την Κόστα Ρίκα, τη Νικαράγουα και το Ελ Σαλβαδόρ. Εκεί γνώρισε την Περουβιανή οικονομολόγο Ίλδα Γκαδέα, η οποία εργαζόταν στην κρατική υπηρεσία του Ινστιτούτου Προώθησης της Παραγωγής. Η Γκαδέα ήταν εξόριστη εξαιτίας της συμμετοχής της στη Λαϊκή Επαναστατική Αμερικανική Συμμαχία (American Popular Revolutionary Alliance, APRA) του Περού, και διέθετε γνωριμίες με πολιτικά πρόσωπα. Με τη βοήθειά της, ο Γκεβάρα ήρθε σε επαφή με ένα ευρύ κύκλο εξόριστων και αριστερών διανοουμένων. Κατά το δεύτερο μήνα της παραμονής του στη χώρα, και ενώ η πολιτική της κατάσταση εντεινόταν λόγω των μεταρρυθμίσεων του φιλελεύθερου λαϊκού καθεστώτος του προέδρου Χάκομπο Άρμπενς (Jacobo Albenz Guzmán), ο Γκεβάρα πραγματοποίησε τις πρώτες του επαφές με πολιτικούς της κυβέρνησης. Στις 15 Φεβρουαρίου του 1954 ανέφερε σε επιστολή του προς τη θεία του πως είχε λάβει οριστικά θέση υπέρ της κυβέρνησης της Γουατεμάλας, επιλέγοντας το κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα (Partido Guatemalteco de Trabajo) και σχετιζόμενος με άλλους αριστερούς διανοούμενους. Στα τέλη του ίδιου μήνα, κατέγραψε επίσης την πολύ κακή οικονομική του κατάσταση. Για ένα σύντομο διάστημα, ο Γκεβάρα εγκατέλειψε τη Γουατεμάλα και μετέβη στο Ελ Σαλβαδόρ, προκειμένου να ανανεώσει τη βίζα παραμονής του. Λίγο μετά την επιστροφή του, επιχειρήθηκε από τη CIA ένοπλη δράση, με επικεφαλής το συνταγματάρχη Κάρλος Καστίγιο Άρμας, για την ανατροπή της κυβέρνησης του Άρμπενς και με αφορμή την άφιξη ενός πλοίου με όπλα από την Τσεχοσλοβακία. Ο Γκεβάρα συμμετείχε στην ένοπλη πολιτοφυλακή της κομμουνιστικής νεολαίας που αντιστάθηκε, αλλά παρά τη διάθεσή του να αγωνιστεί στο μέτωπο, κατετάγη τελικά ως γιατρός. Στις 27 Ιουνίου, ο Άρμπενς ανακοίνωσε την παραίτησή του και αναζήτησε άσυλο στη μεξικανική πρεσβεία. Ο Γκεβάρα, επίσης καταζητούμενος του νέου καθεστώτος, αναζήτησε άσυλο στην πρεσβεία της Αργεντινής κατόπιν προτροπής του φίλου του, Σάντσες Τοράνσο. Οι πολιτικές εξελίξεις στη Γουατεμάλα σημάδεψαν βαθιά τον Γκεβάρα και η εμπειρία που αποκόμισε στη χώρα χαρακτηρίζεται ως σημείο πολιτικής καμπής για τον ίδιο.
Επανάσταση στην Κούβα:
Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1954, ο Γκεβάρα ταξίδεψε στο Μεξικό, που αποτελούσε κοινό προορισμό εξόριστων Λατινοαμερικανών, από χώρες όπως το Πουέρτο Ρίκο, το Περού, η Βενεζουέλα, η Γουατεμάλα και η Κούβα. Στην πόλη του Μεξικού, συνάντησε τον Κουβανό εξόριστο Νίκο Λόπες, γνώριμό του από την περίοδο της παραμονής του στη Γουατεμάλα, ενώ επανασυνδέθηκε και με την Ίλδα Γκαδέα. Προκειμένου να συντηρείται οικονομικά, εργάστηκε ως γιατρός και ως φωτογράφος, εν μέσω πολλαπλών επαγγελματικών κρίσεων και οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπισε κατά διαστήματα. Το καλοκαίρι του 1955, ήρθε σε επαφή με τον αδελφό του Φιντέλ Κάστρο, Ραούλ, από τον οποίο πληροφορήθηκε την επικείμενη άφιξη του Κάστρο στο Μεξικό. Στις αρχές Ιουλίου του 1955, o Γκεβάρα συνάντησε για πρώτη φορά τον Φιντέλ Κάστρο, o οποίος ήταν αρχηγός των "Moνκαντίστας", και είχε καταφύγει στο Μεξικό μετά την αποφυλάκισή του, αποτέλεσμα της χάρης που του δόθηκε από τον Μπατίστα. Την πρώτη συνεύρεσή τους ακολούθησαν πολυάριθμες συναντήσεις και συζητήσεις γύρω από την πολιτική κατάσταση στη Λατινική Αμερική και το ενδεχόμενο της οργάνωσης μίας επανάστασης ενάντια στη δικτατορία του Μπατίστα. Την ίδια περίπου περίοδο, η Γκαδέα του ανακοίνωσε πως ήταν έγκυος και ο Γκεβάρα της πρότεινε γάμο, ο οποίος τελέστηκε τελικά στις 18 Αυγούστου 1955, στο ληξιαρχείο του μεξικανικού χωριού Τεποτσοτλάν. Πεπεισμένος πως ο Κάστρο είχε τις προϋποθέσεις να αποτελέσει ένα χαρισματικό ηγέτη της κουβανικής επανάστασης], ο Γκεβάρα συμμετείχε στο κίνημα της 26ης Ιουλίου (ισπ. Movimiento 26 de Julio, M-26-7), με στόχο την ένοπλη δράση για την ανατροπή του κουβανικού καθεστώτος. Ο Γκεβάρα συμφώνησε να τους συνοδεύσει με την ιδιότητα του γιατρού, ωστόσο έλαβε κανονικά μέρος στην στρατιωτική εκπαίδευση των ανταρτών, το βασικό στάδιο της οποίας ξεκίνησε στις αρχές του 1956, υπό τις οδηγίες του Μεξικανού παλαιστή Αρσάνιο Βαγένας σε ζητήματα εκγύμνασης και αυτοάμυνας, καθώς και του πρώην συνταγματάρχη του Ισπανικού Δημοκρατικού Στρατού, Αλπέρτο Μπάγιο. Στα απομνημονεύματα του Μπάγιο, πληροφορούμαστε πως ο Γκεβάρα επέδειξε μεγάλη θέληση κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης, αποτελώντας τον καλύτερο μαθητή του. Την ίδια περίοδο, θεωρείται πιθανό πως απέκτησε το παρωνύμιο Τσε (Che), εξαιτίας της συχνής χρήσης της λέξης che (φίλος ή και επιφώνημα: Ε εσύ!) που έκανε ο ίδιος μιλώντας, έκφραση που αν και είχε εισαχθεί στη γλώσσα των Αργεντινών, φαινόταν αστεία στους Κουβανούς. Στις 25 Νοεμβρίου του 1956, 82 επαναστάτες, μεταξύ αυτών και ο Τσε Γκεβάρα, ταξίδεψαν με το πλοιάριο Granma, από τον ποταμό Τούξπαν του Mεξικoύ με προορισμό την Κούβα, στην οποία έφθασαν τελικά στις 2 Δεκεμβρίου. Κατά την απόβασή τους, δέχθηκαν επίθεση από τα στρατεύματα του καθεστώτος, από την οποία επέζησαν 15-20 αντάρτες που κατάφεραν να ανασυνταχθούν και να καταφύγουν στα βουνά της Σιέρα Μαέστρα. Με σημείο εκκίνησης την επίθεση αυτή, ο ρόλος του Τσε Γκεβάρα στον ανταρτοπόλεμο διαφοροποιήθηκε σταδιακά, αντιλαμβανόμενος o ίδιος όλο και λιγότερο ως μοναδικό καθήκον του την ιατρική συμπαράσταση, και λαμβάνοντας ενεργό μέρος στις ένοπλες δραστηριότητες τον επαναστατών. Η αποφασιστικότητά του και οι ικανότητες του, σύντομα οδήγησαν στην άνοδό του στην ιεραρχία του αντάρτικου σώματος, κερδίζοντας το σεβασμό των υπολοίπων ανταρτών, χωρίς να απουσιάζει και το αίσθημα του φόβου που προκαλούσε ενίοτε η σκληρότητά του, υπεύθυνος ο ίδιος για εκτελέσεις ανταρτών που λειτουργούσαν ως πληροφοριοδότες του κουβανικού καθεστώτος. Υπήρξε ο πρώτος αντάρτης, στον οποίο δόθηκε το αξίωμα του Κομαντάντε του Επαναστατικού Στρατού της Κούβας, στις 21 Ιουλίου 1957. Αν και μέχρι τότε αποτελούσε έναν απλό οπλίτη, χωρίς να έχει διακριθεί ιδιαιτέρως σε στρατιωτικό επίπεδο αλλά έχοντας επιδείξει γενναιότητα και αρχηγικές δεξιότητες, ο Κάστρο του εμπιστεύτηκε την ηγεσία της Δεύτερης Φάλαγγας του αντάρτικου στρατού (για λόγους παραλλαγής έφερε τον αριθμό 4), έχοντας έτσι μόνο τον Κομαντάντε εν Σέφε Φιντέλ Κάστρο ως ανώτερό του. Η μεγαλύτερη ίσως στρατιωτική επιτυχία του Τσε Γκεβάρα υπήρξε η κατάκτηση της Σάντα Κλάρα στις 29 Δεκεμβρίου 1958, μία καθοριστική στιγμή στην ιστορία της κουβανικής επανάστασης. Είχαν προηγηθεί δύο χρόνια ανταρτοπολέμου στην Σιέρρα Μαέστρα εναντίον του πολύ μεγαλύτερου στρατού του Μπατίστα, o οποίος δεχόταν και την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών. Με την κατάκτηση της Σάντα Κλάρα, ο δρόμος για την πρωτεύουσα Αβάνα ήταν πλέον ελεύθερος και την 1η Ιανουαρίου του 1959, ο δικτάτορας Μπατίστα εγκατέλειψε την Κούβα, με προορισμό την Δομινικανή Δημοκρατία. Την μάχη στη Σάντα Κλάρα ακολούθησαν και άλλες σημαντικές πολεμικές συγκρούσεις, πριν την τελική επικράτηση των ανταρτών.
Μέλος της κυβέρνησης της Κούβας:
Μετά την επιτυχία του αντάρτικου στρατού και κατά τους πρώτους μήνες της κατάληψης της εξουσίας, ο Τσε Γκεβάρα τέθηκε διοικητής του φρουρίου Λα Καμπάνια, με αρμοδιότητα να εξετάζει τις εφέσεις των υποθέσεων των δύο Επαναστατικών Δικαστηρίων (Tribunales Revolucionarios, TR) που λειτουργούσαν δικάζοντας στρατιωτικούς και αστυνομικούς ή πολίτες. Στις 7 Φεβρουαρίου 1959, ψηφίστηκε ένα διάταγμα μέσω του οποίου αποκτούσαν την κουβανική υπηκοότητα όλοι οι αλλοδαποί διοικητές του αντάρτικου στρατού. Ο νόμος αυτός, επρόκειτο εμφανώς να εφαρμοστεί αποκλειστικά στην περίπτωση του Τσε Γκεβάρα, αποτελώντας ένα είδος φόρου τιμής και αναγνώρισης στο πρόσωπό του και τη συμβολή του στην κουβανική επανάσταση. Μαζί με τους Φιντέλ Κάστρο, Ραούλ Κάστρο και Καμίλο Σιενφουέγος, αποτέλεσε μετά την επανάσταση σημαντικό μέλος της νέας κουβανικής κυβέρνησης, η οποία σύντομα ξεκίνησε να πραγματοποιεί ριζικές μεταρρυθμίσεις, καθιερώνοντας για παράδειγμα δωρεάν σύστημα υγείας, όπως και ένα εκπαιδευτικό σύστημα που εξασφάλιζε και στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα (μέχρι τότε κυρίως αναλφάβητα) σχολική μόρφωση. Στην κυβέρνηση, ο Γκεβάρα υποστήριξε περισσότερο τις κομμουνιστικές ιδέες απ' όσο ο Φιντέλ Κάστρο. Αν και ήταν ένθερμος υποστηρικτής μίας ριζικής αγροτικής μεταρρύθμισης στη χώρα, χαρακτήρισε τον πρώτο σχετικό νόμο της κυβέρνησης ως μετριοπαθή, «που δεν αποτολμούσε να υπεισέλθει στα ουσιαστικότερα ζητήματα, όπως ήταν η κατάργηση της μεγάλης γαιοκτησίας». Στις 7 Οκτωβρίου, ο Κάστρο του ανέθεσε την αρχηγία του Τομέα Βιομηχανίας του Εθνικού Ινστιτούτου της Αγροτικής Μεταρρύθμισης (Insituto Nacional de la Reforma Agragia, INRA), ρόλος που προστέθηκε στα καθήκοντά του ως διοικητής της Λα Καμπάνια αλλά και αρχηγός του Τμήματος Εκπαίδευσης των Ενόπλων Δυνάμεων. Για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του έργου του, ο Γκεβάρα απευθύνθηκε στον οικονομολόγο Σαλβαδόρ Βιλασέκα, ξεκινώντας μαζί του μία σειρά από μαθήματα ανώτερων μαθηματικών. Στην ακμή της πολιτικής του δραστηριότητας ως μέλος της κυβέρνησης, ο Τσε διορίστηκε διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας της Κούβας, στις 26 Νοεμβρίου 1959, διατηρώντας παράλληλα την ευθύνη για το τμήμα βιομηχανίας του INRA και την πολιτιστική επιμόρφωση του στρατού. Ανάμεσα στις πρώτες του ενέργειες, ήταν μία σειρά μέτρων με στόχο τον έλεγχο του αποθέματος συναλλάγματος, καθώς και η ρευστοποίηση των τραπεζών του καθεστώτος του Μπατίστα. Στα τέλη του έτους, και ενώ οι τράπεζες των Ηνωμένων Πολιτειών είχαν ήδη αναστείλει τις πιστώσεις των εισαγωγών, άρχισε να διερευνά, σε συνεργασία με τον Φιντέλ Κάστρο και άλλους κομμουνιστές ηγέτες, το ενδεχόμενο της σοβιετικής στήριξης. Το Φεβρουάριο του 1960, υποδέχθηκε τον Αναστάς Μικογιάν, μέλος του πολιτικού γραφείου του κομμουνιστικού κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης και ένθερμο υποστηρικτή της προσέγγισης με την Κούβα, όπως άλλωστε ήταν αρχικά και ο ίδιος ο Τσε. Το επόμενο διάστημα, εντάθηκε η αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της κουβανικής κυβέρνησης, ενώ στις 13 Οκτωβρίου κηρύχθηκε εμπάργκο σε όλα τα εμπορεύματα με προορισμό την Κούβα, αποκλείοντας τη χώρα από κάθε οικονομική δραστηριότητα. Μία εβδομάδα αργότερα, ο Τσε Γκεβάρα σχολίασε τον αποκλεισμό, αναφερόμενος σε ελλείψεις που δεν θα ήταν δυνατό να καλυφθούν, αλλά και εκφράζοντας αισιοδοξία για την πορεία της κρατικοποιημένης πλέον βιομηχανίας. Παράλληλα, έκανε γνωστό πως δεν ήταν πλέον πρόεδρος της τράπεζας, αναλαμβάνοντας νέα καθήκοντα. Στα τέλη Οκτωβρίου του 1960, συμμετείχε ως επικεφαλής μίας διπλωματικής αποστολής, με στόχο την εξασφάλιση της στήριξης του σοβιετικού μπλοκ, με τις κύριες διαπραγματεύσεις να πραγματοποιούνται στη Σοβιετική Ένωση. Συναντήθηκε με τον Χρουτσόφ στη Μόσχα ενώ αργότερα επισκέφτηκε το Πεκίνο όπου συνάντησε τον Μάο Τσετούνγκ και έγινε γενικά θερμά δεκτός. H περιοδεία του περιλάμβανε ακόμα την Κορέα και τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. H αποστολή εξασφάλισε τελικά ευνοϊκές συμφωνίες, για την εξαγωγή τεσσάρων εκατομμυρίων τόνων ζάχαρης, σε τιμή υψηλότερη από εκείνη της παγκόσμιας αγοράς, εξασφαλίζοντας παράλληλα τον εφοδιασμό της Κούβας με πετρέλαιο και αγορές βιομηχανικών μονάδων με ευέλικτες πιστώσεις. Στις 23 Φεβρουαρίου 1961 διορίστηκε υπουργός του νεοσύστατου Υπουργείου Βιομηχανίας της Κούβας, σκοπός του οποίου ήταν η οργάνωση των πολυάριθμων βιομηχανικών μονάδων που είχαν αποκτηθεί, καθώς και των κρατικοποιημένων επιχειρήσεων που υπάγονταν στο Τμήμα Βιομηχανίας του INRA. Τον Απρίλιο του 1961, κατά τη διάρκεια της αμερικανικής εισβολής του Κόλπου των Χοίρων, ο Τσε Γκεβάρα τέθηκε επικεφαλής των κουβανικών στρατευμάτων που θα υπερασπίζονταν την επαρχία Πινάρ ντελ Ρίο, όπου σύμφωνα με ενδείξεις των μυστικών υπηρεσιών, αναμενόταν η πρώτη επίθεση. Χάρη στην αποτελεσματική αντίδραση της κουβανικής αεροπορίας και την αντίσταση της πολιτοφυλακής, η αμερικανική εισβολή απέτυχε, ενώ το στράτευμα του Γκεβάρα παρέμεινε σε αμυντική διάταξη και ανενεργό, καθώς η συγκέντρωση αμερικανικών ναυτικών δυνάμεων κοντά στο Πινάρ ντελ Ρίο αποτέλεσε τελικά προσπάθεια αντιπερισπασμού. Συνεχίζοντας το έργο του ως υπουργός βιομηχανίας, επεδίωξε να προωθήσει την ταχεία εκβιομηχάνιση της χώρας, πρόγραμμα που υπήρξε όμως πρόωρο, αντιμετωπίζοντας πολλές δυσκολίες στην εφαρμογή του και καταλήγοντας σε αποτυχία. Τον Αύγουστο του 1961 συμμετείχε στις συνεδριάσεις της ολομέλειας του Διαμερικανικού Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου, καταψηφίζοντας το δεκαετές σχέδιο του Τζον Φ. Κένεντι «Συμμαχία για την Πρόοδο» (Alliance for Progress), το οποίο χαρακτήριζε ως μία προσπάθεια αναχαίτισης των επαναστατικών κινημάτων στη Λατινική Αμερική και κατασκεύασμα κατά της Κούβας. Την ίδια περίπου περίοδο, διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην απόφαση εγκατάστασης σοβιετικών πυραύλων στο έδαφος της Κούβας, γεγονός που δεν πέρασε απαρατήρητο από τις μυστικές υπηρεσίες των Ηνωμένων Πολιτειών, οδηγώντας τελικά στην Κρίση των πυραύλων, τον Οκτώβριο του 1962. Σε ότι αφορά την οικονομική πολιτική, ο Τσε Γκεβάρα ήταν αντίθετος στην αντιγραφή του σοβιετικού οικονομικού μοντέλου της «οικονομικής αυτοδιαχείρισης», καθώς θεωρούσε πως οι ιδιαίτερες συνθήκες της Κούβας απαιτούσαν διαφορετικές πρακτικές και υπερασπιζόταν το συγκεντρωτισμό στον τομέα της βιομηχανίας.
Απομάκρυνση από την Κούβα:
Στις 11 Δεκεμβρίου του 1964 εκπροσώπησε την Κούβα στη Συνδιάσκεψη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Στην ομιλία του ξεχωρίζει η έντονη διαμαρτυρία του ενάντια στην πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών και τις λατινοαμερικανικές δικτατορίες, η συμπαράταξή του στο θέμα του πυρηνικού αφοπλισμού και το ειρηνευτικό σχέδιο που προτείνει για την Καραϊβική. Λίγες ημέρες αργότερα, ξεκίνησε μία τρίμηνη διεθνή περιοδεία, κατά την οποία επισκέφτηκε την Αλγερία, την Κίνα, τη Γκάνα, τη Γουινέα, το Μάλι, το Κονγκό, την Τανζανία, με μικρές στάσεις στο Παρίσι, την Ιρλανδία και την Πράγα. Στις 24 Φεβρουαρίου, έλαβε μέρος στη διάσκεψη του δεύτερου Οικονομικού Σεμιναρίου Αφροασιατικής Αλληλεγγύης, πραγματοποιώντας την τελευταία δημόσια παρουσία στο διεθνές προσκήνιο. Η ομιλία του προκάλεσε αρκετές εντάσεις στο σοβιετικό μπλοκ, δηλώνοντας πως οι σοσιαλιστικές χώρες όφειλαν να επωμιστούν το κόστος των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων, ενώ θεωρείται πιθανό πως προκάλεσε επίσης ρήξη στη σχέση του με τον Κάστρο, αν και δεν υπάρχει καμία σχετική αναφορά στα απομνημονεύματα του ίδιου του Γκεβάρα. Τον Μάρτιο του 1964, επέστρεψε στην Αβάνα. Οι διαφορές του με τον Κάστρο σε ό,τι αφορά τις σχέσεις της Κούβας με την Σοβιετική Ένωση ή την οικονομική πολιτική πιθανώς συνέβαλαν στην απόφαση του Τσε να εγκαταλείψει την Κούβα, σκοπεύοντας να μεταφέρει την επανάσταση σε όλον τον κόσμο. Την 1η Απριλίου συνέταξε το αποχαιρετιστήριο γράμμα του προς τον Φιντέλ Κάστρο.
Κονγκό:
Πρώτος σταθμός του Τσε Γκεβάρα, μετά τη φυγή του από την Κούβα υπήρξε το Κονγκό (σημερινή Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό), ενισχύοντας και βοηθώντας οργανωτικά τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό. Μαζί με τον δεύτερο στην ιεραρχία Βικτόρ Ντρέκε και δώδεκα ακόμα Κουβανούς πολεμιστές, έφθασε εκεί στις 24 Απριλίου του 1965, ενώ λίγο αργότερα ακολούθησαν και άλλοι Κουβανοί, συνθέτοντας συνολικά μία φάλαγγα με περισσότερα από εκατό μέλη. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Αλγερίας εκείνη την περίοδο και φίλο του, Αχμέντ Μπεν Μπέλα, «η κατάσταση που κυριαρχούσε στην Αφρική, η οποία φαινόταν να διαθέτει μεγάλη δυναμική για μία επανάσταση, οδήγησε τον Τσε στο συμπέρασμα πως η Αφρική αποτελούσε τον αδύναμο κρίκο του ιμπεριαλισμού. Ήταν λοιπόν στην Αφρική που αποφάσιζε να αφιερώσει τις προσπάθειές του». Η έλλειψη οργάνωσης και συνοχής των κονγκολέζικων δυνάμεων καταγράφεται στα ημερολόγια του Τσε Γκεβάρα ως ο κύριος λόγος της αποτυχίας της επανάστασης. Στα τέλη του έτους, εγκατέλειψε το Κονγκό, μαζί με τους επιζώντες της κουβανικής ομάδας (έξι μέλη της είχαν πεθάνει σε μάχη) και πέρασε τους επόμενους έξι μήνες στο Νταρ ες Σαλάμ της Τανζανίας. Στο διάστημα αυτό, ολοκλήρωσε μία σειρά χειρόγραφων σημειώσεων σχετικά με την εμπειρία του στο Κονγκό, ενώ εργάστηκε επίσης πάνω σε δύο ακόμα βιβλία, φιλοσοφικών και οικονομικών σημειώσεων. Το Φεβρουάριο του 1966 ταξίδεψε μεταμφιεσμένος και με πλαστό διαβατήριο, με προορισμό την Πράγα. Εκεί άρχισε να επεξεργάζεται την ιδέα ενός νέου αντάρτικου στη Λατινική Αμερική, με αρχικό στόχο το Περού και αργότερα εστιάζοντας στη Βολιβία.
Βολιβία:
Μετά από μία σύντομη παραμονή στην Αβάνα, ο Γκεβάρα εγκαταστάθηκε στην Βολιβία και ειδικότερα στην ορεινή περιοχή Νιανκαουασού (Ñancahuazú), όπου επρόκειτο να οργανωθεί ο πυρήνας του αντάρτικου στρατού, του οποίου τα μέλη είχαν εκπαιδευτεί νωρίτερα στην Κούβα. Ο Τσε κατέγραψε τα βιώματά του εκείνο το διάστημα, στον ελεύθερο χρόνο που διέθετε, κρατώντας τις σημειώσεις που αργότερα εκδόθηκαν σε βιβλίο. Οι συγκρούσεις με τον βολιβιανό στρατό ήταν τακτικές. O Τσε Γκεβάρα και οι αντάρτες του δεν κατάφεραν να προσελκύσουν τους φτωχούς Βολιβιανούς αγρότες και η προσπάθειά του να φέρει την επανάσταση και στην Βολιβία κατέληξε σε αποτυχία. Ένας σημαντικός λόγος για την αποτυχία αυτή ήταν το γεγονός ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα της Βολιβίας δεν τον υποστήριξε στην προσπάθειά του. Επιπλέον, ιδιαίτερης σημασίας υπήρξε και η ενίσχυση του βολιβιανού στρατού από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στις 8 Οκτωβρίου, η ομάδα των ανταρτών καθοδηγούμενη από τον Τσε Γκεβάρα, περικυκλώθηκε. Κατά τη διάρκεια της τελικής μάχης, στην περιοχή του φαραγγιού του Τσούρο, η ομάδα αναγκάστηκε να διασκορπιστεί και ο Γκεβάρα τραυματίστηκε στη δεξιά κνήμη, ενώ συγχρόνως το όπλο του αχρηστεύτηκε από έναν πυροβολισμό. Τελικά συνελήφθη και αργότερα μεταφέρθηκε στον πλησιέστερο οικισμό Λα Χιγκέρα. Την καταδίωξη του Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία παρακολουθούσε επίσης η CIA, με επικεφαλής τον πράκτορα Φέλιξ Ροντρίγκεζ (Félix Rodríguez), ο οποίος μετέφερε την πληροφορία της σύλληψής του στο αρχηγείο της υπηρεσίας του και σύντομα μετέβη ο ίδιος στη Λα Χιγκέρα. Μετά από μερικές ανακρίσεις στο σχολείο του χωριού, ο αιχμάλωτος Γκεβάρα δολοφονήθηκε, στις 9 Οκτωβρίου 1967, από τον υπαξιωματικό του βολιβιανού στρατού Μάριο Τεράν (Mario Terán). Ο συγκεκριμένος αρχικά δίστασε να εκτελέσει την εντολή για τη δολοφονία του αλλά τελικά πυροβόλησε τον αιχμάλωτο, ο οποίος φέρεται να του είπε «Ήρθατε να με σκοτώσετε. Ρίξε, δειλέ, έναν άντρα θα σκοτώσεις».
Ο θάνατός του σημειώθηκε λίγο μετά τη 1.00 το μεσημέρι. Στην Κούβα, ο Φιντέλ Κάστρο κράτησε αρχικά επιφυλακτική στάση απέναντι στην είδηση του θανάτου του, ωστόσο στις 15 Οκτωβρίου, αποδέχτηκε το γεγονός, μετά από την εμφάνιση φωτογραφικών αποδείξεων. Το πτώμα του Γκεβάρα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Σαν Χοσέ ντε Μάλτα όπου έγινε και νεκροψία, στο πρακτικό της οποίας καταγράφτηκαν συνολικά εννέα πληγές που είχαν προκληθεί από σφαίρες. Σύμφωνα με τη νεκροψία, ο θάνατός του προκλήθηκε από τα τραύματα που έφερε στο θώρακα και την αιμορραγία. Το πτώμα του έπρεπε για τους στρατιωτικούς να χαθεί δίχως κανένα ίχνος και θάφτηκε κρυφά κοντά στο αεροδρόμιο, 30 χλμ. από την Λα Χιγκέρα. Νωρίτερα, στο νοσοκομείο, είχαν κοπεί τα χέρια του, τα οποία διατηρήθηκαν σε φορμόλη προκειμένου να γίνει αργότερα η οριστική αναγνώρισή του. Το πτώμα του έμεινε στον μυστικό του τάφο μέχρι που ανακαλύφθηκε στις 12 Ιουλίου 1997 στο Βαγιεγκράντε της Βολιβίας. Αφού μεταφέρθηκε στην Κούβα, κηδεύτηκε στη Σάντα Κλάρα, την πόλη που ο ίδιος είχε κατακτήσει το 1958 ανοίγοντας το δρόμο για την τελική νίκη του Κάστρο. Ανάμεσα στα αντικείμενα του Τσε Γκεβάρα που διέθεταν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους διώκτες του, ανήκε και το ημερολόγιό του, στο οποίο καταγράφονταν τα γεγονότα που σχετίζονταν με τη δράση του αντάρτικου σώματος στο έδαφος της Βολιβίας. Η πρώτη καταχώρηση σε αυτό έγινε στις 7 Νοεμβρίου του 1966, λίγο καιρό μετά την εγκατάσταση του Τσε Γκεβάρα στην περιοχή Νιανκαουασού, ενώ η τελευταία καταγραφή σημειώθηκε στις 7 Οκτωβρίου 1967, μία ημέρα πριν την σύλληψή του. Στο ημερολόγιο αναφέρεται πώς οι αντάρτες αναγκάστηκαν να προβούν σε επιχειρήσεις πρόωρα, εξαιτίας της ανακάλυψής τους από τον βολιβιανό στρατό, όπως και οι λόγοι για τους οποίος ο Γκεβάρα αποφάσισε να διαχωριστεί η φάλαγγα σε δύο μονάδες, χωρίς να καταφέρουν έκτοτε να έρθουν σε επαφή, περιγράφοντας συνολικά τα αίτια της αποτυχίας του αντάρτικου στρατού. Το ημερολόγιο τυπώθηκε μετά από ελέγχους της γνησιότητάς του, στις 22 Ιουνίου 1968 στην Κούβα. Η διανομή του έγινε δωρεάν και συγχρόνως δημοσιεύτηκε σε άλλα έντυπα ανά τον κόσμο.
ΚΑΘΙΣΤΟΣ ΤΑΥΡΟΣ
Sitting Bull
Tatanka - Iyotanka (1831-1890)
O Ιερός Αρχηγός των Hunkpapa Lakota κάτω από την αρχηγία του οποίου οι φυλές των Sioux ενώθηκαν στη μάχη για επιβίωση στις βόρειες κοιλάδες. Ο Καθιστός Ταύρος αντιστάθηκε στις Αμερικάνικες δυνάμεις και περιφρόνησε τις υποσχέσεις των Αμερικάνων μέχρι το τέλος.
Γεννημένος περίπου το 1831 στον Μεγάλο Ποταμό, ένα μέρος το οποίο οι Sioux ονόμαζαν “Πολλές Προμήθειες (Many Caches)” στην Nότια Ντακότα, λόγω του μεγάλου αριθμού λάκκων που είχαν σκάψει για να τοποθετούν προμήθειες φαγητού. Ο Καθιστός Ταύρος πήρε το όνομα Tatanka-Iyotanka, το οποίο περιγράφει ένα ταύρο ο οποίος κάθεται πεισμωτικά στηριζόμενος στα πίσω πόδια του. Είναι τ’ όνομα με το οποίο έμεινε γνωστός σε όλη του τη ζωή.
Όταν ήταν ακόμα νέος, ο Καθιστός Ταύρος έγινε αρχηγός μιας κοινωνίας πολεμιστών η οποία λεγόταν “Δυνατή Καρδιά (Strong Heart)” και αργότερα διακεκριμένο μέλος των “Αυτοί που Τρώνε Ήσυχα (Silent Eaters)”, μια ομάδα που είχε σκοπό την ευημερία των φυλών. Έδωσε την πρώτη του μάχη σε ηλικία 14 ετών, σε μια επιδρομή στην φυλή των Crow. Η πρώτη του αναμέτρηση με Αμερικανούς στρατιώτες ήταν τον Ιούνιο του 1863, όταν ο Αμερικάνικος στρατός ξεκίνησε μια μεγάλη εκστρατεία ως αντίποινα για την επανάσταση στην Μινεσότα (The Santee Rebellion), στην οποία ο λαός του Καθιστού Ταύρου δεν είχε λάβει μέρος. Τον επόμενο χρόνο ο Καθιστός Ταύρος πολέμησε πάλι με στρατιώτες των Η.Π.Α στην μάχη του βουνού Kildeer, και τo 1865 οδήγησε την πολιορκία ενάντια στο καινούργιο τότε Φρούριο Rice, στην Βόρεια Ντακότα. Ήταν ευρέως σεβαστός για την γενναιότητα και την ενόρασή του. Έγινε αρχηγός της φυλής των Sioux το 1868.
Το κουράγιο του Καθιστού Ταύρου ήταν θρυλικό. Το 1872, κατά τη διάρκεια μιας μάχης με στρατιώτες που προστάτευαν τους εργάτες που έχτιζαν τις σιδηροδρομικές γραμμές στο ποτάμι Yellowstone, ο Καθιστός Ταύρος οδήγησε τέσσερις ακόμα πολεμιστές ανάμεσα στις σιδηροδρομικές γραμμές, έκατσαν ήρεμα και κάπνισαν πίπα ανάμεσα σε ένα καταιγισμό από σφαίρες, την καθάρισε προσεκτικά όταν τέλειωσαν και τέλος έφυγαν περπατώντας σαν να μην συνέβαινε τίποτα.
Ο μεγάλος πόλεμος ανάμεσα στον Αμερικανικό στρατό και τον Καθιστό Ταύρο ξέσπασε το 1874 όταν μια αποστολή οδηγούμενη από τον Στρατηγό Georrge Armstrong Custerεπιβεβαίωσε ότι υπήρχε χρυσός στην περιοχή Black Hills της Ντακότα. Μια περιοχή η οποία ήταν ιερή σε πολλές Ινδιάνικες φυλές και είχε μάλιστα αποκλειστεί ως περιοχή προς κατοίκηση λευκών βάση της συνθήκης του 1868 που έκανε το Φρούριο Laramie. Παρά την απαγόρευση, ένα κύμα κερδοσκόπων άρχισε να παραβιάζει την περιοχή, εξαγριώνοντας έτσι την φυλή των Lakota η οποία άρχισε να προστατεύει την γη της. Όταν οι προσπάθειες της Αμερικανικής κυβέρνησης να αγοράσουν την περιοχή Black Hills απέτυχαν, η συνθήκη του Φρουρίου Laramie αποσύρθηκε και ο κομισάριος των Ινδιάνικων Θεμάτων διακήρυξε ότι όσοι Sioux δεν είχαν ενταχτεί σε κατασκηνώσεις υπό την Αμερικανική Κυβέρνηση μέχρι την 31 Ιανουαρίου 1876 θα θεωρούνταν ως εχθροί και συνεπώς ως απειλή. Ο Καθιστός Ταύρος και ο λαός του αντιστάθηκαν και έμειναν στην γη τους.
Τον Μάρτιο, τρία τάγματα αμερικάνων στρατιωτών κάτω από την αρχηγία των Στρατηγών George Crook, Alfred Terry και του Ταγματάρχη John Gibbon εισχώρησαν στην περιοχή. Ο Καθιστός Ταύρος συγκέντρωσε όλους τους Sioux, Cheyenne και Arapaho στο στρατόπεδό του, το οποίο βρισκόταν στο φαράγγι του Rosebud (Rosebud Creek), στην περιοχή της Montana. Εκεί, ο Καθιστός Ταύρος τους οδήγησε σε μια τελετή χορού στον ήλιο (the sun dance ritual), προσφέροντας προσευχές στον Wakan Tanka, το Μεγάλο Πνεύμα, και χαράκωσε τα χέρια του 100 φορές ως δείγμα θυσίας. Κατά την διάρκεια της τελετής, ο Καθιστός Ταύρος είχε ένα όραμα στο οποίο είδε τους στρατιώτες να πέφτουν στο στρατόπεδο των Lakota, σαν ακρίδες που πέφτουν από τον ουρανό.
Εμπνευσμένος από το όραμα, το Τρελλό Άλογο (Crazy Horse), αρχηγός των Oglala Lakota, ξεκίνησε για μάχη με 500 πολεμιστές, και στις 17 Ιουνίου αιφνιδίασε τα στρατεύματα του Στρατηγού Crook και τους ανάγκασε να υποχωρήσουν στην μάχη που γινόταν στο φαράγγι του Rosebud. Για να γιορτάσουν αυτή τη νίκη, η φυλή των Lakota μετακίνησε το στρατόπεδο της στην κοιλάδα του ποταμού Little Bighorn, όπου και ενώθηκαν με 3000 άλλους Ινδιάνους οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει τις Αμερικάνικες κατασκηνώσεις για να ακολουθήσουν τον Καθιστό Ταύρο. Εκεί, στις 25 Ιουνίου, δέχτηκαν επίθεση από τον Στρατηγό George Armstrong Custer και τον Έβδομο Ύλο. Οι κατά πολύ λιγότεροι στρατιώτες του Ύλου πρώτα επιτέθηκαν σαν κύμα στο στρατόπεδο των Lakota, όπως στο όραμα του Καθιστού Ταύρου, και μετά στάθηκαν σε μια κοντινή γέφυρα ονομαζόμενη ως “The Little Bighorn”, όπου και εξοντώθηκαν.
Μετά από ένα δημόσιο ξέσπασμα για αυτή την στρατιωτική καταστροφή (γκάφα), χιλιάδες έφιπποι έφτασαν στην περιοχή, και όλο τον επόμενο χρόνο κυνηγούσαν ανελέητα τους Sioux, οι οποίοι είχαν χωριστεί μετά την μάχη του Custer, και κατά συνέπεια ανάγκασαν όλους τους αρχηγούς να παραδοθούν. Παρ’όλα αυτά ο Καθιστός Ταύρος συνέχισε την αντίσταση. Τον Μάιο του 1877 οδήγησε τη φυλή του πέρα από τα σύνορα και πέρασε στον Καναδά όπου ο Αμερικάνικος στρατός δεν μπορούσε να τον ενοχλήσει. Όταν ο Στρατηγός Terry ταξίδεψε βόρεια με σκοπό να του προσφέρει χαρτί συγχώρεσης με αντάλλαγμα την εισαγωγή του σε αμερικάνικη κατασκήνωση, ο Καθιστός Ταύρος τον έδιωξε εξαγριωμένος.
Παρ’όλα αυτά, 4 χρόνια αργότερα και καθώς δεν μπορούσε πλέον να εξασφαλίσει τροφή για τον λαό του, λόγω της σχεδόν ολικής εξαφάνισης των βουβάλων, ο Καθιστός Ταύρος κατέβηκε νότια και τελικά παραδόθηκε. Στις 19 Ιουλίου του 1881, έβαλε τον γιο του να παραδώσει το όπλο του για αυτόν στον επικεφαλή αξιωματικό στο Φρούριο Buford στην Montana. Εξήγησε ότι με αυτόν τον τρόπο ήλπιζε να διδάξει στον γιο του πως πρέπει να γίνει “φίλος με τους Αμερικάνους”. Την ίδια στιγμή όμως ο Καθιστός Ταύρος είπε: “Θέλω να μείνει στην μνήμη όλων ότι ήμουν ο τελευταίος άνθρωπος της φυλής μου που παρέδωσε το όπλο του”. Ζήτησε το δικαίωμα να μπορεί να εισέρχεται στον Καναδά όποτε επιθυμούσε και μια δική του κατασκήνωση στον ποταμό Little Misouri κοντά στους Black Hills. Σε αντίθεση με αυτά που ζήτησε στάλθηκε σε μια κατασκήνωση στο Standing Rock, και όταν η θερμή υποδοχή που δέχτηκε προκάλεσε ανησυχίες για επικείμενη επανάσταση, στάλθηκε ακόμα πιο κάτω παράλληλα στον ποταμό Missouri, στο Φρούριο Randall. Εκεί αυτός και οι ακόλουθοί του παρέμειναν για περισσότερο από δύο χρόνια, ως αιχμάλωτοι πολέμου.
Τελικά, στις 10 Μαίου 1883, ο Καθιστός Ταύρος ξαναενώθηκε με την φυλή του στο Standing Rock. Ο Ινδιάνος πράκτορας James McLaughlin που ήταν επικεφαλής της κατασκήνωσης, ήταν αποφασισμένος να στερήσει όλα τα δικαιώματα του μεγάλου αρχηγού. Τον ανάγκασε να δουλέψει στα χωράφια, με μια σπάτουλα στο χέρι. Ο Καθιστός Ταύρος όμως ήξερε ακόμα τις εξουσίες του. Όταν ένα συμβουλευτικό απόσπασμα της Αμερικάνικης Κυβέρνησης έφτασε στον καταυλισμό για να συζητήσει την παραχώρηση γης για λευκούς, ο Καθιστός Ταύρος μίλησε αποφασιστικά και χωρίς δισταγμούς, ενάντια σε αυτό το σχέδιο, δυστυχώς όμως χωρίς αποτέλεσμα.
Γεννημένος περίπου το 1831 στον Μεγάλο Ποταμό, ένα μέρος το οποίο οι Sioux ονόμαζαν “Πολλές Προμήθειες (Many Caches)” στην Nότια Ντακότα, λόγω του μεγάλου αριθμού λάκκων που είχαν σκάψει για να τοποθετούν προμήθειες φαγητού. Ο Καθιστός Ταύρος πήρε το όνομα Tatanka-Iyotanka, το οποίο περιγράφει ένα ταύρο ο οποίος κάθεται πεισμωτικά στηριζόμενος στα πίσω πόδια του. Είναι τ’ όνομα με το οποίο έμεινε γνωστός σε όλη του τη ζωή.
Όταν ήταν ακόμα νέος, ο Καθιστός Ταύρος έγινε αρχηγός μιας κοινωνίας πολεμιστών η οποία λεγόταν “Δυνατή Καρδιά (Strong Heart)” και αργότερα διακεκριμένο μέλος των “Αυτοί που Τρώνε Ήσυχα (Silent Eaters)”, μια ομάδα που είχε σκοπό την ευημερία των φυλών. Έδωσε την πρώτη του μάχη σε ηλικία 14 ετών, σε μια επιδρομή στην φυλή των Crow. Η πρώτη του αναμέτρηση με Αμερικανούς στρατιώτες ήταν τον Ιούνιο του 1863, όταν ο Αμερικάνικος στρατός ξεκίνησε μια μεγάλη εκστρατεία ως αντίποινα για την επανάσταση στην Μινεσότα (The Santee Rebellion), στην οποία ο λαός του Καθιστού Ταύρου δεν είχε λάβει μέρος. Τον επόμενο χρόνο ο Καθιστός Ταύρος πολέμησε πάλι με στρατιώτες των Η.Π.Α στην μάχη του βουνού Kildeer, και τo 1865 οδήγησε την πολιορκία ενάντια στο καινούργιο τότε Φρούριο Rice, στην Βόρεια Ντακότα. Ήταν ευρέως σεβαστός για την γενναιότητα και την ενόρασή του. Έγινε αρχηγός της φυλής των Sioux το 1868.
Το κουράγιο του Καθιστού Ταύρου ήταν θρυλικό. Το 1872, κατά τη διάρκεια μιας μάχης με στρατιώτες που προστάτευαν τους εργάτες που έχτιζαν τις σιδηροδρομικές γραμμές στο ποτάμι Yellowstone, ο Καθιστός Ταύρος οδήγησε τέσσερις ακόμα πολεμιστές ανάμεσα στις σιδηροδρομικές γραμμές, έκατσαν ήρεμα και κάπνισαν πίπα ανάμεσα σε ένα καταιγισμό από σφαίρες, την καθάρισε προσεκτικά όταν τέλειωσαν και τέλος έφυγαν περπατώντας σαν να μην συνέβαινε τίποτα.
Ο μεγάλος πόλεμος ανάμεσα στον Αμερικανικό στρατό και τον Καθιστό Ταύρο ξέσπασε το 1874 όταν μια αποστολή οδηγούμενη από τον Στρατηγό Georrge Armstrong Custerεπιβεβαίωσε ότι υπήρχε χρυσός στην περιοχή Black Hills της Ντακότα. Μια περιοχή η οποία ήταν ιερή σε πολλές Ινδιάνικες φυλές και είχε μάλιστα αποκλειστεί ως περιοχή προς κατοίκηση λευκών βάση της συνθήκης του 1868 που έκανε το Φρούριο Laramie. Παρά την απαγόρευση, ένα κύμα κερδοσκόπων άρχισε να παραβιάζει την περιοχή, εξαγριώνοντας έτσι την φυλή των Lakota η οποία άρχισε να προστατεύει την γη της. Όταν οι προσπάθειες της Αμερικανικής κυβέρνησης να αγοράσουν την περιοχή Black Hills απέτυχαν, η συνθήκη του Φρουρίου Laramie αποσύρθηκε και ο κομισάριος των Ινδιάνικων Θεμάτων διακήρυξε ότι όσοι Sioux δεν είχαν ενταχτεί σε κατασκηνώσεις υπό την Αμερικανική Κυβέρνηση μέχρι την 31 Ιανουαρίου 1876 θα θεωρούνταν ως εχθροί και συνεπώς ως απειλή. Ο Καθιστός Ταύρος και ο λαός του αντιστάθηκαν και έμειναν στην γη τους.
Τον Μάρτιο, τρία τάγματα αμερικάνων στρατιωτών κάτω από την αρχηγία των Στρατηγών George Crook, Alfred Terry και του Ταγματάρχη John Gibbon εισχώρησαν στην περιοχή. Ο Καθιστός Ταύρος συγκέντρωσε όλους τους Sioux, Cheyenne και Arapaho στο στρατόπεδό του, το οποίο βρισκόταν στο φαράγγι του Rosebud (Rosebud Creek), στην περιοχή της Montana. Εκεί, ο Καθιστός Ταύρος τους οδήγησε σε μια τελετή χορού στον ήλιο (the sun dance ritual), προσφέροντας προσευχές στον Wakan Tanka, το Μεγάλο Πνεύμα, και χαράκωσε τα χέρια του 100 φορές ως δείγμα θυσίας. Κατά την διάρκεια της τελετής, ο Καθιστός Ταύρος είχε ένα όραμα στο οποίο είδε τους στρατιώτες να πέφτουν στο στρατόπεδο των Lakota, σαν ακρίδες που πέφτουν από τον ουρανό.
Εμπνευσμένος από το όραμα, το Τρελλό Άλογο (Crazy Horse), αρχηγός των Oglala Lakota, ξεκίνησε για μάχη με 500 πολεμιστές, και στις 17 Ιουνίου αιφνιδίασε τα στρατεύματα του Στρατηγού Crook και τους ανάγκασε να υποχωρήσουν στην μάχη που γινόταν στο φαράγγι του Rosebud. Για να γιορτάσουν αυτή τη νίκη, η φυλή των Lakota μετακίνησε το στρατόπεδο της στην κοιλάδα του ποταμού Little Bighorn, όπου και ενώθηκαν με 3000 άλλους Ινδιάνους οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει τις Αμερικάνικες κατασκηνώσεις για να ακολουθήσουν τον Καθιστό Ταύρο. Εκεί, στις 25 Ιουνίου, δέχτηκαν επίθεση από τον Στρατηγό George Armstrong Custer και τον Έβδομο Ύλο. Οι κατά πολύ λιγότεροι στρατιώτες του Ύλου πρώτα επιτέθηκαν σαν κύμα στο στρατόπεδο των Lakota, όπως στο όραμα του Καθιστού Ταύρου, και μετά στάθηκαν σε μια κοντινή γέφυρα ονομαζόμενη ως “The Little Bighorn”, όπου και εξοντώθηκαν.
Μετά από ένα δημόσιο ξέσπασμα για αυτή την στρατιωτική καταστροφή (γκάφα), χιλιάδες έφιπποι έφτασαν στην περιοχή, και όλο τον επόμενο χρόνο κυνηγούσαν ανελέητα τους Sioux, οι οποίοι είχαν χωριστεί μετά την μάχη του Custer, και κατά συνέπεια ανάγκασαν όλους τους αρχηγούς να παραδοθούν. Παρ’όλα αυτά ο Καθιστός Ταύρος συνέχισε την αντίσταση. Τον Μάιο του 1877 οδήγησε τη φυλή του πέρα από τα σύνορα και πέρασε στον Καναδά όπου ο Αμερικάνικος στρατός δεν μπορούσε να τον ενοχλήσει. Όταν ο Στρατηγός Terry ταξίδεψε βόρεια με σκοπό να του προσφέρει χαρτί συγχώρεσης με αντάλλαγμα την εισαγωγή του σε αμερικάνικη κατασκήνωση, ο Καθιστός Ταύρος τον έδιωξε εξαγριωμένος.
Παρ’όλα αυτά, 4 χρόνια αργότερα και καθώς δεν μπορούσε πλέον να εξασφαλίσει τροφή για τον λαό του, λόγω της σχεδόν ολικής εξαφάνισης των βουβάλων, ο Καθιστός Ταύρος κατέβηκε νότια και τελικά παραδόθηκε. Στις 19 Ιουλίου του 1881, έβαλε τον γιο του να παραδώσει το όπλο του για αυτόν στον επικεφαλή αξιωματικό στο Φρούριο Buford στην Montana. Εξήγησε ότι με αυτόν τον τρόπο ήλπιζε να διδάξει στον γιο του πως πρέπει να γίνει “φίλος με τους Αμερικάνους”. Την ίδια στιγμή όμως ο Καθιστός Ταύρος είπε: “Θέλω να μείνει στην μνήμη όλων ότι ήμουν ο τελευταίος άνθρωπος της φυλής μου που παρέδωσε το όπλο του”. Ζήτησε το δικαίωμα να μπορεί να εισέρχεται στον Καναδά όποτε επιθυμούσε και μια δική του κατασκήνωση στον ποταμό Little Misouri κοντά στους Black Hills. Σε αντίθεση με αυτά που ζήτησε στάλθηκε σε μια κατασκήνωση στο Standing Rock, και όταν η θερμή υποδοχή που δέχτηκε προκάλεσε ανησυχίες για επικείμενη επανάσταση, στάλθηκε ακόμα πιο κάτω παράλληλα στον ποταμό Missouri, στο Φρούριο Randall. Εκεί αυτός και οι ακόλουθοί του παρέμειναν για περισσότερο από δύο χρόνια, ως αιχμάλωτοι πολέμου.
Τελικά, στις 10 Μαίου 1883, ο Καθιστός Ταύρος ξαναενώθηκε με την φυλή του στο Standing Rock. Ο Ινδιάνος πράκτορας James McLaughlin που ήταν επικεφαλής της κατασκήνωσης, ήταν αποφασισμένος να στερήσει όλα τα δικαιώματα του μεγάλου αρχηγού. Τον ανάγκασε να δουλέψει στα χωράφια, με μια σπάτουλα στο χέρι. Ο Καθιστός Ταύρος όμως ήξερε ακόμα τις εξουσίες του. Όταν ένα συμβουλευτικό απόσπασμα της Αμερικάνικης Κυβέρνησης έφτασε στον καταυλισμό για να συζητήσει την παραχώρηση γης για λευκούς, ο Καθιστός Ταύρος μίλησε αποφασιστικά και χωρίς δισταγμούς, ενάντια σε αυτό το σχέδιο, δυστυχώς όμως χωρίς αποτέλεσμα.
Το 1885 επετράπη στον Καθιστό Ταύρο να εγκαταλείψει τον καταυλισμό για να πάρει μέρος στην παράσταση του Buffalo Bill (Buffalo Bill’s Wild West). Εκεί κέρδιζε 50 δολάρια την εβδομάδα για να κάνει μια βόλτα με άλογο στην αρένα και σαν επιπλέον χρήματα, ότι μπορούσε να χρεώσει για αυτόγραφο και φωτογραφία του. Μη μπορώντας να ανεχτεί άλλο την λευκή κοινωνία, έμεινε στην παράσταση μόνο μερικούς μήνες. Παρ’όλα αυτά στην διάρκεια αυτή, κατάφερε να ανταλλάξει χειραψία με τον Πρόεδρο Grover Cleveland, πιστεύοντας έτσι ότι ακόμα τον θεωρούσαν μεγάλο αρχηγό.
Γυρνώντας στο Standing Rock, ο Καθιστός Ταύρος έζησε σε μια καμπίνα στο Grand River, κοντά εκεί που γεννήθηκε. Αρνήθηκε να παραδώσει τις παλιές του αξίες και τρόπους, κάτι το οποίο οι κανονισμοί του καταυλισμού απαιτούσαν, και συνέχισε να ζει με τις δύο γυναίκες του και να απαρνείται τον Χριστιανισμό. Τα παιδιά του όμως φοίτησαν σε Χριστιανικό σχολείο γιατί πίστευε ότι η επόμενη γενιά των Lakota θα έπρεπε να μπορεί να διαβάζει και να γράφει.
Σύντομα μετά την επιστροφή του, ο Καθιστός Ταύρος, είχε ακόμα ένα μυστικιστικό όραμα, όπως εκείνο πριν τη μάχη με τον Custer. Αυτή τη φορά είδε ένα πτηνό να κάθεται φωτισμένο σε ένα λόφο δίπλα του, και το άκουσε να λέει “Οι ίδιοι σου οι άνθρωποι, οι Lakota, θα σε σκοτώσουν”. Σχεδόν πέντε χρόνια αργότερα, αυτό το όραμα θα γινόταν πραγματικότητα.
Το χειμώνα του 1890, ένας Minicojnou Lakota, ονομαζόμενος Αρκούδα Που Κλωτσάει (Kicking Bear), ήρθε στον Καθιστό Ταύρο με νέα για τον χορό των φαντασμάτων (Ghost Dance), μια πολλά υποσχόμενη τελετή που θα εξαφάνιζε τους λευκούς και θα επανέφερε τον Ινδιάνικο τρόπο ζωής. Οι Lakota είχαν ήδη υιοθετήσει την τελετή στους καταυλισμούς Rosebud και Pine Ridge, ενώ οι Ινδιάνοι πράκτορες είχαν ήδη καλέσει στρατό για να φέρουν υπό έλεγχο αυτό το αυξανόμενο κίνημα. Στο Standing Rock, οι αρχές φοβόντουσαν ότι ο Καθιστός Ταύρος, ο οποίος ήταν ακόμα σεβαστός ως πνευματικός αρχηγός, θα ενώνονταν με τους χορευτές-φαντάσματα (Ghost Dancers), και έτσι έστειλαν 43 αστυνομικούς Lakota για να τον συλλάβουν. Πριν το χάραμα της 15ης Σεπτεμβρίου του 1890, οι αστυνομικοί εισέβαλλαν στην καμπίνα του Καθιστού Ταύρου και τον έσυραν έξω, όπου οι οπαδοί του μαζευόντουσαν για να τον προστατεύσουν. Στη μάχη που ξέσπασε ένας από τους αστυνομικούς Lakota πυροβόλησε θανάσιμα τον Καθιστό Ταύρο στο κεφάλι.
Ο Καθιστός Ταύρος ετάφη στο Φρούριο Yates στην Βόρεια Ντακότα. Το 1953 τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στο Mobridge της Νότιας Ντακότα, όπου μια αψίδα από γρανίτη στέκεται πάνω από τον τάφο του. Όλοι οι Lakota Sioux τον θυμούνται όχι μόνο ως πνευματικό ηγέτη και φοβερό πολεμιστή αλλά και ως αγαπητό πατέρα, ταλαντούχο τραγουδιστή, έναν άνθρωπο πάντα διαθέσιμο και φιλικό προς τους άλλους. Η βαθιά του θρησκευτική πίστη του παρείχε ενόραση και έδινε ιδιαίτερη δύναμη στις προσευχές του.
Quotes from Chief Sitting Bull:
I am here by the will of the Great Spirit, and by his will I am chief.
I know Great Spirit is looking down upon me from above, and will hear what I say...
The earth has received the embrace of the sun and we shall see the results of that love.
He put in your heart certain wishes and plans; in my heart, he put other different desires.
In my early days, I was eager to learn and to do things, and therefore I learned quickly.
Each man is good in the sight of the Great Spirit.
It is not necessary for eagles to be crows.
Now that we are poor, we are free. No white man controls our footsteps. If we must die, we die defending our rights.
What white man can say I never stole his land or a penny of his money? Yet they say that I am a thief.
What white woman, however lonely, was ever captive or insulted by me? Yet they say I am a bad Indian.
What white man has ever seen me drunk? Who has ever come to me hungry and left me unfed? Who has seen me beat my wives or abuse my children? What law have I broken?
Is it wrong for me to love my own? Is it wicked for me because my skin is red? Because I am Sioux? Because I was born where my father lived? Because I would die for my people and my country?
God made me an Indian.
I want to tell you that if the Great Spirit had chosen anyone to be the chief of this country, it is myself.
When I was a boy, the Sioux owned the world. The sun rose and set on their land; they sent ten thousand men to battle. Where are the warriors today? Who slew them? Where are our lands? Who owns them?
You think I am a fool, but you are a greater fool than I am.
If the Great Spirit had desired me to be a white man, he would have made me so in the first place.
I was very sorry when I found out that your intentions were good and not what I supposed they were.
If a man loses anything and goes back and looks carefully for it, he will find it.
14/2/09
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





















