15/7/12

Επίθεση στην Βοϊτσά.

Εφημερίδα "Εμπρός" 12-2-1947.

To Αρχηγείο Δυτικής Στερεάς (ΑΔΣ) του ΔΣΕ, συστάθηκε ως ξεχωριστό σώμα, το τελευταίο δεκαήμερο το Γενάρη του 1947. Η δύναμή του ανέρχονταν σε 50 άνδρες και γυναίκες και ήταν χωρισμένο σε δύο διμοιρίες. Στην πρώτη διοικητής ήταν ο Γιώργος Νταούλας (Ανταίος) και πολιτικός επίτροπος ο παλιός καπετάνιος του ΕΛΑΣ Μιχάλης Ταργαζίκης (Ζαχαριάς). Στην δεύτερη διμοιρία διοικητής ορίσθηκε ο ανθυπολοχαγός Γιάννης Γρίβας και πολιτικός επίτροπος ο Σπύρος Κομπλίτσης από την Μπαμπίνη Ξηρομέρου. Το ΑΔΣ διέθεται και δύο συνδέσμους: Τον Αστραπόγιαννο από τα Κανάλια Καρδίτσας και τον Βασίλη από τον Μεσενικόλα.
Το ΑΔΣ στις 9 Φλεβάρη βρίσκεται κοντά στο χωριό Κυδωνιά της Ναυπακτίας και έρχεται σε επαφή με τον παλιό αγωνιστή του ΕΛΑΣ Γιάννη Τρίφτη. Η συζήτηση που γίνεται μαζί του, αφορά την κίνηση των κυβερνητικών δυνάμεων σε όλο το μήκος του Εύηνου ποταμού. Ο Τρίφτης που διαμένει στην περιοχή, τους ειδοποιεί ότι στο χωριό Ελατόβρυση βρίσκεται σταθμευμένη μεγάλη δύναμη χωροφυλακής. Το ΑΔΣ αποφασίζει την επιχείρηση μέσα στην Ελατόβρυση και το χτύπημα του σταθμού χωροφυλακής.
Την επόμενη ημέρα το επιτελείο του ΑΔΣ συνεδριάζει και παίρνει πληροφορίες για την κατάσταση στην Ελατόβρυση.
Αποφασίζονται τα παρακάτω:
-Χτύπημα του εκεί σταθμού της χωροφυλακής με σκοπό τον καλύτερο έλεγχο της περιοχής και τον εξοπλισμό από τα λάφυρα.
-Περικύκλωση του χωριού από τις δυνάμεις του ΔΣΕ ώστε κανείς κάτοικος να μην περάσει εκτός του χωριού και ειδοποιήσει τον σταθμό που βρίσκονταν λίγο μακρύτερα από την βόρεια είσοδό του.
Τον χάρτη του χωριού και τον σταθμό της χωροφυλακής τον σχεδιάζει με ιδιαίτερη ικανότητα ο Τρίφτης. Επίσης, ο αξιολογότατος αυτός αγωνιστής έχει ήδη διασφαλίσει συνδέσμους και οδηγούς για τους αντάρτες μέσα στο χωριό.
Η επιχείρηση στην Ελατόβρυση ξεκινά το πρωί της 11-02-1947. Οι αντάρτες εισέρχονται με προφύλαξη στο χωριό και σκοποί τους καταλαμβάνουν γρηγορα και αθόρυβα τις εισόδους και τα κεντρικά τους σημεία. Ένας μονάχα χωρικός έχει βγει νωρίτερα από την άφιξη των ανταρτών από τον κλοιό τους και πάει στα κτήματά του. Οι χωρικοί κλείνονται στα σπίτια τους αντιμετωπίζοντας του αντάρτες με φόβο, αφού η διοίκηση έχει διατάξει την απαγόρευση εισόδου και εξόδου. Μετά από την διασφάλιση της περιμέτρου δύο ομάδες των 10 αντρών στέλνονται με τους συνδέσμους και τους οδηγούς στον σταθμό χωροφυλακής. Πρόκειται για ένα κτίσμα τριών ορόφων έξω από το χωριό. Η ομάδα Κορόζη με τους Ρουμελιώτη, Σπύρο Κομπλίτση και άλλους, ενεργεί νοτιοδυτικά του σταθμού και ανατολικά η ομάδα Ζαχαριά. Η πρώτη επίθεση γίνεται με αντιαρματικό βλήμα στην κύρια είσοδο. Εκεί πέφτει νεκρός και ο σκοπός χωροφύλακας. Ήδη με τα πρώτα πυρά τους, η ομάδα Κομπλίτση περνά μέσα στο κτίριο και μια δύναμη 30 χωροφυλάκων και ενός ενωμοτάρχη παραδίδεται αύτανδρη χωρίς να ρίξει παρά 5-6 τουφεκιές.
Ο ΔΣΕ χωρίς καμιά απώλεια καταλαμβάνει:
-25 ατομικά τουφέκια.
-5 ατομικά αυτόματα.
- 2 οπλοπολυβόλα.
- Πάνω από 20.000 σφαίρες.
- Ένα κιβώτιο χειροβομβίδες Μιλς.
-Τρόφιμα, ιματισμό και υπόδηση, καθώς και όλα τα αρχεία του σταθμού.
Από τα παραπάνω καταδεικνύεται η οπλική ανωτερότητα των χωροφυλάκων που θα μπορούσαν να προβάλλουν αξιόλογη αντίσταση αν το είχαν επιθυμήσει.
Οι αιχμάλωτοι χωροφύλακες οδηγούνται με το πρώτο πρωινό φως στην πλατεία του χωριού και οι χωρικοί αφήνονται να ηρεμήσουν αφού η μάχη έχει τελειώσει και τα μέτρα ασφαλείας έχουν χαλαρώσει. Ομιλία γίνεται στο καφενείο του χωριού όπου επιτελάρχες του ΑΔΣ εξηγούν τι είναι και γιατί μάχεται ο ΔΣΕ. Οι χωροφύλακες και ενωμοτάρχης μετά από έντονες συστάσεις αφήνονται ελεύθεροι. Το κλίμα για τον ΔΣΕ αλλάζει και το χωριό ηρεμεί. Την ίδια ημέρα αρκετοί νέοι θα ενωθούν με τους αντάρτες ανάμεσά τους και ο παλιός ΕΠΟΝίτης και αγνό παλικάρι Μπούσγος Ηλίας, που σκοτώθηκε αργότερα και το κεφάλι του εξετέθη στην Ελατόβρυση…
Πηγή: Ιστολόγιο "Κόκκινος Φάκελος".

14/7/12

"Πιθανότερη η έξοδος της Ιταλίας παρά της Ελλάδας από το ευρώ!"


Η Ιταλία, και έπειτα η Ιρλανδία, θα είχαν περισσότερους λόγους να αποχωρήσουν από την ευρωζώνη από ό,τι η Ελλάδα ή άλλες χώρες -πληττόμενες ή μη από την κρίση- σύμφωνα με ανάλυση της "Bank of America-Merrill Lynch", που υπενθυμίζει την δυνατότητα, την πιθανότητα και τους κινδύνους της οικειοθελούς αποχώρησης μιας χώρας από το κοινό νόμισμα. 
Κρίσιμο θέμα βέβαια είναι ότι το Βερολίνο πιστεύεται πως θα πάσχιζε να κρατήσει αρτιμελή την Ευρωζώνη πάση θυσία, αλλά το περιθώριο κινήσεών του θα ήταν περιορισμένο εκ των πραγμάτων.
Η ανάλυση της "Bank of America- Merrill Lynch" βασίζεται στην ανάλυση κόστους-απόδοσης και στη θεωρία παιγνίων (game theory).  Τα συμπεράσματα της ανάλυσης, όπως μεταδίδει το πρακτορείο Bloomberg, δείχνουν πως οι αγορές ίσως υποτιμούν το ενδεχόμενο οικειοθελούς αποχώρησης κρατών από την ευρωζώνη.
Η Ρώμη, υποστηρίζει η ανάλυση, έχει τις μεγαλύτερες πιθανότητες να επιτύχει μία συντεταγμένη επιστροφή σε κοινό νόμισμα, διαφυλάσσοντας μέρος του οφέλους που θα είχε η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς της. Σε παρόμοια θέση εκτιμάται ότι βρίσκεται και το Δουβλίνο.
Το Βερολίνο έχει μεν την μεγαλύτερη οικονομική ισχύ από τους «17» να τα βγάλει πέρα μόνο του, ωστόσο έχει τα λιγότερα κίνητρα από όλους -επειδή η καθαρά εξαγωγικού προσανατολισμού γερμανική οικονομία θα βρισκόταν αντιμέτωπη με πολύ πιο δύσκολες καταστάσεις που θα την οδηγούσαν σε αδύναμη ανάκαμψη, θα επηρέαζαν το εμπορικό της ισοζύγιο, θα έφερναν απρόσμενες επιπτώσεις στους ισολογισμούς της και πιθανώς, υποστηρίζει η ανάλυση, θα την οδηγούσε και σε υψηλότερο κόστους δανεισμού, την στιγμή που αυτό σήμερα είναι μηδενικό. 
Σε ανάλογη θέση, για διαφορετικούς λόγους, τοποθετεί η ανάλυση την Αυστρία, τη Φινλανδία και το Βέλγιο. Ανάμεσα στις χώρες που πλήττονται από την κρίση μάλιστα, η Ισπανία έχει τα λιγότερα κίνητρα οικειοθελούς αποχώρησης, σύμφωνα με την ανάλυση. Η Ελλάδα βρίσκεται κάπου στη μέση.
Ως εκ τούτου, η Γερμανία θα είχε τεράστια κίνητρα να στηρίξει την Ιταλία ώστε να την κρατήσει εντός ευρώ -όμως λόγω του μεγέθους της ιταλικής οικονομίας, δεν θα μπορούσε να κάνει πολλά. Επειδή το γερμανικό «αντίδωρο» στην Ιταλία για παραμονή στο ευρώ θα ήταν ακριβότερο, και οι Ιταλοί θα δέχονταν πιο δύσκολα τους όρους που θα το συνόδευαν, η Ιταλία θεωρείται ότι έχει περισσότερα κίνητρα για αποχώρηση από ό,τι η Ελλάδα.

Για μια χούφτα ντομάτες...


Αλμερία : Παράδεισος θερμοκηπίων, κόλαση μεταναστών!
Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Le Monde diplomatique".
Του Daum Pierre, μετάφραση: Λογοθέτης Χάρης.
Οι καταναλωτικές μας συνήθειες έχουν επιπτώσεις. Έτσι, εάν αγοράσουμε ένα κιλό ντομάτες, μέσα στο χειμώνα, θα βρούμε: την άνοστη γεύση, τη στυγνή εκμετάλλευση των μεταναστών στην Ισπανία, την αντίστοιχη εκμετάλλευση των ανατολικοευρωπαίων φορτηγατζήδων που τις μεταφέρουν, τη μόλυνση από τα φορτηγά τους, τα κέρδη των μεγάλων εμπορικών αλυσίδων και, εν κατακλείδι, έναν προβληματισμό για την... παγκοσμιοποίηση των εμπορικών συναλλαγών.
Κάθε χρόνο γίνεται το ίδιο. Από τον Οκτώβριο, οι χωριάτικες ντομάτες, δηλαδή όσες έχουν παραχθεί τοπικά, εξαφανίζονται σιγά σιγά από τους πάγκους των λαϊκών αγορών και από τα ράφια των σουπερμάρκετ της Δυτικής Ευρώπης, για να δώσουν τη θέση τους σε ένα και μοναδικό προϊόν: την ισπανική ντομάτα [1] -σκληρή, τραγανή ή μαλακιά, χωρίς ιδιαίτερη γεύση, η οποία, αντί να ωριμάσει μέσα στο πανέρι με τα φρούτα σας, παραμένει άτονη χρωματικά και σαπίζει πολύ γρήγορα. «Οι Γάλλοι θέλουν να τρώνε ντομάτα όλον τον χρόνο, ακόμη και μέσα στον χειμώνα» διαπιστώνει ο Ρομπέρ, [2] υπεύθυνος του τμήματος μαναβικής σε πολυκατάστημα Carrefour της Νότιας Γαλλίας. «Και έτσι, φέρνουμε!»
Όμως, όπως και οι Γερμανοί, οι Βρετανοί, οι Ολλανδοί, οι Πολωνοί και άλλοι, οι Γάλλοι αρνούνται να πληρώσουν την ντομάτα περισσότερο από 2 ευρώ το κιλό, ακόμη κι όταν είναι εκτός εποχής. Το πρόβλημα είναι γεωπονικό -πώς θα παράγονται ντομάτες τον χειμώνα- όσο και οικονομικό -πώς θα επιτευχθεί κόστος μέχρι τα 50 λεπτά το κιλό, για να πουληθούν με λιανική τιμή κάτω των 2 ευρώ; Η λύση βρέθηκε σε μια μικρή επαρχία της Ανδαλουσίας, την Αλμερία. Δεκαπέντε χιλιόμετρα ακτογραμμή, επτά χιλιόμετρα ενδοχώρα, ανάμεσα στη Μεσόγειο και την επιβλητική Σιέρα δε Γκάδορ. Μια περιοχή που συνδυάζει τη μεγαλύτερη ηλιοφάνεια της Ευρώπης με το πιο κακοπληρωμένο εργατικό δυναμικό.
Ο απλός περαστικός από αυτά τα άλλοτε ερημικά τοπία, που χρησίμευσαν ως φυσικό σκηνικό για μερικά από τα πιο γνωστά σπαγγέτι γουέστερν, [3] δεν μπορεί παρά να εντυπωσιαστεί από το θέαμα χιλιάδων πλαστικών θερμοκηπίων, που πότε προβάλλουν σαν φρούρια, πότε στέκουν μισοδιαλυμένα από τους ανέμους. Πόσα είναι στο σύνολο; Περίπου τριάντα χιλιάδες, το ένα δίπλα στο άλλο, σε μια έκταση τριάντα έως σαράντα χιλιάδων εκταρίων. Εδώ δουλεύουν δεκάδες χιλιάδες μετανάστες, πολλοί από τους οποίους είναι παράνομοι, για να τροφοδοτούν με οπωροκηπευτικά τους ευρωπαίους καταναλωτές, ανεξαρτήτως εποχής. [4]
Σύμφωνα με τον Χουάν Κάρλος Τσέκα, ερευνητή στο εργαστήριο κοινωνικής ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου της Αλμερίας, «υπολογίζουμε τον αριθμό των εργατών γης στα θερμοκήπια σε 110.000, μεταξύ των οποίων 80.000-90.000 είναι ξένοι. Από αυτούς, οι 20.000-40.000 είναι παράνομοι» -Μαροκινοί (50%), άλλοι Αφρικανοί, Λατινοαμερικάνοι, Ρουμάνοι.
Στη Γαλλία, για μια εργάσιμη ημέρα οκτώ ωρών, ο εργάτης γης αμείβεται με 55,40 ευρώ καθαρά. Με τις διάφορες επιβαρύνσεις, κοστίζει στον εργοδότη του 104 ευρώ. Στην Αλμερία, οι εργάτες γης παίρνουν μόνο 32 έως 37 ευρώ, μολονότι το επίσημο κατώτατο ημερομίσθιο ανέρχεται σε 44,40 ευρώ καθαρά. [5]
Και καθώς οι εργάτες αυτοί σπάνια δηλώνονται, δεν κοστίζουν τίποτε παραπάνω στο αφεντικό τους. Οι πιο τυχεροί ανάμεσά τους ζουν στοιβαγμένοι ανά δεκαπέντε σε μικρά διαμερίσματα εργατικών πολυκατοικιών. Όσοι περισσεύουν βολεύονται στις κατασκευές που, ειρωνικά, αποκαλούνται «κορτίχος», καλύβες από τσιμεντόλιθους χωρίς νερό και ηλεκτρικό ρεύμα, οι οποίες, κανονικά, χρησιμοποιούνται από τους ιδιοκτήτες γης ως αποθήκες λιπασμάτων και χημικών προϊόντων. [6] Οι πλέον κακότυχοι προσπαθούν να επιβιώσουν στις «τσαμπόλας», πρόχειρες παράγκες από σανίδες και πλαστικό, που στήνονται στα πιο δυσπρόσιτα -και κρυμμένα- μέρη, μέσα στα θερμοκήπια. «Είμαι τυχερός», μας λέει σε σπαστά ισπανικά ο Ελ Μέχντι, 23 χρόνων, που ήρθε από το Τετουάν του Μαρόκου. «Το αφεντικό είναι καλό, δεν με ρώτησε αν έχω χαρτιά». Το δωμάτιο είναι καταθλιπτικό, χωρίς παράθυρο, χωρίς πόσιμο νερό, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς θέρμανση. Σάκοι με γαλαζόπετρα είναι στοιβαγμένοι στον διπλανό χώρο.
Ο Ελ Μέχντι έχει μόνο έναν εργοδότη, τον ιδιοκτήτη των δύο γειτονικών θερμοκηπίων. Παίρνει 33 ευρώ την ημέρα, για οκτώ με δέκα ώρες δουλειά, «αλλά μόνο τις μέρες που έχει μεροκάματο». Είναι ευχαριστημένος, «γιατί, το καλοκαίρι, όταν δεν δουλεύουμε για δύο μήνες, το αφεντικό με αφήνει να μένω εδώ».
Για αυτούς τους «sin papeles» (μετανάστες χωρίς χαρτιά), η Ευρώπη πρωτοάκουσε ξαφνικά, στις αρχές του Φεβρουαρίου του 2000, όταν η δολοφονία μιας νεαρής Ισπανίδας από κάποιον ψυχικά διαταραγμένο Μαροκινό πυροδότησε τρεις ημέρες ρατσιστικής παραφοράς στην πόλη Ελ Εχίδο. Χιλιάδες Ισπανοί καταδίωκαν με σιδερολοστούς τον παραμικρό «Moro» (Μαυριτανό, Μαροκινό) στους δρόμους, τα μπαρ και τα εμπορικά καταστήματα. Οι ταραχές είχαν απολογισμό πενήντα τέσσερις τραυματίες, μεταξύ των οποίων είκοσι αστυνομικοί και άλλοι τόσοι μετανάστες.
Από τότε; «Η κατάσταση δεν έχει βελτιωθεί και, μάλιστα, έχει χειροτερέψει» υποστηρίζει ο Σπιτού Μέντι, υπεύθυνος του συνδικάτου εργατών γης (ΣΕΓ) για την περιοχή της Αλμερία. Κάθε χρόνο, μετανάστες βρίσκονται δολοφονημένοι σε χαντάκια, μέσα στα θερμοκήπια. Η αστυνομία κάνει μια τυπική έρευνα και οι ένοχοι δεν βρίσκονται ποτέ.
Μηχανολόγος-τεχνικός της Casur, του μεγαλύτερου αγροτικού συνεταιρισμού της Αλμερία, ο Ισιδόρο Μαρτίνες μάς ξεναγεί με περηφάνια στο συνεταιριστικό εργοστάσιο. Πελάτες του είναι τα Carrefour στη Γαλλία, τα Netto στη Γερμανία και τη Δανία, τα Lidl σε όλη την Ευρώπη. Κάθε ντομάτα, αμέσως μόλις φθάσει εδώ, περνάει σε ένα αυτόματο πλυντήριο με εκτοξευτήρες νερού, απορρυπαντικό, περιστρεφόμενες βούρτσες και στεγνωτήρα καυτού αέρα, έτσι ώστε, όπως μας εξηγεί ο ξεναγός μας, «να αφαιρεθούν από την επιφάνειά της όλα τα υπολείμματα χαλκού και θείου, που θα μπορούσαν να απωθήσουν τον καταναλωτή». Για να συμπληρώσει με χαμόγελο: «Στην πραγματικότητα, βέβαια, τα πιο επικίνδυνα χημικά παραμένουν αόρατα».
Φορτηγά μέσα στο χειμώνα...
Μόλις ταξινομηθούν σύμφωνα με την ποιότητα και το μέγεθός τους, οι ντομάτες τοποθετούνται σε παλέτες και αφήνονται για μία ή δύο ημέρες σε ένα κρύο δωμάτιο, μέχρι η θερμοκρασία τους να πέσει στους 10°C. Στη συνέχεια, φορτώνονται σε φορτηγά ψυγεία, έτοιμα να ξεχυθούν σε όλη την Ευρώπη. Στην αιχμή της χειμερινής περιόδου, από Δεκέμβριο μέχρι Φεβρουάριο, ο αριθμός των φορτηγών που ξεκινούν από την περιοχή μπορεί να φθάσει και τα πεντακόσια την ημέρα!
Χίλια εννιακόσια χιλιόμετρα χωρίζουν την Αλμερία από το Παρίσι (δυόμισι ημέρες δρόμος, υπολογίζοντας και τις υποχρεωτικές στάσεις), δύο χιλιάδες τριακόσια χιλιόμετρα τη χωρίζουν από το Λονδίνο (τρεισήμισι ημέρες). Δύο χιλιάδες επτακόσια χιλιόμετρα μακριά είναι το Βερολίνο (τεσσερισήμισι ημέρες), τρεις χιλιάδες τριακόσια χιλιόμετρα η Βαρσοβία (πέντε ημέρες). «Με δεδομένο τον αριθμό των ημερών που μεσολαβούν ανάμεσα στη συγκομιδή και την παράδοση στο σουπερμάρκετ, δηλαδή πέντε με οκτώ ημέρες, οι ντομάτες που στέλνουμε είναι ακόμη πράσινες» συνεχίζει ο Μαρτίνες, παρουσιάζοντάς μας μια γκάμα από χρώματα, από το πιο πράσινο μέχρι το πιο κόκκινο, αριθμημένα από το 1 έως το 10. «Εάν ο πελάτης στο Λονδίνο θέλει οκτώ, τότε του στέλνω τέσσερα». Το μόνο που αλλάζει είναι το χρώμα. Γιατί, η ντομάτα, σε αντίθεση με την μπανάνα, το αβοκάντο ή το ακτινίδιο, σταματά να ωριμάζει μετά τη συγκομιδή.
Το επόμενο βράδυ, αναχώρηση με ένα ημιρυμουλκούμενο φορτηγό -είκοσι έξι παλέτες συνολικά, δηλαδή δεκαπέντε τόνοι φορτίου. Προορισμός, η αποθήκη των Carrefour στο Μπεζιέ, ένας από εκείνους τους αχανείς στεγασμένους χώρους που συνήθως βρίσκονται μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα και όπου ξεφορτώνονται τα εμπορεύματα, πριν επαναφορτωθούν, μερικές ώρες αργότερα, με κατεύθυνση τα σουπερμάρκετ και τις υπεραγορές της περιοχής.
Ο οδηγός ονομάζεται Αντόνιο Πατσέκο Σάντσες. Είναι 47 χρόνων. Τα 34 τα έχει περάσει στον δρόμο. «Ξεκίνησα στα 13 μου, δίπλα στον πατέρα μου. Του διάβαζα τον χάρτη. Στα 16 μου, έπαιρνα το τιμόνι τα βράδια, γιατί δεν έβλεπε καλά». Το φορτηγό, ένα πολύ ωραίο Volvo, μοιάζει σαν να έχει μόλις βγει από το εργοστάσιο. «Ένα τέτοιο φορτηγό κοστίζει γύρω στα 150.000 ευρώ» εξηγεί περήφανος ο Σάντσες.
Πριν από την αναχώρηση, ένας από τους προϊστάμενούς του, ο Αντρές Βαλβέρδε, εμπορικός διευθυντής στην Carrion, τη μεγαλύτερη μεταφορική εταιρεία της Αλμερίας (με στόλο τετρακοσίων φορτηγών) μας εξηγεί ότι τα σαράντα πέντε λίτρα πετρελαίου στα εκατό χιλιόμετρα που καταναλώνει το φορτηγό για τη μεταφορά (τροφοδοτώντας δύο μηχανές, μία του τράκτορα και μία του ψυγείου) «αντιπροσωπεύουν σχεδόν το ένα τρίτο του συνολικού κόστους μεταφοράς»: πέντε λεπτά ανά κιλό ντομάτες, από τα 15 λεπτά ανά κιλό που ζητάει η μεταφορική εταιρεία για να παραδώσει το εμπόρευμα, για παράδειγμα, στην περιοχή του Παρισιού. «Οι μεγάλες εμπορικές αλυσίδες, όμως, μας ασκούν αφόρητες πιέσεις. Θέλουν όλο και χαμηλότερες τιμές. Πολλές μεταφορικές εταιρείες στην Αλμερία έχουν ήδη κλείσει. Δεν ξέρω πού θα καταλήξει αυτή η κατάσταση».
Ίσως στην αντικατάσταση της οδικής με τη θαλάσσια μεταφορά, κυρίως αξιοποιώντας τη δυναμική είσοδο στο παιχνίδι του νέου λιμανιού της Ταγγέρης, στο Μαρόκο, το οποίο θα μπορούσε να βάλει σε κίνδυνο τη γεωργία της Ανδαλουσίας. Γι’ αυτό και εκπονείται το σχέδιο για τη δημιουργία θαλάσσιου δρομολογίου Αλμερία-Δουνκέρκη -βρίσκεται ακόμα στη φάση της μελέτης. «Η μετατόπιση προς τις θαλάσσιες μεταφορές εξελίσσεται ραγδαία» υποστηρίζει ο Ζαν-Κλοντ Μοντιγκό, πρώην ερευνητής στο Εθνικό Ινστιτούτο Αγρονομικών Ερευνών (INRA) του Μονπελιέ, ειδικός στην επιμελητεία διακίνησης φρούτων και λαχανικών. «Τα επόμενα χρόνια, θα έχουμε μεγάλο ανακάτεμα της τράπουλας σε ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου. Περιοχές που θεωρούν ότι είναι καλά πλασαρισμένες, σταδιακά θα σβήσουν από τον χάρτη».
Προς το παρόν, τα φορτηγά οργώνουν τους αυτοκινητόδρομους. Καθώς δέχονται πιέσεις από τους πελάτες τους, ορισμένες μεταφορικές εταιρείες βρήκαν τη λύση: αξιοποιώντας την απουσία εναρμόνισης σε ευρωπαϊκό επίπεδο των εθνικών νομοθεσιών για τις οδικές μεταφορές -που είναι, εξ ορισμού, διεθνείς- καταφεύγουν σε ανατολικοευρωπαίους οδηγούς, από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, των οποίων οι αμοιβές είναι δύο με τρεις φορές χαμηλότερες. Οι μηνιαίες αποδοχές ενός ισπανού φορτηγατζή κυμαίνονται μεταξύ 2.500 και 3.000 ευρώ. Ο αντίστοιχος μισθός ενός Ουκρανού μπορεί να πέσει μέχρι τα 1.200 ευρώ.
Το 2002, η χρεοκοπία της λουξεμβουργοαυστριακής εταιρείας Kralowetz GmbH [7] έφερε στο φως τις συγκεκριμένες πρακτικές. Εκείνη την εποχή, η κομπίνα συνίστατο στη δημιουργία γραφείων στη Σόφια ή το Κίεβο, μέσω των οποίων προσλαμβάνονταν οδηγοί με «τοπικές» συμβάσεις. Ακόμη κι αν αυτοί οι άνθρωποι εργάζονταν, ντε φάκτο, στους αυτοκινητόδρομους της Δυτικής Ευρώπης. Ο Φραντς Φίσιλ, εκπρόσωπος του αυστριακού συνδικάτου μεταφορών, διαβεβαίωνε τότε ότι «το 80% των οδηγών στις αυστριακές μεταφορικές εταιρείες εργάζεται υπό παράνομο καθεστώς». [8]
Τι συμβαίνει σήμερα; «Στον δρόμο βρίσκεις όλο και περισσότερους βούλγαρους ή ουκρανούς οδηγούς» μας αποκαλύπτει ο Σάντσες, κατά τη διάρκεια μιας στάσης «για δείπνο», στις 3 το πρωί, σε κάποιο στέκι φορτηγατζήδων, κάπου μεταξύ Βαλένθια και Καστεγιόν δε λα Πλάνα. Στο τραπέζι μας κάθεται ένας από τους παλιούς φίλους του Σάντσες, φορτηγατζής κι αυτός, ο Φρανσίσκο Πάκο. Ο Πάκο δίνει περισσότερες εξηγήσεις: «Πολλές εταιρείες διώχνουν τους παλιούς οδηγούς τους και προσλαμβάνουν Ουκρανούς. Γνωρίζω μερικούς και μου τα λένε... Πρέπει να τα βγάλουν πέρα και, έτσι, αρχίζουν τα κόλπα. Για παράδειγμα, πουλάνε τα καινούρια τους λάστιχα και αγοράζουν μεταχειρισμένα, τα οποία χρησιμοποιούν μέχρι να λιώσουν. Ή, σε ακραίες περιπτώσεις, στους μεγάλους χώρους στάθμευσης των φορτηγατζήδων, την ώρα που κοιμάσαι, σου αδειάζουν το ρεζερβουάρ ή σου "σηκώνουν" ένα λάστιχο». Ορισμένοι, οι οποίοι αμείβονται με βάση τα χιλιόμετρα που διανύουν, κάνουν όσο περισσότερα μπορούν, ενώ δεν τηρούν και τις υποχρεωτικές στάσεις. Λιωμένα λάστιχα, κουρασμένοι οδηγοί... Ο κίνδυνος στον δρόμο δεκαπλασιάζεται.
Εγκαταλείπουμε τον Σάντσες λίγο πριν από τα σύνορα με τη Γαλλία. Να τον συνοδεύσουμε μέχρι το Μπεζιέ για να παρακολουθήσουμε και το ξεφόρτωμα του εμπορεύματος; «Είναι απολύτως αδύνατον!» είχε αναφωνήσει εκ των προτέρων ο Τιερί Γκαλζέν, υπεύθυνος της αποθήκης των Carrefour. «Απαγορεύεται ακόμη και να μιλάω στον τύπο. Οι εντολές είναι σαφέστατες. Καταλαβαίνετε, δεν είμαι παρά ένας υπάλληλος...» Όταν ήλθαμε σε επαφή με το γραφείο τύπου του Carrefour France, η απάντηση ήταν: «Δυστυχώς, δεν μπορούμε να ικανοποιήσουμε το αίτημά σας». Τουλάχιστον κάποιες πληροφορίες για τον αριθμό και τα σημεία όπου υπάρχουν αποθήκες του ομίλου στη Γαλλία ; «Όχι, είναι απόρρητο!».
Χρόνος μεταφοράς, πολλαπλοί χειρισμοί: η επιτυχία της ισπανικής ντομάτας συνδέεται άμεσα με το πόσο σκληρή είναι. «Εάν μια παλέτα έχει κάπως μαλακές ντομάτες, απορρίπτεται αμέσως» μας εξηγεί ο Τιερί Μπ., πρώην υπεύθυνος φρέσκων προϊόντων σε μια αποθήκη των Carrefour. [9] Εξήγηση του Ρομπέρ Σ., υπεύθυνου φρούτων και λαχανικών στην ίδια επιχείρηση: «Οι ντομάτες πρέπει να φθάνουν πολύ σκληρές. Οι πελάτες τις πιάνουν πολύ και πρέπει να μπορούμε να τις κρατήσουμε δύο με τρεις ημέρες στο ράφι».
Η πρώτη ποικιλία της ντομάτας, με τη μεγαλύτερη δυνατή διάρκεια και αντοχή στα διάφορα χτυπήματα, η ντομάτα "Ντανιέλα", τελειοποιήθηκε το 1989. Από τότε, αποτελεί αντικείμενο πολλών ερευνών, κυρίως όσον αφορά την ανάπτυξη των οργανοληπτικών ικανοτήτων της -χρώμα, γεύση, υφή, πόσο ζουμερή και τρυφερή. Στη Γαλλία, εργαστήρια όπως το INRA του Μονπελιέ, συμμετέχουν εδώ και πολύν καιρό σε προγράμματα σχετικά με νέες ποικιλίες ντομάτας, καθώς και σε μελέτες βελτιστοποίησης της μεταφοράς και της αποθήκευσης φρούτων και λαχανικών. [10] Έρευνες που χρηματοδοτούνται από το κράτος και είναι χρήσιμες κυρίως στις μεγάλες εμπορικές αλυσίδες.
Στη Γαλλία, οι αλυσίδες αυτές κατέχουν το 67% του μεριδίου αγοράς στον κλάδο της διατροφής [11] -ποσοστό χαμηλότερο απ’ ό,τι στη Γερμανία ή το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου τα μικρά εμπορικά μαγαζιά σπανίζουν ακόμη περισσότερο. Έξι εταιρείες μοιράζονται την πίτα στην ηπειρωτική Γαλλία: η Carrefour (23,9% μερίδιο αγοράς), η Leclerc (16,9%), η Intermarché (13,5%), η Auchan (11,5%), η Casino-Monoprix (10,3%) και η Système U (9%). Το 2009, το άθροισμα του τζίρου τους έφθασε τα 245 δισεκατομμύρια ευρώ, εκ των οποίων 96 δισεκατομμύρια ευρώ μόνο για τα Carrefour ! [12]
Ο καταναλωτής που νομίζει ότι αποφεύγει την ντομάτα της Αλμερίας ψωνίζοντας από τον μανάβη της γειτονιάς του αυταπατάται. Η ντομάτα του μανάβη, που πωλείται 3 με 4 ευρώ το κιλό, προέρχεται από τα ίδια θερμοκήπια, έχει υποστεί τις ίδιες επεξεργασίες και έχει μεταφερθεί από τα ίδια φορτηγά. Ακόμη χειρότερα: «Όταν μία παλέτα απορρίπτεται από μια εμπορική αλυσίδα κατά την εκφόρτωση, συμβαίνει συχνά να με καλούν για να μου προτείνουν το εμπόρευμα» μας εκμυστηρεύεται ο Ζοέλ, στέλεχος στη Robert Hortal, μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες χονδρικής πώλησης στην περιοχή του Μονπελιέ. «Συνήθως, παίρνω το εμπόρευμα, γεγονός που μου επιτρέπει να προσφέρω στους πελάτες μου μια καλή τιμή». Οι πελάτες του; Όλα τα καταστήματα λιανικής της πόλης, από τα πιο λαϊκά μέχρι τα πιο ακριβά.
Το πλεόνασμα στις λαϊκές,...
Τα κριτήρια που θέτουν οι μεγάλες εμπορικές αλυσίδες για να δεχθούν ή να απορρίψουν τις παλέτες είναι πολλά: σκληρές ή μαλακές ντομάτες, παράξενο σχήμα, χρωματισμοί, θερμοκρασία κατά την εκφόρτωση... Γι’ αυτό και μεγάλες ποσότητες ντομάτας που προορίζονταν για τα σουπερμάρκετ καταλήγουν να πωλούνται στις λαϊκές και στα μικρά μπακάλικα του κέντρου ή της γειτονιάς.
Οι αγορές χονδρικής αποτελούν τους τελευταίους επιζώντες των αγορών εθνικού ενδιαφέροντος (marchés d’ intérêt national-ΜΙΝ) από τότε που ξεκίνησε η εξάπλωση των μεγάλων εμπορικών αλυσίδων. Υπάρχουν δεκαοκτώ σε ολόκληρη τη Γαλλία, μεταξύ των οποίων και η Rungis. «Ακόμη και η Rungis μεταμορφώθηκε εντελώς» εξηγεί ο Μοντιγκό. «Σήμερα, μπορεί κανείς να βρει στη Rungis αποθήκες για τις μεγάλες εμπορικές αλυσίδες, εισαγωγείς πολύ εξειδικευμένων προϊόντων και μερικούς εναπομείναντες χονδρέμπορους».
Τι επιλογές απομένουν στον καταναλωτή; Οι ντομάτες του Μαρόκου; Καλλιεργούνται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. [13] Να αγοράζει μόνο εγχώριες ντομάτες; Βέβαια. Γνωρίζει, όμως, ότι, σήμερα, ελάχιστες είναι οι ποσότητες ντομάτας που καλλιεργούνται στο χωράφι -με τις ρίζες τους μέσα στη γη και τις ακτίνες του ήλιου να χαϊδεύουν τον καρπό; Στη Γαλλία, από τους εξακόσιες χιλιάδες τόνους ντομάτας που παράγονται κάθε χρόνο, το 95% καλλιεργείται σε θερμοκήπια. Το ένα τρίτο της παραγωγής θερμοκηπίου γίνεται στη Βρετάνη, σε υπερσύγχρονες εγκαταστάσεις -τζαμαρίες που θερμαίνονται με φυσικό αέριο χειμώνα-καλοκαίρι, επίπεδες επιφάνειες καλλιέργειας εγκατεστημένες πενήντα εκατοστά πάνω από το έδαφος, ρίζες που συνδέονται με τεράστιες υδρορροές, μέσω των οποίων το φυτό ποτίζεται με νερό και χημικά προϊόντα σε ποσότητες που ελέγχονται με ακρίβεια από ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Στην Ολλανδία και το Βέλγιο, δεν συναντά κανείς, πλέον, παρά αυτή τη λεγόμενη «εκτός εδάφους» καλλιέργεια θερμοκηπίου. Ίσως η τελευταία λύση που μένει είναι να ακολουθήσουμε το παράδειγμα του Ζακ Πουρσέλ, ενός από τους φημισμένους γάλλους σεφ, ιδιοκτήτη του εστιατορίου «Jardin des sens», στο Μονπελιέ (δύο αστέρια στον οδηγό Μισελέν): «Εγώ δεν χρησιμοποιώ την ντομάτα παρά μόνο το καλοκαίρι, που έχει φυτρώσει μέσα στη γη, στο χωράφι, έχει ωριμάσει στον ήλιο, χωρίς πολύ νερό, με ελάχιστα χημικά. Εκείνη την εποχή γίνεται νόστιμη, όχι πολύ ζουμερή, με μια ελαφρά οξύτητα».
Όπως τον 18ο αιώνα...
Οι εμπορικές επιδόσεις της ανδαλουσιανής ντομάτας προκαλούν ίλιγγο. Από το 1995, η Ισπανία πουλάει κάθε χρόνο στο εξωτερικό περίπου 900.000 τόνους φρέσκιας ντομάτας, γεγονός που τη φέρνει πρώτη στις εξαγωγές ντομάτας στην Ευρώπη (και τρίτη παγκοσμίως, μετά το Μεξικό και τη Συρία).
Ακολουθεί η Ολλανδία (834.000 τόνους το 2007), η Τουρκία (372.000 τόνους), το Μαρόκο (297.000 τόνους), το Βέλγιο (203.000 τόνους), η Γαλλία (167.000 τόνους) και η Ιταλία (110.000 τόνους). [14] Ο σημαντικός όγκος της παραγωγής στην Ολλανδία, με καλλιέργειες θερμοκηπίου και εκτός εδάφους, οφείλεται σε τρεις παράγοντες: υψηλή τεχνολογία, θέρμανση με φυσικό αέριο που εξάγεται από τα εθνικά χωρικά ύδατα και φθηνή εργασία ειδικευόμενων φοιτητών
Το 2008, η Γερμανία εισήγαγε 201.000 τόνους ισπανική ντομάτα, το Ηνωμένο Βασίλειο 174.000 τόνους, η Γαλλία 152.000 τόνους, η Ολλανδία 145.000 τόνους, η Πολωνία 57.000 τόνους, η Ιταλία 33.000 τόνους, η Τσεχία 28.000 τόνους κ.λπ. [15] Πράγματι, μετά την πατάτα, η ντομάτα είναι το αγροτικό προϊόν με τη μεγαλύτερη κατανάλωση στην Ευρώπη. Το 2007, οι Έλληνες έφαγαν 61 κιλά ανά κάτοικο, οι Δανοί 32 κιλά, οι Ιταλοί 31 κιλά, οι Ισπανοί 17 κιλά, οι Γάλλοι 14 κιλά, οι Βρετανοί 8,1 κιλά, οι Βέλγοι και οι Γερμανοί από 8 κιλά. [16] «Πόσοι ανάμεσά τους έχουν συνειδητοποιήσει ότι, αν μπορούν να καταναλώνουν τέτοιες ποσότητες, αυτό οφείλεται στην εκμετάλλευση των μεταναστών στην Αλμερία;» αναρωτιέται ο συνδικαλιστής Σπιτού Μεντί, πριν υπενθυμίσει: «Τον 18ο αιώνα, ο Μοντεσκιέ, στο έργο του "Το Πνεύμα των Νόμων", υποστήριζε ήδη, μιλώντας για τις φυτείες ζαχαροκάλαμου στις γαλλικές Αντίλλες: "Η ζάχαρη θα ήταν πολύ ακριβή εάν στις φυτείες όπου παράγεται δεν δούλευαν σκλάβοι". Σήμερα, συμβαίνει ακριβώς το ίδιο με την ντομάτα της Αλμερίας!»

Σημειώσεις:
[1] Σύμφωνα με τις χώρες που εισάγουν το προϊόν, οι ντομάτες μπορεί, επίσης, να προέρχονται από το Μαρόκο (για τη Γαλλία) ή από την Ολλανδία (για τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο), κτλ.
[2] Ζήτησε να μην αποκαλυφθεί το όνομά του και ο τόπος εργασίας του.
[3] Για μια χούφτα δολάρια (1964), Μονομαχία στο Ελ Πάσο (1965), Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος (1966) και τα τρία σε σκηνοθεσία του Ιταλού Σέρτζιο Λεόνε.
[4] Από τα σαράντα χιλιάδες εκτάρια θερμοκηπίων της Αλμερία, στα εννέα χιλιάδες καλλιεργείται ντομάτα. Σε αυτά πρέπει να προστεθούν ακόμη τρεις χιλιάδες εκτάρια στη Μούρσια, λίγο πιο βόρεια. Βλ. «Origine Espagne, jusqu’où?», «Végétable», τ.262, Morières-lès-Avignon, Δεκέμβριος 2009. Αλλα φρούτα και λαχανικά που καλλιεργούνται στην Αλμερία είναι κυρίως το αγγούρι, η πιπεριά και το καρπούζι.
[5] Όπως αναφέρεται ρητά στο «Convenio colectivo de manipulado y envasado de frutas, hortalizas y flores de Almería», «Boletín Oficial de Almería», τ.233, 3 Δεκεμβρίου 2008.
[6] Στην πραγματικότητα, «cortijo» είναι το σύνολο των χαρακτηριστικών κτιρίων στις μεγάλες ιδιοκτησίες γης της Ανδαλουσίας (όπως στις «haciendas» της Λατινικής Αμερικής ή τα δικά μας υποστατικά).
[7] Ο ιδρυτής της Karl Kralowetz καταδικάστηκε σε έξι μήνες φυλάκιση χωρίς αναστολή από το πλημμελειοδικείο του Λουξεμβούργου, επειδή είχε προσλάβει παράνομα οδηγούς φορτηγών, οι οποίοι διένυαν μέχρι και τριάντα χιλιάδες χιλιόμετρα το μήνα.
[8] «Des routiers roulés d’Est en Ouest», «Libération», Παρίσι, 29 Ιανουαρίου 2002.
[9] Εργάζεται σήμερα στην αγορά χονδρικής του Μονπελιέ, αλλά, για να μιλήσει για τα Carrefour, ζήτησε να μην αποκαλυφθεί το όνομά του.
[10] Claire Doré et Fabrice Varoquaux (διευθ.), «Histoire et amélioration de cinquante plantes cultivées», INRA, Παρίσι, 2006, σελ. 695 και εξής.
[11] Institut national de la statistique et des études économiques (Insee), «Comptes du commerce 2008».
[12] «Distribook 2010 – Linéaires», Cesson-Sévigné, Φεβρουάριος 2010.
[13] Η καλλιέργεια της μαροκινής ντομάτας, στην αρχή περιορισμένη στη Σους, κοντά στο Αγκαντίρ, εξαπλώνεται γρήγορα προς τη Ντάκλα, μια μικρή παραθαλάσσια πόλη της Δυτικής Σαχάρας. Βλ. «Dakhla, naissance d’une origine», «Végétable», τ.262, οπ.π.
[14] Food and agriculture Organization-FAO, στοιχεία 2007.
[15] Eurostat (Ευρωπαϊκή Επιτροπή), πίνακας εξαγωγών ισπανικής ντομάτας στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης (2004-2008).
[16] Eurostat, πίνακας κατανάλωσης φρούτων και λαχανικών στην Ευρωπαϊκή Ενωση, σε κιλά/κάτοικο. (2000-2008)



Ακούστε την προειδοποίηση!

Ακριβώς όπως οι λύκοι πεθαίνουν, πεθαίνει έτσι και η ελευθερία. 

Ντουρός Λύκου.


Ευηνόλιμνη.


Turdus merula.

Κότσυφας.

Ενάντια στης Φύσης την Λεηλασία...

Όρη Βάλτου.


Άι Γιάννης Αρτοτίνας.


Τσάι του Βουνού.


Παρθένα Βαρδούσια.


Τ' Αρβανίτη η βρύση.


Όχι ανεμογεννήτριες στην Κοκκινιά.


Ρεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταυγούστου.


Ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων ἐν μέσῳ ἀγριοσυκῶν, μορεῶν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς, εἰς ἔρημον τόπον, ἀπόκρημνον ἀκτὴν πρὸς μίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου, ὅπου τὴν νύκτα ἑπόμενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσματα, εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων, σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι, καθὼς λέγουν, ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα, ἀφήνουσαι κενὰς οἰμωγὰς εἰς τὴν ἐρημίαν, θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωμά των εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον ― ἐκεῖ ανάμεσα ἐσώζετο ἀκόμη ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Δὲν ὑπῆρχε πλέον οἰκία ὀρθή, δὲν ὑπῆρχε στέγη καὶ ἄσυλον, εἰς ὅλον τὸ ὀροπέδιον ἐκεῖνο, παρὰ τὴν ἀπορρῶγα ἀκτήν. Μόνος ὁ μικρὸς ναΐσκος ὑπῆρχε, καὶ εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου ὁ Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας εἶχε κτίσει μικρὸν ὑπόστεγον, καλύβην μᾶλλον ἢ οἰκίαν, λαβὼν τὴν ξυλείαν, ὅσην ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ, καί τινας λίθους ἀπὸ τὰ τόσα τριγύρω ἐρείπια, διὰ νὰ στεγάζεται προχείρως ἐκεῖ καὶ καπνίζῃ ἀκατακρίτως τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν*, ἔξω τοῦ ναοῦ, ὁ φιλέρημος γέρων.
Ὁ ναΐσκος ἦτο ἰδιόκτητος· πρᾶγμα σπάνιον εἰς τὸν τόπον, λείψανον παλαιοῦ θεσμοῦ· ἦτον κτῆμα αὐτοῦ τοῦ γέροντος Φραγκούλα. Ὁ ἀξιότιμος πρεσβύτης, φέρων ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα προεστοῦ, ὡραῖον φέσι τοῦ Τουνεζίου, ἐπανωβράκι* τσόχινον, μὲ ζώνην πλατεῖαν κεντητήν, μακρὰν τσιμπούκαν μὲ ἠλέκτρινον μαμέν, καὶ κρατῶν μὲ τὴν ἀριστερὰν ἠλέκτρινον μακρὸν κομβολόγιον, δὲν ἦτο καὶ πολὺ γέρων, ὣς πενηνταπέντε χρόνων ἄνθρωπος. Κατήγετο ἀπὸ τὴν ἀρχαιοτέραν καὶ πλέον γνησίως αὐτόχθονα οἰκογένειαν τοῦ τόπου. Ἦτον ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας εὐσταλής, ὑψηλός, λεπτὸς τὴν μέσην, μελαχροινός, μὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας τοῦ προσώπου, δασείας ὀφρῦς, ὀφθαλμοὺς μεγάλους, ὀγκώδη ρῖνα, χονδρὰ χείλη προέχοντα. Ἠγάπα πολὺ τὰ μουσικά, τά τε ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ ἐξωτερικά, ὑπῆρξε δὲ μὲ τὴν χονδρὴν ἀλλὰ παθητικὴν φωνήν του ψάλτης καὶ τραγουδιστὴς εἰς τὸν καιρόν του μέχρι γήρατος.
Τὴν Σινιώραν, ὡραίαν νέαν, λεπτοφυῆ, λευκοτάτην, τὴν εἶχε νυμφευθῆ ἀπὸ ἔρωτα. Ἤδη εἶχε συζήσει μαζί της ὑπὲρ τὰ εἴκοσι πέντε ἔτη, καὶ εἶχεν ἀποκτήσει τέσσαρας υἱοὺς καὶ τρεῖς θυγατέρας. Ἀλλὰ τώρα, εἰς τὸν οὐδὸν τοῦ γήρατος, δὲν συνέζη πλέον μαζί της.
Εἶχε χωρίσει ἅπαξ ἤδη, ἀφοῦ ἐγεννήθησαν τὰ τέσσαρα πρῶτα παιδία, δύο υἱοὶ καὶ δύο θυγατέρες· ὁ πρῶτος οὗτος χωρισμὸς διήρκεσεν ἐπί τινας μῆνας. Εἶτα ἐπῆλθε συνδιαλλαγὴ καὶ συμβίωσις πάλιν. Τότε ἐγεννήθησαν ἄλλα δύο τέκνα, υἱὸς καὶ θυγάτριον. Εἶτα ἐπῆλθε δεύτερος χωρισμός, ὑπὲρ τὸ ἔτος διαρκέσας. Μετὰ τὸν χωρισμόν, δευτέρα συνδιαλλαγη. Τότε ἐγεννήθη ὁ τελευταῖος υἱός. Ἀκολούθως ἐπῆλθε μακρὸς χωρισμὸς μεταξὺ τῶν συζύγων. Ὁ τελευταῖος οὗτος χωρισμός, μετὰ πολλὰς ἀγόνους ἀποπείρας συνδιαλλαγῆς, διήρκει ἤδη ἀπὸ τριῶν ἐτῶν καὶ ἡμίσεος. Δὲν ἦτο πλέον φόβος νὰ γεννηθοῦν ἄλλα τέκνα. Ἡ Σινιώρα ἦτον ὑπερτεσσαρακοντοῦτις ἤδη.
*
* *
Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, τῆς 13 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 186… ἐκάθητο μόνος, ὁλομόναχος, ἔξω τοῦ ναΐσκου, εἰς τὸ προαύλιον, ἔμπροσθεν τῆς καλύβης τὴν ὁποίαν εἶχε κτίσει, ἐκάπνιζε τὸ τσιμπούκι του, κ᾿ ἐρρέμβαζεν. Ὁ καπνὸς ἀπὸ τὸν λουλὰν ἀνέθρῳσκε καὶ ἀνέβαινεν εἰς κυανοῦς κύκλους εἰς τὸ κενόν, καὶ οἱ λογισμοὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐφαίνοντο νὰ παρακολουθοῦν τοὺς κύκλους τοῦ καπνοῦ, καὶ νὰ χάνωνται μετ᾿ αὐτῶν εἰς τὸ ἀχανές, τὸ ἄπειρον. Τί ἐσκέπτετο;
Βεβαίως, τὴν σύζυγόν του, μὲ τὴν ὁποίαν ἦσαν εἰς διάστασιν, καὶ τὰ τέκνα του, τὰ ὁποῖα σπανίως ἔβλεπεν. Ἐσχάτως τοῦ εἶχον παρουσιασθῆ, πρώτην φορὰν εἰς τὴν ζωήν του, καὶ οἰκονομικαὶ στενοχωρίαι. Ὁ Φραγκούλας ἦτο μεγαλοκτηματίας. Εἶχε παμπόλλους ἐλαιῶνας, ἀμπέλια ἀρκετά, καὶ χωράφια ἀμέτρητα. Μόνον ἀπὸ τὸν ἀντίσπορον τῶν χωραφίων ἠμποροῦσε νὰ μὴν ἀγοράζῃ ψωμὶ δι᾿ ὅλου τοῦ ἔτους, αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του. Οἱ δὲ ἐλαιῶνες, ὅταν ἐκαρποφόρουν, ἔδιδον ἀρκετὸν εἰσόδημα. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ δὲν εἰργάζετο ποτὲ μόνος του, τὰ ἔξοδα «τὸν ἔτρωγαν»! Εἶτα αὐξανομένης τῆς οἰκογενείας, συνηυξάνοντο καὶ αἱ ἀνάγκαι. Καὶ ὅσον ηὔξανον τὰ ἔξοδα, τόσον τὰ ἔσοδα ἠλαττοῦντο. Ἦλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», ἀφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Εἶτα, διὰ πρώτην φοράν, ἔλαβεν ἀνάγκην μικρῶν δανείων. Δὲν ἐφαντάζετο ποτὲ ὅτι μία μικρὰ κάμπη ἀρκεῖ διὰ νὰ καταστρέψῃ ὁλόκληρον φυτείαν. Ἀπηυθύνθη εἰς ἕνα τοκογλύφον τοῦ τόπου.
Οἱ τοιοῦτοι ἦσαν ἄνθρωποι «φερτοί», ἀπ᾿ ἔξω, καὶ ὅταν κατέφυγον εἰς τὸν τόπον, ἐν ὥρᾳ συμφορᾶς καὶ ἀνεμοζάλης, κατὰ τὴν Μεγάλην Ἐπανάστασιν ἢ κατὰ τὰ ἄλλα κινήματα τὰ πρὸ αὐτῆς, ἀρχομένης τῆς ἑκατονταετηρίδος, κανεὶς δὲν ἔδωκε προσοχὴν καὶ σημασίαν εἰς αὐτούς.
Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ οἱ ἐντόπιοι εἶχον ἀποκλειστικὴν προσήλωσιν εἰς τὰ κτήματα, οὗτοι, οἱ ἐπήλυδες, ὡς πράττουσιν ὅλοι οἱ φύσει καὶ θέσει Ἑβραῖοι, ἔδωκαν ὅλην τὴν σημασίαν καὶ τὴν προσοχήν των εἰς τὰ χρήματα. Ἤνοιξαν ἐργαστήρια, μαγαζεῖα, κ᾿ ἐμπορεύοντο, κ᾿ ἐχρηματίζοντο. Εἶτα ἦλθεν ὥρα, ὅπως καὶ τώρα καὶ πάντοτε συμβαίνει, ὁπότε οἱ ἐντόπιοι ἔλαβον ἀνάγκην τῶν χρημάτων, καὶ τότε ἤρχισαν νὰ ὑποθηκεύουν τὰ κτήματα. Ἑωσότου παρῆλθε μία γενεά, ἢ μία καὶ ἡμίσεια, καὶ τὰ χρήματα ἐπέστρεψαν εἰς τοὺς δανειστάς, συμπαραλαβόντα μεθ᾿ ἑαυτῶν καὶ τὰ κτήματα.
Ἕως τότε δὲν εἶχε συλλογισθῆ τοιαῦτα πράγματα ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας, οὔτε τὸν ἔμελε ποτέ του περὶ χρημάτων. Ἀλλ᾿ ἐπ᾿ ἐσχάτων, εἶχε λάβει ἀνάγκην καὶ δευτέρου καὶ τρίτου δανείου, καὶ οἱ δανεισταὶ προθύμως τοῦ ἔδιδαν, ἀλλ᾿ ἀπῄτουν νὰ τοὺς καθιστᾷ ὑπέγγυα τὰ καλύτερα κτήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἕκαστον εἶχε, κατ᾿ αὐτὸν ἐκτιμητήν, δεκαπλασίαν ἀξίαν τοῦ ποσοῦ τοῦ δανειζομένου. Πλὴν φεῦ! αὐτὸς δὲν ἦτο ὁ μόνος καημός του…
Ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας δὲν ἐφόρει πλέον τὸ ὡραῖόν του μαῦρον φέσι, τὸ τουνεζιάνικον· ἔφερεν οἰκιακὸν μαῦρον σκοῦφον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς. Ἀλλ᾿ εὑρίσκετο σήμερον εἰς τὴν ἐξοχήν. Ἐὰν τὸν συνηντῶμεν τὴν προτεραίαν εἰς τὴν ἀγοράν, κάτω εἰς τὴν πολίχνην, θὰ ἐβλέπομεν ὅτι εἶχε βάψει μαῦρον τὸ φέσι του… Εἶχε πρόσφατον πένθος.
*
* *
«Ἄχ! Τό ᾽χασα, τὸ καημένο μ᾿, τὸ εὐάγωγο, τό ᾽χασα!»
Ὁ γερο-Φραγκούλης ἐστέναξε, καὶ εἶχε δίκαιον νὰ στενάξῃ. Τὸ καλύτερον κοράσιόν του, τὸ τρίτον, τὸ μικρότερον, δεκατετραετὲς μόλις τὴν ἡλικίαν ―τὸ ὁποῖον εἶχε γεννηθῆ κατά τι διάλειμμα ἔρωτος μεταξὺ δύο χωρισμῶν― τοῦ εἶχεν ἀποθάνει πρὸ ὀλίγων μηνῶν…
Καὶ αὐτὸς ἦλθεν εἰς τὴν Παναγίαν, διὰ νὰ κλαύσῃ καὶ νὰ πῇ τὸν πόνον του. Ἦτον κτῆμά του ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Τὸ ἐκκλησίδιον ἦτον εὐπρεπέστατον, ὡραῖα στολισμένον καὶ εἶχε καλὰς εἰκόνας, καὶ μάλιστα τὴν φερώνυμον, τὴν γλυκεῖαν Παναγίαν τὴν Πρέκλαν, σκαλιστὸν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλεον καὶ μανουάλια ὀρειχάλκινα, κανδήλια ἀργυρᾶ. Ἔφερε πάντοτε ὁ ἰδιοκτήτης μαζί του τὴν βαρεῖαν ὑπερμεγέθη κλεῖδα τῆς δρυΐνης θύρας τῆς στερεᾶς, καὶ δὲν ἔλειπε συχνὰ νὰ ἐπισκέπτεται τὴν Παναγίαν του· ἱερόσυλος εὐτυχῶς κανεὶς ἀκόμη δὲν εἶχεν ἀναφανῆ εἰς τὰ μέρη αὐτά.
Ἦτον ἡ προπαραμονὴ τῆς ἑορτῆς, ὅτε θὰ ἐτελεῖτο πανήγυρις εἰς τὸν ναΐσκον, τιμώμενον ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς Κοιμήσεως. Θὰ ἤρχοντο ἀπὸ τὸν τόπον πολλαὶ οἰκογένειαι καὶ ἄτομα, δωδεκάδες τινὲς προσκυνητῶν καὶ πανηγυριστῶν, καὶ ὁ παπα-Νικόλας, ὁ συμπέθερός του. Εἰς τὸν παπα-Νικόλαν ὁ Φραγκούλας ἔδιδε διὰ τὸν κόπον του ἓν τάλληρον, περιπλέον δὲ εἰσέπραττεν ὁ παπὰς διὰ λογαριασμόν του τὰς δεκάρας, ὅσας ἔδιδαν αἱ γυναῖκες «διὰ νὰ γράψουν τὰ ὀνόματα» ἢ τὰ «ψυχοχάρτια».
Ὅλα τ᾿ ἄλλα, προσφοράς, ἀρτοκλασίας, πώλησιν κηρίων, κτλ. τὰ εἰσέπραττεν ὁ Φραγκούλας ὡς εἰσόδημα ἰδικόν του…
Καὶ τώρα τοὺς ἐπερίμενε νὰ ἔλθουν πάλιν… καὶ ἀνελογίζετο πῶς ἄλλοτε, ὅταν ἦτον νέος ἀκόμη, μετὰ τὸν πρῶτον χωρισμὸν ἀπὸ τὴν γυναῖκά του, ἡ πανήγυρις αὐτὴ τῆς Παναγίας τῆς Κοιμήσεως ἔγινεν ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐπέλθῃ συνδιαλλαγὴ μετὰ τῆς γυναικός του. Κατόπιν τῆς συνδιαλλαγῆς ἐκείνης ἐγεννήθη ὁ τρίτος υἱός, καὶ τὸ Κουμπώ, τὸ θυγάτριον τὸ ὁποῖον ἐθρήνει τώρα ὁ γερο-Φραγκούλας…
«Τό ᾽χασα τὸ καημένο μου, τὸ εὐάγωγο, τό ᾽χασα!…»
Ὤ, δὲν ἐλυπεῖτο τώρα τόσον πολὺ τὸν ἀπὸ τῆς γυναικός του χωρισμόν ―τὴν ὁποίαν ἄλλως τρυφερῶς ἠγάπα― ὅσον ἐθρήνει τὴν σκληρὰν ἀπώλειαν ἐκείνην τῆς κορασίδος, τὴν ὁποίαν εἰς τὸν ἄλλον κόσμον ἤλπιζε μόνον νὰ ἐπανεύρῃ… Καὶ κατενύσσετο πολὺ ἡ καρδία του κ᾿ ἐθλίβετο… Καὶ ἀνελογίσθη ὅτι τὸ πάλαι ἐδῶ οἱ χριστιανοί, ὅσοι ἦσαν ὡς αὐτὸς τεθλιμμένοι, εἰς τὸν ναΐσκον αὐτὸν τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας, ἤρχοντο τὰς ἡμέρας αὐτὰς νὰ εὕρωσι, διὰ τῆς ἐγκρατείας καὶ τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ ἱεροῦ ᾄσματος, ἀναψυχὴν καὶ παραμυθίαν… Τὸν παλαιὸν καιρόν, πρὸ τοῦ Εἰκοσιένα, ὅταν τὸ σήμερον ἔρημον καὶ κατηρειπωμένον χωρίον ἐκατοικεῖτο ἀκόμη, ὅλοι οἱ κάτοικοι καὶ τῶν δύο ἐνοριῶν ἤρχοντο εἰς τὸν ναὸν τῆς Πρέκλας, ὅστις ἦτο ἁπλοῦν παρεκκλήσιον, ν᾿ ἀκούσωσι τὰς ψαλλομένας Παρακλήσεις, καθ᾿ ὅλον τὸν Δεκαπενταύγουστον…
Ἄφησεν εἰς τὴν ἄκρην τὸ τσιμπούκι, τὸ ὁποῖον εἶχε σβήσει ἤδη ἀνεπαισθήτως, ἐν μέσῳ τῆς ἀλλοφροσύνης καὶ τῶν ρεμβασμῶν τοῦ καπνιστοῦ, καὶ ἀκουσίως ἤρχισε νὰ ὑποψάλλῃ.
Ἔλεγε τὸν Μέγαν Παρακλητικὸν κανόνα τὸν εἰς τὴν Παναγίαν, ὅπου διεκτραγῳδοῦνται τὰ παθήματα καὶ τὰ βάσανα μιᾶς ψυχῆς, καὶ τὴν σειρὰν ὅλην τῶν κατανυκτικῶν ὕμνων, ὅπου εἷς βασιλεὺς Ἕλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, ἀπὸ Λατίνους καὶ Ἄραβας καὶ τοὺς ἰδικούς του, διεκτραγῳδεῖ πρὸς τὴν Παναγίαν τοὺς ἰδίους πόνους του, καὶ τοὺς διωγμοὺς ὅσους ὑπέφερεν ἀπὸ τὰ στίφη τῶν βαρβάρων, τὰ ὁποῖα ὀνομάζει νέφη.
Εἶτα, κατὰ μικρόν, ἀφοῦ εἶπεν ὅσα τροπάρια ἐνθυμεῖτο ἀπὸ στήθους, ὕψωσεν ἀκουσίως τὴν φωνήν, καὶ ἤρχισε νὰ μέλπῃ τὸ ἀθάνατον ἐκεῖνο:
«Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε,
Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ, κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα.
 Καὶ σύ, Υἱὲ καὶ Θεέ μου, παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα».
… Καὶ εἶτα προσέτι, παρεκάλει διὰ τοῦ ᾄσματος τὴν Παναγίαν, νὰ εἶναι μεσίτρια πρὸς τὸν Θεόν, «μὴ μοῦ ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων…» Ὤ, αὐτὸ εἶχε τὴν δύναμιν καὶ τὸ προνόμιον νὰ κάμνῃ πολλὰ ζεύγη ὀφθαλμῶν νὰ κλαίωσι τὸν παλαιὸν καιρόν, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἔκλαιον ἀκόμη ἑκούσια δάκρυα ἐκ συναισθήσεως…
Ὁ γερο-Φραγκούλας ἐπίστευε καὶ ἔκλαιεν… Ὤ, ναί, ἦτον ἄνθρωπος ἀσθενής· ἠγάπα καὶ ἡμάρτανε καὶ μετενόει… Ἠγάπα τὴν θρησκείαν, ἠγάπα καὶ τὴν σύζυγον καὶ τὰ τέκνα του, ἐπόθει ἀκόμη τὸν συζυγικὸν βίον, ἐπόθει καὶ τὸν βίον τὸν μοναχικόν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχεν ἀγαπήσει ἐξ ὅλης καρδίας τὴν Σινιωρίτσαν του… καὶ τὴν ἠγάπα ἀκόμη. Ἀλλ᾿ ὅσον τρυφερὸς ἦτο εἰς τὸν ἔρωτα, τόσον εὐεπίφορος εἰς τὸ πεῖσμα, καὶ τόσον γοργὸς εἰς ὀργήν. Ὤ! ἀτέλειαι τῶν ἀνθρώπων.
Τώρα, εἰς τοὺς τελευταίους χρόνους, εἶχε γνωρίσει ἀκόμη καὶ τὴν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν, τὸ παράπονον τῆς ξεπεσμένης ἀρχοντιᾶς, τὰς πιέσεις καὶ τὰς ἀπειλὰς τῶν τοκογλύφων. «Τὸ διάφορο, κεφάλι*! τὸ διάφορο, κεφάλι!» Ἐπὶ τέσσαρας ἐνιαυτοὺς ἦτο ἀφορία, αἱ ἐλαῖαι δὲν ἐκαρποφόρησαν· ὁ καρπὸς εἶχε προσβληθῆ ἀπὸ ἄγνωστον ἀσθένειαν, διὰ τὰς ἁμαρτίας τῶν ἰδιοκτητῶν. Εἶχαν κιτρινίσει καὶ μαυρίσει αἱ ἐλαῖαι, καὶ ἦσαν γεμᾶται ἀπὸ βοῦλες, καὶ εἶχαν πέσει ἄκαιρα. Τόσα «ὑποστατικά», τόσα «μούλκια»*, τόσο «βιός», ἀγύριστα* κτήματα, σχεδὸν τσιφλίκια, ἠπειλοῦντο νὰ περιέλθωσιν εἰς χεῖρας τῶν τοκογλύφων. ― Ἐγέννα ἢ ὄχι ἡ γῆ, ἐκαρποφόρουν ἢ ὄχι τὰ δένδρα, ὁ τόκος δὲν ἔπαυε. Τὰ κεφάλαια «ἔτικτον». Ἔπαυσε νὰ τίκτῃ ἡ γόνιμος (ὅπως λέγει ὁ Ἅγ. Βασίλειος), ἀφοῦ τὰ ἄγονα ἤρχισαν κ᾿ ἐξηκολούθουν νὰ τίκτουν…
Ἀνελογίζετο αὐτά, κ᾿ ἔκλαιεν ἡ ψυχή του. Δὲν ἤλπιζε πλέον, οὔτε ηὔχετο σχεδόν, νὰ ἤρχετο ἡ Σινιωρίτσα αὔριον, εἰς τὴν πανήγυριν, ὅπως ἤρχετο τακτικὰ κάθε χρόνον, ἄλλοτε, ὅταν ἦσαν «μονοιασμένοι» ― ὅπως εἶχεν ἔλθει καὶ ἅπαξ, εἰς καιρὸν ὁποὺ εὑρίσκοντο χωρισμένοι, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν… Τώρα μόνον ἡ ψυχὴ τῆς Κούμπως, τῆς ἀθῴας μικρᾶς παρθένου, εἴθε νὰ παρίστατο ἀοράτως εἰς τὴν πανήγυριν, ἀγαλλομένη.
Ὤ! ἄλλοτε, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν, πρὶν γεννηθῇ ἀκόμη ἡ Κούμπω ― ναί, ἡ Παναγία εἶχε δωρήσει τὸ ἁβρὸν ἐκεῖνο ἄνθος εἰς τὸν Φραγκούλην καὶ τὴν Σινιώραν, καὶ ἡ Παναγία πάλιν τὸ εἶχε δρέψει καὶ τὸ εἶχεν ἀναλάβει πλησίον της, πρὶν μολυνθῇ ἐκ τῆς ἐπαφῆς τῶν ματαίων τοῦ κόσμου… Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχε συμβῆ ὁ πρῶτος χωρισμός, τὸ πρῶτον πεῖσμα, τὸ πρῶτον κάκιωμα μεταξὺ τῶν συζύγων. Καὶ ὁ Φραγκούλης, θυμώδης, ὀξύχολος, δριμύς, εἶχεν ἀναβῆ, ὅπως τώρα, ἀπὸ τὴν πολίχνην τὴν κατοικημένην εἰς τὸ παλαιὸν χωρίον τὸ ἔρημον, τοῦ ὁποίου ἐσώζοντο τότε ἀκόμη ὀλίγισται οἰκίαι, καὶ δὲν ἦτο ἐρείπιον ὅλον, ὅπως σήμερον. Καὶ καθὼς τώρα, εἶχεν ἔλθει δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς ἑορτῆς εἰς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Πρέκλας, ἐκάθητο δὲ εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ναΐσκου κ᾿ ἐκάπνιζε τὸ μακρὸν τσιμπούκι μὲ τὸ ἠλέκτρινον ἐπιστόμιον. Πλὴν τότε τὸ φέσι του ἦτο κατακόκκινον, καὶ τώρα ἐφόρει μαῦρον σκοῦφον… Καὶ τότε ὁ Φραγκούλης ἦτον σαράντα χρόνων, καὶ τώρα ἦτον πενηνταπέντε… Τότε ἔτρεφε πεῖσμα καὶ χολήν, ἀλλ᾿ εἶχε πολὺ περισσότερον καὶ βαθύτερον συζυγικὸν ἔρωτα, καὶ μόνον νύξιν ἤθελεν· ἦτον ἕτοιμος νὰ συγχωρήσῃ· καὶ ν᾿ ἀγαπήσῃ… Ἀλλὰ τώρα δὲν ἔχει πλέον οὔτε πεῖσμα σχεδὸν οὔτε ὀργήν, ἠγάπα τὴν Σινιώραν, τὴν ἐπόνει, ἀλλ᾿ ἔκλαιε πολὺ περισσότερον διὰ τὸ θυγάτριόν του, τὸ Κουμπώ, «τὸ καημένο, τὸ εὐάγωγο!»
Ἐκείνην τὴν φοράν, ὁ παπα-Νικόλας, ἅμα ἔφθασε τὴν παραμονήν, ἀκολουθούμενος ἀπὸ πλῆθος προσκυνητῶν διὰ τὴν πανήγυριν, ἐστάθη πλησίον τῆς θύρας τοῦ ναοῦ, παρὰ τὴν γωνίαν, καὶ τοῦ εἶπε μυστηριωδῶς:
― Θά ᾽χῃς μουσαφιρλίκια, θαρρῶ.
― Τί τρέχει, παπά; ἠρώτησε μειδιῶν ὁ Φραγκούλας, ὅστις ἐμάντευσε πάραυτα.
― Θὰ σοῦ ἔλθῃ τ᾿ ἀσκέρι… Κοίταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα, χωρὶς πείσματα…
Ὁ παπάς, ἀσκέρι λέγων, ἐννοοῦσε προφανῶς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Φραγκούλα· ἀλλὰ τάχα μόνον τὰ παιδία τὰ δύο μεγαλύτερα ἐκ τῶν τεσσάρων; ― καθόσον τὰ ἄλλα δύο τὰ μικρά, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ κουβαληθοῦν εἰς διάστημα τριῶν ὡρῶν ὁδοιπορίας χωρὶς τὴν μητέρα των. Ὁ Φραγκούλης ἠθέλησε νὰ βεβαιωθῇ.
― Θά ᾽ρθῃ μαζὶ κ᾿ ἡ μάννα τους;
― Βέβαια… πιστεύω, εἶπεν ὁ παπάς.
*
* *
Τῷ ὄντι, ὅταν ἐβράδιασε καλά, καὶ ἤρχισε νὰ σκοτεινιάζῃ, ἡ κυρα-Σινιώρα ἦλθε, μαζὶ μὲ τὴν γραῖαν μητέρα της, καὶ μὲ τὰ τέσσαρα παιδιά της, ἐν συνοδίᾳ καὶ ἄλλων προσκυνητριῶν, γειτονισσῶν ἢ συγγενῶν της. Ἀπὸ πολλῶν μηνῶν δὲν εἶχεν ἰδεῖ τὸν σύζυγόν της, ὅστις εἶχε κατοικήσει χωριστά, ― εἰς εὐτελὲς δωμάτιον, χάριν ταπεινώσεως, τὸ ὁποῖον ὠνόμαζε «τὸ κελλί του», καὶ ἔζη ἀπὸ μηνῶν ὡς καλόγηρος. Ἐπλησίασε δειλή, κάτω νεύουσα· ὁ Φραγκούλης ἵστατο ἐκεῖ, παραπέρα ἀπὸ τὴν θύραν τῆς ἐκκλησίας, κ᾿ ἔκαμνε πὼς ἔβλεπεν ἀλλοῦ, καὶ πὼς ἐπρόσεχεν εἴς τινα ὁμιλίαν περὶ ἀγροτικῶν ὑποθέσεων, μεταξὺ δύο ἢ τριῶν χωρικῶν.
Ἡ Σινιώρα εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναΐσκον, ἐπροσκύνησεν, ἐκόλλησε κηρία, καὶ ἠσπάσθη τὰς εἰκόνας. Εἶτα, μετά τινα ὥραν, ἐξῆλθεν. Ἐπλησίασε συνεσταλμένη, κ᾿ ἐχαιρέτισε τὸν σύζυγόν της. Οὗτος ἔτεινε πρὸς αὐτὴν τὴν χεῖρα, καὶ ἠσπάσθη φιλοστόργως τὰ τέκνα του.
Ἤδη ἐνύκτωνε, καὶ ἐψάλη ὁ Μικρὸς Ἑσπερινός. Ἀκολούθως, μετὰ τὸ λιτὸν σαρακοστιανὸν τὸ ὁποῖον ἔφαγον κατὰ ὁμάδας καθίσαντες οἱ διάφοροι προσκυνηταί, ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, ἐπὶ τῶν χόρτων καὶ τῶν ἐρειπίων, ὁ Φραγκούλης ἡτοίμασεν ἰδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον, πρόχειρον, κατὰ μίμησιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα συνηθίζονται εἰς τὰ μοναστήρια, καὶ φέρων τρεῖς γύρους περὶ τὸν ναόν, τὸ ἔκρουσε μόνος του, πρῶτον εἰς τροχαϊκὸν ρυθμόν, «τὸν Ἀδάμ, Ἀδάμ, Ἀδάμ!» εἶτα εἰς ἰαμβικόν, «τὸ τάλαντον! τὸ τάλαντον!»
Εὐθὺς τότε, τὰ δύο παιδία τοῦ Φραγκούλα, καὶ πέντε ἢ ἓξ ἄλλοι μικροὶ μοσχομάγκαι, ἀνερριχήθησαν ἐπάνω εἰς τὴν στέγην τοῦ ναοῦ, ἄνωθεν τῆς θύρας, καὶ ἤρχισαν νὰ βαροῦν τρελά, ἀλύπητα, ἀχόρταστα, τὸν μικρὸν μισορραγισμένον κώδωνα, τὸν κρεμάμενον ἀπὸ δύο διχαλωτῶν ξύλων ἐκεῖ ἐπάνω. Ὕστερον ἀπὸ πολλὰς φωνάς, μαλώματα καὶ ἐπιπλήξεις τοῦ Φραγκούλα, τοῦ μπαρμπα-Δημητροῦ τοῦ ψάλτου, καὶ τοῦ Παναγιώτου τῆς Ἀντωνίτσας (ἑνὸς καλοῦ χωρικοῦ, ὅστις δὲν ἐκουράζετο νὰ τρέχῃ εἰς ὅλα τὰ ἐξωκκλήσια, καὶ νὰ κάμνῃ «κουμάντο», ἑωσοῦ ἐπὶ τέλους ἡ Δημαρχία ἠναγκάσθη νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ ὡς ἰσόβιον ἐπίτροπον ὅλων τῶν ἐξοχικῶν ναῶν), τὰ παιδία μόλις ἔπαυσαν ὀψέποτε νὰ κρούουν τὸν κώδωνα, κ᾿ ἐξεκόλλησαν τέλος ἀπὸ τὴν στέγην τοῦ ναΐσκου. Ὁ παπα-Νικόλας ἔβαλεν εὐλογητόν, καὶ ἤρχισεν ἡ ἀκολουθία τῆς Ἀγρυπνίας.
Ὁ Φραγκούλας ἦτο τόσον εὐδιάθετος ἐκείνην τὴν ἑσπέραν, ὥστε ἀπὸ τοῦ «Ἐλέησόν με ὁ Θεός», τῆς ἀρχῆς τοῦ Ἀποδείπνου, μέχρι τοῦ «Εἴη τὸ ὄνομα», εἰς τὸ τέλος τῆς Λειτουργίας ―ὅπου ἡ παννυχὶς διήρκεσεν ὀκτὼ ὥρας ἄνευ διαλείμματος― ὅλα τὰ ἔψαλε καὶ τὰ ἀπήγγειλε μόνος του ἀπὸ τοῦ δεξιοῦ χοροῦ, μόλις ἐπιτρέπων εἰς τὸν κὺρ Δημητρόν, τὸν κάτοχον τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ, νὰ λέγῃ κι αὐτὸς ἀπὸ κανένα τροπαράκι, διὰ νὰ ξενυστάξῃ. Ἔψαλε τὸ «Θεαρχίῳ νεύματι» καὶ εἰς τοὺς ὀκτὼ ἤχους μοναχός του, προφάσει ὅτι ὁ κὺρ Δημητρὸς «δὲν εὕρισκεν εὔκολα τὸν ἦχον», ἤτοι δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβῇ ἀβιάστως καὶ ἄνευ χασμωδίας ἀπὸ ἤχου εἰς ἦχον. Εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ, μοναχός του ἐδιάβασε τὸ Συναξάρι, καί, χωρὶς νὰ πάρῃ ἀνασασμόν, μοναχός του πάλιν ἤρχισε τὸν Ἑξάψαλμον. Ἔψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Ἀναβαθμοὺς καὶ προκείμενα, εἶτα ὅλον τὸ «Πεποικιλμένη» ἕως τὸ «Συνέστειλε χορός», καὶ ὅλον τὸ «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου» ἕως τὸ «Δέχου παρ᾿ ἡμῶν». Εἶτα ἔψαλεν Αἴνους, Δοξολογίαν, ἐδιάβασεν Ὥρας καὶ Μετάληψιν, πρὸς χάριν ὅλων τῶν ἡτοιμασμένων διὰ τὴν Θείαν Κοινωνίαν, καὶ εἰς τὴν Λειτουργίαν πάλιν ὅλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, τὸ Χερουβικόν, τὸ «Αἱ γενεαὶ πᾶσαι», τὸ Κοινωνικόν, κτλ. κτλ.
Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐνθυμεῖτο ἀκόμη, ὡς νὰ ἦτον χθές, ὁ γερο-Φραγκούλας, καὶ εἶχον παρέλθει δεκαπέντε ἔτη ἔκτοτε. Ἀκόμη καὶ μικρά τινα φαιδρὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὴν Λιτήν, μικρὸν πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, κατὰ τὴν ἔξοδον τῆς ἱερᾶς εἰκόνος εἰς τὸ ὕπαιθρον. Ἐπειδὴ αἱ γυναῖκες εἶχαν κολλήσει πολλὰ καὶ χονδρὰ κηρία, τὰ πλεῖστα ἔργα αὐτῶν τῶν ἰδίων χειρομάλακτα, τὰ δὲ κηρία συμπλεκόμενα εἰς δέσμας καὶ περιπλοκάδας ἀπὸ τὸν Παναγιώτην τῆς Ἀντωνίτσας, τὸν πρόθυμον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἱερᾶς πανηγύρεως, εἶχαν λαμπαδιάσει, εἰς μίαν στιγμὴν ὀλίγον ἔλειψε νὰ πάρῃ φωτιὰν τὸ φελόνι τοῦ παπᾶ, εἶτα καὶ τὸ γένειόν του. Τότε ὁ Παναγιώτης τῆς Ἀντωνίτσας, μὴ εὑρίσκων ἄλλο προχειρότερον μέσον, ἥρπαζε τὰς ὀγκώδεις δέσμας τῶν φλεγόντων κηρίων, τὰς ἔφερε κάτω εἰς τὸ ἔδαφος, κ᾿ ἐπάτει δυνατὰ μὲ τὰ τσαρούχια του διὰ νὰ τὰ σβήσῃ. Αἱ γυναῖκες δυσφοροῦσαι ἐγόγγυζον, νὰ μὴν πατῇ τὰ κηριά, γιατὶ εἶναι κρῖμα.
Τότε εἷς τῶν παρεστώτων, υἱὸς πλουσίου τοῦ τόπου, ἀπὸ ἐκείνους οἵτινες εἰς τὸ ὕστερον κατέστησαν δανεισταὶ τοῦ Φραγκούλα ―καὶ ὅστις ἐλέγετο ὅτι ἐμελέτα εἰς τὰς ἐκλογὰς νὰ βάλῃ κάλπην ὡς ὑποψήφιος δήμαρχος― ἠκούσθη νὰ λέγῃ ὅτι πρέπει νὰ μάθουν νὰ κάμνουν «οἰκονομία, οἰκονομία στὰ κηριά! ἡ νύχτα μεγαλώνει… ἰσημερία τώρα, κοντεύει… ἔχει νύχτα…»
Ἀλλ᾿ αἱ γυναῖκες, ἐνῷ ἤξευραν, καλύτερα ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅλας τὰς οἰκονομίας τοῦ κόσμου, δὲν ἐννοοῦσαν τί θὰ πῇ «οἰκονομία στὰ κηριά», ἀφοῦ ἅπαξ εἶναι ἀγορασμένα καὶ πληρωμένα, καὶ εἶναι μελετημένα καὶ ταμένα ἐξ ἅπαντος νὰ καοῦν, διὰ τὴν χάριν τῆς Παναγίας. Μία ἀπ᾿ αὐτάς, γερόντισσα, ἀνεπόλησε κάτι τι δι᾿ ἕνα θαῦμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀκούσει ἀπὸ τὸ συναξάρι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ὅπου ὁ Ἅγιος, εἰς τὴν Σαλονίκην, ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸν νεωκόρον, ἔχοντα τὴν μανίαν νὰ σβήνῃ μισοκαμένα τὰ κηριά ― καὶ ἡ γερόντισσα ἤρχισε νὰ τὸ διηγῆται χθαμαλῇ τῇ φωνῇ εἰς τὴν πλησίον της: «Ἀδελφὲ Ὀνήσιμε, ἄφες νὰ καοῦν τὰ κηρία, ὅσα προσφέρουν οἱ χριστιανοί, καὶ μὴ ἁμαρτάνῃς…»
Τὴν ἰδίαν ὥραν συνέβη καὶ τοῦτο. Ἐνῷ ὁ παπὰς ἀπήγγελλε τὰς μακρὰς αἰτήσεις τῆς Λιτῆς, ἐπισυνάπτων καὶ τὰ ὀνόματα ὅλα, ζωντανὰ καὶ πεθαμένα, ὅσα τοῦ εἶχον ὑπαγορεύσει ἀφ᾿ ἑσπέρας αἱ εὐλαβεῖς προσκυνήτριαι, ὁ Φραγκούλης ἔψαλλε μεγαλοφώνως τὸ τριπλοῦν «Κύριε Ἐλέησον» μὲ τὴν χονδρὴν φωνήν του, καὶ μὲ ὅλον τὸ πάθος τῆς ψαλτικῆς του. Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἐφαίνετο νὰ εἶχε πειραχθῆ ὀλίγον, ἴσως διότι ὁ Φραγκούλας ἐν τῇ ψαλτομανίᾳ του δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ πῇ κ᾿ ἐκεῖνος ἕνα τροπαράκι σωστό (διότι ἅμα ἤρχιζεν ὁ Δημητρὸς τὸ δικό του, ὁ Φραγκούλας, μὲ τὴν γερήν, κεφαλικὴν φωνήν του, ἐκθύμως συνέψαλλε, τοῦ ἥρπαζε τὴν πρωτοφωνίαν, καὶ ὑπέτασσε καὶ ἐκάλυπτε τὴν ἀσθενῆ καὶ τερετίζουσαν φωνὴν ἐκείνου), ἔλαβε τὸ θάρρος νὰ τοῦ κάμῃ παρατήρησιν.
― Πιὸ σιγά, πιὸ ταπεινά, κὺρ Φραγκούλη· σιγανώτερα νὰ τὸ λὲς τὸ Κύριε ἐλέησον, γιατὶ δὲν ἀκούονται τὰ ὀνόματα, καὶ θέλουν οἱ γυναῖκες νὰ τ᾿ ἀκοῦνε.
Εἶχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αἱ γυναῖκες ἀπῄτουν νὰ λέγωνται ἐκφώνως τὰ ὀνόματα, ὅσα εἶχαν εἰπεῖ εἰς τὸν παπὰν νὰ γράψῃ. Ἐννοοῦσαν νὰ τ᾿ ἀκούῃ κι ὁ Θεὸς κ᾿ ἡ Παναγία κι ὅλος ὁ κόσμος. Ἡ καθεμία ἤθελε ν᾿ ἀκούσῃ «τὰ δικά της τὰ ὀνόματα», καὶ νὰ τ᾿ ἀναγνωρίσῃ, καθὼς ἀπηγγέλλοντο ἀραδιαστά. Ἄλλως θὰ εἶχαν παράπονα κατὰ τοῦ παπᾶ, κι ὁ παπὰς ἂν ἤθελε νὰ φάγῃ κι ἄλλοτε, εἰς τὸ μέλλον, προσφορές, ὤφειλε νὰ τὰ ἔχῃ καλὰ μὲ τὶς ἐνορίτισσες.
Τότε ἡ Ἀργυρή, ἡ πρωτότοκος τοῦ Φραγκούλα, οὖσα τότε δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθὼς ἔστεκε πλησίον εἰς τὸν πατέρα της, ἐψήλωσεν ὀλίγον διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ οὖς του, καὶ τοῦ λέγει κρυφά:
― Πατέρα, ἄφησε καὶ τὸν μπαρμπα-Δημητρὸ νὰ ψάλῃ «Κύριε ἐλέησον».
Τοῦτο ἦτο ὡς ἔμπνευσις καὶ βοήθημα διὰ τὸν Φραγκούλην. Ἐπειδὴ οὗτος δὲν ἤθελε φανερὰ νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν σχεδὸν αὐθάδη παραίνεσιν τοῦ Δημητροῦ, καὶ πάλιν δὲν ἤθελε νὰ δείξῃ ὅτι ἐθύμωσεν, ἐστράφη πρὸς τὸν καλὸν γέροντα, καὶ τοῦ λέγει:
― Πέ, Δημητρό, σαράντα φορὲς τὸ «Κύριε ἐλέησον».
Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἂν καὶ εἶχε γηράσει, δὲν εἶχε μάθει ἀκόμη καλὰ τὰ Τυπικά, καὶ δὲν ἤξευρεν ἀκριβῶς πότε κατὰ τὴν Λιτὴν τὸ Κύριε ἐλέησον λέγεται τρὶς καὶ πότε τεσσαρακοντάκις, ἤρχισε πράγματι νὰ τὸ ψάλλῃ σαράντα φορές, ὥστε ὁ παπὰς ἐβιάσθη ν᾿ ἀπαγγείλῃ ραγδαίως καὶ ἀθρόα τὰ τελευταῖα ὀνόματα, καί, διὰ νὰ εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν ψάλτην, ἤρχισε πρὸ τῆς ὥρας νὰ λέγῃ: «…ὑπὲρ τοῦ διαφυλαχθῆναι… ἀπὸ λιμοῦ, λοιμοῦ, σεισμοῦ, καταποντισμοῦ, πυρός, μαχαίρας» καὶ τὰ ἑξῆς.
*
* *
Τέλος, μετὰ τὴν λειτουργίαν, ὁ παπάς, ὁ Φραγκούλας καὶ ἡ οἰκογένειά του, καὶ ὀλίγοι φίλοι, ἐκάθισαν κ᾿ ἔφαγαν ὁμοῦ καὶ ηὐφράνθησαν, καὶ τὴν ἑσπέραν ὁ Φραγκούλης ἐπανήρχετο, εἰρηνικῶς καὶ μὲ ἀγάπην, μετὰ τῆς συζύγου καὶ τῶν τέκνων του, ὑπὸ τὴν οἰκιακὴν στέγην.
Πρὶν παρέλθῃ ἔτος, ἐγεννήθη ἡ Κούμπω. Ἡ κόρη αὕτη, πλάσμα χαριτωμένον καὶ συμπαθές, ἀνετρέφετο καὶ ἡλικιοῦτο, ἐγίνετο τὸ χάρμα καὶ ἡ παρηγορία τοῦ πατρός της. Δὲν εἶχε μόνον νοημοσύνην πρώιμον, ἀλλὰ κάτι ἄλλο παράδοξον γνώρισμα, οἱονεὶ χαρακτῆρα φρονίμου γυναικὸς εἰς ἡλικίαν παιδίσκης. Ὕστερον, μετὰ χρόνους, ὅταν ἐπῆλθεν ὁ δεύτερος χωρισμός, ἡ Κούμπω, ὀκταέτις τότε, ἔτρεχε πλησίον τοῦ πατρός της, εἰς τὸ «κελλί του», ὅπου κατῴκει εἰς τὴν ἀνωφερῆ ἐσχατιὰν τῆς πολίχνης, καὶ τὸν ἐγέμιζε περιποιήσεις καὶ τρυφερότητας.
Αὐτὴ μόνη ἐδέχετο προθύμως τοὺς πατρικοὺς χαλινούς, ἐνῷ τὰ ἄλλα τέκνα δὲν ἤρχοντο ποτὲ πλησίον τοῦ πατρός των, καὶ διὰ τοῦτο ἐκεῖνος τὴν ὠνόμαζε «τὸ εὐάγωγο». Καθημερινῶς ἔτρεχε νὰ τὸν εὕρῃ, καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τὸν παρακαλῇ:
―Ἔλα, πατέρα, στὸ σπίτι· μὴ μᾶς ἀφήσῃς, λέγ᾿ ἡ μητέρα, ζωνταρφανά*.
Μίαν τῶν ἡμερῶν ἔτρεξε δρομαία, φαιδρά, καὶ πνευστιῶσα τοῦ εἶπε:
― Τά ᾽μαθες, πατέρα;… Θὰ παντρέψουμε τ᾿ Ἀργυρώ μας… Ἔλα στὸ σπίτι, γιατὶ δὲν εἶναι πρέπο, λέγει ἡ μητέρα, νὰ εἶστε χωρισμένοι ἐσεῖς, ποὺ θὰ παντρευτῇ τ᾿ Ἀργυρώ μας… γιὰ νὰ μὴν κακιώση ὁ γαμπρός!…
Τῷ ὄντι ὁ Φραγκούλας ἐπείσθη, κ᾿ ἐφιλιώθη μὲ τὴν σύζυγόν του. Ἠρραβώνισαν τὴν Ἀργυρώ, εἶτα μετ᾿ ὀλίγους μῆνας τὴν ἐστεφάνωσαν… Εἶτα πάλιν ἐπῆλθε τρίτος χωρισμὸς μεταξὺ τοῦ παλαιοῦ ἀνδρογύνου, καὶ μ᾿ ἕνα γεροντόπαιδον μαζί, τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον σχεδὸν συγχρόνως μὲ τὸν γάμον τῆς πρωτοτόκου.
Τότε ἡ Κούμπω, ἥτις εἶχε γίνει δεκατριῶν ἐτῶν, δὲν ἔπαυε νὰ τρέχῃ πλησίον τοῦ πατρός της, καὶ νὰ τὸν παρακινῇ ν᾿ ἀγαπήσῃ μὲ τὴν μητέρα.
Μίαν ἡμέραν, θλιβερὰ τοῦ εἶπε:
― Δὲν θὰ μπορῶ πλέον νά ᾽ρχωμαι οὔτε στὸ κελλί σου, πατέρα. Εἶναι κάτι κακὲς γυναῖκες, ἐκεῖ στὸ μαχαλά, στὸ δρόμο ποὺ περνῶ, καὶ τὶς ἄκουσα ποὺ λέγανε, καθὼς περνοῦσα: «Νά τὸ κορίτσι τῆς Φραγκούλαινας, ποὺ τὴν ἔχει ἀπαρατήσει ὁ ἄντρας της…» Δὲν τὸ βαστῶ πλέον, πατέρα…
Τῷ ὄντι παρῆλθον τρεῖς ἡμέραι, καὶ ἡ Κούμπω δὲν ἐφάνη εἰς τὸ κελλὶ τοῦ πατρός της. Τὴν τετάρτην ἡμέραν ἦλθε πολὺ ὠχρὰ καὶ μαραμένη, ἐφαίνετο νὰ πάσχῃ.
― Τί ἔχεις, κορίτσι μου; τῆς εἶπεν ὁ πατήρ της.
―Ἂν δὲν ἔλθῃς, πατέρα, τοῦ ἀπήντησεν ἀποτόμως αἴφνης, μὲ παράπονον καὶ μὲ πνιγμένα δάκρυα, νὰ ξεύρῃς, θὰ πεθάνω ἀπ᾿ τὸν καημό μου!…
―Ἔρχομαι, κορίτσι μου, εἶπεν ὁ Φραγκούλης.
Τῷ ὄντι, τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπῆγεν εἰς τὴν οἰκίαν. Ἀλλ᾿ ἡ νεαρὰ κόρη ἔπεσε πράγματι ἀσθενής, καὶ εἶχε δεινὸν πυρετόν. Ὅταν ὁ πατέρας ἦλθε παρὰ τὴν κλίνην της, καὶ τῆς ἀνήγγειλεν ὅτι ἔκαμεν ἀγάπην μὲ τὴν μητέρα της, διὰ νὰ χαρῇ, ἦτον ἀργὰ πλέον. Ἡ τρυφερὰ παιδίσκη ἐμαράνθη ἐξ ἀγνώστου νόσου, καὶ οὔτε φάρμακον οὔτε νοσηλεία ἴσχυσε νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ εἰς τὸν πρόσκαιρον κόσμον. Ἐκοιμήθη χωρὶς ἀγωνίαν καὶ πόνον, ἐξέπνευσεν ὡς πουλί, μὲ τὴν λαλιὰν εἰς τὸ στόμα:
― Πατέρα! πατέρα! στὴν Παναγία νὰ κάμετε μιὰ λειτουργία… μὲ τὴν μητέρα μαζί…
Εἶπε καὶ ἀπέθανε.
Ὁ Φραγκούλης ἔκλαυσεν ἀπαρηγόρητα· ἔκλαυσεν ἀχόρταστα, ὁμοῦ μὲ τὴν σύζυγόν του… Κατόπιν ἀπεσύρθη, κ᾿ ἐξηκολούθησε νὰ κλαίῃ μόνος του, εἰς τὴν ἐρημίαν...
Ὁ τελευταῖος οὗτος χωρισμὸς ἦτον μᾶλλον φιλικὸς καὶ μὲ τὴν συναίνεσιν τῆς Σινιώρας, ἥτις ἔβλεπεν ὅτι ὁ γέρων σύζυγός της ἐπεθύμει μᾶλλον νὰ γίνῃ μοναχός. Ὁ Φραγκούλης ἐνθυμεῖτο τὴν τελευταίαν σύστασιν τῆς Κούμπως, «μὲ τὴν μητέρα μαζί». Μόνον ἓν παροδικὸν πεῖσμα τοῦ εἶχεν ἔλθει. Τοῦ ἐφάνη ὅτι αἱ ἴδιαι ἀδελφαί της, ἡ ὕπανδρος, καὶ ἡ ἄλλη ἡ δευτερότοκος, δὲν τὴν ἐλυπήθησαν ὅσον ἔπρεπε, δὲν τὴν ἐπένθησαν ὅσον τῆς ἤξιζε, τὴν ἀτυχῆ μικράν, τὴν Κούμπω. Ἔκτοτε ἐξηκολούθει νὰ ζῇ ὁλομόναχος πάλιν, τώρα, «ἐπὶ γήραος οὐδῷ». Καὶ ἐνθυμεῖτο τὸν στίχον τοῦ Ψαλτηρίου: «Μὴ ἀπώσῃ με εἰς καιρὸν γήρως… καὶ ἕως γήρως καὶ πρεσβείου μὴ ἐγκαταλίπῃς με».
Καὶ τὴν ἡμέραν αὐτήν, τὴν παραμονὴν τῆς Κοιμήσεως πάλιν, τὸν εὑρίσκομεν νὰ κάθηται εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου, καὶ νὰ καπνίζῃ μελαγχολικῶς τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν… ἀναλογιζόμενος τόσα ἄλλα καὶ τοὺς ὀχληροὺς δανειστάς του, οἱ ὁποῖοι τοῦ εἶχαν πάρει ἐν τῷ μεταξὺ τὸ καλύτερον κτῆμα· ἕνα ὁλόκληρον βουνόν, ἐλαιῶνα, ἄμπελον, ἀγρὸν μὲ ὀπωροφόρα δένδρα, μὲ βρύσιν, μὲ ρέμα καὶ νερόμυλον … καὶ νὰ ἐκχύνῃ τὰ παράπονά του εἰς θρηνώδεις μελῳδίας πρὸς τὴν Παναγίαν.
«Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου με ζάλαι, ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε…»
Κ᾿ ἐπόθει ὁλοψύχως τὸν μοναχικὸν βίον, ὀλίγον ἀργά, κ᾿ ἐπεκαλεῖτο μεγάλῃ τῇ φωνῇ τὸν «Γλυκασμὸν τῶν Ἀγγέλων, τῶν θλιβομένων τὴν χαράν», ὅπως ἔλθῃ εἰς αὐτὸν βοηθὸς καὶ σώτειρα·
«ἀντιλαβοῦ μου καὶ ῥῦσαι,
τῶν αἰωνίων βασάνων…»