17/1/09

ΟΙ ΕΓΓΕΝΕΙΣ ΗΘΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ ΣΤΗ ΒΑΘΙΑ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΒΙΩΣΙΜΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Η παραδοσιακή ηθική είναι ανθρωποκεντρική. Ο άνθρωπος ως σκοπός αναγνωρίζει στα άλλα όντα σχετική μόνο αξία, ανάλογα με τη χρησιμότητα που έχουν γι’αυτόν . Δεοντολογικά, με την οικολογική ηθική αναγνωρίζεται εγγενής ,απόλυτη αξία στο περιβάλλον καί τα άλλα όντα εκτός από τον άνθρωπο . Για παράδειγμα το να σκοτώνει ο άνθρωπος ζώα από χόμπυ ή για σπορ όντας μόνο μια μικρή ομάδα στο φυσικό γίγνεσθαι , είναι ανήθικο , εφόσον και άνθρωπος και ζώο αντλούν την αξία τους από τη βιοτική κοινότητα και η επίγνωση δε στοιχειοθετεί ηθική πράξη .
Οι συνεπειοκράτες θεωρούν επίσης, ότι και μη ανθρώπινοι έμβιοι οργανισμοί μπορούν να εκφραστούν , να έχουν συμφέροντα , να υποφέρουν όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μπένθαμ . Αν η φύση λειτουργεί προς όφελος του ανθρώπου ή της ίδιας,το αποτέλεσμα είναι θετικό.
Ας παρακολουθήσουμε πώς εξελίχθηκε η οικολογική ηθική :
Στο έργο του Άλντο Λέοπολντ στα τέλη της δεκαετίας του σαράντα έχουμε για πρώτη φορά την εισαγωγή μιας νέας ηθικής φιλοσοφικής αξίας , που αναφέρεται στο περιβάλλον , ως κριτήριο ηθικής . Την αξία αυτή την ονομάζει " ηθική (αξία) γης " και την ορίζει ως αγάπη και σεβασμό που πρέπει οι άνθρωποι να δείχνουν στη γη . Η θέση αυτή αποτελεί προέκταση της ηθικής . Ως αξιολογικό κριτήριο ορθού και λάθους θεωρεί τη διατήρηση ή μη της ακεραιότητας , σταθερότητας και ομορφιάς της βιολογικής κοινότητας. Το έργο του Λέοπολντ επηρέασε όσους ασχολήθηκαν μετέπειτα με την οικολογική ηθική .
Το 1973 ο Νορβηγός καθηγητής φιλοσοφίας και ορειβάτης Άρνε Νας , με τη δημοσίευση του άρθρου του "Ρηχή και Βαθιά Οικολογία" έκανε διάκριση μεταξύ των οικολογικών κινημάτων της εποχής του , βάσει των ιδεολογικών διαφορών των μελών τους. Ένα χρόνο πριν τη δημοσίευση του άρθρου του Νας , ένας καθηγητής δικαίου ο Κρίστοφερ Στόουν, υποστήριξε πως δέντρα και άλλοι μη ανθρώπινοι έμβιοι οργανισμοί , θα έπρεπε να έχουν δικαίωμα αντιπροσώπευσης στο δικαστήριο , όπως το δικαιούνται και οι εταιρείες . Η πρόταση αυτή προέκυψε από μια συγκεκριμένη υπόθεση , όπου μια λέσχη προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος , υποστήριξε πως μια κοιλάδα έπρεπε να διατηρηθεί στη φυσική της κατάσταση , για το δικό της καλό .
Τον ίδιο χρόνο με το άρθρο του Νας , δημοσιεύτηκε και το έργο του Ρίτσαρντ Ράουτλεϋ: "Υπάρχει ανάγκη για μια νέα περιβαλλοντική ηθική;" . Εκεί ο συγγραφέας μιλά για μια "δυτική υπερηθική" που την καθορίζουν αυστηρά ανθρωποκεντρικές αντιλήψεις , όπως και για σωβινιστική συμπεριφορά του ανθρώπου προς το φυσικό περιβάλλον του. Η πιο σημαντική θέση του Ράουτλεϋ ωστόσο είναι , πως οι μη ανθρώπινοι έμβιοι οργανισμοί , έχουν εγγενή ηθική αξία , ένα είδος ηθικής αξίας δηλαδή ανεξάρτητης από τη χρησιμότητά τους για τον άνθρωπο . Σύμφωνα με τον Ράουτλεϋ η παραδοσιακή δυτική ηθική φιλοσοφία ήταν ανίκανη να αναγνωρίσει την αξία αυτή στα όντα , θέτοντας το αίτημα για υπέρβαση της παράδοσης .
Τέλος , ο Χόουμς Ρόλστον το 1975 με το ανατρεπτικό έργο του "Υπάρχει οικολογική ηθική;" , διευρύνει την ιδέα ηθικής υποχρέωσης απέναντι σε όντα , σε ηθική υποχρέωση απέναντι σε είδη , βιολογικές κοινότητες και οικοσυστήματα . Υποστήριξε ότι η απώλεια ενός είδους ισοδυναμεί με την απώλεια γενετικού υλικού και πως η σκόπιμη καταστροφή ενός είδους ήταν ασέβεια ως προς τις ίδιες εκείνες διαδικασίες που κάνουν δυνατή την εμφάνιση των μεμονωμένων ζώντων όντων. Όπως και ο Ράουτλεϋ αναφερόταν σε πράξεις αμφιβόλου ηθικού περιεχομένου , που ωστόσο η παραδοσιακή ηθική δεν καταδίκαζε ξεκάθαρα .
Το πρώτο κυρίως μισό της δεκαετίας του εβδομήντα , οι ηθικές , πολιτικές και νομικές διαμάχες για το περιβάλλον , διάφορες νέες φιλοσοφίες που υποστήριζαν τα δικαιώματα των ζώων , καθώς και οι διαφωνίες για το αν η οικολογική ηθική αποτελούσε κάτι το νέο ή απλώς την προέκταση ήδη υπαρχόντων ηθικών θεωριών , έβρισκαν την έκφρασή τους σε ευρύτερα κινήματα , περιβαλλοντικά , κοινωνικά , πολιτικά . Οι διαφορές αυτές , αποτελούν το καθαυτό περιεχόμενο του έργου του Νας , ο οποίος εισήγαγε και τη διάκριση μεταξύ ρηχών και βαθέων οικολογικών κινημάτων.
Ο περιβαλλοντισμός εμφανίστηκε ως δημοφιλές πολιτικό κίνημα τη δεκαετία του εξήντα . Ο Νας στο άρθρο του αναφέρεται στις απαρχές του οικολογικού κινήματος και το σεβασμό του για τη φύση και την εγγενή αξία άλλων όντων . Ο Νας που έκανε ορειβασία σε όλο τον κόσμο , είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει την κοινωνική και πολιτική δραστηριότητα σε διάφορους πολιτισμούς .
Μεταξύ του παραδοσιακού και του σύγχρονου κινήματος , διέκρινε δύο τύπους περιβαλλοντισμού , όχι απαραίτητα ασυμβίβαστους μεταξύ τους . Τον έναν τον ονόμασε "ευρέως φάσματος βαθύ οικολογικό κίνημα" και τον άλλον , "ρηχό οικολογικό κίνημα". Η λέξη "βαθύ" εν μέρει αναφερόταν στο επίπεδο ή το βαθμό αναζήτησης και διερεύνησης στόχων και αξιών κατά τη διάρκεια μιας περιβαλλοντικής διαμάχης. Το "βαθύ" κίνημα συμπεριλαμβάνει βαθιά , εκτενή και αναλυτική εξέταση των πραγμάτων φτάνοντας έως εσχάτων , μέχρι τα θεμέλια . Το "ρηχό" σταματά πριν το τελευταίο αυτό επίπεδο . Το ρηχό έως βαθύ φάσμα που περιγράφει αναφερόμενος στα κινήματα , διαφέρει από τον παραδοσιακό χωρισμό τους σε δεξιά και αριστερά και από πολλές παλαιότερες συμβατικές διακρίσεις .
Τα κυριότερα σημεία του βαθέως οικολογικού κινήματος είναι η αναγνώριση της εγγενούς αξίας που παρέχει , σε όλα τα υπόλοιπα έμβια όντα και της ίδιας αξίας που αποδίδει στην ποικιλία όλων των ειδών . Η συνειδητότητα αυτή χρησιμεύει στη δημιουργία περιβαλλοντικών πολιτικών και πρακτικών . Εκείνοι που προσπαθούν να επιτύχουν κοινωνικές αλλαγές βάσει αυτής της αναγνώρισης , έχουν ως κίνητρο την αγάπη για τη φύση και τον άνθρωπο . Ενδιαφέρονται να φροντίσουν τη φύση και πιστεύουν πως η αντίληψη περί βιομηχανικής κοινωνίας πρέπει να εγκαταληφθεί . Ο κόσμος χρήζει θεμελιωδών αλλαγών όσον αφορά αξίες και πρακτικές ειδάλλως η ποικιλία , η ομορφιά του και η ικανότητα του να στηρίξει διάφορους ανθρώπινους πολιτισμούς θα εκλείψει .
To 1972 πολλοί άνθρωποι είχαν αμφιβολίες σχετικά με το γεγονός ότι ο Νας ασχολείτο με τα κοινωνικά κινήματα βάσης , χωρίς να έχει αναπτύξει μια προσωπική αναλυτική φιλοσοφία . Τότε εκείνος δημιούργησε μια σειρά από αρχές κοινής βάσης για να ξεκαθαρίσει τα πράγματα . Τα μέλη των πολιτικών κινημάτων βάσης , έχουν συχνά διαφορετικά πιστεύω και διαφορετική ιστορία . Για να ορισθεί ο σκοπός ενός κινήματος , συνήθως προβάλλεται μια κοινή βάση . Η βάση αντιπροσωπεύει τις γενικότερες αρχές που ενώνουν την ομάδα, με την έννοια των κοινών στόχων , αξιών και έργων .
Ο Νας και άλλοι πρότειναν μια σειρά από οκτώ αρχές για να ορίσουν το βαθύ οικολογικό κίνημα ως μέρος του ευρύτερου οικολογικού κινήματος .
Τις αρχές αυτές ενστερνίζονται άνθρωποι που προέρχονται από πολύ διαφορετικούς θρησκευτικούς και φιλοσοφικούς χώρους , ωστόσο μοιράζονται τις ανησυχίες τους για τον πλανήτη , τα όντα του και τις οικολογικές κοινότητες . Οι πολιτικές πεποιθήσεις των ανθρώπων αυτών διαφέρουν επίσης αρκετά . Αυτό που τους ενώνει είναι ένα μακροπρόθεσμο όραμα αυτού που είναι αναγκαίο να γίνει για να προστατευθεί αποτελεσματικότερα η ακεραιότητα των οικολογικών κοινοτήτων της γης και των ηθικών αξιών . Οι υποστηρικτές των αρχών βάσης έχουν διαφορετικές φιλοσοφίες . Αυτό σημαίνει πως έχουν τις δικές τους μεταφυσικές , προσωπικές και θρησκευτικές θέσεις όσον αφορά τις αξίες , τις ενέργειες και το είδος υποστήριξης που παρέχουν στο βαθύ οικολογικό κίνημα . Διαφορετικοί άνθρωποι και πολιτισμοί έχουν διαφορετικές μυθολογίες και ιστορίες . Μπορούν όμως να στηρίξουν την κοινή βάση και να καταλήξουν σε λύσεις στο πρόβλημα της περιβαλλοντικής κρίσης που απειλεί όλους . Οι πρακτικές είναι πολλές και υπάρχει αρκετή σύγχυση , που γίνεται αισθητή στις περιβαλλοντικές συγκρούσεις ανά τον κόσμο . Κάθε άτομο έχει κάτι μοναδικό να προσφέρει βιώνοντας τη δική του οικοσοφία,(φιλοσοφία οικολογικής ισορροπίας)!
Οι προτεινόμενες αρχές κοινής βάσης του βαθέως οικολογικού κινήματος όπως διετυπώθησαν αρχικά από τον Νας και τον Τζωρτζ Σέσσιονς είναι οκτώ.
Mε την πρώτη υποστηρίζεται πως η καλή κατάσταση και η άνθιση της ανθρώπινης και μη-ανθρώπινης ζωής στη γη έχουν εγγενή αξία , ανεξάρτητα από τη χρησιμότητα του μη-ανθρώπινου έμβιου κόσμου για τον άνθρωπο .
Στη συνέχεια με τη δεύτερη , αναγνωρίζεται εγγενής αξία στην ποικιλία των μορφών ζωής που συνεισφέρουν στην πραγμάτωση αυτών των αξιών .
Η τρίτη αρχή ορίζει , πως ο άνθρωπος δεν έχει δικαίωμα να μειώσει αυτό τον πλούτο και τη διαφορετικότητα των μορφών ζωής, παρά μόνο εάν πρόκειται για την ικανοποίηση ζωτικών του αναγκών .
Με την τέταρτη αρχή διαπιστώνεται πως η άνθιση της ανθρώπινης ζωής και του πολιτισμού , είναι συμβατή με τη μείωση του ανθρώπινου πληθυσμού και πως αυτή είναι αναγκαία για την ανάπτυξη της μη-ανθρώπινης έμβιας ζωής .
Σύμφωνα με την πέμπτη αρχή , ο βαθμός παρέμβασης του ανθρώπου στη φύση είναι υπερβολικός , ενώ η κατάσταση διαρκώς χειροτερεύει .
Η έκτη αρχή ορίζει , πως η οικονομική και τεχνολογική πολιτική οφείλει να αλλάξει , όπως και οι ιδεολογικές δομές . Τα πράγματα τότε θα είναι πολύ διαφορετικά .
Με την έβδομη αρχή διευκρινίζεται πως η ιδεολογική αλλαγή θα αφορά την σωστή κατανόηση της έννοιας της ποιότητας ζωής , σε αντίθεση με την επιδίωξη ενός υψηλότερου οικονομικά επιπέδου ζωής . Θα υπάρχει η συνειδητότητα της διαφοράς του μεγάλου από το μεγαλειώδες .
Τέλος με την όγδοη αρχή αναφέρεται ότι όσοι υποστηρίζουν τις παραπάνω θέσεις , οφείλουν να προωθήσουν έμμεσα ή άμεσα τις αλλαγές αυτές .
Όποιος υιοθετεί τις οκτώ αυτές αρχές , ονομάζεται από το Νας υποστηρικτής του βαθέως οικολογικού κινήματος , όχι βαθύς οικολόγος . Ο όρος υποστηρικτής είναι πιο ανοικτός ερμηνευτικά . Οι υποστηρικτές του βαθέως οικολογικού κινήματος δεν είναι μισάνθρωποι . Ο μισάνθρωπος δε συναινεί στην πρώτη αρχή , που αναγνωρίζει εγγενή αξία σε όλα τα όντα συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου . Οι υποστηρικτές του βαθέως οικολογικού κινήματος αποστασιοποιούνται από αντιανθρώπινες δηλώσεις και ενέργειες . Υποστηρίζουν την οδό της μη-βίας του Γκάντι . Ο Νας ισχυρίζεται πως είναι οπαδός του οικοφεμινισμού , της κοινωνικής οικολογίας , της κοινωνικής δικαιοσύνης , των κινημάτων της ειρήνης και του ακτιβισμού για το περιβάλλον . Θεωρεί πως οι αρχές κοινής βάσης του βαθέως οικολογικού κινήματος ταιριάζουν σε όλα τα προαναφερόμενα .
Μια άλλη διαμάχη επικεντρώθηκε σε μια κριτική του ανθρωποκεντρισμού από κάποιους υποστηρικτές του βαθέως οικολογικού κινήματος . Όταν ο άνθρωπος υπερασπίζεται τους δικούς του ή συγκινείται περισσότερο από τον ανθρώπινο πόνο παρά από εκείνον άλλων όντων , λειτουργεί ως συγγενής , γονέας , φίλος κ.τ.λ.. Μπορεί κανείς να είναι υποστηρικτής του βαθέως οικολογικού κινήματος έχοντας τα συναισθήματα αυτά . Εκείνο που δεν επιτρέπεται όμως , είναι η αμείλικτη εκμετάλλευση και καταστροφή μορφών ζωής με μοναδικό σκοπό το ανθρώπινο κέρδος και συμφέρον. Όποιος υποστηρίζει τον ανθρωποκεντρισμό με την έννοια της προκατάληψης απέναντι σε άλλες μορφές ζωής , αδυνατεί να συλλάβει , ότι είμαστε μέρος της ζωής αυτής και εκείνη μέρος του εαυτού μας. Ο ανθρώπινος εαυτός μας δε μπορεί να χωριστεί από τον πλανήτη. Ο ανθρωποκεντρισμός είναι καταδικαστέος όταν προβάλλει την προτεραιότητα του ανθρώπου , ανεξάρτητα από τις συνέπειες για άλλα όντα .
Οι υποστηρικτές του βαθέως οικολογικού κινήματος είναι υποχρεωμένοι να αναγνωρίζουν και να σέβονται στο λόγο και στην πράξη την εγγενή αξία των ανθρώπων και των άλλων όντων . Αυτό θα πει πως ενεργούν με τρόπο , ώστε να μειωθούν τα προβλήματα των οικολογικών κοινοτήτων και άλλων ανθρώπινων πολιτισμών.
Η βιομηχανική κοινωνία αυτοπαρουσιάζεται ως το μόνο παραδεκτό μοντέλο προόδου και ανάπτυξης. Αν αυτό όμως εφαρμοστεί σε όλο τον πλανήτη , θα καταστραφούν τα είδη , οι πρωτόγονοι πολιτισμοί και ο ζωτικός χώρος πολλών όντων. Η κρίση της βιοποικιλότητας έχει σχέση με την προοπτική της απώλειας ειδών , πληθυσμών και διαδικασιών αναγκαίων λόγω των λειτουργιών που επιτελούν , αλλά και της απώλειας αξιών που σχετίζονται με τη διατήρηση της ποικιλίας φυσικών εξελικτικών διαδικασιών . Η βιομηχανική κοινωνία είναι ένας απόλυτος πολιτισμός όσον αφορά τη γεωργία και τη δασονομία και με την ευρύτερη έννοια του όρου . Η Γη θεωρείται απλώς ως πρώτη ύλη για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες της κατανάλωσης . Η παραγωγή καλείται να ικανοποιήσει τεχνητές ανάγκες , όχι ζωτικές , οι οποίες απαιτούν όλο και περισσότερη κατανάλωση . Η βιομηχανική κοινωνία τέλος καταστρέφει την πολιτισμική και βιολογική ποικιλία , ενώ χρειάζονται και τα δυο για την επιβίωση και ανάπτυξη του ανθρώπου .
Μελετώντας κανείς τους πρωτόγονους λαούς , είναι δυνατό να μάθει αξίες και πρακτικές χρήσιμες για τη σχέση του ανθρώπου με το φυσικό του περιβάλλον . Επίσης κανείς μπορεί να διδαχθεί πολλά από τη σοφία που έγκειται στον ίδιο τον τόπο του και τα πολλά πλάσματα που κατοικούν εκεί . Οι οικοκεντρικές αξίες οδηγούν στην αναγνώριση του γεγονότος , ότι όλοι οι ανθρώπινοι πολιτισμοί έχουν αμοιβαίο συμφέρον να δουν να συνεχίζεται η ύπαρξη ζωής στη Γη με τις ποικιλόμορφες μορφές της για το καλό τους και για το καλό του πλανήτη , που τον αγαπάμε . Οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να ζουν σε αρμονία με άλλα όντα και πολιτισμούς . Οι αρχές κοινής βάσης του βαθέως οικολογικού κινήματος μας δείχνουν το δρόμο αρμονικής συνύπαρξης με άλλα πλάσματα και πολιτισμούς .Δεν υπάρχει μόνο μια φιλοσοφία και τεχνολογία εφαρμόσιμη σε όλον τον πλανήτη ! Η διαφορετικότητα σε όλα τα επίπεδα είναι κάτι που πρέπει να επιδιωχθεί .
Η σχολή της βαθιάς οικολογίας ευρύνοντας την ηθική και το δίκαιο προβάλλει τα δικαιώματα της φύσης .
Δικαιώματα δεν έχει μόνο ο άνθρωπος , αλλά και τα ζώα , τα φυτά , ακόμα και τα ανόργανα στοιχεία της φύσης . Ο άνθρωπος οφείλει σεβασμό στη φύση και σε όλα τα πλάσματά της . Η σχολή της βαθιάς οικολογίας προσέφερε θετική υπηρεσία στη δημόσια πολιτική και στο δίκαιο του περιβάλλοντος επανεισάγοντας στη δόμηση του προβλήματος την κρίσιμη σημασία των οικοσυστημάτων για την επιβίωση του ανθρώπου . Υποτιμά ωστόσο έως ενός βαθμού τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του και κυρίως το ρόλο της τεχνολογικής ανάπτυξης στην εξέλιξή του . Τα οικοσυστήματα έχουν ζωτική σημασία ως αναντικατάστατη φυσική βάση των ανθρωπογενών συστημάτων . Από την υπόμνηση αυτή πήγασε η ορθή ιδέα της βιωσιμότητας που έδωσε νέα διάσταση στην ιδέα της ανάπτυξης και την αναζωογόνησε .
Η πίστη στη διηνεκή πρόοδο του ανθρώπου αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό της νεωτερικότητας . Στην αρχή η πρόοδος ταυτιζόταν με την εξέλιξη του πολιτισμού , δηλαδή όλων των υλικών και άυλων αγαθών του ανθρώπου . Οι διαφωτιστές προσπαθούσαν να κρατήσουν μια ισορροπία μεταξύ πνευματικών και υλικών αξιών. Σταδιακά όμως η πρόοδος έχανε τον ολοκληρωμένο χαρακτήρα της και συρρικνωνόταν διαρκώς , για να καταλήξει στις μέρες μας να ταυτιστεί με την μονοδιάστατη οικονομική μεγέθυνση . Ο βιομηχανικός πολιτισμός της Δύσης αποδείχθηκε αναίσθητος εμπρός στην τεράστια φθορά του περιβάλλοντος του . Πολυάριθμα είδη εξοντώθηκαν , δάση εξαφανίστηκαν , θάλασσες και ποτάμια μολύνθηκαν χωρίς να υπάρξει επίσημη αντίδραση . Η λαϊκή δυσαρέσκεια ωστόσο υπέβοσκε . Ήρκεσε η αντίδραση μιας φωτισμένης μερίδας επιστημόνων που πρώτοι έθεσαν το πρόβλημα των ορίων της ανάπτυξης και κατήγγειλαν την επικείμενη καταστροφή της φύσης , για να εγερθεί το κύμα της λαϊκής αγανάκτησης, πρώτα στην Αμερική και ύστερα στην Ευρώπη .
Η σχολή της βιώσιμης ανάπτυξης έχει μακροχρόνιο ορίζοντα και συλλαμβάνει ορθά τη δυναμική των οικοσυστημάτων , αφού δεν απορρίπτει εκ των προτέρων την δυνατότητα εναρμόνισης οικοσυστημάτων και ανθρωπογενών συστημάτων , τη συνύπαρξη δηλαδή φυσικής και πολιτιστικής εξέλιξης . Ωστόσο αυτό είναι το κύριο πρόβλημα , αφού ο άνθρωπος διαφέρει από τα έμβια συστήματα , και τα ανθρωπογενή συστήματά του έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και δυνατότητες . Χάρις στα χαρακτηριστικά αυτά και ιδίως στη λογική ικανότητα και δημιουργικότα του ανθρώπου η συνεξέλιξη των των ανθρωπογενών και των οικοσυστημάτων είναι εφικτή . Εξαρτάται κυρίως από την εναρμόνιση δύο διαφορετικών χρονικών κλιμάκων αποφάσεων , αφού τα ανθρωπογενή συστήματα έχουν βραχύτερο χρόνο χαλάρωσης από τα οικοσυστήματα . Από τη διαπίστωση αυτή γεννήθηκε η σχολή της βιωσίμου ανάπτυξης . Εκείνη αποτελεί την ορθή προσέγγιση στο θεμελιώδες πρόβλημα των σχέσεων ανθρωπογενών συστημάτων και οικοσυστημάτων , γιατί στηρίζεται στην ακέραια συστημική λογική . Η συστημική επιστήμη συλλαμβάνει το σύνολο χωρίς να χάνει τα μέρη του . Η δυναμική του συστήματος δεν είναι απλή, αλλά προκύπτει από την αλληλεπίδραση διαφορετικών χρονικών κλιμάκων λόγω της εγγενούς ιεραρχίας των συστημάτων . Έτσι η βιωσιμότητα εισάγει το μέχρι τώρα αγνοηθέν μακροχρόνιο κριτήριο στις αποφάσεις του ανθρώπου αντί της καιροσκοπικής προσαρμογής του με τη λογική της αγοράς .
Η επικράτηση της σχολής της βιώσιμης ανάπτυξης σήμερα σημαίνει και το τέλος της κλασικής οικονομικής επιστήμης . Ακόμη και η πιο συντηρητική τάση της νέας περιβαλλοντικής οικονομικής επιδιώκει την ένταξη των παραμέτρων του περιβάλλοντος στα οικονομικά πρότυπα . Η θεωρία της βιώσιμης ανάπτυξης αντί απλουστευτικών νόμων προσανατολίζεται προς τα προβλήματα της επιδιωκόμενης σταθερής συνεξέλιξης πολιτισμού και φύσης . Η επιστήμη της βιώσιμης ανάπτυξης χρησιμοποιεί συνδυασμένες ποιοτικές και ποσοτικές μεθόδους . Οι πεπαλαιωμένες αντιλήψεις για την έννοια των οικονομικών αγαθών αναθεωρούνται , εισάγεται η έννοια του φυσικού κεφαλαίου , μετράται η κατάσταση και κυρίως η μείωσή του , και επανακαθορίζονται τα στοιχεία των εθνικών πράσινων λογαριασμών . Η βιώσιμη ανάπτυξη δεν απορρίπτει την αγορά , αλλά της αρνείται την αυτονομία της .


Αλέξα Τσερώνη

ΙΜΑΛΑΪΑ

... η σκέπη του Κόσμου.

Η Κοινωνική Οικολογία του Murray Bookchin.

"Το φιλοσοφικό και πολιτικό ρεύμα που είναι γνωστό με το όνομα "Κοινωνική Οικολογία" ξεκινά από την αναγνώριση του -συχνά παραβλεπόμενου- γεγονότος ότι σχεδόν όλα τα οικολογικά μας προβλήματα προέρχονται από βαθύτατα κοινωνικά προβλήματα. Και ότι αντιστρόφως τα οικολογικά προβλήματα που υπάρχουν δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά, πόσο μάλλον να επιλυθούν, χωρίς να επιληφθούμε των εσωτερικών προβλημάτων της κοινωνίας."
(Murray Bookchin "Τι είναι η Κοινωνική Οικολογία")

Ο Murray Bookchin, αναζητά τις βαθιές αιτίες της οικολογικής κρίσης στις κοινωνικές δομές και κατασκευάζει ένα θεωρητικό μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης, του οποίου προτείνει την πολιτική εφαρμογή.
Η Κοινωνική Οικολογία και ο Άνθρωπος.
Η κοινωνική οικολογία είναι μια σύγχρονη ριζοσπαστική οικολογική θεωρία, που τοποθετείται απέναντι τόσο στις παραδοσιακές ανθρωποκεντρικές οικολογικές θεωρίες που αναγνωρίζουν απόλυτη ηθική αξία μόνο στον άνθρωπο , όσο και στις βιοκεντρικές οικολογικές τάσεις (όπως η «βαθιά οικολογία» η οικοσοφία κλπ) που υποστηρίζουν ότι όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί έχουν εγγενή ηθική αξία .Ο Murray Bookchin, εισηγητής της θεωρίας, υποστηρίζει ότι δεν έχει νόημα να μιλάμε για εγγενείς ηθικές αξίες όλων των έμβιων όντων, διότι το μόνο που κάνουμε, είναι να μεταφέρουμε ανθρώπινες έννοιες σε ένα εξωκοινωνικό περιβάλλον και να διαμορφώνουμε μια ανθρωπομορφική αντίληψη για τη φύση. Αντιθέτως για να κατανοήσουμε και να αντιμετωπίσουμε τα οικολογικά προβλήματα θα πρέπει να τα αντιληφθούμε ως κοινωνικά προβλήματα αφού για τους κοινωνικούς οικολόγους, φύση και ανθρώπινη κοινωνία αποτελούν ένα όλον. Η ανθρώπινη φυσική κατάσταση και ο ανθρώπινος πολιτισμός δεν είναι δυο αντιθετικές έννοιες. Η «πρώτη», όπως την αποκαλεί ο Bookchin, φύση, είναι η φυσική υπόσταση του ανθρώπου ως έμβιου όντος, ή ως βιοεξελικτικής ιστορίας, ανάλογης των υπολοίπων έμβιων όντων του πλανήτη, η οποία όμως παράγει πολιτισμό, δηλαδή μια «δεύτερη» φύση, η οποία είναι ένα εξ’ ίσου φυσικό δημιούργημα όσο η «πρώτη». Δηλαδή, φύση και πολιτισμός δεν αποτελούν ένα δυισμό, αλλά μια ολότητα στην οποία ο δεύτερος (ο πολιτισμός) μπορεί να αποτελέσει δυνητικά τον μοναδικό εγγυητή μιας ηθικής που θα διασφαλίσει την προστασία του ενιαίου οικοσυστήματος.
Κύρια Σημεία της Θεωρίας της Κοινωνικής Οικολογίας.
Ο Bookchin θεωρεί ότι η οικολογική κρίση που βιώνουμε (ρύπανση, εξάντληση φυσικών πόρων, τρύπα του όζοντος, κλιματολογικές αλλαγές κλπ.) οφείλεται σε κοινωνικές αιτίες. Κι όταν λέμε κοινωνικές αιτίες δεν εννοούμε ούτε την τεχνολογική ανάπτυξη, ούτε τον υπερπληθυσμό που συχνά ενοχοποιούνται για τις περιβαλλοντικές καταστροφές. Εννοούμε τους μηχανισμούς, που παράγουν τα κοινωνικά προβλήματα και που εντοπίζονται στις οικονομικές δομές και τις κρατούσες πολιτικές ιδεολογίες. Για να επιλυθούν τα οικολογικά προβλήματα είναι απαραίτητο να αντιμετωπιστούν και να λυθούν τα εσωτερικά προβλήματα της κοινωνίας. Για τους κοινωνικούς οικολόγους, η καταστροφή των δασών του Αμαζονίου πχ, είναι αποτέλεσμα του ίδιου μηχανισμού που δημιουργεί το κοινωνικό πρόβλημα του ρατσισμού, του σεξισμού κλπ. Επομένως, για να ξεπεραστεί η οικολογική κρίση πρέπει να ξεπεραστεί πρώτα η κοινωνική κρίση.Το ανταγωνιστικό «πνεύμα» της φιλελεύθερης αγοράς, η ελεύθερη οικονομία, ο καταναλωτισμός, το περιβόητο “grow or die” των σύγχρονων επιχειρήσεων, ο απόηχος του μύθου της προόδου (που μετέτρεψε το βακωνικό όραμα της επιβολής του ανθρώπου στη φύση, στον εφιάλτη της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από τον άνθρωπο και παράλληλα στην αλόγιστη οικολογική καταστροφή), δεν είναι τίποτε άλλο, από έκφραση της υπολανθάνουσας νοοτροπίας της κυριαρχίας, που έχουν υιοθετήσει οι άνθρωποι εδώ και αιώνες και που έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε απόλυτα «φυσική».Το «λάθος», στο οποίο οφείλεται αυτή η παρέκκλιση, και που έχει ως αντίκτυπο τόσο την οικολογική καταστροφή όσο και τον εγκλωβισμό του ανθρώπου σε έναν οικονομικό και κοινωνικό καταναγκασμό, βρίσκεται στην ερμηνεία των φυσικών γεγονότων με ανθρώπινα μέτρα και όρους. Ο Bookchin θεωρεί, ότι υπάρχει άμεση ανάγκη αλλαγής του τρόπου που αισθανόμαστε την εμπειρία και έτσι εισάγει την ανάγκη αλλαγής του τρόπου που βιώνουμε τον κόσμο. Ο άνθρωπος προβάλει τις δικές του νοοτροπίες και ανησυχίες στη φύση για να την ερμηνεύσει και στη συνέχεια ακολουθώντας το παράδειγμα της (όπως το έχει ερμηνεύσει) θεωρεί ότι την μιμείται, κατασκευάζοντας νοητικά άλλοθι μέσα από τις θεωρίες της φυσικής φιλοσοφίας όπως την ξέρουμε μέχρι σήμερα. Για παράδειγμα ερμηνεύει διάφορα φυσικά φαινόμενα ως ανταγωνισμό ή ανάπτυξη και στη συνέχεια πράττει ανταγωνιστικά, θεωρώντας ότι αυτό είναι «φυσικό» αφού συμβαίνει στη φύση...Οι χαρακτηρισμοί, που τόσο φυσιολογικά υιοθετούμε μιλώντας π.χ. για «φειδωλή φύση» (αναφερόμενοι στους φυσικούς πόρους), ή για νόμο της «ζούγκλας» και για δίκαιο του ισχυρού (αναφερόμενοι σε αυτό που αποκαλούμε ελεύθερη αγορά) δεν είναι τίποτε άλλο από ένα μύθευμα, μια προβολή του ανθρώπινου ανταγωνισμού και των δικών μας κοινωνικών σχέσεων πάνω στη φύση. Τα λιοντάρια δεν είναι «βασιλιάδες» των ζώων ούτε τα μυρμήγκια «ταπεινοί» εργάτες. Η φύση δεν είναι ιεραρχική και δεν χαρακτηρίζεται από ισχυρούς και παρίες. Τα πάντα στην φύση είναι συμπληρωματικά και το φαινομενικά πιο αδύναμο με τα ανθρώπινα μέτρα μπορεί να αποδειχθεί πανίσχυρο. Είναι αποδεδειγμένο ότι η επιβίωση ενός οικοσυστήματος εξαρτάται από τη βιοποικιλότητα, όπου και ο πιο φαινομενικά αδιάφορος οργανισμός είναι σημαντικός. Γι αυτό και τα οικοσυστήματα της ερήμου, που είναι φτωχά σε αριθμό ειδών, καταρρέουν. Στα οικοσυστήματα τα λιοντάρια παίζουν τον ίδιο σημαντικό ρόλο με τα μυρμήγκια και τους αετούς. Η ιεραρχία, που έχουμε συνηθίσει να λέμε ότι υπάρχει στη φύση είναι θεσμικό και κοινωνικό φαινόμενο και όχι βιολογικό . Ο Bookchin τονίζει ότι «η φύση, απαλλαγμένη από τις ανθρωποκεντρικές ηθικές παγίδες, αποτελεί έναν κόσμο συμμετοχής και αλληλεπίδρασης των μορφών ζωής που οι πλέον ξεχωριστές ιδιότητές του είναι η γονιμότητα, η δημιουργικότητα και η σκοπιμότητα... Έναν κόσμο που τον χαρακτηρίζει η συμπληρωματικότητα και αποτελεί το υπόβαθρο για μια ηθική της ελευθερίας περισσότερο παρά της κυριαρχίας» . Η φύση για τον Bookchin είναι ένας αστερισμός από κοινότητες, που δεν είναι ανταγωνιστικές αλλά συμπληρωματικές. Η συμβίωση των ειδών απαιτεί αμοιβαιότητα και όχι σύγκρουση. Όπως τονίζει ο Tracer για τη συμβίωση, «στη φύση ικανότερος είναι αυτός που βοηθάει τον άλλο να επιζήσει» ...και όχι αυτός που τον εξαφανίζει. Η φύση, δεν αποτελείται απ΄ κοινότητες που αντιπαλεύουν η μία την άλλη, σε έναν διαρκεί αγώνα επιβίωσης. Αντίθετα, αποτελείται από κοινότητες που συμπληρώνουν η μία την ύπαρξη της άλλης. Η ολότητα αυτή, που χαρακτηρίζει το σύστημα των κοινοτήτων, δεν αντιπροσωπεύει ένα ΟΛΟΝ μεταφυσικό, που εν τέλει ταυτίζει το υποκείμενο με το αντικείμενο. Δεν είναι το ΕΝ μιας στωικής ενικότητας αντίστοιχης με αυτή που υποθέτει η βαθιά οικολογία . Για τους κοινωνικούς οικολόγους, η ολότητα είναι η ενότητα των κοινοτήτων και των συστημάτων. Είναι η τακτοποιημένη ενότητα μιας ποικιλομορφίας, που δεν είναι στατική, αλλά μεταβαλλόμενη. Η ολότητα ως ολοκλήρωση πολλών δυνατοτήτων. Αυτή η ολότητα της φύσης και κατ’ επέκταση της κοινωνίας δεν είναι νομοτελειακή και προκαθορισμένη αλλά αποτελεί ένα δυναμικό σύστημα δυνατοτήτων και όχι βεβαιοτήτων. Μ’ αυτή την έννοια, η κοινωνική οικολογία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η φιλοσοφία του γίγνεσθαι και της δυνατότητας . Μια φιλοσοφία, που αντί της υποταγής σε μια προκαθορισμένη εξέλιξη, τονίζει την δυνατότητα της εξέλιξης. Ο Bookchin συνδυάζοντας τον Ηράκλειτο με τον Αριστοτέλη, υιοθετεί μια εντελέχεια, που είναι «ανοιχτή» στις δυνατότητας πραγμάτωσης μεταφέροντας έτσι ένα μήνυμα ελευθερίας, αυτοδιαφοροποίησης και αυτοοργάνωσης. Αυτή η οπτική σκοπιά, θέτει ουσιαστικά στο περιθώριο τον δαρβινικό ντετερμινισμό και την νομοτέλεια για την επιβίωση του ισχυρότερου, που χρησιμοποιήθηκαν από ολοκληρωτικές θεωρίες του παρελθόντος (φυσιολατρία Χίτλερ και κοσμολογική διαλεκτική Στάλιν). Πρόκειται ουσιαστικά, για μια εκτόπιση της φιλοσοφίας της φύσης, όπως την αντιλαμβανόμασταν μέχρι σήμερα, από την διδασκαλία των σοφιστών μέχρι την Χομπσιανή ηθική. Η κοινωνική οικολογία φωτίζει μια άλλη πλευρά του φυσικού κόσμου, τονίζοντας:
1. τη γονιμότητα της φύσης
2. την τάση να εξελίσσεται προς μια αυξανόμενη ποικιλομορφία
3.την απεριόριστη ικανότητα της να διαφοροποιεί τις ζωικές μορφές δημιουργώντας πολυπλοκότερα είδη.
4. την συμπληρωματικότητα των ειδών.
Η νέα αυτή ανάγνωση της φύσης θέτει μια διαφορετική βάση για την οικοδόμηση τόσο μιας νέας οικολογικής ηθικής όσο και μιας άλλης κοινωνικής οργάνωσης.Η κοινωνική οικολογία, που από πολλούς χαρακτηρίζεται ως «πράσινος ανθρωπισμός», εισάγοντας την ηθική της συμπληρωματικότητας και της ποικιλομορφίας, επιχειρεί να θεραπεύσει τις ουσιώδεις αιτίες των κοινωνικών προβλημάτων, που οδηγούν στην οικολογική κρίση, αλλά και στις παρεκκλίσεις από την «φυσιολογική» ανθρώπινη ζωή, που αυτά (τα προβλήματα) συνεπάγονται.

Ο "πράσινος καπιταλισμός".
Για πρώτη φορά ο Murray Bookchin διατύπωσε τις θέσεις της Κοινωνικής Οικολογίας το 1965, καλώντας για μια νέα πνευματικότητα, που θα υποκαθιστά την ιεραρχική νοοτροπία της κατάταξης σε κυρίαρχους και υποτελείς, τόσο μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία όσο και μεταξύ των διάφoρων μορφών ζωής, με μια νοοτροπία συνεργασίας και αλληλοβοήθειας, με μια ηθική της συμπληρωματικότητας.
Αν και αυτή η επίκληση για μια νέα διανοητικότητα εξακολουθεί από τότε να παίζει κεντρικό ρόλο στη θεωρία της Κοινωνικής Οικολογίας, δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως επίκληση ή αναζήτηση κάποιας φυσικής ή υπερφυσικής θεότητας. Η φιλοσοφία της είναι αυστηρά φυσικοκρατική (πράγμα αναμενόμενο, αφού στηρίζεται στην επιστημονική Οικολογία, που είναι κλάδος των βιολογικών επιστημών) και όχι υπερφυσική ή πανθεϊστική.
Το να θέσουμε σε προτεραιότητα πάνω από τους κοινωνικούς παράγοντες οποιαδήποτε μορφή πνευματικότητας, μας απομακρύνει από την πραγματικότητα, τονίζει ο Bookchin. Και η πραγματικότητα είναι ότι προέχει να αντιμετωπίσουμε τους μηχανισμούς εκμετάλλευσης και καταπίεσης, με συλλογική δράση μέσα από τα κοινωνικά κινήματα και όχι να καταφύγουμε σε προσωπικές μορφές πνευματικής "αναγέννησης" ή σε προσωπικές μορφές "πράσινης" κατανάλωσης και επένδυσης. ΄Ολα αυτά δεν είναι παρά "πράσινος" καταναλωτισμός, απλά μια ακόμη ευκαιρία για τον καπιταλισμό να ποικίλει τα προϊόντα που προσφέρει και με μια οικολογική τους παραλλαγή.
Εκτός και αν αλλάξουμε την κοινωνία, οι "ήπιες" τεχνολογίες δεν θα κάνουν καμμιά διαφορά. Η απλή τεχνολογία μπορεί επίσης να προξενήσει μεγάλη περιβαλλοντική ζημιά αν η ιδεολογία που τη χρησιμοποιεί παραμείνει η ίδια: τα δάση της Αγγλίας κόπηκαν με τσεκούρια που δεν είχαν αλλάξει από την Εποχή του Χαλκού. Ο σημερινός περιβαλλοντισμός είναι επί το πλείστον "περιβαλλοντική μηχανική".
Θεωρίες που ισχυρίζονται ότι η οικολογική κρίση είναι πολιτιστικό μάλλον παρά κοινωνικό πρόβλημα μπορούν επίσης να συσκοτίσουν το ζήτημα. Οι ιεραρχικές κοινωνίες είχαν αρχίσει να βλάπτουν τον πλανήτη πολύ πριν από τη σύγχρονη επιστήμη, το "γραμμικό" ορθολογισμό και τη "βιομηχανική κοινωνία", τις πολιτιστικές αιτίες που συχνότερα επικαλείται το οικολογικό κίνημα. Η βιομηχανική ανάπτυξη δεν είναι απλά αποτέλεσμα μιας αλλαγής στη νοοτροπία, ούτε είναι αποτέλεσμα του επιστημονικού ορθολογισμού. Μάλλον εκκινεί από την αρχή της ίδιας της αγοράς, που απαιτεί το 'αυξήσου ή πέθανε".
Οικολογικός ανθρωπισμός.
Ο Bookchin απορρίπτει το εκβιαστικό δίλημμα σκέψης που κρύβεται πίσω από τα κοινώς αναφερόμενα ως αντίθετα, τον ανθρωποκεντρισμό και τον βιοκεντρισμό. Ο ανθρωποκεντρισμός τοποθετεί τους ανθρώπους στην κορυφή της ιεραρχίας των ειδών, λέγοντας ότι ο κόσμος φτιάχτηκε για μας. Η αντίθετη αρχή, ο βιοκεντρισμός, ισχυρίζεται ότι όλα τα όντα έχουν την ίδια εγγενή αξία και μιλά για την ιδέα μιας "βιοκεντρικής δημοκρατίας", μια ιδέα που είναι σχεδόν χωρίς νόημα. Οι άνθρωποι παραμένουν πάντα ριζωμένοι στη βιολογική εξελικτική ιστορία, την οποία αποκαλούμε "πρώτη Φύση" αλλά παράγουν επίσης μια χαρακτηριστικά ανθρώπινη κοινωνική φύση από μόνοι τους, που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε "δεύτερη Φύση".
Η ανθρωπογενής "δεύτερη Φύση" είναι φυσικό δημιούργημα όσο η πρώτη. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι μπορούμε να παραγνωρίσουμε τη μοναδική θέση των ανθρώπων μέσα στη φύση, βάζοντάς τους δίπλα ας πούμε στις μέλισσες όσον αφορά την "εγγενή" τους αξία.
Η Κοινωνική Οικολογία, ως ανοιχτός οικολογικός ανθρωπισμός, θεωρεί τα ανθρώπινα όντα ως τις πλέον διαφοροποιημένες και πολύπλoκες μορφές ζωής του πλανήτη, χωρίς τα οποία ούτε συνείδηση ούτε ελευθερία θα μπορούσε να υπάρχει. Δυνητικά, τουλάχιστον, οι άνθρωποι είναι η μόνη πιθανή πηγή ηθικής σε αυτό τον πλανήτη, και μάλιστα μιας ηθικής που απαιτεί την προστασία της βιόσφαιρας.
Η ιεραρχική κοινωνία.
Η ιδέα της κυριαρχίας πάνω στη φύση είναι πολύ παλαιότερη βέβαια από τον καπιταλισμό,
αλλά δεν είναι έμφυτη στον άνθρωπο.
Έχει την πρωταρχική της πηγή στην κυριαρχία του ενός ανθρώπου επί του άλλου -και έχει προκαλέσει και στις δύο περιπτώσεις όμοιες συμφορές.
Η "Φύση" με την ευρεία έννοια, ως το βιωτικό περιβάλλον από το οποίο οι άνθρωποι παίρνουν τα βασικά πράγματα που χρειάζονται για να επιβιώσουν, συχνά δεν έχει νόημα για τους προεγγράμματους λαούς. Συνήθως δεν ξεχωρίζουν την κοινωνία τους από την υπόλοιπη φύση, η οποία αντίθετα είναι το ίδιο το σύμπαν μέσα στο οποίο ζουν.
Πώς προέκυψε ιστορικά μια ιεραρχικά δομημένη κοινωνία; Οπωσδήποτε κάποιες φυσικές διαφορές, όπως η ηλικία και το φύλο, δημιουργούσαν και διαφορετικούς ρόλους για τα μέλη των πρώτων ανθρώπινων ομάδων, που ήταν κατ' ουσία μεγάλες οικογένειες.
Στη συνέχεια γεγονότα όπως αυξήσεις του πληθυσμού, φυσικές καταστροφές, τεχνολογικές βελτιώσεις που ενίσχυσαν τις αντρικές ασχολίες του κυνηγιού και της φύλαξης των ζώων, έναντι των αγροτικών και καρποσυλλεκτικών γυναικείων εργασιών, η εξάπλωση των πολέμων, η ανάπτυξη των άστεων, οδήγησαν στην παγίωση διάφoρων μορφών ανισοτήτων.
Η ιεραρχική νοοτροπία και οι ταξικές σχέσεις γέννησαν επίσης την ιδέα της κυριαρχίας επάνω στο φυσικό κόσμο και την ιδέα της εκμετάλλευσής του προς όφελος των ολίγων.
Ξεκινώντας ήδη από το έπος του Γκιλγκαμές στη Μεσοποταμία, όπου ο ήρωας νικά τις θεότητες και κόβει τα ιερά τους δέντρα και από τον Αδάμ και το Νώε που παίρνουν άδεια από το θεό να κατακυριεύσουν τη γή, οι ελιτίστικες κοινωνίες εξάλειψαν τη παρθένα φύση από τη λεκάνη της Μεσογείου, την Μέση Ανατολή αλλά και από την Κίνα.
Το συμπέρασμα της ιστορικής ανάλυσης είναι λοιπόν πως η ιδέα της επικυριαρχίας επάνω στη φύση μπορεί να ξεπεραστεί μόνο με τη δημουργία μιας κοινωνίας χωρίς ταξικές και ιεραρχικές δομές.
Η εναλλακτική κοινωνία.
Σε μη ιεραρχικές κοινωνίες, που αποδεδειγμένα επιτυγχάνουν ένα πολύ πιο αρμονικό μοντέλο συμβίωσης με τη μη ανθρώπινη φύση, ορισμένα έθιμα καθοδηγούν την ανθρώπινη συμπεριφορά σε αξιοπρεπείς κατευθύνσεις.
Πρωταρχικής σημασίας πρώιμα έθιμα ήταν:
- η κοινή πεποίθηση ότι όλα τα μέλη μιας κοινότητας έχουν το δικαίωμα να έχουν πρόσβαση σε όλα τα αναγκαία για τη ζωή, άσχετα από το ποσό της εργασίας που εκτελούν.
- η ιδέα ότι τα μέσα της ζωής (γή, οπωρώνες, ακόμη και εργαλεία και όπλα) που δεν χρησιμοποιούνταν από μία ομάδα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, αν χρειάζονταν, από κάποια άλλη ομάδα.
- η πρακτική της αλληλοβοήθειας, της συνεργατικής δηλαδή συμπεριφοράς να μοιράζεσαι πράγματα και εργασία, έτσι ώστε να ξέρεις ότι σε δύσκολους καιρούς δεν θα μείνεις αβοήθητος.
Αυτά τα έθιμα έχουν ριζωθεί τόσο βαθειά μέσα στην κοινωνία, που παραμένουν διαμέσου της ιστορίας και έρχονται στην επιφάνεια σχεδόν εκρηκτικά σε καιρούς λαικών εξεγέρσεων, από τα αρχαία χρόνια έως σήμερα. Πολλές από αυτές τις εξεγέρσεις απαίτησαν την επαναφορά των κοινοτικών και αλτρουιστικών αρχών που βρίσκονταν υπό διωγμό από την ελιτιστική και ταξική καταπίεση.
Καλό παράδειγμα για το πως θα μπορούσαν να ήταν τα πράγματα, αποτέλεσε η αρχαία Ελλάδα. Εκεί οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και, κυρίως, η νεοανακαλυφθείσα ορθολογική φιλοσοφία που απέρριπτε την εναγκάλιση της σκέψης και της πολιτικής ζωής από υπερβολικές επιθυμίες, έτειναν να μετριάσουν τις ανάγκες και να περιορίσουν τις ανθρώπινες ορέξεις για υλικά αγαθά. Κατάφεραν έτσι να μετριάσουν την ορμή για τεχνολογικές ανακαλύψεις σε ένα σημείο όπου τα νέα μέσα παραγωγής μπορούσαν να ενταχθούν σε μια ισορροπημένη κοινωνία.
Αντίθετα η σημερινή κοινωνία της αγοράς όχι μόνο δεν δέχεται φιλοσοφικούς, θρησκευτικούς ή κοινωνικούς περιορισμούς στη συνεχή αύξηση της παραγωγής και τη χρήση νέας τεχνολογίας, αλλά επίσης έχει γίνει ο δημιουργός αμέτρητων, κατά βάση άχρηστων, αναγκών.
Η καπιταλιστική οικονομία είναι μόνο δύο αιώνες παλιά. Στη μικτή οικονομία την οποία αντικατέστησε, οι πολιτιστικοί παράγοντες περόριζαν τις κτητικές επιθυμίες. Το ίδιο θα μπορούσε να ξανασυμβεί.
Στη θέση του υφιστάμενου ιεραρχικού και ταξικού συστήματος η Κοινωνική Οικολογία προτείνει μια εξισωτική κοινωνία βασισμένη στις κοινοτικές και αλτρουιστικές αρχές. Οι άνθρωποι σε αυτή τη νέα κοινωνία θα αναγνωρίζουν ότι τα συμφέροντα του συνόλου είναι αξεχώριστα από αυτά του καθενός ατόμου.Η ιδιοκτησία θα είναι κοινή και, ιδανικά, θα ανήκει στο σύνολο της κοινότητας. Οι αποφάσεις θα παίρνονται στις δημοτικές συνελεύσεις από το σύνολο της κοινότητας, με βάση την αρχή της πλειοψηφίας, ενώ ένα ομοσπονδιακό συμβούλιο, με μέλη άμεσα υπόλογα και ανακλητά από τις συνελεύσεις που τα έχουν εκλέξει, θα ασκεί τα οργανωτικά καθήκοντα και θα προωθεί την υλοποίηση των αποφάσεων των συνελεύσεων.
Αυτός ο μετασχηματισμός θα επιτευχθεί με τη ριζοσπαστική συλλογική δράση και τη συνεργασία των κοινωνικών κινημάτων. Ο αγώνας ενάντια στην κυριαρχία θα αρχίσει όχι μόνο στο εργοστάσιο αλλά και στην οικογένεια, όχι μόνο στην οικονομία αλλά επίσης και στην ψυχή, όχι μόνο στις υλικές καταστάσεις αλλά και στις πνευματικές.
Κριτική της Κοινωνικής Οικολογίας.
Ένα εσωτερικό σημείο της θεωρίας που έχει δεχτεί αρκετή κριτική, είναι η μη επαρκής απόδειξη της αιτιακής σχέσης ανάμεσα στις ιεραρχικά δομημένες κοινωνίες και την καταστροφή του περιβάλλοντος. Αν και αποτελεί κοινή παραδοχή ότι οι τροφοσυλλεκτικές κοινωνίες είχαν αποκαταστήσει μιαν εξαιρετικά συνεργατική σχέση με το μη ανθρώπινο περιβάλλον, δεν μπορεί κανείς εκ προοιμίου να απορρίψει την περίπτωση ύπαρξης μη ιεραρχικών κοινωνιών που έβλαψαν το περιβάλλον όπου έζησαν.
Αυτό είναι κάτι που καλείται να αποδείξει η επιστήμη της ανθρωπολογίας στο μέλλον.
Σε πολιτικό επίπεδο τώρα, δεν λείπουν βέβαια οι υποστηρικές του "πράσινου καπιταλισμού", ως μιας ρεαλιστικής πρότασης που μπορεί να δώσει εδώ και τώρα άμεσες πρακτικές λύσεις, και όχι σε ένα απροσδιόριστο ουτοπικό μέλλον. Άλλωστε, ισχυρίζονται, δεν είναι όνειρο του καθενός ένας πλανήτης γεμάτος από αγρότες και κυνηγούς.
Αλλά και οι οπαδοί της Βαθειάς Οικολογίας, που ομολογουμένως έχουν δεχτεί σκληρή κριτική από τον Bookchin, δεν παραλείπουν με τη σειρά τους να ζητήσουν διευκρινίσεις για τη προτεινόμενη σχέση μας με τη μη ανθρώπινη φύση. Πρέπει τελικά να ζήσουμε σε οργανική-αναρχική αρμονία με τον πλανήτη ή μήπως απλά πρέπει να τον διαχειριστούμε υπεύθυνα; Για αυτούς η Κοινωνική Οικολογία δεν μοιάζει αρκετά βαθειά και ουσιαστική, αφού ο κύριος σκοπός της είναι η ευημερία των ανθρώπων.
Πράγματι, η Κοινωνική Οικολογία είναι ο γονιμότερος σήμερα συνεχιστής της επαναστατικής σκέψης του περασμένου αιώνα, αναρχικής και σοσιαλιστικής, την οποία συνδυάζει δημιουργικά με τη νεώτερη επιστήμη της οικολογίας. Ως τέτοια, είναι μιά σαφώς ανθρωπιστική και ορθολογική φιλοσοφία. Το εάν αυτό είναι υπέρ ή κατά της, θα χρειαστεί λίγη ακόμη συζήτηση.

Walden: Μανιφέστο δύο αιώνων

Το κλασικό έργο του Θορό για τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση που επηρέασε τον Γκάντι αλλά και τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.
Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "ΒΗΜΑ",
(1/7/07, άρθρο του Αναστάση Βιστωνίτη).

**********

Η θεωρία περί «πολιτικής ανυπακοής» που υιοθέτησε πριν από αρκετό καιρό η Αλέκα Παπαρήγα δεν είναι καθόλου δική της. Ανήκει στον επιφανή αμερικανό συγγραφέα Χένρι Ντέιβιντ Θορό και περιγράφεται στο περίφημο δοκίμιό του Civil Disobedience που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1849 (στα ελληνικά με τίτλο Αντίσταση στην πολιτική εξουσία από τις εκδόσεις Ερατώ, 1996). Ο Θορό φυσικά δεν εννοούσε όσα έχει κατά νου η κυρία Παπαρήγα. Γι' αυτό και ουδέποτε τα στελέχη του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος τον θεώρησαν μέντορά τους, αντίθετα, τον συγκαταλέγουν στους προγόνους τους πολλοί αναρχικοί.Στο παραπάνω δοκίμιό του ο Θορό υποστηρίζει πως οι πολίτες δεν θα πρέπει να επιτρέπουν στις κυβερνήσεις να κοιμίζουν τις συνειδήσεις τους ή να τις κάνουν να ατροφούν. Ο ίδιος οδηγήθηκε σε αυτό το συμπέρασμα εξαιτίας της απέχθειας που του είχε προκαλέσει το σύστημα δουλείας στις ΗΠΑ και ο αμερικανομεξικανικός πόλεμος. Για τούτο και καλή κυβέρνηση για τον Θορό είναι εκείνη που δεν κυβερνά - ως εκ τούτου και η ατομική συνείδηση είναι μια αξία κατά πολύ σημαντικότερη του νόμου. Δεν είναι περίεργο επομένως το ότι οι απόψεις του άσκησαν τεράστια επίδραση στον Γκάντι και στον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.
Το κορυφαίο όμως έργο του Θορό, που μαζί με τον Εμερσον αποτελούν το μεγάλο δίδυμο των λεγόμενων υπερβατιστών συγγραφέων και στοχαστών της Νέας Αγγλίας, οι οποίοι θεμελίωσαν τη νεότερη αμερικανική λογοτεχνία και σκέψη, είναι το Walden, ή Η ζωή στο δάσος, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Κέδρος σε νέα μετάφραση του Βασίλη Αθανασιάδη.
Είναι ένα είδος λυρικού ημερολογίου που περιγράφει τη ζωή του συγγραφέα στις όχθες της λίμνης Γουόλντεν όπου φτιάχνει μια καλύβα και έναν μικρό κήπο, σπέρνει ένα χωράφι με φασολιές και ακούει τη φύση να του μιλάει σε κάθε στιγμή της. Δεν είναι μόνο ένα κήρυγμα επιστροφής στη φύση - ο Θορό έχει πολλές ομοιότητες με τον Ρουσό αλλά και πάμπολλες διαφορές. Είναι και το χρονικό της ανακάλυψής της και μέσα από αυτήν της βαθύτερης κατανόησης του κόσμου και του νοήματός του.
Εκατόν πενήντα χρόνια μετά τη δημοσίευσή του θα το θεωρούσε ίσως κανείς το πρώτο οικολογικό μανιφέστο, η βαθύτερη όμως επιθυμία του Θορό - που καθιστά μοναδικό το βιβλίο του - είναι ο συνδυασμός πνεύματος και πρωτογενών αισθήσεων, άμεσης εμπειρίας και σκέψης, ενόρασης και αισθήματος.
Το Walden δεν είναι βιβλίο θεωρητικό - το αντίθετο. Πρόκειται για εξαίσια περιγραφή της πλατιάς εικόνας του κόσμου αλλά και του μεγάλου ξέφωτου που ανοίγει η φύση στο τοπίο της εσωτερικής ζωής. Ο Θορό μαθαίνει τη φύση όπως μαθαίνει κανείς να μιλάει, μέσα από την ομιλία να κατανοεί τον εξωτερικό κόσμο και εκεί να προβάλλει διαρκώς μια εικόνα του εαυτού του.
Είναι ένας κόσμος γοητείας, αυτογνωσίας και ανακαλύψεων. Σαν να ήθελε ο συγγραφέας να μας περιγράψει την πρώτη μέρα της Δημιουργίας. Εκεί, στο περιβάλλον των λιμνών και των δασών, της γης, του νερού και του αέρα βρήκε τη δική του Νέα Ιερουσαλήμ, αυτήν την άλλη Αμερική η οποία δυστυχώς μοιάζει πλέον ουτοπική.
Ο Θορό, όπως και ο Εμερσον, ονειρεύτηκε μια νέα δημοκρατία στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Για τον πρώτο η δημοκρατία θα έπρεπε να είναι ομόλογη της φύσης. Γιατί ποια καλύτερη εικόνα της ελευθερίας μπορεί να υπάρξει από την εικόνα του φυσικού κόσμου; Το ότι η δημοκρατία του αμερικανικού 19ου αιώνα έδωσε τη θέση της στην αυτοκρατορία του δεύτερου μισού του 20ού, είναι, όπως θα έλεγε ο Κίπλινγκ, μια άλλη ιστορία.

Χένρι Ντέιβιντ Θορώ

Ο πατέρας της οικολογίας
Αναδημοσίευση από την Καθημερινή, (8/10/05, άρθρο της Γεωργίας Ζαβιτσάνου)

Σε μια εποχή που οι παρεμβάσεις στη Φύση ήταν από ανύπαρκτες έως ελάχιστες, ο Χένρι Ντέιβιντ Θορώ προείδε την ανάγκη διατήρησης του μεγαλείου της και κατέγραψε με τρόπο σαφή και επαναστατικό αυτό που σήμερα θεωρείται επιτακτική ανάγκη, τον σεβασμό και την προστασία της.Χένρι Ντέιβιντ Θορώ αποτελεί μοναδικό παράδειγμα πρώιμου οικολόγου και λόγιου. Γεννήθηκε το 1817 στο Κονκόρντ της Μασαχουσέτης και εκτός από μεγάλος στοχαστής και συγγραφές θεωρείται και πατέρας των περιβαλλοντικών κινημάτων. Η συγγραφή βιβλίων όμως ήταν το τρίτο και το τελευταίο επάγγελμα που διάλεξε. Το δεύτερο ήταν αγρότης και το πρώτο δάσκαλος.
Ως φέρελπις νέος της εποχής σπούδασε Φυσική Iστορία, Mαθηματικά και Kλασική Φιλολογία στο Χάρβαρντ, απ' όπου έφυγε με πολύ καλές συστατικές επιστολές. Με αυτές εξασφάλισε γρήγορα μια θέση δασκάλου αλλά έκρινε πως οι παιδαγωγικές μέθοδοι της εποχής δεν του άφηναν περιθώρια για δημιουργία. Ως επακόλουθο, λίγες εβδομάδες μετά την πρώτη του πρόσληψη παραιτήθηκε μην μπορώντας να ασκήσει βία στους μαθητές. Δεν είχε τελειώσει όμως με την εκπαίδευση. Το 1838, ίδρυσε με τον αδελφό του ένα πρωτοποριακό για την εποχή σχολείο, όπου εκτός από την αντιαυταρχική εκπαίδευση εισήγαγαν τον θεσμό των διαλειμμάτων και τις εκδρομές στην Φύση. Το όλο εγχείρημα σταμάτησε με τον αιφνίδιο θάνατο του αδελφού του το 1841.
Παίρνοντας μαθήματα από τη Φύση
Λίγα χρόνια μετά, το 1845, εγκαταστάθηκε σε μια καλύβα κοντά στη λίμνη Ουόλντεν ζώντας από το ψάρεμα και τις καλλιέργειες που φρόντιζε ο ίδιος. «Πήγα εκεί γιατί ήθελα να αντιμετωπίσω μόνος τις βασικές ανάγκες της ζωής και για να δω αν θα μπορούσα να διδαχθώ από τη Φύση», έγραψε αργότερα στο βιβλίο του «Ουόλντεν» όπου περιγράφει τη ζωή και τις σκέψεις του τα δύο χρόνια και τους δύο μήνες που έζησε εκεί.
Το αποτέλεσμα αυτής της «σχέσης» με τον φυσικό κόσμο ήταν η δημιουργία μιας ολιστικής αντίληψης για τα πράγματα. Για τον μεγάλο στοχαστή, η φροντίδα για το περιβάλλον και την οικονομία είναι έννοιες αλληλένδετες και αλληλοεξαρτώμενες. «Αν παραμελήσουμε το ένα εις βάρος του άλλου βάζουμε σε κίνδυνο τις κοινωνίες και επομένως την ποιότητα ζωής και την ελευθερία μας», υποστήριζε.
Για τον Θορώ, η επαφή με τη Φύση ήταν μονόδρομος για όποιον ήθελε να διασφαλίσει την ψυχική του ισορροπία και ηρεμία. «Πιστεύω ότι δεν μπορώ να διατηρήσω την υγεία και το πνεύμα μου χωρίς να περιπλανηθώ τουλάχιστον τέσσερις ώρες την ημέρα στα δάση, στους λόφους, στους αγρούς, τελείως απαλλαγμένος από κάθε εγκόσμια υποχρέωση».
Η αντίληψή του για την πρόοδο ήταν τελείως αντίθετη με το πνεύμα της εποχής του. Την περίοδο που η Αμερική στρωνόταν με σιδηροδρόμους και η βιομηχανία φάνταζε σαν από μηχανής Θεός που θα σώσει τον άνθρωπο από την «τυραννία» της Φύσης, ο Θορώ δήλωνε πως δεν πρέπει να καταστρέφουμε τη Φύση χάριν της οικονομίας, γιατί «και η μεγαλύτερη λίμνη στον κόσμο είναι τόσο ευαίσθητη στις ατμοσφαιρικές αλλαγές όσο και ο υδράργυρος στον σωλήνα του θερμομέτρου», και «όταν καταστραφεί το περιβάλλον μας δεν θα έχει καμία αξία οποιοδήποτε τεχνολογικό επίτευγμα». Θεωρίες που ακούγονται όλο και συχνότερα σήμερα από τους θιασώτες της οικολογίας.
Αν και έζησε σε μια «παρθένα» για τα σημερινά δεδομένα εποχή, είχε προβλέψει την επερχόμενη απαξίωση του φυσικού περιβάλλοντος. «Πιθανώς να έρθει η μέρα όπου ο τόπος θα κατακερματιστεί σε αποκαλούμενους χώρους αναψυχής... το να περπατάμε πάνω στη γη του Θεού θα θεωρείται ηθελημένη παραβίαση ιδιοκτησίας», δήλωνε προφητικά.
Oταν η γη άρχισε να γίνεται εμπορεύσιμο είδος, ο Θορώ μιλούσε για τη χαμένη αθωότητα και την απώλεια της ομορφιάς και της εσωτερικής ηρεμίας που συνεπάγεται η απομάκρυνση του ανθρώπου από το περιβάλλον. Και όταν όλοι γύρω του είχαν καταβληθεί από τον πυρετό του χρυσού, εκείνος αντέτεινε ότι «αυτό είναι η μεγαλύτερη ντροπή του ανθρώπινου γένους... η Φύση είναι αυτή που προστατεύει τον κόσμο, όχι το κυνήγι για χρυσό».
H βίβλος των σύγχρονων οικολόγων
Το έργο του Θορώ -πολυάριθμοι τόμοι με δοκίμια και άλλα χειρόγραφα- «ανακαλύφθηκε» εκ νέου το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα με την άνθηση των περιβαλλοντικών κινημάτων και την συνακόλουθη αναζήτησή τους για θεωρητικές βάσεις.Το «Ουόλντεν» λειτουργεί σαν μανιφέστο ενάντια στον υλισμό και ένας ύμνος για τη Φύση. Γι' αυτό και έγινε η βίβλος των σύγχρονων οικολόγων όπως και πολλών «αναχωρητών» που προσπαθούν, ακόμα και σήμερα, να μιμηθούν τον τρόπο ζωής του.
Οι σύγχρονες οικολογικές ομάδες θεωρούν ότι το πείραμα της επιστροφής στη Φύση ήταν η μεγαλύτερη περιπέτεια της ζωής του Θορώ αλλά αυτό «αδικεί» την υπόλοιπη δράση του. Ο ίδιος δεν ξεχώριζε την ελευθερία που έχει ο άνθρωπος στη Φύση από την ελευθερία που πρέπει να έχει σε μια δομημένη κοινωνία. Το 1849, εξέδωσε το περίφημο δοκίμιο «Πολιτική Ανυπακοή» (Civil Disobedience), ένα από τα πολύ σημαντικά κείμενα της αμερικανικής πολιτικής σκέψης που αναφερόταν στους τρόπους αντίδρασης των πολιτών απέναντι σε ένα άδικο κράτος. Το δοκίμιο αυτό γράφτηκε έπειτα από μια ολονύκτια φυλάκισή του επειδή αρνήθηκε να πληρώσει τους φόρους που του αναλογούσαν. Οι λόγοι γι' αυτή τη θέση ήταν καθαρά πολιτικοί. Ο πρώτος αφορούσε την έμπρακτη αντίθεσή του στην πολιτική της δουλείας, που δεν είχε καταργηθεί ακόμα, και ο δεύτερος την άρνησή του να συμμετάσχει στον πολέμο που είχε κηρύξει η Αμερική στο Μεξικό γιατί όπως υποστήριζε τα χρήματα από τους φόρους θα κατέληγαν να ενισχύσουν το μέτωπο.
Η «Πολιτική Aνυπακοή» αλλά και το «Ζωή Xωρίς Aρχές», που γράφτηκε αργότερα επηρέασαν μερικούς από τους σπουδαιότερους ανθρώπους του 20ού αιώνα, όπως τον Μαχάτμα Γκάντι και τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Μάλιστα ο Γκάντι είχε μεταφράσει την «Πολιτική Ανυπακοή» και την είχε διανείμει σαν προκήρυξη την εποχή που αγωνιζόταν υπέρ των δικαιωμάτων των ασιατικής καταγωγής κατοίκων της Νότιας Αφρικής. Το 1914, όταν ο Γκάντι επέστρεψε στην Ινδία, υιοθέτησε την πρακτική που εισηγείται ο Θορώ παροτρύνοντας τους Ινδούς να εφαρμόσουν τη λογική της παθητικής αντίστασης στον αγώνα τους κατά των Aγγλων κατακτητών.
Η διπλή ταυτότητα του κοινωνικού επαναστάτη και του πρώιμου οικολόγου είναι ίσως το βασικό χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του που το υπερασπίστηκε τόσο μέσα από τα θεωρητικά του κείμενα όσο και με τις πράξεις του σε όλη την διάρκεια της ζωής του. Οπως άλλωστε έλεγε, «ποτέ δεν είναι πολύ αργά για να απαρνηθούμε τις προκαταλήψεις μας».
Eγραψε:
• Χαίρομαι διαπιστώνοντας πόσο λίγο χώρο καταλαμβάνουν στο τοπίο οι άνθρωποι και οι υποθέσεις τους, η Eκκλησία, το κράτος, το σχολείο, οι συναλλαγές και το εμπόριο, οι βιοτεχνίες και η γεωργία και ακόμα περισσότερο, το πλέον ανησυχητικό, η πολιτική.
• Επί των ημερών μας, όλα σχεδόν τα ανθρώπινα επιτεύγματα, όπως αποκαλούνται, η οικοδόμηση των σπιτιών, η αποψίλωση του δάσους και το κόψιμο των μεγάλων δέντρων δεν κάνουν άλλο, παρά να παραμορφώνουν το τοπίο, να το τιθασεύουν και να το ευτελίζουν.
• Τελικά, δεν ξέρουμε τι θα πει να ζει κανείς στην ύπαιθρο και έχουμε γίνει οικιακά ζώα περισσότερο απ' όσο νομίζουμε. Θα ήταν ίσως καλύτερα αν μπορούσαμε να περνάμε περισσότερες ώρες την ημέρα και τη νύχτα χωρίς κανένα εμπόδιο ανάμεσα στο σώμα μας και στα ουράνια σώματα.
• Δεν στήνουμε πια το βράδυ τις σκηνές μας παρά ριζώνουμε στη γη και ξεχνάμε τον ουρανό. Υιοθετήσαμε τον Χριστιανισμό σαν ένα τρόπο αγροτοκαλλιέργειας. Χτίσαμε για ετούτο τον κόσμο ένα οικογενειακό σπίτι και για τον άλλον έναν οικογενειακό τάφο.
• Νομίζω ότι η πτώση του ανθρώπου από αγρότη σε εργάτη υπήρξε τρομερή και αξιομνημόνευτη όσο και η πτώση του, από άνθρωπο σε αγρότη.
• Το πρώτο καλοκαίρι δεν διάβασα βιβλία. Καλλιέργησα φασόλια. Συχνά είχα και καλύτερες ασχολίες. Υπήρχαν φορές που δεν μπορούσα να δεχθώ να θυσιάσω την ομορφιά της στιγμής εκείνης σε οποιαδήποτε δουλειά, πνευματική ή χειρωνακτική.
• Τώρα, ξέρουμε μονάχα λίγους απ' τους φυσικούς νόμους και το αποτέλεσμα που φτάνουμε δεν είναι το σωστό, όχι γιατί η Φύση έχει ανωμαλίες παρά γιατί αγνοούμε ουσιαστικά στοιχεία για τον υπολογισμό.

ΠΡΟΣ ΤΟ ΦΩΣ...


ΑΓΡΑΦΑ...


8/1/09

Χάρτης Ναυπακτίας.


«Ο εμφύλιος μέσα μας»



Παρασκευή 29 Δεκεμβρίου 1995

«Ο εμφύλιος μέσα μας» είναι ο τίτλος μιας νέας σειράς τηλεοπτικών εκπομπών, που άρχισε τη Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου από το «Kανάλι 5». Δημιουργός της, ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Pένος Aποστολίδης και σκηνοθέτης ο Kώστας Φέρρης.
Θα ακολουθήσουν άλλες 20 εκπομπές, περίπου ωριαίες, κάθε Δευτέρα στις 9 το βράδυ, επαναλαμβανόμενες την Tρίτη 2 με 3 το μεσημέρι.
H δουλειά αυτή είναι βασισμένη στα βιβλία του Pένου Aποστολίδη «Πυραμίδα '67» και στη νουβέλα του «Ο A2».
Aπό το μεθοριακό φυλάκιο «67», στα ελληνοαλβανικά σύνορα, ανάμεσα Γράμμο και Bίτσι, μέχρι τον Πάρνωνα και τον Tαΰγετο, στο νοτιότατο άκρο της Πελοποννήσου. Πορεία στα ματωμένα ίχνη του αδελφοκτόνου πολέμου, η «Πυραμίδα '67». Στρατιώτης του εθνικού στρατού τότε ο συγγραφέας, την περίοδο 1947-49, την πιο ταραγμένη της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
Οδοιπορικό
Mε την τηλεοπτική κάμερα και την «Πυραμίδα '67» στο χέρι, περιδιαβαίνει σήμερα τις ματωμένες οροσειρές.
Ξαναθυμάται τα δραματικά γεγονότα εκείνης της πολυτάραχης περιόδου.
Δηκτικός ο λόγος του για τους πρωταγωνιστές του εμφύλιου σπαραγμού, από τη μια και την άλλη πλευρά.
«Eγώ δεν είμαι με καμία πατρίδα. Eίμαι κατά παντός στρατού, κατά παντός πολέμου... Eίμαι κατά πάσης ιδέας που δημιουργεί πόλεμο...», λέει, προσδιορίζοντας τη δική του θέση.
Bρεθήκαμε για τρεις μέρες με το τηλεοπτικό συνεργείο, τους εικονολήπτες Γιώργο Ξυνογαλά, Θόδωρο Kέντρο, την Aφροδίτη, τον Aποστόλη και τον Pένο.
Γκιώνα, ορεινή Nαυπακτία - Bαρδούσια, ορεινή Eυρυτανία. Xαμένοι στα φοβερά δάση, στα έλατα «πνιγμένοι». Mε το «Λαντ Pόβερ» ν' αγγίζουμε τις πιο ψηλές κορφές της Γκιώνας και των Bαρδουσίων.
Nα περνάμε τα χωριουδάκια που μαραζώνουν, που κλείνουν τα σχολειά γιατί δεν υπάρχουν παιδιά, που η ζωή αργοσβήνει.
Nα μένουμε ενεοί μπροστά στην ανεπανόρθωτη καταστροφή της Γκιώνας, τη λαβωμένη από τα νταμάρια των μεταλλείων. Πανέμορφα ελάτινα δάση, κυριολεκτικά ισοπεδωμένα. Διψασμένοι, σκονισμένοι, να σκαρφαλώνουμε στα πιο απόκρημνα μονοπάτια, στους κακοτράχαλους, τους γιομάτους κοφτερή πέτρα χωματόδρομους.
Πρώτος σταθμός ένα μικρό χωριό, σφηνωμένο στα ριζά της Γκιώνας. Σίγδιστα λεγότανε παλιά, σήμερα Προσήλιο.
Ο Pένος σκαρφαλώνει σαν έφηβος στα χαλάσματα ενός γκρεμισμένου πέτρινου σπιτιού: «Kοντά 47 χρόνια... Ολα αλλάζουν... Kι οι τόποι αλλάζουν... Kαι τα τοπία αλλάζουν... δεν μένει τίποτα όρθιο... πέρασε εκείνη η κόλαση...».
H μνήμη του κουβάρι, που σιγά σιγά ξετυλίγεται. Θυμάται τον Kωστή, το συστρατιώτη και φίλο του. Eνα αγνό βοσκόπουλο από την Kρήτη.
«Hτανε παρθένος... δεν είχε πάει ποτέ με γυναίκα. Tου είχα υποσχεθεί ότι θα τον πάω. Πήγαμε στην Aμφισσα, σ' ένα σπίτι με τρεις γυναίκες... Hταν όλο το τάγμα, κοντά 600 άτομα, τριάδες, τετράδες... να περάσουν από τρεις γυναίκες... Bάσταγα τον Kωστή από το χέρι να μην μου φύγει... Nτρεπότανε... Eν τέλει μου 'φυγε... Aς είναι καλά, όπου βρίσκεται...».Kάτι γερόντια μαζεύονται ένα γύρω. Mας δίνουν νερό να ξεδιψάσουμε. Ο Στάθης ο Λίβας, παλιός αντάρτης, με τη γερόντισσά του την κυρα-Γεωργία, είναι οι μοναδικοί κάτοικοι του χωριού το χειμώνα.
*Eσείς οι αντάρτες γυρνοβολούσατε εδώ γύρω μας... Δεν σας βρήκαμε ποτέ..., του λέει ο Pένος.
*Θα σου πω ένα πράμα... H Aγγλία για 'μας ήτανε η ρουφιάνα... μας άλλαξε την Παναγία... Kαι τώρα ακόμα μας πολεμάνε οι μεγάλοι, να μας καταστρέψουν..., αποκρίνεται ο γέροντας.
*Δεν θα το καταφέρνανε αν είχαμε λίγο παραπάνω μυαλό. Γιατί φταίγαμε κι εμείς... δεν είχαμε μυαλό (Pένος).
Aπό το Προσήλιο προς τη χαράδρα Pεκκά, την πιο ψηλή κορφή της Γκιώνας. Yψόμετρο 2.500 μέτρα. Kάπου εδώ είχε στρατοπεδεύσει το τάγμα του Pένου.
Aπρίλης 1948. Tο σούρουπο ψυχρό. Ο Pένος σκοπός 4 με 6 τα ξημερώματα. Tου 'ρθε να γράψει ένα γράμμα στη μάνα του. Eνιωθε έρημος, κατά πως λέει.
Tο γράμμα εκείνο «κατήντησε» αργότερα ποίημα. Ο πατέρας του το τύπωσε σε μια ποιητική συλλογή, που την έλεγε «ποιητικά γράμματα».
Kαθώς τα θυμάται δακρύζει:
«Bράστε και την αιωνιότητα... δεν έχει καμιά σημασία... H ζωή είναι που έχει σημασία... η κάθε στιγμή της...», μονολογεί.
Eπειτα από γερή κρασοκατάνυξη μετά των απαραιτήτων κοψιδίων και διανυκτέρευση στο μοναστήρι της Παναγιάς, κοντά στη χαράδρα Pεκκά, πορεία το άλλο πρωί προς Aμφισσα. Kι από εκεί προς Kαρούτες, σε μια διαδρομή που διπλά σε πληγώνει. Aπό τη μια υπέροχα δάση ελάτων. Kι απ' την άλλη οι «Bωξίτες Παρνασσού», που 'χουν σπείρει παντού εργοτάξια, ανοιχτές πληγές στην καρδιά της Γκιώνας.
Σ' ένα ξέφωτο, μέσα στο δάσος, από Aγία Eυθυμία προς Bουνιχώρα, στάση υποχρεωτική.
Ο Kώστας ο Δρόλαπας και η γυναίκα του, η κυρα-Eυθυμία μας καλούν: «Eλάτε να πιείτε ένα ουζάκι, έναν καφέ, να ξαποστάσετε λίγο...».
Ο κυρ-Kώστας, συνταξιούχος εργάτης των μεταλλείων, έφαγε τριάντα χρονάκια στις στοές: «Kαταστρέφουν τα έλατα, με την άδεια του υπουργείου και του δασαρχείου.
Φάγαμε όμως ψωμί από τους βωξίτες, πολλοί άνθρωποι. Aν έκαναν στοές, δεν θα καταστρεφόταν το δάσος. Tο κόστος, όμως, είναι μεγάλο και σκάβουν στην επιφάνεια. Yποτίθεται ότι έχουν ειδικό συνεργείο για την αποκατάσταση του περιβάλλοντος. Tα έλατα όμως δεν αποκαθίστανται...».

Xαθήκαμε μέσα στα δάση, προσπαθώντας να φτάσουμε στη Bουνιχώρα. Kαι έπειτα από περιπλάνηση πολλών ωρών, ξαναβγήκαμε στις Kαρούτες. Eκεί απ' όπου το πρωί ξεκινήσαμε.
Ο χρόνος που χάθηκε πολύτιμος. Πρόσω ολοταχώς λοιπόν προς τη Λεύκα. Yψόμετρο 1.627 μέτρα, σ' έναν φοβερά απότομο χωματόδρομο, που όμοιός του δεν έχει ξαναγίνει. Tο «Λαντ Pόβερ» ανεβαίνει μουγκρίζοντας. Kι ο Pένος «δεν θα ξεχάσει ποτέ τα 1.627 κατακόρυφα μέτρα του βουνού της Λεύκας.. Kάθε βήμα κι ένας θάνατος...
Eνα σώριασμα χάμου, κι όλο βράχια, όλο αγκύλια... Kαι πυκνές βαθιές χαραγιές...».

Mετά τη Λεύκα, πορεία προς την ορεινή Nαυπακτία. Kροκύλι, Kουπάκι, Zοριάνος.
Hλιοβασίλεμα στην Eκκλησία του Zοριάνου. Δίπλα στη βρύση, με την εντοιχισμένη πλάκα στη μνήμη ενός σημαντικού ανθρώπου: του Kώστα Kαραβίδα, για τον οποίο ο Pένος λέει: «Tον γνώρισα μικρό παιδί. Hταν φίλος του πατέρα μου, ο πιο σπουδαίος κοινοτιστής, ο υπέρμαχος του κοινοτισμού σ' όλο τον κόσμο. Hταν και ποιητής και πεζογράφος και σωστός άνθρωπος. Θα 'λεγα ο πιο ουσιαστικός, ο πιο εμπνευσμένος κοινοτιστής στον κόσμο. H Eλλάδα όμως τον περνάει έτσι, στη σιωπή...».
Οκτώ και μισή το βράδυ. Kατευθυνόμαστε προς την Eλατού και την Aνω Xώρα, με σκοπό να διανυκτερεύσουμε εκεί. Tο φεγγάρι ολόγιομο. Ο ασημένιος δίσκος του διαγράφει μεγαλόπρεπη τροχιά πάνω στις κορυφογραμμές. Tο θέαμα είναι φανταστικό. Aτέλειωτη πορεία στους χωμάτινους δρόμους, μέσα σε πανέμορφα δάση.
Aνω Xώρα, Kρυονέρια, Kλεπά, Περδικόβρυση. Σαββατιάτικο πρωινό κι ο άνεμος σφυρίζει με μεγάλη ταχύτητα. Tα σύννεφα μετακινούνται γοργά πάνω από τα δάση.
Στον καφενέ της Περδικόβρυσης, κάτω από τα πλατάνια, 5-6 γέροντες απολαμβάνουν το καφεδάκι τους. Φευγάτοι από το χωριό, πριν από πολλά χρόνια, για το Aγρίνιο. Οπως ο 72χρονος Kώστας Δούλας: «Στα 1968 τούτο το χωριό είχε στο δημοτικό σχολειό 45-50 παιδιά. Tώρα δεν υπάρχει πια σχολειό, έγινε κοινοτικό γραφείο και αποθήκη του ΟTE. Στην Περδικόβρυση απόμεινε μόνη η Mαρία, τριών μόλις χρόνων...».
Tο Mαράκι είναι παραδίπλα. Mας δίνει το χέρι, συστήνεται. Kι όταν τη ρωτούν αν την πείραξε κανείς, «Ο Bελέντζας...», απαντά ορθά κοφτά. Tο χειμώνα η Mαρία μόνη στην Περδικόβρυση. Mε άλλους 10 ανθρώπους.
Aπομόνωση, εγκατάλειψη. Στο έλεος των στοιχείων της Φύσης.
«Tούτοι οι άνθρωποι σημαδεύτηκαν από τα γεγονότα του Eμφυλίου. Δεν έχει σημασία αν συμφωνείς ή διαφωνείς μαζί τους. Παντού άνθρωποι απλοί, με ουσία. Aνθρωποι που έμειναν στον τόπο τους, γιατί τον αγαπούν...», λέει ο Pένος καθώς κλείνει σιγά σιγά ο κύκλος της πορείας μας προς τα Bαρδούσια... Tο λόγο έχει πλέον η ιστορία...

M.Σ.

ΔΑΝΙΗΛ ΜΟΝΑΧΟΣ


Ο Δημιουργός του Ξενώνα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και του Προφήτη Ηλία Περίστης
Ο Μοναχός Δανιήλ, κατά κόσμο Δημήτριος Π. Θανασούλης, γεννήθηκε στην Περίστα το έτος 1860. Από μικρός ακολούθησε τα μεγαλύτερα αδέλφια του στα ελεύθερα και σκλαβωμένα χωριά της Ελλάδος, που εξασκούσαν το επάγγελμα του μικροπωλητού και γύριζαν στο χωριό, ύστερα από απουσία τριών και πέντε μηνών, φορτωμένοι λεφτά και μάλαμα. Ο Δημήτριος, με τα χρήματα που κέρδισε από το εμπόριο, όταν γύρισε στο χωριό αγόρασε ρουμάνια και χωράφια. Το 1880 αγόρασε ένα μεγάλο ρουμάνι πάνω από το χωριό κοντά στην θέση Πυργούλης, από τον Δήμο Ν. Χατζηνικολάου και λίγα χρόνια αργότερα αγόρασε δίπλα από το ρουμάνι μία μεγάλη λάκκα από τον Κωστάκη Μπαράκο.
Ο Δημήτριος, από τότε που αγόρασε το ρουμάνι και την Λάκκα, έγινε άλλος άνθρωπος· έδειχνε στοργή και αγάπη για τα πουρνάρια και για τα λιγοστά έλατα και σιγά-σιγά διαμόρφωσε το έδαφος και έφτιαξε πολλές ζαγάδες και φύτεψε πολλά καρποφόρα δένδρα. Ακόμη και πλατάνια έφερε και τα φύτεψε στην Λάκκα και σκάφτοντας με τα χέρια του μέσα στα σπλάχνα της γης, βρήκε λίγο νερό και πότιζε τα καρποφόρα δένδρα και στην άκρα της Λάκκας έχτισε ένα μικρό εκκλησάκι, τον Προφήτη Ηλία.
Στα 1890 παντρεύτηκε με την Κοντύλω Κ. Ράπτη. Απέκτησε τρεις θυγατέρες και έναν γυιό, που τον ονόμασε Ηλία. Μετά τον γάμο του έμεινε μόνιμα στο χωριό και δημιούργησε ένα παντοπωλείο δίπλα από το πατρικό του σπίτι.
Ο Δημήτριος με την νέα ζωή του φαινότανε ευτυχισμένος και απέκτησε καλή φήμη, σαν ένας ιδανικός σύζυγος, στοργικός πατέρας και επιτυχημένος έμπορος.
Αλλά η ευτυχία αυτή δεν κράτησε για πολλά χρόνια, όπως μας διηγήθηκε ο ανεψιός του Γεώργιος Αθ. Θανασούλης, που φημίζεται στην Περίστα για το αλάνθαστο θυμητικό. Μετά το 1905 μάστιζαν τον τόπο συχνά θανατηφόρες επιδημίες και έτσι ο Δημήτριος έχασε τρία από τα προσφιλή του πρόσωπα: την αγαπημένη του γυναίκα, τον μοναχογυιό του Ηλία και την μικρότερη κόρη του Ιωάννα.
Ύστερα από αυτά τα συνεχή χτυπήματα που δέχθηκε, δεν είχε πια όρεξη να ασχοληθή με το εμπόριο. Φρόντισε και πάντρεψε τις δύο θυγατέρες του, την Βασιλική και την Αθηνά, και αυτός επήρε την μεγάλη απόφαση να γίνη καλόγερος.
Οι λόγοι που τον οδήγησαν να εγκαταλείψη τα εγκόσμια έγιναν γνωστοί στον τότε Μητροπολίτη Ναυπακτίας και Ευρυτανίας Αμβρόσιο, ο οποίος χωρίς κανένα δισταγμό, τον Ιούνιο του 1910, τον έκηρε καλόγερο με το μοναχικό όνομα Δανιήλ. Ο Δανιήλ, επιστρέφοντας στην Περίστα, ανέβηκε πάνω στο ρουμάνι και ανάμεσα στα πουρνάρια έχτισε το κελλί του. Λίγα βήματα πιο κάτω έχτισε μια νέα, ευρύχωρη εκκλησία, τον Προφήτη Ηλία.
Εκεί, αποτραβηγμένος μέσα στο κελλί του, μακριά από τον κόσμο, βρήκε την ησυχία και την γαλήνη, που επιθυμούσε από τα νεανικά του χρόνια. Εκεί είχε όλο τον καιρό να συλλογισθή τα περασμένα γεγονότα της ζωής του και από όσα είδε και του συνέβησαν, μόνο ένα γεγονός το θυμήθηκε και το ξαναθυμήθηκε πολλές φορές.
Και αυτό το γεγονός ήτανε: Όταν ανεβοκατέβαινε με το μουλάρι του στο Κεφαλόβρυσο (Θέρμο, Τριχωνίδος) μεταφέροντας τρόφιμα και εμπορεύματα για το παντοπωλείο του, πολλές φορές στην καρδιά του χειμώνα, με τις φοβερές χιονοθύελλες, πάνω στην ράχη του Ζυγού συναντούσε φτωχούς και δυστυχισμένους ανθρώπους να σέρνωνται στην στράτα κοκκαλιασμένοι και με την ψυχή στα χείλη να αγωνίζονται να φθάσουν στο απομακρυσμένο χωριό τους. Πολλοί από αυτούς τους δυστυχισμένους ανθρώπους, που γεννήθηκαν πάνω στα κατσάβραχα της Ναυπακτίας και της Ευρυτανίας, εύρισκαν τραγικό θάνατο στα βράχια του Ξηροβουνίου, που τους γκρέμιζε ο μανιασμένος αέρας και χώνονταν σε καμμιά χιονοστιβάδα, γιατί δεν υπήρχε κανένα φυσικό ή τεχνητό καταφύγιο για να προφυλαχθούν, ώσπου να περάση η κακοκαιρία.
Αυτούς τους άμοιρους ανθρώπους σκεφτότανε ο Δανιήλ μέσα στο κελλί του και αυτούς ήθελε να βοηθήση. Χωρίς να χάση καιρό μάζεψε μαστόρους και ανέβηκε πάνω στην ράχη του Ζυγού και εκεί που διασταυρώνονται οι δρόμοι των ορεινών χωριών προς Ναύπακτο και Αγρίνιο, έχτισε έναν προσωρινό Ξενώνα. Αργότερα, με χρήματα δικά του και με δωρεές των Περιστιάνων της Αμερικής έχτισε το εξωκκλήσι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (Αγία Σωτήρα, που λέει ο λαός) και έναν ευρύχωρο Ξενώνα.
Εκεί μέσα εύρισκαν καταφύγιο και δωρεάν φιλοξενία οι στρατοκόποι, όταν οι βροχές και οι χιονοθύελλες δεν τους το επέτρεπαν να συνεχίσουν την στράτα τους προς το απομακρυσμένο χωριό τους. Πολλές φορές τύχαινε να μαζευτούν πολλοί διαβάτες, και κατ’ ανάγκην άνθρωποι και ζώα ζητούσαν καταφύγιο μέσα στο εκκλησάκι της Μεταμορφώσεως. Μερικοί συμβούλεψαν τον Δανιήλ να κλειδώση την πόρτα της εκκλησιάς, αυτός όμως τους αποστόμωνε με τα εξής χαρακτηριστικά λόγια: “Ο Θεός ευχαριστείται, όταν φιλοξενή τα ζώα στον Οίκόν Του, γιατί κι’ αυτά Τον φιλοξένησαν στην Φάτνη τους κατά τας πρώτας ημέρας της γεννήσεώς Του”.
Με το πέρασμα των χρόνων, το θεάρεστο έργο του Δανιήλ έγινε γνωστό, όχι μόνο στα γύρω χωριά, αλλά και σε ολόκληρη την Αιτωλοακαρνανία και στους γειτονικούς Νομούς της Ρούμελης, και κάθε χρόνο στις 20 Ιουλίου, ημέρα του Προφήτη Ηλία, και στις 6 Αυγούστου, ημέρα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, φάλαγγες ατελείωτες από πιστούς χριστιανούς, ξεκινούσαν από τα γειτονικά και απομακρυσμένα χωριά, με επί κεφαλής τους Παπάδες, καβάλα στα μουλάρια, στολισμένα με τα πολύχρωμα χειράμια, ξεκινούσαν από βραδύς για να φθάσουν με τα χαράματα στα εξωκκλήσια του Δανιήλ.
Η παρουσία τόσων πολλών ανθρώπων στα πανηγύρια του Προφήτη Ηλία και της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος μαρτυρούσε πόσο μακριά είχε φθάσει η καλή φήμη για το έργο του Δανιήλ πάνω στην ράχη του Ζυγού και όλοι, δύο φορές το χρόνο, τρέχανε να βοηθήσουν τον Καλόγερο, στη μεγάλη του προσπάθεια να συντηρή και να μεγαλώνη κάθε χρόνο τον Ξενώνα –έναν Ξενώνα πού, ώσπου ν’ ανέβη το αυτοκίνητο στα βουνά της Ναυπακτίας, έσωσε εκατοντάδες διαβάτες από βέβαιο θάνατο.
Ο Δανιήλ μέχρι τα βαθειά του γεράματα ήταν ακμαίος και θα ζούσε για πολλά ακόμη χρόνια. Πλήν όμως ένα αδέσποτο βλήμα όλμου του Ελληνικού Στρατού, που κυνηγούσε τους αντάρτες στις πλαγιές της Περίστας, κτύπησε θανάσιμα τον Δανιήλ, ο οποίος πέθανε λίγες ώρες αργότερα, την 8η Νοεμβρίου 1948.Οι απανταχού Περιστιάνοι κάθε χρόνο στέλνουν χρήματα και διατηρούν σε πιο καλή κατάσταση τα εξωκκλήσια από ό,τι τα άφησε ο Δανιήλ. Επίσης, και τα γειτονικά χωριά Πλάτανος και Πέρκος έρχονται αρωγοί στην συντήρηση της “Αγίας Σωτήρας”. Έτσι, η μεγάλη ψυχή του αειμνήστου Δανιήλ θα φτερουγίζη με χαρά πάνω στον Προφήτη Ηλία και στην “Αγία Σωτήρα”, γιατί βλέπει ότι καίτοι περάσανε 20 ολόκληρα χρόνια από τότε που μας έφυγε για την αιωνιότητα, τα έργα του όχι μόνον δεν κατέρρευσαν, αλλά οι συγχωριανοί του και οι γύρω συμπατριώτες του τα διατηρούν για να θυμίζουνε στις επερχόμενες γενεές, ότι πάνω στα κατσάβραχα της Περίστας και της Ναυπακτίας γεννήθηκαν άνθρωποι με πραγματική χριστιανική ψυχή και μεγάλοι ευεργέτες παντός φιλανθρωπικού και κοινωφελούς έργου.

Τοιούτος υπήρξε και ο αλήστου μνήμης Δανιήλ Μοναχός.


του Τρύφωνα Ν. Χατζηνικολάου

24/12/08

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ...

...και μακάρι το 2009 αντί να φυλάμε με ΜΑΤ τα πλαστικά δένδρα, να φυλάξουμε καλύτερα τα αληθινά δάση μας...

Η μάχη στο Κεφαλόβρυσο.

Ο Μάρκος Μπότσαρης υπήρξε ηγετική μορφή της Επανάστασης. Γεννήθηκε στο Σούλι το 1790 και ήταν γιος του Κίτσου Μπότσαρη. Ύστερα από την πτώση του Σουλίου, πήγε στην Κέρκυρα μαζί με άλλους Σουλιώτες όπου κατατάχτηκε ως υπαξιωματικός στο ηπειρωτικό σώμα που συγκρότησαν οι Γάλλοι. Το 1814 έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρίας. Αρχικά ο Μάρκος Μπότσαρης, μαζί με τον θείο του Νότη, αγωνιζόταν στο πλευρό των σουλτανικών δυνάμεων εναντίον του τυράννου της Ηπείρου, του Αλή Πασά, επειδή είχαν πάρει την υπόσχεση ότι θα ξαναγυρνούσαν στην πατρίδα τους. Βλέποντας ότι οι Τούρκοι αθετούσαν την υπόσχεση τους, όταν ο Αλή Πασάς πολιορκήθηκε από τα σουλτανικά στρατεύματα στα τέλη του 1820, ο Μπότσαρης ήρθε σε συνεννόηση μαζί του και ζήτησε τον επαναπατρισμό των Σουλιωτών, με αντάλλαγμα να βοηθήσουν τον Αλή στον αγώνα εναντίον των στρατευμάτων του Σουλτάνου, πράγμα που έγινε. Πρώτη του επιτυχία ήταν η νίκη στους Καμψάδες και στα Πέντε Πηγάδια και η κατάληψη των φρουρίων της Ρηγιάσας και της Ρινιάσσας. Ακολούθησαν οι νικηφόρες μάχες στο Κομπότι της Άρτας (3 Ιουλίου 1821) και στην Πλάκα, που του έδωσαν τον τίτλο του αρχιστράτηγου της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Μάλιστα το γεγονός αυτό προκάλεσε την αντιζηλία των άλλων οπλαρχηγών κάτι το οποίο εξόργισε τον Μπότσαρη, ο οποίος μπροστά τους έσκισε το χαρτί του διορισμού του λέγοντας: "Όποιος είναι άξιος παίρνει το δίπλωμα αύριο μπροστά στον Εχθρό". Αυτή η μεγαλοπρεπής πράξη του αποδεικνύει την ανιδιοτέλειά του και την αγάπη του για την πατρίδα. Επίσης έλαβε μέρος στη μάχη του Πέτα που κατέληξε σε καταστροφή, ενώ βρέθηκε μεταξύ των υπερασπιστών του Μεσολογγίου στην πρώτη του πολιορκία στα τέλη του 1822, όπου παρασύροντας τους Τούρκους σε πλαστές συνομιλίες έδωσε χρόνο στους πολιορκημένους να ενισχύσουν τις οχυρώσεις.

**********
Στα μέσα του 1823, οι φήμες για νέα μεγάλη τουρκική εισβολή, στα πλαίσια μιας καινούργιας προσπάθειας συντριβής της επανάστασης, γίνονταν πραγματικότητα. Οι αψιμαχίες μεταξύ των καπεταναίων για τίτλους και στρατιωτικούς βαθμούς ήταν, ό,τι χειρότερο μπορούσε να συμβεί στη πιο κρίσιμη καμπή της εξέγερσης.
Ο Μάρκος Μπότσαρης, που η διοίκηση τον είχε ορίσει στρατηγό της Δυτικής Ελλάδας, βρίσκεται στο Κεράσοβο της Ακαρνανίας. Με επιστολή του, στις 19 Ιανουαρίου του 1823, γράφει στους καπεταναίους, ότι προσφέρεται να παραιτηθεί από το αξίωμά του, αν αυτό θα συντελούσε στο καλό της πατρίδας.
Ο αναπληρωτής του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, έπαρχου στην περιοχή της Αιτωλίας και Ακαρνανίας, Κ. Μεταξάς, σε μια προσπάθεια συμφιλίωσης των καπεταναίων για την αντιμετώπιση της νέας απειλής, μοιράζει αφειδώς βαθμούς στρατηγίας. Αρχές Ιουλίου τους συγκαλεί σε μια συμφιλιωτική σύσκεψη στα Κερασοβίτικα Καλύβια, όπου και τους όρισε και τις θέσεις τους. Τους Μάρκο Μπότσαρη, Γεώργιο Καραϊσκάκη, Κίτσο Τζαβέλα και Γιαννάκη Γιολδάση, με δύναμη 4.000 πολεμιστές, τους τοποθετεί στο Καρπενήσι.
Από την πλευρά των Τούρκων, δύο ασκέρια υπό τους Μουσταή Πασά της Σκόνδρας με 12.000 Αλβανούς και 3.000 Μιρντίτες (Αλβανοί ορεσίβιοι ρωμαιοκαθολικοί χριστιανοί) και Ομέρ Βρυώνη πασά των Ιωαννίνων με 4.000 αλβανούς, χωρισμένοι σε τρία τμήματα, ξεκινούν σε παράλληλη κάθοδο προς το Μεσολόγγι.
Ο Μουσταή Πασάς της Σκόνδρας, ζητά από τους αρματολούς να προσκυνήσουν και να ενταχτούν στη δύναμή του. Κάποιοι προσκύνησαν και εντάχθηκαν, όπως ο δολοφόνος του Κώστα Λεπενιώτη, Νίκος Θέος από τη Φουρνά. Η επέλαση του βεζίρη Μουσταή, μόνο τρόμο και καταστροφή έφερνε. Σαν έφτασε στ' Άγραφα έγραψε στον Καραϊσκάκη να προσκυνήσει. Ο άρρωστος από φυματίωση Καραϊσκάκης, σε μια προσπάθεια να συγκρατήσει το τμήμα του που τον εγκατέλειπε, απαντά πως φοβάται να προσκυνήσει και θα μείνει πιστός στο ντοβλέτι, αλλά δεν τα κατάφερε. Απογοητευμένος από τη διχόνοια των καπεταναίων και τους συντρόφους του να τον εγκαταλείπουν, αποσύρεται στο μοναστήρι του Προυσού. Από το τμήμα του, μόνο ο ατρόμητος Θανάσης Τσιάκας από το Μοναστηράκι των Αγράφων με 30 πολεμιστές παρενοχλεί τα φουσάτα του Μουσταή.
Ο Μουσταής, εισέρχεται στην Ευρυτανία από τα "Παλούκια" της Τατάρνας (του σημερινού Ραπτόπουλου), όμως, εκεί τον καρτερεί ο καπετάν Τσιάκας και του προξενεί μεγάλη ζημιά. Παρ' όλα αυτά, συνεχίζει την καταστρεπτική πορεία του και μπαίνοντας στα χωριά της Πρασιάς, πυρπολεί το Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στο Κυπαρίσσι, καίει το Μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στα Φουσιανά και καταστρέφει ολοσχερώς το Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου στον συνοικισμό του Προδρόμου. Έπειτα, φτάνοντας στα Λεπιανά, πυρπολεί τη Μονή του Αγίου Δημητρίου, στη Γρανίτσα τη Μονή Εισοδίων της Θεοτόκου, στο Βίρνικο (Βέρνικο) τη Μονή του Αγίου Ιωάννη και στην Τατάρνα πυρπολεί την ιστορική Μονή Τατάρνας. Από εκεί, μέσω Βούλπης, φτάνει στη Βίνιανη, όπου πυρπολεί άλλη μια Μονή (δεν έχει διασωθεί ούτε το όνομά της) και περνώντας τον Μέγδοβα ποταμό, φτάνει, μέσω Στενώματος και Αγίου Αθανασίου, στο Καρπενήσι. Λίγο αργότερα καταφθάνει και ο θείος του, ο Τζελαλεντίν Μπέης από την Φθιώτιδα με 5.000 τουρκαρβανίτες.
Το τρίτο σώμα, υπό τον Άγο Βασιάρη, αποτελούμενο από 9.000 τουρκαλβανούς καταφθάνει κι αυτό από τη Ρεντίνα, μέσω Ζαχαράκη, Αι -Λια Νεοχωρίου, Πάτωμα και Καγκέλια Βελουχιού.
Με τον ερχομό τόσων τούρκικων στρατευμάτων, το Καρπενήσι, έγινε ένα απέραντο στρατόπεδο τουρκαλβανών, τα οποία ανασυγκροτούνται για την επόμενη καταστροφική πορεία τους, μια πορεία που είχε κατεύθυνση προς το Μεσολόγγι. Από τα σπίτια του Καρπενησίου μέχρι τη Μεσοχώρα και το Κεφαλόβρυσο, τα φουσσάτα του Μουσταή ξεπλένονται από τις σφαγές και ετοιμάζονται για νέες.
Ο Μουσταή Πασάς, κάλεσε τον αρματολό του Καρπενησίου Γιαννάκη Γιολδάση να έρθει να τον προσκυνήσει. Ο Γιολδάσης του απάντησε πονηρά, ότι δεν έχει αξία το δικό του το προσκύνημα, αν δεν πείσει και τους άλλους καπεταναίους να πράξουν το ίδιο και του ζητά δεκαπέντε μέρες προθεσμία, προκειμένου να το πράξει. Ο Μουσταής, δέχτηκε τη προθεσμία υπό τον όρο να του στείλει δύο ομήρους για εγγύηση. Κανείς όμως δεν δέχονταν να γίνει όμηρος του πασά, αφού, με τη λήξη της προθεσμίας, ήταν βέβαιος ο θάνατός του. Στο κίνδυνο να αγριέψει ο Πασάς και ν' αρχίσει τις σφαγές και τις καταστροφές, δέχτηκαν εθελοντικά να γίνουν όμηροι δύο γενναίοι πατριώτες. Ο Γιάννης Ράμος, πολεμιστής του Γιολδάση και ο εφημέριος της Λάσπης (Αγίου Νικολάου) παπα -Γιώργης.
Παράλληλα, από την Ακαρνανία όπου βρίσκεται, ο Μάρκος Μπότσαρης, στέλνει μήνυμα στους καπεταναίους, που, ανήμποροι και τρομοκρατημένοι να αντισταθούν στις χιλιάδες των τουρκαλβανών, λουφάζουν στα βουνά του Καρπενησίου. Από εκεί, μέσω Μεσολογγίου, αναχωρεί κρυφά και συναντιέται με τους καπεταναίους που διαφωνούσαν με τον βαθμό του.
Στη συνάντηση αυτή, ο Μάρκος, τόνισε την ανάγκη για ομόνοια και συμφιλίωση και δίνοντας πρώτος το παράδειγμα, σκίζει το δίπλωμα του στρατηγού λέγοντας: "Όποιος είναι άξιος, παίρνει του στρατηγού το δίπλωμα από το Σκόντρα Πασά". Έπειτα, εφοδιάζεται με πυρομαχικά και έχοντας μαζί του 1.250 πολεμιστές, εκ των οποίων οι 400 ήταν Σουλιώτες, φτάνει στο Μικρό Χωριό.
Ήταν προφανές, ότι ο Μάρκος ως σκοπό του είχε να χτυπήσει το στρατό του Μουσταή στο Καρπενήσι. Δεν έβρισκε, όμως, ανταπόκριση από τους Στερεοελλαδίτες καπεταναίους, λόγω της έχθρας που χώριζε αυτούς και τους Σουλιώτες. Ο Καραϊσκάκης, τους Σουλιώτες τους μισούσε από παλιά επεισόδια που είχαν μεταξύ τους στ' Άγραφα. Εκτός από τους Τζαβελαίους με τους οποίους συμφιλιώθηκε, το μίσος του για τους Μποτσαραίους δεν έσβηνε. Μόνο το Μάρκο αναγνώριζε ως ίσο, γενναίο πολεμιστή και άνθρωπο.
Στις 7 Αυγούστου, από το Μικρό Χωριό, ο Μάρκος στέλνει τρεις έμπιστούς του μέσα στο ασκέρι των Αλβανών για αναγνώριση. Έστειλε τον εξάδερφό του Θανάση Τούσια Μπότσαρη, το Θανάση Κουτσονίκα και το Γιάννη Μπαϊρακτάρη. Εισχωρούν πρωί μέσα στο στρατόπεδο και συλλέγοντας πολύτιμες πληροφορίες επέστρεψαν στο Μικρό Χωριό. Συγκαλεί σε συνάντηση τους ντόπιους καπεταναίους που στρατοπεδεύουν στα Λακώματα της Καλιακούδας, κοντά στο χωριό Κλαψί. Στην πρόσκλησή του γράφει: "Αδελφοί Καπεταναίοι. Εγώ ήρθα εδώ και σκοπόν έχω να προσβάλω τον πασά. Αν θέλετε κατεβάτε κάτω στον Άγιον Νικόλαον του χωριού Κλαψίου να κουβεντιάσουμε και να τον κτυπήσουμε μαζί και αν δεν θέλετε μην έρχεσθε".
Ο Ζυγούρης Τζαβέλας, οι Γιολδασαίοι, ο Φωτομάρας, ο Ζέρβας, ο Σιαδήμας και οι Κοντογιανναίοι από την Φθιώτιδα, ανταποκρινόμενοι στην πρόσκλησή του, βρέθηκαν στο Κλαψί, για να ακούσουν το σχέδιο του Μάρκου. Εκεί, ο Μάρκος, τους εξήγησε το σχέδιο της επίθεσης. Αυτός με τους πολεμιστές του, από την μεριά της ποταμιάς, θα προσεγγίσουν το κυρίως σώμα του εχθρού που βρίσκονταν στο Κεφαλόβρυσο και οι υπόλοιποι, θα το χτυπήσουν από τη μεριά της Μπιάρας. Λόγω της μικρής δύναμης πολεμιστών, μπροστά στον πολυάριθμο εχθρό, αυτός με τους δικούς του, θα εισβάλει νύχτα μέσα στο κέντρο του στρατοπέδου, ώστε να πετύχουν αιφνιδιασμό και σύγχυση στον εχθρό. Οι υπόλοιποι περί τους 2.000 θα τους χτυπούν πλαγιομετωπικά και παράλληλα θα αποτρέπουν κίνηση των άλλων δύο στρατοπέδων προς το Κεφαλόβρυσο. Ο Γιάννης Γιολδάσης, ακούγοντας το παράτολμο σχέδιο, φέρνει αντιρρήσεις. Προτείνει την από το νότο κατά μέτωπο επίθεση, σε μια προσπάθεια εξαναγκασμού του εχθρού να υποχωρήσει προς τη Θεσσαλία. Ανησυχεί, όμως, και για την τύχη των δυο ομήρων που άφησε ως εγγύηση στον πασά. Ο Μάρκος του απάντησε: "Ας παν κι αυτοί κορμπάνι για το γένος" κι έκλεισε με το αρχικό του σχέδιο.
Οι Σουλιώτες καπεταναίοι κάνουν διεισδύσεις από τον Άγιο Αντρέα και την Μπιάρα με στόχο τους τον έλεγχο της πρόσβασης προς τα ανατολικά του εχθρικού στρατοπέδου. Ασφαλίζουν τη μεγάλη και αφύλακτη στρατηγική διασέλα, βόρεια του Κώνισκου και την πρόσβαση από την Άγιο Ανδρέα - Μπιάρα και μέχρι τον Καρπενησιώτη ποταμό. Με την εκδήλωση της επίθεσης του Μάρκου στο στρατόπεδο του Κεφαλόβρυσου, το τμήμα αυτό θα χτυπούσε από τα ανατολικά. Παράλληλα βόρεια προς το μέρος του Καρπενησιού και δυτικά προς τη μεριά της Μεσοχώρας όπου βρίσκονταν οι 3.000 Μιρντίτες, ώστε να καθηλώσουν τα άλλα δύο αυτά εχθρικά στρατόπεδα στις θέσεις τους.
Αν και όλη η προεργασία της επίθεσης γίνονταν μυστικά, δεν έλειψαν οι προδότες που φρόντισαν να ενημερώσουν τον Μουσταή Πασά για τις προθέσεις του Μάρκου. Αυτός, υπεροπτικά, καθησύχαζε τους αξιωματικούς του, λέγοντάς τους, πως όλον τον καιρό αναζητεί να χτυπηθεί με κλέφτες, οι οποίοι έχουν χαθεί από το φόβο τους, αλλά υποψιάζονταν, ότι δε θα τολμήσουν να αναμετρηθούν με τον ασύγκριτα πολυάριθμο στρατό του. Ο Τζελαλεντίν Μπέης, επέμενε, ότι γνωρίζει το Μάρκο και ξέρει, ότι αψηφά τους κινδύνους και θα χτυπήσει. Ο Μουσταής, απαντά για το Μάρκο ειρωνικά. Μόνο ο Τότι Πρέγκα, ο αρχηγός των Μιρντιτών, λαμβάνει σοβαρά τα μηνύματα και χτίζει προχώματα.
Τα μεσάνυχτα 8 προς 9 Αυγούστου του 1823, πέντε ώρες μετά το βασίλεμα του ήλιου, ο Μάρκο(ς) Μπότσαρης με 350 μπαρουτοκαπνισμένους "Σουλιώτες", εκ των οποίων οι 20 Ευρυτάνες, χωρισμένοι σε μικρές ομάδες, εισβάλουν στο στρατόπεδο του Κεφαλόβρυσου από τη ποταμιά.
Ως γνωστόν, η ενδυμασία των τουρκαλβανών είναι πανομοιότυπη με τη φουστανέλα των Ελλήνων, επίσης ίδια είναι και η γλώσσα τους, η αρβανίτικη και αυτό το εκμεταλλεύεται ο Μάρκος με τους πολεμιστές του. Όμως, για να γνωρίζονται μεταξύ τους, φοράνε μαντίλια στο κεφάλι και ανασκουμπώνουν τα μανίκια τους. Οι Σουλιώτες, για την αναμεταξύ τους αναγνώριση (για την αποφυγή σύγχυσης), χρησιμοποιούν το σύνθημα "τσίλι γιε τι;" (ποιος είσαι συ;) και ως παρασύνθημα το "χέκουρ" (σίδερο). Με αυτόν τον τρόπο εισέβαλαν στο κέντρο του στρατοπέδου, χωρίς να τους πάρουν είδηση. Οι περισσότεροι τουρκαλβανοί κοιμόντουσαν και οι υπόλοιποι, αμέριμνοι από την ήσυχη νύχτα του Αυγούστου, δεν υποψιάζονται το κακό που τους περιμένει. Οι Σουλιώτες, σαν τα ξωτικά της νύχτας, διαβαίνουν ανάμεσά τους και μέσα απ' τις φορεσιές τους, σιγά -σιγά, φανερώνονται τα αστραφτερά γιαταγάνια τους.
Ξάφνου, τη γαλήνη της νυχτιάς την αναστατώνει η σάλπιγγα της επίθεσης. Τα σουλιώτικα γιαταγάνια δε γυαλίζουν πια από το φεγγαρόφωτο της νύχτας, αλλά από το αίμα των τρομοκρατημένων τουρκαλβανών, που προσπαθούν να κρυφτούν ακόμη και από την ίδια τους τη σκιά. Το Κεφαλόβρυσο, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, μετατρέπεται σε ένα απέραντο σφαγείο ανθρώπων. Οι Σουλιώτες, αλαλάζοντας σαν τρελοί, δεν ανασαίνουν ούτε στιγμή. Ήταν ένας αγώνας δρόμου, για να μην προλάβουν οι τουρκαλβανοί να συνέρθουν και ο κάθε Σουλιώτης έσφαζε τους εχθρούς του τον έναν πίσω από τον άλλον. Βλέποντας τους "αήττητους" του Μουσταή Πασά της Σκόνδρας πανικοβλημένους και πνιγμένους στο αίμα, ορμούν με ακόμα περισσότερη μανία και ατέλειωτο πάθος. Μεγάλος είναι ο πανικός και η σύγχυση που επικρατεί στους τουρκαλβανούς. Δεν ξέρουν από ποιον να φυλαχτούν και σφάζονται μεταξύ τους.
Ο Μάρκος, που δεν χορταίνει τον πανικό που έσπειρε, ψάχνει για αξιωματούχους προς σφαγή. Με το βλέμμα του αετού που αναζητεί το θήραμά του και με το αιματοβαμμένο σπαθί στο χέρι του, τραυματίζεται κοντά στα σκέλια του από βόλι, αλλά αδιαφορεί και απτόητος συνεχίζει. Σώνει και καλά, ψάχνει να βρει το θύμα του. Ξάφνου βρίσκεται στο "κουλούρι του Καραγιάννη" που πίστεψε, ότι υπήρχαν αξιωματικοί και γεμάτος πάθος ορμά στον μαντρότοιχο. Δεν τα κατάφερε όμως. Ένα βόλι τον βρίσκει πάνω από το δεξί του μάτι και έγειρε, γονάτισε, έπεσε καταγής. Το λιοντάρι της Ηπείρου κείτεται πια νεκρό. Ο Θανάσης Τούσιας Μπότσαρης, ο ξάδερφος του Μάρκου, βλέποντάς τον πεσμένο στο χώμα, τον αρπάζει στις πλάτες του και με γρήγορες κινήσεις εγκαταλείπει το διαλυμένο πλέον στρατόπεδο. Σε λίγο ξημερώνει και το σύνθημα της αποχώρησης σηματοδοτεί το τέλος της μάχης.
Καθώς οι πρώτες αχτίδες του ήλιου διαπερνούν τον αχνό της πρωινής υγρασίας, ανακατεμένον μ' εκείνον του καμένου μπαρουτιού και του αίματος που αχνίζει, οι Σουλιώτες αποχωρούν χωρίς τον κίνδυνο να τους ακολουθήσει κανείς. Εξάλλου, οι τουρκαλβανοί, δεν συνειδητοποίησαν ακόμη τι τους συνέβη και συνεχίζουν να σφάζονται μεταξύ τους. Λουσμένοι πατόκορφα απ' το εχθρικό αίμα γελούν με το κατόρθωμά τους. Μαζί τους, εκτός τα πολλά λάφυρα, σέρνουν αιχμάλωτο και τον διοικητή του στρατοπέδου, τον Άγο Βασιάρη. Όταν απομακρύνονται αρκετά από το διαλυμένο στρατόπεδο και χάνονται οι κραυγές του πόνου και της απελπισίας, φτάνουν σε ένα αναπάντεχο θέαμα. Σε ένα πλάτωμα του Κώνισκου, βλέπουν τον αρχηγό τους, το Μάρκο, νεκρό. Δίπλα του, οι συνοδοί του σκυφτοί και αμίλητοι. Η χαρά της νίκης μετατρέπεται σε οδύνη και το μίσος της εκδίκησης τρελαίνει το μυαλό τους. Με μιας γονατίζουν τον αιχμάλωτο Άγο Βασιάρη μπρος στο σώμα του αρχηγού τους, όπως ορίζουν τα αρχαία πολεμικά έθιμα, και τον σφάζουν. Μια συνοδεία από 100 συντρόφους του, παιρνουν την σωρό του Μαρκου και την μετέφεραν στο Μεσολόγγι, πάνω στο άλογό του, στηριγμένο σαν να είχε καβαλικέψει. Τα λάφυρα των επαναστατών ήταν: 4 σημαίες, 1600 τουφέκια, 1800 πιστόλες, 300 σπαθιά, 1200 άλογα κι άλλα, κι άλλα. Οι Τούρκοι είχαν κοντά 2000 νεκρούς, ενώ οι Έλληνες 60 νεκρούς και 42 τραυματίες.
Περνώντας από τον Προυσό κάθισαν λίγο να ξαποστάσουν. Πήρε είδηση ο Καραϊσκάκης, και άρρωστος καθώς ήταν, κατέβηκε από το καλύβι του στο δρόμο τρεκλίζοντας, γονάτισε μπροστά στο κουφάρι του Μάρκου και μονολόγησε προφητικά για τον εαυτό του:
«Άμποτες ήρωα Μάρκο, από τέτοιο βόλι να πήγαινα κι εγώ».
Σε λίγο η πομπή ξεκίνησε για το Μεσολόγγι. Εκεί η υποδοχή του νεκρού ήταν αντάξια του μεγαλείου του. Η κηδεία στάθηκε γεγονός τόσο μεγαλοπρεπές που από μόνη της εμψύχωνε τα πλήθη και τα πότιζε πόθο για λευτεριά. Πάμπολλα ήταν τα τραγούδια που ύμνησαν την λεβεντιά του ήρωα και τον τραγικό χαμό του. Και τα τραγούδια αυτά έμεινα και έφτασαν ως εμάς για να θυμίζουν τις δύσκολες εκείνες μέρες που το έθνος μέσα από συμπληγάδες αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του.
«…Μεγάλος θρήνος έγινε μέσα στο Μεσολόγγι.
Το Μάρκο παν’ στην εκκλησιά, το Μάρκο παν’ στον τάφο.
Εξήντα παπάδες παν’ μπροστά και δέκα δεσποτάδες.
Κι από κοντά Σουλιώτισσες πάνε μοιρολογώντας.
Σηκώσου απάνω, Μάρκο μου, και μη βαριά κοιμάσαι.
Πώς να σηκωθώ, μωρέ παιδιά, και πως να αναβλέψω;
Έχω μολύβι στην καρδιά, και βόλια στο κορμί μου.
Κι ανάμεσα στο στήθος μου είμαι μαχαιρωμένος…»
Η είδηση του χαμού του Μάρκου Μπότσαρη ακούγεται σαν στρίγγλα και σχίζει βουνά και λαγκάδες σέρνοντας μοιρολόγια σε όλη την επαναστατημένη Ελλάδα. Ο Μάρκο(ς) Μπότσαρης, εκεί, στο Κεφαλόβρυσο, διάβηκε την πύλη της αιωνιότητας. Μαζί και 60 σύντροφοί του.
Το μίσος του Μουσταή Πασά της Σκόνδρας, έπειτα από το χαλασμό που του προξένησαν οι Σουλιώτες, δεν περιγράφεται. Περί τους χίλιους οι νεκροί αντάμα με τους τραυματίες, χώρια αυτοί που σκόρπισαν και δεν επέστρεψαν από τον πρωτόγνωρο τρόμο που έζησαν. Μα πάνω απ' όλα καταρρακώθηκε το ηθικό του στρατού του. Από τους δυο ομήρους του πασά, ο μεν Γιάννης Ράμος απαγχονίστηκε αμέσως, ο δε παπα-Γιώργης, τη νύχτα του χαλασμού, κατάφερε να δραπετεύσει.
Η μάχη του Κεφαλόβρυσου στο Καρπενήσι ήταν επιτυχής. Το αποτέλεσμά της, όμως, θα ήταν καλύτερο, αν δεν υπήρχε η αδικαιολόγητη καθυστέρηση συμμετοχής στη μάχη του τμήματος από την ανατολική πλευρά. Μόνο ο Κίτσος Τζαβέλλας με τους πολεμιστές του ενήργησε έγκαιρα, πράγμα που αποδείχτηκε σωτήριο για την έκβασή της. Η σύγχυση μεταδόθηκε και στα υπόλοιπα εχθρικά στρατόπεδα, τα οποία, μη γνωρίζοντας τι συμβαίνει, καθηλώθηκαν στις θέσεις τους. Μια ιστορική παράμετρος της μάχης, ήταν ο τρόπος κρούσης αυτής. Ήταν η πρώτη μάχη στη παγκόσμια πολεμική ιστορία με τα χαρακτηριστικά των σύγχρονων καταδρομών!

**********
Την εποχή της Τουρκοκρατίας, οι καλόγεροι και γενικά όσοι είχαν πρόσβαση στα εκκλησιαστικά βιβλία, κάθε φορά που σημειώνονταν κάποιο ιστορικό γεγονός, είτε επρόκειτο για σεισμό είτε για μάχη, σημείωναν σε λευκές σελίδες των βιβλίων αυτών, ή και στο περιθώριό τους μια μικρή αναμνηστική καταγραφή. Το παρακάτω κείμενο είναι μια τέτοια θύμιση από την Ακολουθία του Αγ. Βησσαρίωνος, της Ιεράς μονής Τατάρνας, με χρονολογία 1823.
ΘΥΜΗΣΗ : «Όντας ήρθε ο Σκόντρας Πασάς από τον τόπο του με δώδεκα χιλιάδες. Και ήρθε στα Τρίκαλα και έμασε και άλλους ντόπιους και έγιναν δέκα πέντε χιλιάδες Και έστειλε να προσκυνήσουν οι Καπεταναίοι όλοι. Και οι Καπεταναραίοι δεν το εδεχθήκανε κανένας να πάνε να προσκυνήσει. Και επήγαν και εχάλασαν του Στουρνάρα. Και έπειτα έστειλε να πάγη ο Καπετάν Καραϊσκάκης να τον προσκυνήσει που ήταν Καπετάνιος στα Άγραφα. Ούτε και αυτός επήγε. Και εκίνησαν οι Τούρκοι και επήραν τα Άγραφα σβάρνα καίγοντας και ήλθανε στα Απινιανά.
Και όθεν απεργούσαν δεν άφηναν τίποτε ούτε καλύβια και μοναστήρια και εκκλησίες, όλα τα έβαλαν φωτιά και έπειτα επήγαν μέσα στο Καρπενήσι και εστάθηκαν ένα μήνα και αμαζώχτηκαν οι Καπεταναρέοι και ήλθε και ο Μάρκος από το Μεσολόγγι με χίλιους Σουλιώτες. Μαζώχτηκαν στη Ράχη στη Χελιδόνα και έγιναν οι ρωμαίοι χιλιάδες τέσσερις. Και εσηκώθη ο Καπετάν Μάρκος με τ' ασκέρι του και επήγανε στην φωτιάν και οι άλλοι ήταν απέξω, όπου φύλαγαν τις (στράτες) και ο Μάρκος ερίχτηκε μέσα με το σπαθί και εκόπηκαν Τούρκοι οχτακόσιοι πενήντα πάνω Ρωμαίγοι ουδέ έξι και λαβωμένοι είκοσι πέντε. Και εκείνην την ημέρα την (που) επολέμησαν εσκοτώθη και ο Καπετάν Μάρκος. Το ασκέρι το Ρωμέικο εκρύωσε πολύ, ως τόσο ήταν φοβερός ο Καπετάνιος.»
**********
Ένα πουλί θαλασσινό,
καημένε Μάρκο Μπότσαρη.
Λέει σ’ ένα βουνίσιο,
Μάρκο Μπότσαρη, Σουλιώτη.
Εσκότωσαν το Μάρκο μας,
καημένε Μάρκο Μπότσαρη.
Ωχ, στην άκρη στο ποτάμι,
Μάρκο Μπότσαρη, Σουλιώτη.
Κι η μάνα του τον έκλαιγε,
καημένε Μάρκο Μπότσαρη.
Μάρκο μου πού το ’χεις το σπαθί,
καημένε Μάρκο Μπότσαρη.
που το ’χεις το ντουφέκι,
Μάρκο Μπότσαρη, Σουλιώτη.
Το πήραν τα συντρόφια μου
καημένε Μάρκο Μπότσαρη,
το πήραν τα παιδιά μου,
Μάρκο Μπότσαρη, Σουλιώτη.
Και με τους Τούρκους πολεμούν,
καημένε Μάρκο Μπότσαρη.
Και με του γκοντζαμπασήδες,
Μάρκο Μπότσαρη, Σουλιώτη.