του Λ. ΤΡΟΤΣΚΙ
(ένα δυσεύρετο άρθρο του Λ. ΤΡΟΤΣΚΙ για το μεγάλο Ρώσο Λογοτέχνη, ποιητή και οραματιστή, ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΪ το οποίο γράφτηκε το 1908.)
Ο Τολστόι γιορτάζει τα ογδοντάχρονα του και μας φαίνεται σήμερα ίδιος γέρικος βράχος σκεπασμένος με μούσκλα, άνθρωπος μιας εποχής ξεγραμμένης.
Πράγμα παράξενο! Όχι μόνο ο Καρλ Μαρξ, μα ακόμα κι ο Ερρίκος Χάινε – για να πάρουμε ένα παράδειγμα από μια περιοχή οικεία στον Τολστόι – μοιάζουν να ζουν ακόμα σήμερα ανάμεσα μας. Κιόλας ο ανυπέρβλητος χείμαρρος του χρόνου μας χωρίζει τώρα από το μεγάλο σύγχρονο της Γιάσναγια Πολιάνα. Ο Τολστόι ήταν 33 χρόνων όταν καταργήθηκε η δουλοπαροικία στη Ρωσία. Είχε μεγαλώσει και είχε αναπτυχθεί σαν απόγονος από «δέκα γενιές που η εργασία δεν τις είχε ταπεινώσει», μέσα στην ατμόσφαιρα της παλιάς ρωσικής αγροτοευγένειας , με τη χωροδεσποτική της βούλα, ανάμεσα στα πατρογονικά χωράφια, μέσα στο πελώριο φεουδαρχικό σπίτι, κάτω από τις όμορφες δεντροστοιχίες των φλαμουριών με τον ειρηνικό τους ίσκιο. Τις παραδόσεις της αγροτοευγένειας, το ρομαντικό της χαρακτήρα, την ποίηση της, όλο το στυλ της ζωής της τέλος, ο Τολστόι τα είχε αφομοιώσει σε τέτοιο σημείο ώστε έγιναν μέρος αναπόσπαστο, οργανικό, της προσωπικότητας του. Αριστοκράτης ήταν τη στιγμή της αφύπνισης της συνείδησης του, Αριστοκράτης ως τα νύχια έχει μείνει σήμερα, στις πιο βαθιές πήγες της δημιουργικής του εργασίας, παρ’ όλη την κατοπινή εξέλιξη του πνεύματος του.
Ο ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΗΣ ΤΟΛΣΤΟΪ
Στο χωροδεσποτικό πύργο των πριγκίπων Βολκόνσκι, που πέρασε έπειτα στην οικογένεια των Τολστόι, ο ποιητής του Πόλεμος και Ειρήνη, μένει σ’ ένα δωμάτιο πολύ απλά επιπλωμένο. Στον τοίχο είναι κρεμασμένο ένα πριόνι και στη γωνία, ακουμπισμένα πάνω στον τοίχο, ένα δρεπάνι κι ένας μπαλτάς. Στο πάνω πάτωμα, ίδιοι πετρωμένοι φυλακές των παλιών παραδόσεων, είναι κρεμασμένα τα πορτραίτα ολόκληρης σειράς από γενιές προγόνων. Τι σύμβολο! Μέσα στην ψυχή του σπιτονοικοκύρη βρίσκουμε όμοια αυτά τα δυο πατώματα, σ’ αντίστροφη τάξη. Ενώ στις ανώτερες περιοχές της συνείδησης η φιλοσοφία της απλότητας και της συγχώνευσης με το λαό έχει χτίσει τη φωλιά της, από κάτω, εκεί όπου βυθίζονται οι ρίζες των αισθημάτων, των παθών και της θέλησης, μας χαιρετάει ολόκληρη πινακοθήκη φεουδαλικοί πρόγονοι.
Μέσα στην οργή του μετανιωμού ο Τολστόι γυρίζει τις πλάτες στην ψεύτρα και μάταιη τέχνη, που πέφτει στην ειδωλολατρία με τις τεχνητά αναπτυγμένες συμπάθειες των κυρίαρχων τάξεων και καλλιεργεί τις μαστικές προλήψεις τους με τη βοήθεια της ψευτοκαλοσύνης. Τι βλέπουμε έπειτα; Στο τελευταίο μεγάλο έργο του, Ανάσταση, στο κέντρο της προσοχής του τοποθετεί ίσα ίσα το ρώσο γαιοκτήμονα, πλούσιο σε χρήμα και προγόνους, περιβάλλοντας τον φροντισμένα με το χρυσόν ιστό των αριστοκρατικών σχέσεων, συνηθειών και αναμνήσεων, σα να μην υπήρχε στη γη τίποτα ωραίο και σπουδαίο έξω από εκείνον το «μάταιο» και «ψεύτικο» κόσμο.
Ένας ίσιος και μικρός δρόμος οδηγεί από το αρχοντικό κτήμα στο σπίτι του χωριού. Αυτό το δρόμο ο Τολστόι, ο ποιητής, τον διέτρεξε με αγάπη προτού ο ηθικολόγος Τολστόι τον κάνει δρόμο της σωτηρίας. Ακόμα και ύστερα από την κατάργηση της δουλοπαροικίας θεωρεί το χωρικό σαν κάτι που του ανήκει, σαν αναπόσπαστο μέρος του εξωτερικού περιβάλλοντος του και του εσώτερου είναι του. Πίσω από την «αδιαφιλονίκητη αγάπη του για τον αληθινό εργαζόμενο λαό» βλέπουμε να προβάλει το ίδιο αδιαφιλονίκητα ο περιληπτικός φεουδαλικός προγονός του, όμως μεταμορφωμένος από το καλλιτεχνικό του δαιμόνιο.
Ο γαιοκτήμονας και ο χωρικός, αυτοί είναι, σε τελευταία ανάλυση, οι μόνοι τύποι που ο Τολστόι δέχτηκε μέσα στο ιερό της δημιουργικής του εργασίας. Ποτε, ούτε πριν ούτε ύστερα από την κρίση του, δεν απαλλάχτηκε μήτε δοκίμασε να απαλλαχτεί από την αληθινά φεουδαλική περιφρόνηση για όλα τα πρόσωπα που παρεμβάλλονται ανάμεσα στο γαιοκτήμονα και το χωρικό ΄η πιάνουν οποιαδήποτε θέση έξω απ’ αυτούς τους δυο ιερούς πόλους της παλιάς τάξης πραγμάτων: ο γερμανός επιστάτης, ο έμπορος, ο γάλλος παιδαγωγός, ο γιατρός, ο «διανοούμενος» και τέλος ο εργοστασιακός εργάτης, με το ρολόι του και την αλυσίδα του. Δε δοκιμάζει ποτε την ανάγκη να μελετήσει αυτούς τους τύπους, να κοιτάξει στο βάθος της ψυχής τους, να τους ρωτήσει για τις πεποιθήσεις τους, και περνάνε μπροστά από τα μάτια του καλλιτέχνη σαν πρόσωπα χωρίς καμιά σημασία και τον περισσότερο καιρό κωμικά. Όταν του συμβαίνει να αναπαρασταίνει επαναστάτες των χρόνων 70 ΄η 80, όπως στην Ανάσταση, περιορίζεται να ποικίλει μέσα στο καινούργιο περιβάλλον τους παλιούς τύπους του ευγενείς και χωρικούς, ΄η μας δίνει σκίτσα ξώπετσα και κωμικά. Ο Ναβοντβόροβ του μπορεί το ίδιο να αξιώνει ότι αντιπροσωπεύει τον τύπο του ρώσου επαναστάτη όσο και ο Ρικώ ντε λα Μαρλινιέρ, του Λέσσινγκ, τον τύπο του γάλλου αξιωματικού.
Η ΕΧΘΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΤΟΛΣΤΟΪ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΖΩΗ
Στις αρχές των χρόνων ’60, όταν η Ρωσία καταποντίστηκε κάτω από το κύμα των νέων ιδεών και, που είναι ακόμα πιο σπουδαίο, των νέων κοινωνικών όρων, ο Τολστόι είχε κιόλας πίσω του, τόχουμε δει, ένα τρίτο αιώνα. Από άποψη ψυχολογική και ηθική ήταν λοιπόν ολότελα σχηματισμένος. Δεν είναι ανάγκη να πούμε εδώ ότι ο Τολστόι δεν υπήρξε ποτε υπερασπιστής της δουλοπαροικίας όπως ήταν ο στενός φίλος του Φέτ (Σένσιν) αριστοκράτης και λεπτός λυρικός που μέσα στην ψυχή του η αγάπη της φύσης ήξερε να γειτονεύει με τη λατρεία του βούρδουλα. Το σίγουρο είναι ότι ο Τολστόι δοκίμαζε βαθύ μισός για τους καινούργιους όρους που πήγαιναν να αντικαταστήσουν τους παλιούς: «Προσωπικά, έγραφε στα 1861, δε διαπιστώνω γύρω μου καμιά εξημέρωση των ηθών και δεν το κρίνω απαραίτητο να πιστεύω στο λόγο εκείνων που λένε το αντίθετο. Δε μου φαίνεται, λόγου χάρη, ότι οι σχέσεις ανάμεσα στους βιομήχανος και τους εργάτες είναι πιο ανθρώπινες απ’ ότι οι σχέσεις ανάμεσα στους ευγενείς και τους δουλοπάροικους».
Η αναταραχή και το χάος παντού και σ’ όλα, η παρακμή της παλιάς ευγένειας, η παρακμή της αγροτιάς, η γενική σύγχυση, οι στάχτες και ο κουρνιαχτός της καταστροφής, η σύγχυση και η αντάρα της πολιτικής ζωής, η ταβέρνα και το τσιγάρο στο χωριό, το χυδαίο τραγούδι του εργάτη της φάμπρικας στη θέση του ευγενικού λαϊκού τραγουδιού, όλα αυτά τον αποκάρδιωναν σαν αριστοκράτη μαζί και σαν καλλιτέχνη. Να γιατί αποστράφηκε ηθικά εκείνο το τρομακτικό προτσές και του αρνήθηκε μια για πάντα την επιδοκιμασία του σαν καλλιτέχνης. Δεν είχε ανάγκη να ποζάρει για υπερασπιστής της δουλοπαροικίας για να είναι ολόψυχα οπαδός της επιστροφής σε εκείνους τους κοινωνικούς όρους όπου έβλεπε τη σοφή απλότητα κι έβρισκε την καλλιτεχνική τελείωση. Εκεί η ζωή αναπαράγεται από γενιά σε γενιά, από αιώνα σε αιώνα μέσα σε μια διαρκή ακινησία και βασιλεύει παντοδύναμη η άγια αναγκαιότητα. Όλες οι πράξεις της ζωής καθορίζονται εκεί από τον ήλιο, τη βροχή, τον αγέρα, τη βλάστηση. Μέσα σ’ αυτή την τάξη πραγμάτων δεν υπάρχει θέση για το λογικό ΄η την προσωπική θέληση και κατά συνέπεια ούτε και για την προσωπική ευθύνη. Τα πάντα εκεί είναι κανονισμένα, δικαιωμένα, εξαγιασμένα από τα πριν. Χωρίς καμιά ξέχωρη ευθύνη μήτε θέληση, ο άνθρωπος ζει εκεί απλά μέσα στην υπακοή, λέει ο αξιόλογος ποιητής της Δύναμης της Γης, Γκλιέμπ Ουσπένσκι και ίσα ίσα αυτή η διαρκής υπακοή, μεταμορφωμένη σε διαρκείς προσπάθειες, αποτελεί όλη τη ζωή, η οποία δεν οδηγεί, φαινομενικά, σε κανένα αποτέλεσμα, μα έχει ωστόσο μέσα της το αποτέλεσμα της… Και – να το θαύμα! – αυτή η δουλική εξάρτηση, δίχως σκέψη και δίχως εκλογή, δίχως πλάνες και, κατά συνέπεια, δίχως τύψεις, είναι ίσα ίσα εκείνο που δημιουργεί την ηθική «ευκολία» της ύπαρξης κάτω από τη σκληρή κηδεμονία των «σταχυών της σίκαλης». Ο Μικούλα Σελυάνοβιτς, ο χωριάτης ήρωας του παλιού λαϊκού θρύλου, λέει για τον εαυτό του: «Η μάνα Γη μ’ αγαπάει». Πρόκειται για το θρησκευτικό μύθο του «ρωσικού ναροντνιτσέστβο», του λαϊκισμού, που εξουσίασε για μακριές δεκαετίες την ψυχή της ρωσικής «ιντελλιγκέντσιας». Ολότελα αντίπαλος αυτών των ριζοσπαστικών τάσεων, ο Τολστόι έμεινε πάντα πιστός στον εαυτό του και μέσα στους κόλπους του «ναροντνιτσέστβο» αντιπροσώπευε την αριστοκρατική συντηρητική πτέρυγα. Για να μπορεί λοιπόν να ζωγραφίσει καλλιτεχνικά τη ρωσική ζωή, τέτοια που την γνώριζε, την καταλάβαινε και την αγαπούσε, ο Τολστόι έπρεπε να καταφύγει στο παρελθόν, στις απαρχές του 19ου αιώνα. Το Πόλεμος και Ειρήνη (1867-1869) είναι μ’ αυτή την έννοια το καλύτερο έργο του, που έμεινε αξεπέραστο.
Αυτό το μαζικό, τον απρόσωπο χαρακτήρα της ζωής και την άγια ανευθυνότητα της ο Τολστόι τα ενσάρκωσε στο πρόσωπο του Καρατάγιεφ, του λιγότερου κατανοητού τύπου για τον ευρωπαίο αναγνώστη και, όπως και νάναι, εκείνου που του φαίνεται περισσότερο ξένος. Η ζωή του Καρατάγιεβ, όπως την αντιλαμβανόταν ο ίδιος, δεν είχε κανένα νόημα σαν ατομική ζωή. Είχε νόημα μόνο σαν μέρος ενός όλου, που το ένοιωθε πάντα σαν τέτοιο. Κλίσεις, φιλίες, ερωτά, όπως τα καταλάβαινε ο Πιερ, ο Καρατάγιεβ τα αγνοούσε ολότελα, όμως αγαπούσε και ζούσε μέσα στην αγάπη για το καθετί που συναντούσε στη ζωή και ιδιαίτερα των ανθρώπων…
Ο Πιερ (κόμητας Μπεζούχοβ) ένιωθε πως ο Καραταγιεβ, παρ’ όλη τη φιλική στοργή του γι’ αυτόν, δε θα θλιβόταν ούτε για ένα λεφτό αν χρειαζότανε να τον αποχωριστεί. Είναι το στάδιο όπου το πνεύμα, για να μεταχειριστούμε τη γλώσσα του Χέγκελ, δεν έχει ακόμα αποκτήσει την εσώτερη φύση του και παρουσιάζεται κατά συνέπεια μόνο σαν φυσική πνευματικότητα. Παρά τον επεισοδιακό χαρακτήρα των εμφανίσεων του, ο Καρατάγιεβ αποτελεί το φιλοσοφικό, αν όχι τον καλλιτεχνικό άξονα όλου του βιβλίου. Ο Κουτούζοφ, που ο Τολστόι τον κάνει εθνικό ήρωα, είναι ο Καραταγιεβ στο ρόλο αρχιστρατήγου. Αντίθετα από το Ναπολέοντα, ο Κουτούζοφ δεν έχει ούτε προσωπικά σχέδια, ούτε προσωπικές φιλοδοξίες. Στη μισοσυνειδητή ταχτική του και γι’ αυτό ψυχοσώστρα, δεν αφήνει να καθοδηγηθεί από το λογικό, μα από κάτι που είναι πάνω από το λογικό, το βουβό ένστικτο των φυσικών όρων και των εμπνεύσεων του λαϊκού πνεύματος. Ο τσάρος Αλέξαντρος στις καλύτερες στιγμές του, όπως και ο τελευταίος από τους στρατιώτες του, υπακούνε αδιάκριτα και με τον ίδιο τρόπο στη βαθιά επίδραση της γης. Σ’ αυτή την ηθική ενότητα έγκειται ίσα ίσα όλο το πάθος του έργου.
Ο ΤΟΛΣΤΟΪ , ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΡΩΣΙΑΣ
Πόσο άθλια είναι, στο βάθος, αυτή η παλιά Ρωσία, με την ευγένεια της την τόσο σκληρά μεταχειρισμένη από την ιστορία, χωρίς περήφανο καστικό παρελθόν, χωρίς σταυροφορίες, χωρίς ιπποτικούς έρωτες και κονταροχτυπήματα κι ακόμα χωρίς ρομαντικές ληστρικές επιδρομές στους μεγάλους δρόμους. Πόσο είναι φτώχια σε εσωτερική ομορφιά, πόσο βαθιά ξεπεσμένη είναι η προβατίσια και μισοζωική ύπαρξη των χωρικών μαζών της!
Όμως τι θαύματα μεταμόρφωσης δε δημιουργεί η μεγαλοφυΐα! Από την ανεπεξέργαστη ύλη εκείνης της άχρωμης χαμοζωής, βγάζει στο φως της μέρας όλη την κρυφή ομορφιά της. Με γαλήνη ολύμπια, μιαν πραγματική ομηρική αγάπη για τα πνευματικά του τέκνα, αφιερώνει σε όλους και σε όλα την προσοχή του: ο αρχιστράτηγος, οι υπηρέτες του αρχοντικού κτήματος, το άλογο του απλού στρατιώτη, η κορούλα του κόμητα, ο μουζίκος, ο τσάρος, η ψείρα μέσα στο πουκάμισο του στρατιώτη, ο παλιός φραμασόνος, κανένας τους δεν έχει προνόμιο μπροστά του και καθένας παίρνει το μερτικό του. Βήμα το βήμα, πινελιά την πινελιά, φτιάχνει ένα τεράστιο πίνακα, που όλα τα μέρη του συνδέονται μαζί από έναν εσωτερικό, αδιάλυτο δεσμό. Ο Τολστόι δημιουργεί χωρίς να βιάζεται, όπως η ίδια η ζωή που ξετυλίγει μπροστά μας. Εφτά φορές ξαναδουλεύει απ’ την αρχή ολόκληρο το βιβλίο του! Εκείνο που ξαφνιάζει πιο πολύ σ’ αυτή την τιτάνια δημιουργική εργασία είναι ίσως το γεγονός ότι ο καλλιτέχνης δεν επιτρέπει ούτε στον εαυτό του ούτε στον αναγνώστη να δόση τη συμπάθεια του σ’ αυτό ΄η σε εκείνο από τα πρόσωπα του. Ποτε δε μας επιδείχνει τους ήρωες του, όπως το κάνει ο Τουργκένιεβ, που δεν αγαπάει άλλωστε, μέσα σ’ ένα φωτισμό από βεγγαλικά ΄η στην αστραψιά του μαγνησίου, ποτε δεν αναζητά γι’ αυτούς πλεονεκτική πόζα. Δεν κρύβει τίποτα και δεν αποσιωπά τίποτα. Τον ανήσυχο ερευνητή της αλήθειας, Πιερ, μας τον δείχνει στο τέλος του έργου με την όψη ενός οικογενειάρχη ήσυχου και ευχαριστημένου. Τη μικρή Νατάσα Ροστόβ, τόσο συγκινητική στη σχεδόν παιδιάστικη ευαισθησία της, τη μεταμορφώνει, χωρίς τον παραμικρό οίκτο, σε περιορισμένη γυναικούλα, με τα χέρια γεμάτα βρώμικες φασκιές. Μα ίσα ίσα αυτή η παθιασμένη προσοχή για όλα τα απομονωμένα μέρη είναι που δημιουργεί το ισχυρό πάθος του συνόλου. Μπορεί να πει κανείς γι’ αυτό το έργο πως είναι ολότελα διαπερασμένο από αισθητικό πανθεϊσμό, που δε γνωρίζει ούτε ομορφιά ούτε ασκήμια, ούτε μεγαλοσύνη ούτε μικρότητα, γιατί γι’ αυτόν μόνο η ζωή, γενικά, είναι μεγάλη κι όμορφη, μέσα στην αιώνια διάδοχη των ποικίλων εκδηλώσεων της. Αυτή είναι η αληθινή αγροτική αισθητική, ανελέητα συντηρητική από τη φύση της και η οποία φέρνει κοντά το επικό έργο του Τολστόι με την Πεντάτευχο και την Ιλιάδα.
Δυο κατοπινές απόπειρες του Τολστόι να τοποθετήσει τους αγαπητούς του ψυχολογικούς τύπους στο πλαίσιο του παρελθόντος και ιδίως στην εποχή του Πέτρου Ι και των δεκεμβριστών, ναυαγήσαν εξαιτίας της εχθρότητας του ποιητή απέναντι στις ξένες επιδράσεις που δίνουν στις δυο αυτές εποχές τόσο καθαρό χαρακτήρα. Ακόμα και εκεί όπου ο Τολστόι πλησιάζει περισσότερο στην εποχή μας, όπως στην Άννα Καρένινα (1873), μένει ολότελα ξένος στην αναταραχή που έχει εισχωρήσει στην κοινωνία και, ανελέητα πιστός στον καλλιτεχνικό συντηρητισμό του, περιορίζει το άνοιγμα του πετάγματος του και το μόνο που ξεχωρίζει μέσα στη μάζα της ρωσικής ζωής είναι οι φεουδαλικές οάσεις που έμειναν άθιχτες, με τον παλιό χωροδεσποτικό πύργο τους τα πορτραίτα των προγόνων και τις όμορφες δεντροστοιχίες των φλαμουριών που στη σκιά τους ξετυλίγεται, από γενιά σε γενιά, ο αιώνιος κύκλος της γέννησης, της ζωής και του θανάτου.
Ο Τολστόι περιγράφει την πνευματική ζωή των ηρώων του το ίδιο όπως και τον τρόπο της διαβίωσης τους: ήρεμα, αβίαστα, χωρίς να επισπεύδει την εσωτερική ροή των αισθημάτων τους, των σκέψεων τους και των συζητήσεων τους. Δε βιάζεται Ποτε και δε φτάνει Ποτε παρά πολύ αργά. Κρατάει στα χέρια του τα νήματα όπου είναι δεμένη η τύχη μεγάλου αριθμού προσώπων και δε χάνει από τα μάτια του κανένα απ’ αυτά. Ίδιος άγρυπνος κι ακούραστος αφέντης κρατάει μέσα στο κεφάλι του μια τέλεια λογιστική όλων των τμημάτων της τεραστίας περιούσιας του. Θ’ έλεγες πως περιορίζεται μόνο να παρατηρεί και πως είναι η φύση που κάνει όλη τη δουλειά. Ρίχνει το σπόρο στο χωράφι και περιμένει ήσυχα, σαν φρόνιμος καλλιεργητής, να πεταχτεί το κοτσάνι και το στάχυ έξω από το χώμα, από μια φυσική διεργασία. Θα μπορούσε σχεδόν να πει κανείς πως είναι ένας δαιμόνιος Καρατάγιεβ με τη βουβή εγκαρτέρηση του απέναντι στους φυσικούς νόμους. Δε θα βάλει Ποτε το χέρι πάνω στο βλαστάρι για να ξεδιπλώσει βίαια τα φύλλα του. Περιμένει ώσπου να τα ξεδιπλώσει μόνο του, κάτω από την επενέργεια της ηλιακής θερμότητας. Γιατί μισεί βαθιά την αισθητική των μεγαλουπόλεων που, από απληστία που καταβροχθίζει η ίδια τον εαυτό της, βιάζει και τυραννάει τη φύση, ζητώντας απ’ αυτήν μόνο εκχυλίσματα και αποστάγματα και γυρεύοντας πάνω στην παλέτα, με δάχτυλο σπασμωδικό, χρώματα που δεν υπάρχουνε στο ηλιακό φάσμα.
Η γλώσσα του Τολστόι είναι όπως η ίδια η μεγαλοφυΐα του: γαλήνια, σοβαρή, λακωνική, αν και χωρίς να φτάνει στην τσιγγουνιά, νευρώδικη, καμιά φορά μάλιστα βαριά και τραχιά, πάντα όμως απλή και ασύγκριτη στο αποτέλεσμα της. Ξεχωρίζει τόσο απ’ το λυρικό, παιχνιδιάρικο, λαμπερό και ωραιόπαθο στυλ του Τουργκένιεβ, όσο και από το ρογχαστικό, ασθματικό και απότομο ύφος του Ντοστογιέβσκι.
Σ’ ένα μυθιστόρημα του ο κάτοικος της πόλης Ντοστογιέβσκι, αυτή η μεγαλοφυΐα με την αθεράπευτα τραυματισμένη καρδιά, ο τρυφηλός ποιητής της σκληρότητας και της συμπόνιας, αντιπαραθέτει ο ίδιος τον εαυτό του, με τρόπο πολύ βαθύ και πολύ χτυπητό, σαν καλλιτέχνη της «ρωσικής οικογενειακής νουβέλας», με τον κόμητα Τολστόι, τον ποιητή των ξεγραμμένων μορφών ενός αριστοκρατικού παρελθόντος: «Αν ήμουνα ρώσος μυθιστοριογράφος και είχα ταλέντο, λέει με το στόμα ενός από τα πρόσωπα του, θα διάλεγα πάντα τους ήρωες μου ανάμεσα στους ρώσους ευγενείς, γιατί μόνο μέσα σ’ αυτό το καλλιεργημένο περιβάλλον βρίσκει κανείς τουλάχιστο την εξωτερική επίφαση μιας ωραίας πειθαρχίας και ευγενικών κίνητρων…Μιλάω ολότελα σοβαρά, αν και δεν είμαι ο ίδιος ευγενής, όπως ξέρετε… Γιατί, πιστέψτε με, μέσα σ’ αυτούς τους κύκλους συναντάει κανείς ότι ωραίο υπάρχει σε μας, τουλάχιστο ότι είναι, κατά κάποιον τρόπο, ομορφιά αποτελειωμένη, πλήρης. Δεν τα λέω αυτά επειδή είμαι απόλυτα πεπεισμένος για την τελειότητα και τη δικαίωση αυτής της ομορφιάς, μα αυτή μας έχει κιόλας δόση, λόγου χάρη, σταθερές μορφές τιμής και χρέους, που δεν τις βρίσκεις πουθενά στη Ρωσία έξω από τους ευγενείς… Ο δρόμος που θαπρεπε να ακολουθήσει αυτός ο μυθιστοριογράφος, συνεχίζει ο Ντοστογιεβσκι, που σκέφτεται αναμφισβήτητα τον Τολστόι, αν και χωρίς να τον κατονομάζει, θέτανε ξεκάθαρος, δε θα μπορούσε να διαλέξει παρά το ιστορικό είδος γιατί δεν υπάρχουν πια στην εποχή μας ωραίες κι ευγενικές σιλουέτες και εκείνες που διατηρούνται ακόμα στις μέρες μας έχουν ήδη, σύμφωνα με την τωρινή γνώμη, χάσει την παλιά ομορφιά τους».
Η ΗΘΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΤΟΛΣΤΟΪ
Καθώς εξαφανίζονταν οι «ωραίες σιλουέτες» του παρελθόντος, όχι μόνο εξαφανίζονταν το άμεσο αντικείμενο του ηθικού φαταλισμού του Τολστόι και του αισθητικού πανθεϊσμού του άρχισαν να ταλαντεύονται: ο άγιος «καραταγιεβισμός» της τολστοικής ψυχής γινόταν ερείπια. Ότι αποτελούσε ως τότε συστατικό μέρος ενός ολοκληρωμένου και αδιάσπαστου συνόλου μετατράπηκε σε χωριστά κομμάτια και κατά συνέπεια κατάντησε προβληματικό. Το λογικό έγινε μωρία. Κι όπως πάντα, ακριβώς τη στιγμή όπου η ζωή έχανε το παλιό της νόημα, ο Τολστόι αναρωτήθηκε για το νόημα της ζωής γενικά. Είναι τότε (μέσα στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70) που αρχίζει η μεγάλη ηθική κρίση, όχι στη ζωή ενός έφηβου Τολστόι μα ενός Τολστόι πενηντάρη! Ξαναγυρίζει στο Θεό, αποδέχεται τη διδασκαλία του Χριστού, απορρίχνει τον καταμερισμό της εργασίας, την απλότητα και την αρχή της «μη αντίστασης στο κακό».
Όσο βαθύτερη ήταν η εσωτερική κρίση – ξέρουμε ότι, σύμφωνα με την ίδια την ομολογία του, ο πενηντάρης ποιητής έφερνε μέσα του την ιδέα της αυτοκτονίας – τόσο πιο καταπληκτικό πρέπει να φαίνεται ότι ο Τολστόι ξαναγύρισε, στο τέλος του λογαριασμού, στο σημείο απ’ όπου είχε ξεκινήσει. Η αγροτική εργασία δεν είναι εδώ η βάση πάνω στην οποία ξετυλίγεται η εποποιία του Πόλεμος και Ειρήνη; Επιστροφή στην απλότητα, στην αρχή της εσώτερης συγχώνευσης με τη λαϊκή ψυχή, σ’ αυτό δε συνίσταται όλη η δύναμη του Κουτούζοφ; Αν είναι έτσι, σε τι συνίσταται τότε η κρίση του Τολστόι; Σε τούτο, ότι εκείνο που έμεινε ως τότε μυστικό και κρυμμένο κάτω απ’ τη γη, βγαίνει πια στο μεγάλο φως και περνάει στη σφαίρα της συνείδησης. Με την εξαφάνιση της φυσικής πνευματικότητας μαζί με τη «φύση», όπου αυτή είχε ενσωματωθεί, το πνεύμα προσπαθεί τώρα ν’ αποκτήσει την εσώτερη φύση. Την αυτόματη αρμονία, που ξεσηκώθηκε εναντίον της ο αυτοματισμός της ίδιας της ζωής, χρειαζότανε να την υπερασπίσει και να την διατηρήσει με τη βοήθεια της συνειδητής δύναμης της Ιδέας. Στην πάλη του για την ίδια την ηθική και αισθητική αυτοσυντήρηση του, ο καλλιτέχνης καλεί σε βοήθεια του τον ηθικολόγο.
Ποιος από τους δυο Τολστόι – ο ποιητής ΄η ο ηθικολόγος – απόκτησε τη μεγαλύτερη δημοτικότητα στην Ευρώπη; Δεν είναι εύκολο να απαντήσουμε στο ερώτημα. Σε κάθε περίπτωση, είναι αδιαφιλονίκητο ότι το χαμόγελο ευμενούς συγκατάβασης του αστικού κοινού πάνω στην άγια απλότητα της Γιάσναγια Πονιάνα κρύβει ένα αίσθημα ιδιαίτερης ηθικής ικανοποίησης. Να ένας διάσημος ποιητής, ένας εκατομμυριούχος, ένας από τους «δικούς» μας, πολύ περισσότερο ένας αριστοκράτης, που για λόγους ηθικής τάξης φοράει χωριάτικη πουκαμίσα και σκοινοπάπουτσα και πριονίζει ξύλα! Βλέπει κάνεις εδώ κατά κάποιον τρόπο μια πράξη όπου ο ποιητής παίρνει πάνω του τις αμαρτίες μιας ολόκληρης τάξης, μιας ολόκληρης κουλτούρας. Φυσικά, αυτό δεν εμποδίζει καθόλου το φιλισταίο να κοιτάζει τον Τολστόι από το ύψος της μεγαλειότητας του κι ακόμα να εκφράζει κάποιες αμφιβολίες για τη διανοητική του ακεραιότητα. Έτσι, λόγου χάρη, ένας άνθρωπος που δεν είναι άγνωστος, ο Μάξ Νορντάου , ένας από εκείνους τους κύριους που ντύνουν τη φιλοσοφία του αγαθού γέρου Σμάιλς, (ΣΣ (Σμάιλς (Σάμουελ), άγγλος συγγραφέας και εκλαϊκευτής (1812-1904) καρυκευμένη με λίγο κυνισμό, με το αρλεκίνικο ρούχο ενός κυριακάτικου επιφυλλιδογράφου, έκανε, με τη βοήθεια του Λομπρόζο του της τσέπης, αυτή την αξιόλογη ανακάλυψη ότι ο Λέων Τολστόι φέρνει μέσα του όλα τα στίγματα του εκφυλισμού. Γιατί γι’ αυτούς τους ψωμοζήτες η τρέλα αρχίζει εκεί όπου σταματάει το κέρδος.
Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΤΟΛΣΤΟΪ
Με όποιον τρόπο κι αν τον κρίνουν οι αστοί θεατές του, με καχυποψία, με ειρωνεία ΄η με ευμένεια, δεν παύει να είναι γι’ αυτούς ένα ψυχολογικό αίνιγμα. Έξω από λιγοστούς μαθητές του – ένας από αυτούς, ο Μένσικοβ ( ΣΣ ρώσος δημοσιογράφος του 19ου αιώνα, που άρχισε την καριέρα του με ιδεαλιστικά άρθρα για ηθική και κατάντησε, γύρω στη δεκαετία του ’90 φερέφωνο των ρώσων αντιδραστικών και αντισημιτών) παίζει τώρα το ρόλο του Χάμμερσταϊν! (ΣΣ (βαρόνος), γερμανός αντιδραστικός, βουλευτής στο Ράϊχσταγκ και έκδοτης ενός αντισημιτικού Φύλλου) – πρέπει να διαπιστώσουμε ότι ο ηθικολόγος Τολστόι, μέσα στα τελευταία τριάντα χρόνια της ζωής του έμεινε πάντα ολότελα απομονωμένος. Είναι αληθινά η τραγική θέση ενός προφήτη που μιλάει μόνος στην έρημο… Ολότελα κάτω από την επίδραση των συντηρητικών αγροτικών συμπαθειών του, ο Τολστόι υπερασπίζει ακούραστα και νικηφόρα τον πνευματικό του κόσμο από τους κίνδυνους που τον απειλούν απ’ όλες τις μεριές. Μια για πάντα χαράζει μια βαθιά οροθετική γραμμή ανάμεσα σ’ αυτόν και όλες τις παραλλαγές του αστικού φιλελευθερισμού και αποκρούει κατά πρώτο λόγο την πίστη στην πρόοδο, που είναι γενική στην εποχή μας. Βέβαια, φωνάζει, ο ηλεκτρικός φωτισμός, το τηλέφωνο, οι εκθέσεις, οι συναυλίες, τα θέατρα, τα τσιγαροκούτια και τα σπιρτοκούτια, οι τιράντες και οι κινητήρες, όλα αυτά είναι θαυμάσια! Μα ας είναι καταραμένα στους αιώνες των αιώνων όχι μόνον αυτά μα ακόμα και οι σιδερόδρομοι, τα μπαμπακερά υφάσματα, σ’ ολόκληρο τον κόσμο, αν είναι απαραίτητο για την κατασκευή τους τα ενενήντα εννιά εκατοστά της ανθρωπότητας να ζούνε στη σκλαβιά και να πεθαίνουν κατά χιλιάδες μέσα στις φάμπρικες!
Ο καταμερισμός της εργασίας μας πλουτίζει κι ομορφαίνει τη ζωή μας. Μα ακρωτηριάζει τη ζωντανή ψυχή του ανθρώπου. Κάτω ο καταμερισμός της εργασίας! Η τέχνη! Η αληθινή τέχνη πρέπει να συσπειρώνει όλους τους ανθρώπους μέσα στην αγάπη του Θεού και όχι να τους χωρίζει. Η τέχνη σας, αντίθετα, προορίζεται μόνο για λιγοστούς μυημένους. Αυτή χωρίζει τους ανθρώπους και γι’ αυτό έχει το ψέμα μέσα της. Κι ο Τολστόι απορρίχνει αντρίκεια την «ψεύτρα» τέχνη: το Σαίξπηρ, το Γκαίτε, τον ίδιο τον εαυτό του, το Βάγκνερ, το Μπαίκλιν. (ΣΣ Ελβετός ζωγράφος πολύ γνωστός στον καιρό του)
Πετάει μακριά του κάθε έγνοια για πλουτισμό και φοράει χωριάτικα ρούχα, πράγμα που συμβολίζει γι’ αυτόν την απάντηση του πολιτισμού. Τι κρύβεται πίσω απ’ αυτό το σύμβολο; Τι αντιτάσσει στο «ψέμα», δηλαδή στο ιστορικό προτσές; Μπορούμε να συνοψίσουμε στις ακόλουθες κύριες θέσεις την κοινωνική φιλοσοφία του Τολστόι.
1ο. Τη σκλαβιά των ανθρώπων δεν την καθορίζουν κοινωνία-λογικοί νόμοι με σιδερένια αναγκαιότητα, μα νομικοί κανονισμοί καθιερωμένοι αυθαίρετα απ’ αυτούς.
2ο. Η νεότερη δουλειά είναι το επακόλουθο τριών νομικών κανονισμών, που αφορούν τη γη, τους φόρους και την ιδιοκτησία.
3ο. Όχι μόνο η ρωσική κυβέρνηση μα οποιαδήποτε κυβέρνηση είναι θεσμός που έχει για σκοπό να διαπράττει ατιμώρητα τα πιο φριχτά εγκλήματα, με τη βοήθεια της κρατικής εξουσίας.
4ο. Η πραγματική κοινωνική βελτίωση θα επιτευχθεί αποκλειστικά και μόνο με την ηθική και θρησκευτική τελειοποίηση του ατόμου.
5ο. Για να απαλλαγούμε από τις κυβερνήσεις δεν είναι αναγκαίο να τις πολεμήσουμε με μέσα εξωτερικά, φτάνει να μην πάρουμε μέρος σ’ αυτές και να μην τις υποστηρίξουμε. Ιδίως, δεν πρέπει: α) Να δεχτούμε τις υποχρεώσεις του στρατιώτη, του στρατηγού, του υπουργού, του σταρόστε, (ΣΣ πρόκριτος, προεστός) του βουλευτή. β) Να πληρώνουμε θεληματικά στην κυβέρνηση φόρους άμεσους ΄η έμμεσους. γ) Να χρησιμοποιούμε τις κυβερνητικές υπηρεσίες ΄η να ζητάμε οποιαδήποτε οικονομική βοήθεια από την κυβέρνηση. δ) Να προστατεύουμε την ατομική ιδιοκτησία μας με οποιοδήποτε μέτρο της κρατικής εξουσίας.
Αν παραμερίσουμε απ’ αυτό το σχήμα το σημείο που αφορά την ηθική και θρησκευτική τελειοποίηση του ατόμου, που ολοφάνερα πιάνει θέση ξεχωριστή, έχουμε ένα πρόγραμμα αναρχικό αρκετά ολοκληρωμένο. Κατά πρώτο λόγο, έχουμε μια καθαρά μηχανική αντίληψη της κοινωνίας σα να είναι το προϊών κακής νομικής διαρρύθμισης. Έπειτα, την τυπική άρνηση του κράτους και της πολιτικής γενικά και, τέλος, σαν μέθοδο πάλης, τη γενική απεργία και το μποϋκοτάζ, την ανταρσία των σταυρωμένων χεριών.
Αν αποκλείσουμε την ηθικοθρησκευτική θέση, αποκλείουμε πραγματικά το μόνο νεύρο που συνδέει όλο αυτό το ορθολογιστικό οικοδόμημα με το δημιουργό του, δηλαδή την ψυχή του Τολστόι. Γι’ αυτόν, σύμφωνα με όλους τους όρους της δίκης του εξέλιξης και της δίκης του κατάστασης, το χρέος δε συνίσταται στην αντικατάσταση του καπιταλιστικού καθεστώτος από την «κομμουνιστική» αναρχία, μα στην «υπεράσπιση» του καθεστώτος της χωρικής κοινότητας από κάθε «εξωτερική» διαταρακτική επίδραση. Στο «ναροντνιτσέστβο» του όπως και στον «αναρχισμό» του ο Τολστόι αντιπροσωπεύει τη συντηρητικο-αγροτική αρχή. Όπως ο πρωτόγονος ελευθεροτεκτονισμός, που λογάριαζε ν’ αποκαταστήσει και να ενισχύσει με ιδεολογικά μέσα την παλιά συντεχνιακή ηθική της αλληλοβοήθειας, που είχε γίνει ερείπια κάτω από τα χτυπήματα της οικονομικής εξέλιξης, έτσι κι ο Τολστόι θα ήθελε ν’ αναστήσει με τη δύναμη της ηθικοθρησκευτικής ιδέας τον πρωτόγονο τρόπο ζωής που βασίζεται στους όρους της φυσικής οικονομίας. Έτσι γίνεται ένας συντηρητικο-αναρχικός γιατί εκείνο που τον ενδιαφέρει προπαντός είναι να μην πλήξει το κράτος, με τα ραβδιά του μιλιταρισμού του και τους σκορπιούς του ταμείου του, την ψυχοσώστρα κοινότητα του Καρατάγιεβ. Η οικουμενική πάλη ανάμεσα στους δυο αντίθετους κόσμους: τον αστικό κόσμο και το σοσιαλιστικό κόσμο, που από την έκβαση της εξαρτιέται η τύχη της ίδιας της ανθρωπότητας, δεν υπάρχει για τον Τολστόι. Ο σοσιαλισμός έμεινε πάντα γι’ αυτόν απλή παραλλαγή, που λίγο τον ενδιαφέρει, του φιλελευθερισμού. Στα μάτια του ο Μαρξ και ο Μπαστιά (ΣΣ (Φρειδερίκος), αγοραίος οικονομολόγος, απολογητής του καπιταλισμού) είναι οι εκπρόσωποι μιας και της ίδιας «ψεύτικης αρχής»: της καπιταλιστικής κουλτούρας, του εργάτη δίχως γη, του κρατικού καταναγκασμού. Η ανθρωπότητα, μια κι έχει μπει σε στραβό δρόμο, λίγο ενδιαφέρει αν αυτή θα προχωρήσει περισσότερο ΄η λιγότερο σ’ αυτό το δρόμο. Η σωτηρία μπορεί να έρθει μόνο από ένα ολοκληρωτικό γύρισμα προς τα πίσω.
Ο Τολστόι δε βρίσκει λόγια αρκετά περιφρονητικά για να στιγματίσει την επιστήμη, που δηλώνει πως αν εξακολουθήσουμε να ζούμε για καιρό ακόμα με τρόπο αμαρτωλό, σύμφωνα με τους νόμους της ιστορικής προόδου, κοινωνιολογικής και άλλης, η ζωή μας θα βελτιωθεί στο τέλος σημαντικά. «Το κακό, λέει ο Τολστόι, πρέπει να ξεριζωθεί αμέσως, και γι’ αυτό φτάνει να το αναγνωρίσουμε σαν κακό». Όλα τα ηθικά συναισθήματα, που συνδέουν ιστορικά τους ανθρώπους τον ένα με τον άλλο, καθώς και όλες οι ηθικοθρησκευτικές μυθοπλασίες που έχουν βγει απ’ αυτούς τους δεσμούς, καταντάνε, στον Τολστόι, οι πιο αφηρημένες εντολές της αγάπης, της έκστασης και της μη αντίστασης στο κακό, και καθώς αυτές οι εντολές έχουν απογυμνωθεί απ’ αυτόν από κάθε ιστορικό περιεχόμενο και κατά συνέπεια από οποιοδήποτε περιεχόμενο, του φαίνονται κατάλληλες για όλους τους καιρούς και για όλους τους λαούς.
Ο Τολστόι δεν αναγνωρίζει την ιστορία. Αυτό είναι η βάση ολόκληρης της σκέψης του. Εκεί πάνω στηρίζεται η ελευθερία της μεταφυσικής του άρνησης, όπως και η πρακτική ανικανότητα του κηρύγματος του. Το μόνο είδος ζωής που παραδέχεται, ο πρωτόγονος τρόπος ζωής των καλλιεργητών Κοζάκων στις απέραντες στέπες των Ουραλίων, κυλάει ίσα ίσα έξω από την ιστορία. Αναπαράγεται χωρίς καμιά μεταβολή, όπως η ζωή του μελισσιού ΄η της μερμηγκιάς. Ότι οι άνθρωποι αποκαλούν ιστορία, του φαίνεται σαν γέννημα της τρέλας, της πλάνης, της σκληρότητας, που παραμορφώνουν την αληθινή ψυχή της ανθρωπότητας. Με ανελέητη λογική, μαζί με την ιστορία απορρίχνει και όλα τα επακόλουθα της. Μισεί τις εφημερίδες σα ντοκουμέντα της τωρινής εποχής. Όλα τα κύματα του παγκόσμιου ωκεανού σκέφτεται να τα αναχαιτίσει αντιτάσσοντας τους το γέρικο στήθος του.
Αυτή η ολική ακαταληψία που δείχνει ο Τολστόι απέναντι στην ιστορία εξηγεί την παιδιάστικη αδυναμία του στον τομέα των κοινωνικών προβλημάτων. Οι ιδέες των πιο διαφορετικών εποχών δεν ταξινομούνται απ’ αυτόν ανάλογα με την ιστορική προοπτική, μα παρουσιάζονται όλες στην ίδια απόσταση από το θεατή. Ορθώνεται εναντίον του πολέμου με επιχειρήματα βγαλμένα από την καθαρή λογική, και για να τους δόση περισσότερη δύναμη παραθέτει μαζί με τον Επίκτητο και το Μολινάρι, (ΣΣ (Γουσταύος), Βέλγος οικονομολόγος (1919-1912) το Λαό Τσε (ΣΣ Μεγάλος κινέζος φιλόσοφος που γεννήθηκε, σύμφωνα με την παράδοση, το 604 π.Χ. Ίδρυσε την αίρεση του ταοϊσμού, που αποτελεί είδος θετικιστικής και πρακτικής ησυχαστικής φιλοσοφίας με έντονο θρησκευτικό και λατρευτικό χαρακτήρα. Το σημαντικότερο έργο του είναι «Το βιβλίο της οδού και της αρετής») και το Φρειδερίκο ΙΙ, τον προφήτη Ησαΐα και τον επιφυλλιδογράφο Αρντουέν, το μάντη των μπακάληδων του Παρισιού. Στα μάτια του οι συγγραφείς, οι φιλόσοφοι και οι προφήτες δεν αντιπροσωπεύουν ορισμένες εποχές, μα αιώνιες ηθικές κατηγόριες. Βάζει τον Κομφούκιο στην ίδια σειρά με τον Χάρνακ, (ΣΣ (Αδόλφος), γερμανός θεολόγος) ενώ ο Σοπενάουερ βρίσκεται αγκαλιασμένος όχι μόνο με τον Ιησού Χριστό μα και με το Μωυση.
Σ’ αυτή την απομονωμένη και τραγική πάλη εναντίον της διαλεκτικής της ιστορίας που δεν ξέρει να της αντιτάξει άλλο από το ναι-ναι, κι όχι-όχι του, ο Τολστόι πέφτει την κάθε στιγμή στις πιο άλυτες αντιφάσεις. Και βγάζει από εκεί τούτο το συμπέρασμα, ολότελα αντάξιο της δαιμονιακής ισχυρογνωμοσύνης του: «Η θεμελιακή αντίφαση ανάμεσα στη θέση του ανθρώπου και την ηθική του δραστηριότητα είναι το πιο σίγουρο σημάδι της αλήθειας».
Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Όμως αυτή η ιδεαλιστική έπαρση φέρνει μέσα της την τιμωρία. Θα ήταν πραγματικά δύσκολο να αναφέρουμε ένα συγγραφέα που να τον εκμεταλλεύτηκε, παρά τη θέληση του, τόσο σκληρά η ιστορία όπως τον Τολστόι.
Αυτός ο μυστικιστής ηθικολόγος, ο εχθρός της πολιτικής και της επανάστασης, τρέφει χρόνια τη νυσταγμένη επαναστατική συνείδηση πολλών λαϊκών αιρέσεων. Αυτός που απαρνιέται ολόκληρη την καπιταλιστική κουλτούρα συναντάει ευμενή υποδοχή μέσα στην ευρωπαϊκή κι αμερικανική μπουρζουαζία, που βρίσκει στο κήρυγμα του την έκφραση του άδειου φιλανθρωπισμού της μαζί και μια προστασία ενάντια στη φιλοσοφία της Επανάστασης.
Αυτός ο συντηρητικο-αναρχικός, ο θανάσιμος εχθρός του φιλελευθερισμού, βλέπει μεταμορφωμένο τον εαυτό του, με την ευκαιρία των ογδοντάχρονων από τη γέννηση του, σε σημαία και όργανο μιας θορυβώδικη και τασιακής εκδήλωσης του ρώσικου φιλελευθερισμού. Η ιστορία τον νίκησε, μα δεν τον τσάκισε. Σήμερα ακόμα, φτασμένος στο τέρμα της ζωής του, έχει διατηρήσει σε όλη τη φρεσκάδα της την ικανότητα του για ηθική αγανάκτηση.
Μέσα στη νύχτα της πιο άθλιας και πιο εγκληματικής αντίδρασης που γυρεύει να σκεπάσει για πάντα τον ήλιο της χώρας μας με το πυκνό δίχτυ των σκοινιών της κρεμάλας, μέσα στην αποπνιχτική ατμόσφαιρα της σιχαμερής ανανδρίας της επίσημης κοινής γνώμης, αυτός ο τελευταίος απόστολος της χριστιανικής αγάπης, που μέσα του ξαναζεί ο βιβλικός προφήτης της οργής, εξακοντίζει την πεισματική κραυγή του: «Δε μπορώ να σωπάσω». Σαν κατάρα πάνω στα κεφάλια εκείνων που κρεμάνε όπως και εκείνων που σωπαίνουνε μπροστά στις κρεμάλες.
Κι αν δε συμπαθεί τους επαναστατικούς μας σκοπούς, ξέρουμε πως είναι γιατί η ιστορία του αρνήθηκε κάθε κατανόηση των δρόμων της. Δε θα τον καταδικάσουμε γι’ αυτό. Και θα θαυμάζουμε πάντα σ’ αυτόν όχι μόνο τη μεγαλοφυΐα, που θα ζήσει όσο κι η ίδια η τέχνη, μα και το αδάμαστο ηθικό θάρρος που δεν του επέτρεψε να παραμείνει στους κόλπους της υποκριτικής Εκκλησίας του, της Κοινωνίας του και του Κράτους του και τον καταδίκασε να μένει απομονωμένος ανάμεσα στους αμέτρητους θαυμαστές του.
1908
12/3/09
Η επαναστατική δύναμη της Οικολογίας.
Μια συνέντευξη με τον Κορνήλιο Καστοριάδη.
[Η συνέντευξη αυτή δόθηκε το 1993 στο γαλλικό περιοδικό «Πράσινος Πλανήτης» και μεταφράστηκε από τα αγγλικά από το «Terminal 119 – για την κοινωνική και ατομική αυτονομία» στα τέλη Μαρτίου του 2006. Όλες οι υποσημειώσεις ανήκουν στον ανώνυμο μεταφραστή που απέδωσε το κείμενο στα αγγλικά και μεταφράζονται αυτούσιες. Η πρώτη εμφάνισή της συνέντευξης στα ελληνικά, με τίτλο «Η παγκόσμια ανισορροπία και η επαναστατική δύναμη της οικολογίας», έγινε το 1993 από τον Κ. Σπαντιδάκη για το περιοδικό «Κοινωνία και Φύση» (Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος)]
Pascale Egre : Τι είναι για σας η Οικολογία;Κορνήλιος Καστοριάδης: Η οικολογία αποτελεί την κατανόηση του βασικού γεγονότος ότι η κοινωνική ζωή δεν μπορεί να μη λαμβάνει υπόψη με ένα κεντρικό τρόπο το περιβάλλον μέσα στο οποίο ξεδιπλώνεται αυτή η κοινωνική ζωή. Όλως περιέργως, αυτή η κατανόηση μοιάζει να έχει υπάρξει σε μεγαλύτερο βαθμό προηγουμένως, σε άγριες ή παραδοσιακές κοινωνίες. Ακόμη και μια γενιά πριν, στην Ελλάδα, υπήρχαν αγρότες που ανακύκλωναν σχεδόν τα πάντα. Στη Γαλλία, η διατήρηση των ρέοντων υδάτων, των δασών και πάει λέγοντας έχει αποτελέσει ένα ανανεούμενο ενδιαφέρον για αιώνες. Χωρίς καμιά «επιστημονική γνώση», οι άνθρωποι είχαν μια απλοϊκή αλλά σαφή επίγνωση της ζωτικής τους εξάρτησης από το περιβάλλον [δες επίσης και την ταινία (του Akira Kurosawa) Dersu Uzala]. Αυτό άλλαξε ριζικά με τον καπιταλισμό και τη σύγχρονη τεχνοκρατία[2], που είναι βασισμένα στην αέναη και ραγδαία αύξηση της παραγωγής και της κατανάλωσης και τα οποία συνεπάγονται ήδη κάποια προφανή σήμερα καταστροφικά αποτελέσματα για την οικόσφαιρα της Γης. Αν σας φαίνονται βαρετές οι επιστημονικές συζητήσεις, απλώς ρίξτε μια ματιά στις παραλίες ή στον αέρα των μεγαλουπόλεων. Οπότε, δεν μπορούμε πλέον να πιστεύουμε σε μια πολιτική, που να αξίζει το όνομά της, από την οποία θα έλλειπε ένα σοβαρό ενδιαφέρον για την οικολογία
P.E.: Μπορεί η οικολογία να γίνει επιστημονική;Κ.Κ.: Η οικολογία είναι βασικά πολιτική. Δεν είναι «επιστημονική». Η επιστήμη είναι ανίκανη, ως επιστήμη, να θέσει τα όρια ή τους σκοπούς της [finalites]. Αν η επιστήμη ερωτηθεί για το πιο ικανό ή το πιο οικονομικό μέσο εξολόθρευσης του πληθυσμού της Γης, είναι ικανή (θα έπρεπε να είναι ικανή!) να σας παράσχει μια επιστημονική απάντηση. Ως επιστήμη, δεν έχει απολύτως τίποτα να πει σε σχέση με το αν αυτό το σχέδιο είναι «καλό» ή «κακό». Κάποιος μπορεί, κάποιος πρέπει, σίγουρα, να θέσει σε κίνηση τις πηγές της επιστημονικής έρευνας για να εξερευνήσει τον αντίκτυπο που μια τέτοια και μια τέτοια ενέργεια, εντός της σφαίρας της παραγωγής, μπορούν να έχουν πάνω στο περιβάλλον ή, κάποιες φορές, το μέσο αποφυγής κάποιου ανεπιθύμητου παράπλευρου αποτελέσματος. Σε τελευταία ανάλυση, όμως, η απάντηση μπορεί να είναι μόνο πολιτική. Το να πούμε, όπως λέχθηκε απ’ όσους υπέγραψαν την «Έκκληση της Χαϊλδεβέργης» (την οποία, από την πλευρά μου, μάλλον θα ονόμαζα Έκκληση της Νυρεμβέργης), ότι η επιστήμη και μόνο η επιστήμη μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα, είναι αποκαρδιωτικό. Ερχόμενη από τόσο πολλούς κατόχους του βραβείου Νόμπελ, εκφράζει μια βασική αγραμματοσύνη, μια αποτυχία να στοχαστούν πάνω στην ίδια τους τη δραστηριότητα, και την πλήρη ιστορική αμνησία[3]. Δηλώσεις σαν κι αυτήν γίνονται όταν, όπως και λίγα χρόνια πριν, οι βασικοί εφευρέτες και κατασκευαστές των πυρηνικών βομβών διακήρυσσαν δημοσίως μια βαθειά μεταμέλεια, χτυπώντας τα στήθη τους, φωνάζοντας για την ενοχή τους κοκ. Μπορώ να αναφέρω τους Οπενχάϊμερ και Ζαχάροφ, για να μην πούμε άλλους. Είναι ακριβώς η ανάπτυξη της τεχνοεπιστήμης και το γεγονός ότι οι επιστήμονες δεν είχαν ποτέ, και δε θα έχουν ποτέ, οτιδήποτε να πούνε σε σχέση με τη χρήση της ή ακόμη και τον καπιταλιστικό της προσανατολισμό που δημιούργησε το περιβαλλοντικό πρόβλημα και την παρούσα βαρύτητα του προβλήματος. Και αυτό που παρατηρούμε σήμερα είναι το τεράστιο περιθώριο της αβεβαιότητας που περιέχεται στα στοιχεία και τις εξελικτικές προοπτικές για το περιβάλλον της Γης. Αυτό το περιθώριο, προφανώς, έχει δύο πλευρές. Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι οι πιο σκοτεινές προοπτικές είναι και οι πιο πιθανές.Το αληθινό ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι αυτό αλλά η πλήρης εξαφάνιση της σωφροσύνης, της φ ρ ο ν ή σ ε ω ς. Δεδομένου ότι κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά ότι το φαινόμενο του θερμοκηπίου θα οδηγήσει ή όχι σε μια άνοδο της στάθμης της θάλασσας, ούτε και πόσα χρόνια θα πάρει μέχρι η τρύπα του όζοντος να καλύψει όλη την ατμόσφαιρα, η μόνη συμπεριφορά που μπορούμε να υιοθετήσουμε είναι αυτή του diligens pater familias, του ευσυνείδητου ή συνεπούς πατέρα της οικογένειας που λέει στον εαυτό του «Αφού το ρίσκο είναι τεράστιο και ακόμη και οι πιθανότητες είναι αβέβαιες, θα προχωρήσω με τη μεγαλύτερη επιφύλαξη [σωφροσύνη] και όχι σα να ήταν όλο το ζήτημα επουσιώδες». Τώρα, αυτού που γινόμαστε μάρτυρες προς το παρόν, για παράδειγμα κατά τη διάρκεια του Καρναβαλιού του Ρίο (που του έχει δοθεί η ταμπέλα της «Διάσκεψης»), είναι η πλήρης ανευθυνότητα. Αυτή η πλήρης ανευθυνότητα μπορεί να ιδωθεί στην αποφασιστικότητα του Προέδρου George Herbert Walker Bush και των φιλελεύθερων {με την ευρωκεντρική έννοια των συντηρητικών οπαδών της «ελεύθερης αγοράς»}, οι οποίοι επικαλούνται ακριβώς την αντίθετη πλευρά του επιχειρήματος της αβεβαιότητας (καθώς τίποτα δεν έχει «αποδειχθεί», ας συνεχίσουμε όπως και πριν . . . ). Μπορεί να ιδωθεί στην τερατώδη συμμαχία μεταξύ των δεξιών Αμερικάνων Προτεσταντών και της Καθολικής Εκκλησίας να εναντιωθούν σε οποιαδήποτε βοήθεια ελέγχου των γεννήσεων στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, όταν η σύνδεση ανάμεσα στη δημογραφική έκρηξη και τα περιβαλλοντικά προβλήματα είναι έκδηλη. Την ίδια στιγμή — το μέγεθος της υποκρισίας — κάποιοι ισχυρίζονται ότι ενδιαφέρονται για το βιοτικό επίπεδο αυτών των πληθυσμών. Για να βελτιώσει όμως κάποιος το βιοτικό επίπεδο εκεί θα έπρεπε να επιταχύνει την καταστροφική παραγωγή και κατανάλωση των μη ανανεώσιμων πηγών.
P.E.: Κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης του Ρίο, δύο συμβάσεις, με κάποια ιστορική σημασία το καθένα υιοθετήθηκαν: η σύμβαση για την κλιματική αλλαγή και η άλλη για τη βιο-ποικιλότητα. Αποτελούν κι αυτές κομμάτι του «Καρναβαλιού»;Κ.Κ.: Ναι, καθώς δεν προτείνουν συγκεκριμένα μέτρα και δε συνοδεύονται από συγκεκριμένες κυρώσεις. Είναι οι τιμές που αποδίδει το Κακό στην Αρετή. Και μια λέξη για τη βιο-ποικιλότητα. Κάποιος/-α θα έπρεπε να θυμάται ότι από όσους υπέγραψαν την Έκκληση της Νυρεμβέργης κανείς δεν ξέρει πόσα ζωντανά είδη μπορούν να βρεθούν σήμερα στη Γη. Οι υπολογισμοί γίνονται μέσα στην κλίμακα των 10 και των 30 εκατομμυρίων ειδών, αλλά ακόμη και η κλίμακα των 100 εκατομμυρίων έχει τεθεί στο τραπέζι. Τώρα, από αυτά τα είδη, γνωρίζουμε μόνο ένα μέσο ποσοστό. Αυτό που γνωρίζουμε, ωστόσο, με σχετική βεβαιότητα είναι ο αριθμός των ζωντανών ειδών που εξαφανίζονται κάθε χρόνο, συγκεκριμένα μέσω της καταστροφής των τροπικών δασών. Σήμερα, ο E. O. Wilson υπολογίζει ότι, τα επόμενα τριάντα χρόνια, θα έχουμε εξολοθρεύσει περίπου το 20% των υπαρχόντων ειδών — ή, για να χρησιμοποιήσουμε το χαμηλότερο συνολικό υπολογισμό, γύρω στα 70,000 είδη το χρόνο, διακόσια είδη την ημέρα! Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη σκέψη, η καταστροφή ενός μόνο είδους μπορεί να οδηγήσει στην κατάρρευση της ισορροπίας, συνεπώς την καταστροφή, ενός ολόκληρου οικό-τοπου[4].
P.E.: Μπορεί η οικολογία να γίνει επιστημονική;Κ.Κ.: Η οικολογία είναι βασικά πολιτική. Δεν είναι «επιστημονική». Η επιστήμη είναι ανίκανη, ως επιστήμη, να θέσει τα όρια ή τους σκοπούς της [finalites]. Αν η επιστήμη ερωτηθεί για το πιο ικανό ή το πιο οικονομικό μέσο εξολόθρευσης του πληθυσμού της Γης, είναι ικανή (θα έπρεπε να είναι ικανή!) να σας παράσχει μια επιστημονική απάντηση. Ως επιστήμη, δεν έχει απολύτως τίποτα να πει σε σχέση με το αν αυτό το σχέδιο είναι «καλό» ή «κακό». Κάποιος μπορεί, κάποιος πρέπει, σίγουρα, να θέσει σε κίνηση τις πηγές της επιστημονικής έρευνας για να εξερευνήσει τον αντίκτυπο που μια τέτοια και μια τέτοια ενέργεια, εντός της σφαίρας της παραγωγής, μπορούν να έχουν πάνω στο περιβάλλον ή, κάποιες φορές, το μέσο αποφυγής κάποιου ανεπιθύμητου παράπλευρου αποτελέσματος. Σε τελευταία ανάλυση, όμως, η απάντηση μπορεί να είναι μόνο πολιτική. Το να πούμε, όπως λέχθηκε απ’ όσους υπέγραψαν την «Έκκληση της Χαϊλδεβέργης» (την οποία, από την πλευρά μου, μάλλον θα ονόμαζα Έκκληση της Νυρεμβέργης), ότι η επιστήμη και μόνο η επιστήμη μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα, είναι αποκαρδιωτικό. Ερχόμενη από τόσο πολλούς κατόχους του βραβείου Νόμπελ, εκφράζει μια βασική αγραμματοσύνη, μια αποτυχία να στοχαστούν πάνω στην ίδια τους τη δραστηριότητα, και την πλήρη ιστορική αμνησία[3]. Δηλώσεις σαν κι αυτήν γίνονται όταν, όπως και λίγα χρόνια πριν, οι βασικοί εφευρέτες και κατασκευαστές των πυρηνικών βομβών διακήρυσσαν δημοσίως μια βαθειά μεταμέλεια, χτυπώντας τα στήθη τους, φωνάζοντας για την ενοχή τους κοκ. Μπορώ να αναφέρω τους Οπενχάϊμερ και Ζαχάροφ, για να μην πούμε άλλους. Είναι ακριβώς η ανάπτυξη της τεχνοεπιστήμης και το γεγονός ότι οι επιστήμονες δεν είχαν ποτέ, και δε θα έχουν ποτέ, οτιδήποτε να πούνε σε σχέση με τη χρήση της ή ακόμη και τον καπιταλιστικό της προσανατολισμό που δημιούργησε το περιβαλλοντικό πρόβλημα και την παρούσα βαρύτητα του προβλήματος. Και αυτό που παρατηρούμε σήμερα είναι το τεράστιο περιθώριο της αβεβαιότητας που περιέχεται στα στοιχεία και τις εξελικτικές προοπτικές για το περιβάλλον της Γης. Αυτό το περιθώριο, προφανώς, έχει δύο πλευρές. Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι οι πιο σκοτεινές προοπτικές είναι και οι πιο πιθανές.Το αληθινό ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι αυτό αλλά η πλήρης εξαφάνιση της σωφροσύνης, της φ ρ ο ν ή σ ε ω ς. Δεδομένου ότι κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά ότι το φαινόμενο του θερμοκηπίου θα οδηγήσει ή όχι σε μια άνοδο της στάθμης της θάλασσας, ούτε και πόσα χρόνια θα πάρει μέχρι η τρύπα του όζοντος να καλύψει όλη την ατμόσφαιρα, η μόνη συμπεριφορά που μπορούμε να υιοθετήσουμε είναι αυτή του diligens pater familias, του ευσυνείδητου ή συνεπούς πατέρα της οικογένειας που λέει στον εαυτό του «Αφού το ρίσκο είναι τεράστιο και ακόμη και οι πιθανότητες είναι αβέβαιες, θα προχωρήσω με τη μεγαλύτερη επιφύλαξη [σωφροσύνη] και όχι σα να ήταν όλο το ζήτημα επουσιώδες». Τώρα, αυτού που γινόμαστε μάρτυρες προς το παρόν, για παράδειγμα κατά τη διάρκεια του Καρναβαλιού του Ρίο (που του έχει δοθεί η ταμπέλα της «Διάσκεψης»), είναι η πλήρης ανευθυνότητα. Αυτή η πλήρης ανευθυνότητα μπορεί να ιδωθεί στην αποφασιστικότητα του Προέδρου George Herbert Walker Bush και των φιλελεύθερων {με την ευρωκεντρική έννοια των συντηρητικών οπαδών της «ελεύθερης αγοράς»}, οι οποίοι επικαλούνται ακριβώς την αντίθετη πλευρά του επιχειρήματος της αβεβαιότητας (καθώς τίποτα δεν έχει «αποδειχθεί», ας συνεχίσουμε όπως και πριν . . . ). Μπορεί να ιδωθεί στην τερατώδη συμμαχία μεταξύ των δεξιών Αμερικάνων Προτεσταντών και της Καθολικής Εκκλησίας να εναντιωθούν σε οποιαδήποτε βοήθεια ελέγχου των γεννήσεων στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, όταν η σύνδεση ανάμεσα στη δημογραφική έκρηξη και τα περιβαλλοντικά προβλήματα είναι έκδηλη. Την ίδια στιγμή — το μέγεθος της υποκρισίας — κάποιοι ισχυρίζονται ότι ενδιαφέρονται για το βιοτικό επίπεδο αυτών των πληθυσμών. Για να βελτιώσει όμως κάποιος το βιοτικό επίπεδο εκεί θα έπρεπε να επιταχύνει την καταστροφική παραγωγή και κατανάλωση των μη ανανεώσιμων πηγών.
P.E.: Κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης του Ρίο, δύο συμβάσεις, με κάποια ιστορική σημασία το καθένα υιοθετήθηκαν: η σύμβαση για την κλιματική αλλαγή και η άλλη για τη βιο-ποικιλότητα. Αποτελούν κι αυτές κομμάτι του «Καρναβαλιού»;Κ.Κ.: Ναι, καθώς δεν προτείνουν συγκεκριμένα μέτρα και δε συνοδεύονται από συγκεκριμένες κυρώσεις. Είναι οι τιμές που αποδίδει το Κακό στην Αρετή. Και μια λέξη για τη βιο-ποικιλότητα. Κάποιος/-α θα έπρεπε να θυμάται ότι από όσους υπέγραψαν την Έκκληση της Νυρεμβέργης κανείς δεν ξέρει πόσα ζωντανά είδη μπορούν να βρεθούν σήμερα στη Γη. Οι υπολογισμοί γίνονται μέσα στην κλίμακα των 10 και των 30 εκατομμυρίων ειδών, αλλά ακόμη και η κλίμακα των 100 εκατομμυρίων έχει τεθεί στο τραπέζι. Τώρα, από αυτά τα είδη, γνωρίζουμε μόνο ένα μέσο ποσοστό. Αυτό που γνωρίζουμε, ωστόσο, με σχετική βεβαιότητα είναι ο αριθμός των ζωντανών ειδών που εξαφανίζονται κάθε χρόνο, συγκεκριμένα μέσω της καταστροφής των τροπικών δασών. Σήμερα, ο E. O. Wilson υπολογίζει ότι, τα επόμενα τριάντα χρόνια, θα έχουμε εξολοθρεύσει περίπου το 20% των υπαρχόντων ειδών — ή, για να χρησιμοποιήσουμε το χαμηλότερο συνολικό υπολογισμό, γύρω στα 70,000 είδη το χρόνο, διακόσια είδη την ημέρα! Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη σκέψη, η καταστροφή ενός μόνο είδους μπορεί να οδηγήσει στην κατάρρευση της ισορροπίας, συνεπώς την καταστροφή, ενός ολόκληρου οικό-τοπου[4].
P.E.: Διαβάζοντας κάποια από τα άρθρα σας, κάποιος θα μπορούσε να έχει την εντύπωση ότι η οικολογία αποτελεί μόνο την κορυφή του παγόβουνου που καλύπτει μια επανα-διαπραγμάτευση όχι μόνο της επιστήμης αλλά και του οικονομικού-πολιτικού συστήματος. Είστε ένας επαναστάτης;Κ.Κ.: Η επανάσταση δε σημαίνει χείμαρρους αίματος, την κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων κοκ. Η επανάσταση σημαίνει τον ριζικό μετασχηματισμό των θεσμών της κοινωνίας. Με αυτή την έννοια, φυσικά είμαι επαναστάτης. Αλλά για να υπάρξει μια επανάσταση με αυτή την έννοια, προφανείς αλλαγές πρέπει να λάβουν χώρα στην ψυχο-κοινωνική οργάνωση του δυτικού ανθρώπου, στη στάση που έχει για τη ζωή, εν συντομία, στο φαντασιακό του. Η ιδέα ότι ο μόνος σκοπός στη ζωή μας είναι να παράγουμε και να καταναλώνουμε περισσότερο — μια ιδέα που είναι και παράλογη και εξευτελιστική — πρέπει να εγκαταλειφθεί. Το καπιταλιστικό φαντασιακό της ψευτο-ορθολογικής ψευδο-κυριαρχίας, της άνευ ορίων επέκτασης, πρέπει να εγκαταλειφθεί. Αυτό είναι κάτι που μπορεί να γίνει μόνο από όλους τους άνδρες και τις γυναίκες. Ένα άτομο, ή μια οργάνωση μόνο, μπορούν – στην καλύτερη περίπτωση – να προετοιμάσουν, να ασκήσουν κριτική, να διεγείρουν, να σκιαγραφήσουν πιθανές κατευθύνσεις.
P.E.: Ποιο παραλληλισμό θα μπορούσαμε να κάνουμε ανάμεσα στην υποχώρηση του μαρξισμού και στη ραγδαία ανάπτυξη της πολιτικής οικολογίας;
P.E.: Ποιο παραλληλισμό θα μπορούσαμε να κάνουμε ανάμεσα στην υποχώρηση του μαρξισμού και στη ραγδαία ανάπτυξη της πολιτικής οικολογίας;
Κ.Κ.: Η σχέση τους είναι προφανώς περίπλοκη. Πρώτα απ’ όλα, πρέπει κανείς να παρατηρήσει ότι ο Μαρξ μετέχει πλήρως του καπιταλιστικού φαντασιακού: σύμφωνα με αυτόν, όπως και με την κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής του, τα πάντα εξαρτώνται από την αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων. Όταν η παραγωγή φθάνει σε ένα αρκετά υψηλό επίπεδο είναι κανείς σε θέση να μιλήσει για μια αληθινά ελεύθερη κοινωνία, για μια κοινωνία ισότητας και πάει λέγοντας. Δεν βρίσκει κανείς στον Μαρξ καμία κριτική της καπιταλιστικής τεχνικής, είτε όσον αφορά την μέθοδο παραγωγής είτε όσον αφορά τον τύπο και τη φύση των προϊόντων που παράγονται. Για αυτόν, η καπιταλιστική τεχνική και τα προϊόντα της αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της διαδικασίας της ανθρώπινης προόδου. Ούτε ασκεί κριτική στην εργασιακή διαδικασία του εργοστασίου. Επικρίνει, βεβαίως, μερικά «υπερβολικά» στοιχεία αλλά, υπό αυτήν τη μορφή, αυτή η οργάνωση φαίνεται για αυτόν να αποτελεί μια πραγμάτωση της ορθολογικότητας, χωρίς την προσθήκη εισαγωγικών. Το βασικό κομμάτι της κριτικής του έχει να κάνει με την χρήση αυτής της τεχνικής και αυτής της οργάνωσης: πως, δηλαδή, από αυτές επωφελείται μόνο το κεφάλαιο και όχι η ανθρωπότητα ως σύνολο. Δεν εντοπίζει την ανάγκη να γίνει μια εσωτερική κριτική στην τεχνική και την οργάνωση της καπιταλιστικής παραγωγής. Το ότι ο Μαρξ «ξεχνάει» αυτά τα πράγματα είναι περίεργο, λόγω του ότι στην εποχή του αυτή η σκέψη απασχολεί πολλούς συγγραφείς. Ας θυμηθούμε, για να αναφερθούμε σε ένα γνωστό παράδειγμα, τους Άθλιους του Βικτόρ Ουγκό. Όταν, με σκοπό να σώσει τον Μάριο, ο Γιάννης Αγιάννης τον κουβαλάει μέσα από τους υπονόμους του Παρισιού, ο Ουγκό παραδίδεται σε μία από τις πολυαγαπημένες παρεκβάσεις του. Βασισμένος, χωρίς αμφιβολία, στους υπολογισμούς των μεγάλων χημικών της εποχής, πιθανόν του Justus Liebig, λέει πως από το Παρίσι καταλήγει στην θάλασσα κάθε χρόνο, μέσω των υπονόμων του, χρηματικό ποσό ίσο με 500 εκατομμύρια χρυσά φράγκα. Αυτό το αντιπαραβάλλει στη συμπεριφορά των κινέζων αγροτών, οι οποίοι λιπαίνουν το χώμα με τα δικά τους περιττώματα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μας λέει ουσιαστικά ότι το έδαφος της Κίνας είναι τόσο εύφορο όσο ήταν και την πρώτη μέρα της Δημιουργίας. Γνωρίζει πως οι παραδοσιακές οικονομίες ήταν οικονομίες ανακύκλωσης, ενώ η σημερινή είναι μια οικονομία σπατάλης. Ο Μαρξ όλα αυτά τα παραβλέπει ή τα περιθωριοποιεί. Και αυτό επρόκειτο να παραμείνει, μέχρι το τέλος, η τοποθέτηση του μαρξιστικού κινήματος. Αρχίζοντας από το τέλος της δεκαετίας του 50’, αρκετοί παράγοντες θα ενώνονταν προκειμένου να αλλάξει αυτή η κατάσταση. Καταρχάς, μετά το εικοστό συνέδριο του ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος, την ουγγρική επανάσταση το ίδιο έτος (1956), την Πολωνία, την Πράγα και πάει λέγοντας, η μαρξιστική ιδεολογία χάνει την γοητεία της. Κατόπιν άρχισε η κριτική της καπιταλιστικής τεχνικής. Σε αυτό αναφέρομαι σε ένα από τα κείμενά μου του 1957, «Το περιεχόμενο του Σοσιαλισμού»[5], όπου ανέπτυξα μια εκ βάθρων κριτική στον Μαρξ, για το ότι παραμελεί εντελώς την κριτική στην καπιταλιστική τεχνολογία, ειδικότερα σε ότι αφορά το στάδιο της παραγωγής, ότι συμμερίζεται εντελώς, εν προκειμένω, την κυρίαρχη αντίληψη της εποχής του. Κατά την ίδια χρονική περίοδο, οι άνθρωποι άρχιζαν να ανακαλύπτουν τον όλεθρο που ο καπιταλισμός επέφερε στο περιβάλλον. Ένα από τα πρώτα βιβλία που άσκησαν μεγάλη επιρροή ήταν το «Silent Spring»[6] (Η σιωπηλή Άνοιξη) της Rachel Carson, το οποίο περιέγραψε τις καταστροφές που τα εντομοκτόνα επέφεραν στο περιβάλλον: τα εντομοκτόνα καταστρέφουν τα παράσιτα των φυτών αλλά και, συγχρόνως, έντομα - επομένως και τα πουλιά που τρέφονται από αυτά. Αυτό είναι ένα σαφές παράδειγμα μιας κυκλικής οικολογικής ισορροπίας και της ολοσχερούς καταστροφής της μέσω της καταστροφής ενός μόνο από τα συστατικά της στοιχεία.Μια οικολογική συνείδηση άρχισε κατόπιν να διαμορφώνεται. Αναπτύχθηκε ακόμα γρηγορότερα, καθώς νέοι άνθρωποι, δυσαρεστημένοι με το καθεστώς των πλούσιων χωρών, δεν μπορούσαν πια να εντάξουν τις κριτικές τους μέσα στα παραδοσιακά μαρξιστικά κανάλια που καταντούσαν σχεδόν γελοία. Κριτικές που στηρίζονταν επάνω στη συνεχή μεγέθυνση της φτώχειας δεν ανταποκρίνονταν πια στην πραγματικότητα? δεν θα μπορούσε κανείς πλέον να κατηγορήσει τον καπιταλισμό πως οδηγεί τους εργάτες στη λιμοκτονία από τη στιγμή που η κάθε οικογένεια της εργατικής τάξης είχε από ένα - και μερικές φορές δύο - αυτοκίνητα. Συγχρόνως, υπήρξε μια συγχώνευση των καθιερωμένων οικολογικών ζητημάτων με τα αντιπυρηνικά ζητήματα.
P.E.: Αποτελεί, τότε, η οικολογία τη νέα «τελευταία μεγάλη ιδεολογία»;
Κ.Κ.: Όχι, δεν θα έλεγα αυτό. Και εν πάσει περιπτώσει, η οικολογία δεν πρόκειται να γίνει ιδεολογία υπό την παραδοσιακή έννοια του όρου. Αλλά η αναγκαιότητα να ληφθεί το περιβάλλον καθώς και η ισορροπία μεταξύ της ανθρωπότητας και των πόρων του πλανήτη σοβαρά υπόψη, είναι προφανής για οποιαδήποτε αληθινή και σοβαρή πολιτική. Η φρενήρης πορεία της αυτονομημένης τεχνο-επιστήμης και η τεράστια δημογραφική έκρηξη που θα συνεχίσει να γίνεται αισθητή για τουλάχιστον μισό αιώνα μας το επιβάλλουν. Η προσπάθεια να ληφθούν αυτά υπόψη πρέπει να διαμορφωθεί μέσα σε ένα τέτοιο πολιτικό πρόταγμα, που δε θα εξαντλείται αποκλειστικά στην οικολογία αλλά θα την υπερβαίνει. Και εάν δεν υπάρξει ένα νέο κίνημα, καμία επανα-αφύπνιση του δημοκρατικού προτάγματος, η οικολογία θα μπορούσε εύκολα να ενσωματωθεί σε μια νέο-φασιστική ιδεολογία. Ενόψει μιας παγκόσμιας οικολογικής καταστροφής, παραδείγματος χάριν, κάποιος/κάποια μπορεί πολύ εύκολα να δει αυταρχικά καθεστώτα να επιβάλλουν δρακόντειους περιορισμούς σε έναν πανικόβλητο και απαθή πληθυσμό.Η παρεμβολή της οικολογικής συνιστώσας σε ένα ριζοσπαστικό δημοκρατικό πρόταγμα είναι απολύτως αναγκαία. Και είναι τόσο επιτακτική, ώστε η επαναξιολόγηση της παρούσας κοινωνίας, οι αξίες και οι προσανατολισμοί, που υπονοείται από ένα τέτοιο πρόταγμα, είναι αδιαχώριστη από την κριτική του φανταστικού «της ανάπτυξης» με το οποίο ζούμε[7].
P.E.: Είναι τα γαλλικά οικολογικά κινήματα φορείς ενός τέτοιου προτάγματος;K.K.: Πιστεύω πως μεταξύ των Πρασίνων (les Verts) όπως επίσης και μεταξύ των μελών της Generation Ecologie, η πολιτική συνιστώσα είναι ανεπαρκής[8]. Δεν ασχολούνται καθόλου με τις ανθρωπολογικές δομές της σύγχρονης κοινωνίας, με τις πολιτικές και θεσμικές δομές, με το τι σημαίνει πραγματική δημοκρατία, με τα ερωτήματα που θα προέκυπταν από την παλινόρθωση και τη λειτουργία της και πάει λέγοντας. Τα κινήματα ασχολούνται, ως επί το πλείστο, με ζητήματα που έχουν να κάνουν με το περιβάλλον και σχεδόν αδιαφορούν για τα καυτά κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα. Είναι κατανοητό το γιατί δεν επιθυμούν να χαρακτηρίζονται «ούτε δεξιοί ούτε αριστεροί». Αλλά αυτό το «ζήτημα τιμής», το να μην παίρνεις θέση για τα καυτά πολιτικά ερωτήματα της εποχής, είναι μια στάση αρκετά εκτεθειμένη σε κριτική. Τα κινήματα αυτά τείνουν έτσι να μετατραπούν σε λόμπυ. Ακόμα και όταν εκφράζουν ένα ενδιαφέρον για την πολιτική διάσταση, αυτό μου φαίνεται και πάλι ανεπαρκές. Αυτό έγινε στη Γερμανία, όπου οι Πράσινοι εφάρμοσαν έναν νόμο ανακλητότητας των εκπροσώπων τους. Η εναλλαγή και η ανακλητότητα αποτελούν κεντρικές ιδέες των πολιτικών μου συλλογισμών. Διαχωρισμένοι, όμως, από τα υπόλοιπα, δεν διατηρούν πια κανένα νόημα. Έτσι συνέβη και στη Γερμανία, όπου, αφού εισήχθησαν στο κοινοβουλευτικό σύστημα έχασαν κάθε νόημα. Ο λόγος ήταν πως ο χαρακτήρας του κοινοβουλευτικού συστήματος είναι να εκλέγει «εκπροσώπους» για πέντε χρόνια με στόχο να ξεφορτωθεί τα πολιτικά ερωτήματα, να αφήνει αυτά τα ερωτήματα στους «εκπροσώπους», έτσι ώστε να μην ασχολούμαστε με αυτά. Αυτό, όμως, είναι το αντίθετο του δημοκρατικού προτάγματος.
Π.Ε.: Αυτή η καθαρά πολιτική συνιστώσα ενός προτάγματος ριζικής αλλαγής περιλαμβάνει επίσης τις σχέσεις Βορά-Νότου;Κ.Κ.: Φυσικά, είναι ένας εφιάλτης το να βλέπεις καλοταϊσμένους ανθρώπους να κοιτάζουν τους Σομαλούς ετοιμοθάνατους απ’ την πείνα και έπειτα να γυρίζουν ξανά στον ποδοσφαιρικό τους αγώνα. Αλλά είναι επίσης, από τη ρεαλιστικότερη σκοπιά, μια τρομερά βραχυπρόθεσμη στάση. Οι άνθρωποι κλείνουν τα μάτια τους και αφήνουν αυτούς τους ανθρώπους να συνεχίζουν να λιμοκτονούν. Αλλά μακροπρόθεσμα, αυτοί δεν θα αφήσουν τους εαυτούς τους να συνεχίσουν να πεθαίνουν της πείνας. Η λαθραία μετανάστευση αυξάνεται καθώς οι δημογραφικές πιέσεις μεγαλώνουν, και αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι δεν έχουμε δει τίποτα ακόμη. Οι Τσικάνος περνάνε τα σύνορα Μεξικού-Αμερικής ουσιαστικά χωρίς κανένα εμπόδιο, και σύντομα δεν θα είναι μόνο οι Μεξικάνοι. Σήμερα, στην περίπτωση της Ευρώπης, διέρχονται, μεταξύ άλλων περιοχών από τα στενά του Γιβραλτάρ. Και αυτοί δεν είναι Μαροκινοί: είναι άνθρωποι που έρχονται από όλες τις γωνίες της Αφρικής, ακόμη και από την Αιθιοπία ή την ακτή του Ελεφαντοστού, οι οποίοι υπομένουν αφάνταστες ταλαιπωρίες ούτως ώστε να φτάσουν στη Ταγγέρη και να καταφέρουν να πληρώσουν τους λαθρέμπορους. Όμως αύριο, δεν θα υπάρχει πλέον Γιβραλτάρ. Υπάρχουν ίσως 40,000 χιλιόμετρα Μεσογειακής ακτής, αυτό που ο Γουίνστον Τσόρτσιλ αποκάλεσε «η αχίλλειος πτέρνα της Ευρώπης». Ήδη, φυγάδες από το Ιράκ περνάνε μέσα από τη Τουρκία και λαθραία εισέρχονται στην Ελλάδα. Ύστερα, υπάρχει όλο το Ανατολικό σύνορο των Δώδεκα. Θα υψώσουν πάλι ένα νέο Τείχος του Βερολίνου 3.000 ή 4.000 χιλιόμετρα μακρύ με σκοπό να εμποδίσει τους πεινασμένους Ανατολικούς από το να εισέλθουν στο πλούσιο ήμισυ της Ευρώπης; Γνωρίζουμε ότι μια τεράστια οικονομική και κοινωνική ανισορροπία υπάρχει μεταξύ της πλούσιας Δύσης και του υπόλοιπου κόσμου. Αυτή η ανισορροπία δεν ελαττώνεται: αυξάνεται. Το μόνο πράγμα που η «πολιτισμένη» Δύση εξάγει σε αυτές τις χώρες, αντί για πολιτισμό, είναι πραξικοπηματικές τεχνικές, όπλα και τηλεοράσεις που επιδεικνύουν καταναλωτικά πρότυπα τα οποία είναι ανέφικτα γι’ αυτούς τους φτωχούς πληθυσμούς. Αυτή η ανισορροπία δεν θα κατορθώσει να συνεχιστεί, εκτός αν η Ευρώπη γίνει ένα αστυνομοκρατούμενο φρούριο.
P.Ε.: Τι γνώμη έχετε για το βιβλίο του Luc Ferry[9], το οποίο εξηγεί ότι οι Πράσινοι (les Verts) είναι οι φορείς μιας συνολικής θέασης του κόσμου η οποία αμφισβητεί τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση;Κ.Κ.: Το βιβλίο του Luc Ferry διαλέγει τον λάθος εχθρό και εν τέλει γίνεται μια πράξη αντιπερισπασμού. Τη στιγμή που το σπίτι έχει πιάσει φωτιά, όταν ο πλανήτης κινδυνεύει, ο Ferry τα βάζει με τον εύκολο στόχο: κάποιους περιθωριακούς ιδεολόγους οι οποίοι δεν είναι ούτε αντιπροσωπευτικοί αλλά ούτε και αληθινή απειλή και δε λέει ούτε μία λέξη, ή μετά βίας μία, γύρω από τα αληθινά προβλήματα. Την ίδια στιγμή, αντιπαρατίθεται σε μια «νατουραλιστική» ιδεολογία, μια εντελώς επιφανειακά «ουμανιστική» ή «ανθρωποκεντρική» ιδεολογία. Ο άνθρωπος είναι ριζωμένος σε κάτι άλλο έξω από τον εαυτό του, το γεγονός ότι δεν είναι ένα «φυσικό» ον δε σημαίνει ότι αιωρείται στο κενό. Είναι ανώφελο το να επανερχόμαστε, συνέχεια, στο πεπερασμένο του ανθρωπίνου όντος όταν μιλάμε για τη φιλοσοφία της γνώσης και να ξεχνάμε αυτό το περιορισμένο όταν μιλάμε για την πρακτική φιλοσοφία.
P.Ε.: Υπάρχει φιλόσοφος, θεμελιωτής της οικολογίας;Κ.Κ.: Δεν βλέπω κανένα φιλόσοφο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο θεμελιωτής της οικολογίας. Σίγουρα υπάρχει, μεταξύ των Άγγλων, Γερμανών και Γάλλων Ρομαντικών, μία «Αγάπη της φύσης». Αλλά η οικολογία δεν είναι «η αγάπη της φύσης». Είναι η αναγκαιότητα του αυτό-περιορισμού (δηλαδή, η αληθινή ελευθερία ) του ανθρωπίνου είδους σε σχέση με τον πλανήτη πάνω στον οποίο, από τύχη, υπάρχει και τον οποίο έχει βαλθεί να καταστρέψει. Από την άλλη πλευρά, σίγουρα κάποιος μπορεί να βρει σε διάφορες φιλοσοφίες αυτή την υπεροψία, αυτή την ύβρη, όπως έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες, την υπερβολική οίηση ή την προπετή υπερβολή, οι οποίες ενθρονίζουν τον άνθρωπο στη θέση του «άρχοντα και κυρίου της φύσης» — ένας ισχυρισμός που είναι στην πραγματικότητα εντελώς γελοίος. Δεν είμαστε καν άρχοντες αυτού που εμείς θα κάνουμε, ξεχωριστά, αύριο ή σε μερικές βδομάδες. Όμως, η Ύβρις πάντα προκαλεί τη Νέμεση, την τιμωρία, και αυτό είναι που διακινδυνεύουμε να συμβεί σε εμάς.
P.E.: Θα ήταν ωφέλιμη μια επανεμφάνιση της αίσθησης του μέτρου και της αρμονίας της αρχαίας φιλοσοφίας;Κ.Κ.: Μια επανεμφάνιση της φιλοσοφίας στο σύνολό της θα ήταν ωφέλιμη, λόγω του ότι διανύουμε μια από τις λιγότερο φιλοσοφικές περιόδους, για να μη πούμε αντιφιλοσοφικές περιόδους, στην ιστορία της ανθρωπότητας. Η αρχαία Ελληνική συμπεριφορά, εν τούτοις, δεν ήταν μια συμπεριφορά βασισμένη στο μέτρο και την αρμονία. Ξεκινάει από την αναγνώριση των αόρατων ορίων της δράσης μας, από την ουσιαστική θνητότητά μας και από την ανάγκη για αυτό-περιορισμό.
P.E.: Θα μπορούσε κάποιος να θεωρήσει την ανύψωση του ενδιαφέροντος για το περιβάλλον σαν ένα χαρακτηριστικό της επιστροφής του «θρησκευτικού», κάτω από τη μορφή μίας πίστης στη φύση;Κ.Κ.: Πρώτα απ’ όλα, δε νομίζω ότι, παρά τα όσα λέει ο κόσμος, ότι θα υπάρξει μια επιστροφή του θρησκευτικού στις Δυτικές χώρες. Ακολούθως, η οικολογία, ορθώς θεωρούμενη (και απ’ αυτή την άποψη, αυτό είναι η γενική περίπτωση), δεν κάνει τη φύση θεότητα και ούτε και τον άνθρωπο βέβαια. Η μόνη σχέση που μπορώ να δω είναι πολύ έμμεση. Έχει να κάνει με το τι διέπραξε η θρησκεία για να κρατάει στο χέρι σχεδόν όλες τις κοινωνίες. Ζούμε στην πρώτη κοινωνία, από καταβολής της ιστορίας της ανθρωπότητας, όπου η θρησκεία δεν καταλαμβάνει το κέντρο της κοινωνικής ζωής. Γιατί αυτή η τεράστια θέση της θρησκείας μέχρι πρότινος; Επειδή υπενθύμιζε στον άνθρωπο ότι δεν είναι ο άρχοντας του κόσμου, ότι υπήρχε κάτι άλλο εκτός από αυτόν, το οποίο το «προσωποποιούσε» με τον έναν ή τον άλλον τρόπο: το ονόμαζε ταμπού, τοτέμ, θεούς του Ολύμπου — ή Μ ο ί ρ α — Ιεχωβά κτλ. Η θρησκεία παρουσίαζε την Άβυσσο και την ίδια στιγμή την κάλυπτε δίνοντας της ένα πρόσωπο: είναι ο Θεός, ο Θεός είναι αγάπη κτλ. Και αυτή με αυτό τον τρόπο ακόμη έδινε νόημα στη ζωή και στο θάνατο του ανθρώπου. Βέβαια, πρόβαλε πάνω στις θεϊκές δυνάμεις ή πάνω στο μονοθεϊστικό Θεό κάποιες ουσιαστικές ανθρωπομορφικές και ανθρωποκεντρικές ιδιότητες και έτσι ακριβώς έδινε νόημα στο υπάρχον. Η Άβυσσος έγινε, κατά κάποιο τρόπο, οικεία και ομοιογενής με εμάς. Συγχρόνως, όμως, υπενθύμιζε στον άνθρωπο τον περιορισμό του: του υπενθύμιζε ότι το Ον είναι ανεξερεύνητο και αδάμαστο. Τώρα, μια οικολογία ενσωματωμένη σε ένα πολιτικό πρόταγμα της αυτονομίας πρέπει να υποδεικνύει αυτόν τον περιορισμό του ανθρώπου όπως επίσης και να του υπενθυμίζει ότι το Ον δεν έχει νόημα, ότι είμαστε εμείς αυτοί οι οποίοι δημιουργούμε το νόημα ιδίω κινδύνω (και με τη μορφή των διάφορων θρησκειών…)[10]. Υπάρχει συνεπώς, υπό μία έννοια, εγγύτητα, αλλά υπό μια άλλη έννοια, αμείωτη αντίθεση.
P.E.: Συνεπώς, περισσότερο από την άμυνα της φύσης επιθυμείτε την υπεράσπιση του ανθρώπου;Κ.Κ.: Η υπεράσπιση του ανθρώπου εναντίον του εαυτού του, αυτό είναι το ζήτημα. Ο κυριότερος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Καμιά φυσική καταστροφή δεν είναι ισάξια με τις καταστροφές, τις σφαγές, τα ολοκαυτώματα που δημιουργήθηκαν από τον άνθρωπο ενάντια στον άνθρωπο. Σήμερα, ο άνθρωπος είναι ακόμη ή περισσότερο από ποτέ εχθρός του ανθρώπου, όχι μόνο επειδή συνεχίζει πιο πολύ από ποτέ να παραδίδεται σε μια σφαγή των ομοίων του, αλλά ακόμη επειδή πριονίζει το κλαδί πάνω στο οποίο κάθεται: το περιβάλλον. Την επίγνωση αυτού του γεγονότος θα έπρεπε κάποιος πρέπει να προσπαθήσει να αφυπνίσει ξανά σε μια εποχή όπου η θρησκεία, για πολύ καλούς λόγους, δεν μπορεί να παίξει πλέον αυτό το ρόλο. Πρέπει να υπενθυμίσουμε στους ανθρώπους τα όρια τους, όχι μόνο τα ατομικά αλλά και τα κοινωνικά. Δεν είναι μόνο ότι ο καθένας μας υπόκειται στο φυσικό νόμο και ότι μια μέρα θα πεθάνει. Είναι ότι όλοι εμείς μαζί δεν μπορούμε να κάνουμε ακριβώς τίποτα: οφείλουμε να αυτό-περιοριζόμαστε. Η Αυτονομία — η αληθινή ελευθερία — είναι ο αυτό-περιορισμός που είναι αναγκαίος όχι μόνο στους κανόνες της ενδοκοινωνικής συμπεριφοράς αλλά επίσης και στους κανόνες που υιοθετούμε στη συμπεριφορά μας προς το περιβάλλον.
P.E.: Αισιοδοξείτε γύρω από αυτή την αφύπνιση της επίγνωσης των ανθρώπινων ορίων;Κ.Κ.: Υπάρχει, στους ανθρώπους, μια δημιουργική δύναμη, μια δυνατότητα να μεταβάλλουν αυτό που είναι, η οποία εκ φύσεως και εξ’ ορισμού είναι απροσδιόριστη και απρόβλεπτη. Αλλά κάτι τέτοιο δεν είναι καθαυτό θετικό ή αρνητικό και το να μιλάμε για αισιοδοξία ή απαισιοδοξία σε αυτό το επίπεδο είναι απλώς επιπόλαιο. Ο άνθρωπος, ως δημιουργός δύναμη, είναι «άνθρωπος» όταν χτίζει τον Παρθενώνα ή τον καθεδρικό ναό της Παναγίας των Παρισίων, όπως επίσης και όταν στήνει το Άουσβιτς ή το Γκούλαγκ. Η συζήτηση γύρω από την αξία αυτών που δημιουργεί ξεκινάει ύστερα (και είναι προφανώς η πιο σημαντική). Σήμερα, υπάρχει αυτό το αγωνιώδες ερώτημα σχετικά με το ότι η σημερινή κοινωνία ολισθαίνει σε ένα όλο και πιο κενό είδος επανάληψης. Κατόπιν, αν υποθέσουμε ότι αυτή η επανάληψη μπορεί να δώσει μια κατεύθυνση αναγέννησης της ιστορικής δημιουργίας, η διερώτηση θα αναφέρεται στη φύση και την αξία αυτής της δημιουργίας. Δε μπορούμε ούτε να αγνοήσουμε και να αποσιωπήσουμε αυτά τα ερωτήματα ούτε και να απαντήσουμε εκ των προτέρων σε αυτά. Αυτό είναι η ιστορία.
Κ.Κ.: Όχι, δεν θα έλεγα αυτό. Και εν πάσει περιπτώσει, η οικολογία δεν πρόκειται να γίνει ιδεολογία υπό την παραδοσιακή έννοια του όρου. Αλλά η αναγκαιότητα να ληφθεί το περιβάλλον καθώς και η ισορροπία μεταξύ της ανθρωπότητας και των πόρων του πλανήτη σοβαρά υπόψη, είναι προφανής για οποιαδήποτε αληθινή και σοβαρή πολιτική. Η φρενήρης πορεία της αυτονομημένης τεχνο-επιστήμης και η τεράστια δημογραφική έκρηξη που θα συνεχίσει να γίνεται αισθητή για τουλάχιστον μισό αιώνα μας το επιβάλλουν. Η προσπάθεια να ληφθούν αυτά υπόψη πρέπει να διαμορφωθεί μέσα σε ένα τέτοιο πολιτικό πρόταγμα, που δε θα εξαντλείται αποκλειστικά στην οικολογία αλλά θα την υπερβαίνει. Και εάν δεν υπάρξει ένα νέο κίνημα, καμία επανα-αφύπνιση του δημοκρατικού προτάγματος, η οικολογία θα μπορούσε εύκολα να ενσωματωθεί σε μια νέο-φασιστική ιδεολογία. Ενόψει μιας παγκόσμιας οικολογικής καταστροφής, παραδείγματος χάριν, κάποιος/κάποια μπορεί πολύ εύκολα να δει αυταρχικά καθεστώτα να επιβάλλουν δρακόντειους περιορισμούς σε έναν πανικόβλητο και απαθή πληθυσμό.Η παρεμβολή της οικολογικής συνιστώσας σε ένα ριζοσπαστικό δημοκρατικό πρόταγμα είναι απολύτως αναγκαία. Και είναι τόσο επιτακτική, ώστε η επαναξιολόγηση της παρούσας κοινωνίας, οι αξίες και οι προσανατολισμοί, που υπονοείται από ένα τέτοιο πρόταγμα, είναι αδιαχώριστη από την κριτική του φανταστικού «της ανάπτυξης» με το οποίο ζούμε[7].
P.E.: Είναι τα γαλλικά οικολογικά κινήματα φορείς ενός τέτοιου προτάγματος;K.K.: Πιστεύω πως μεταξύ των Πρασίνων (les Verts) όπως επίσης και μεταξύ των μελών της Generation Ecologie, η πολιτική συνιστώσα είναι ανεπαρκής[8]. Δεν ασχολούνται καθόλου με τις ανθρωπολογικές δομές της σύγχρονης κοινωνίας, με τις πολιτικές και θεσμικές δομές, με το τι σημαίνει πραγματική δημοκρατία, με τα ερωτήματα που θα προέκυπταν από την παλινόρθωση και τη λειτουργία της και πάει λέγοντας. Τα κινήματα ασχολούνται, ως επί το πλείστο, με ζητήματα που έχουν να κάνουν με το περιβάλλον και σχεδόν αδιαφορούν για τα καυτά κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα. Είναι κατανοητό το γιατί δεν επιθυμούν να χαρακτηρίζονται «ούτε δεξιοί ούτε αριστεροί». Αλλά αυτό το «ζήτημα τιμής», το να μην παίρνεις θέση για τα καυτά πολιτικά ερωτήματα της εποχής, είναι μια στάση αρκετά εκτεθειμένη σε κριτική. Τα κινήματα αυτά τείνουν έτσι να μετατραπούν σε λόμπυ. Ακόμα και όταν εκφράζουν ένα ενδιαφέρον για την πολιτική διάσταση, αυτό μου φαίνεται και πάλι ανεπαρκές. Αυτό έγινε στη Γερμανία, όπου οι Πράσινοι εφάρμοσαν έναν νόμο ανακλητότητας των εκπροσώπων τους. Η εναλλαγή και η ανακλητότητα αποτελούν κεντρικές ιδέες των πολιτικών μου συλλογισμών. Διαχωρισμένοι, όμως, από τα υπόλοιπα, δεν διατηρούν πια κανένα νόημα. Έτσι συνέβη και στη Γερμανία, όπου, αφού εισήχθησαν στο κοινοβουλευτικό σύστημα έχασαν κάθε νόημα. Ο λόγος ήταν πως ο χαρακτήρας του κοινοβουλευτικού συστήματος είναι να εκλέγει «εκπροσώπους» για πέντε χρόνια με στόχο να ξεφορτωθεί τα πολιτικά ερωτήματα, να αφήνει αυτά τα ερωτήματα στους «εκπροσώπους», έτσι ώστε να μην ασχολούμαστε με αυτά. Αυτό, όμως, είναι το αντίθετο του δημοκρατικού προτάγματος.
Π.Ε.: Αυτή η καθαρά πολιτική συνιστώσα ενός προτάγματος ριζικής αλλαγής περιλαμβάνει επίσης τις σχέσεις Βορά-Νότου;Κ.Κ.: Φυσικά, είναι ένας εφιάλτης το να βλέπεις καλοταϊσμένους ανθρώπους να κοιτάζουν τους Σομαλούς ετοιμοθάνατους απ’ την πείνα και έπειτα να γυρίζουν ξανά στον ποδοσφαιρικό τους αγώνα. Αλλά είναι επίσης, από τη ρεαλιστικότερη σκοπιά, μια τρομερά βραχυπρόθεσμη στάση. Οι άνθρωποι κλείνουν τα μάτια τους και αφήνουν αυτούς τους ανθρώπους να συνεχίζουν να λιμοκτονούν. Αλλά μακροπρόθεσμα, αυτοί δεν θα αφήσουν τους εαυτούς τους να συνεχίσουν να πεθαίνουν της πείνας. Η λαθραία μετανάστευση αυξάνεται καθώς οι δημογραφικές πιέσεις μεγαλώνουν, και αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι δεν έχουμε δει τίποτα ακόμη. Οι Τσικάνος περνάνε τα σύνορα Μεξικού-Αμερικής ουσιαστικά χωρίς κανένα εμπόδιο, και σύντομα δεν θα είναι μόνο οι Μεξικάνοι. Σήμερα, στην περίπτωση της Ευρώπης, διέρχονται, μεταξύ άλλων περιοχών από τα στενά του Γιβραλτάρ. Και αυτοί δεν είναι Μαροκινοί: είναι άνθρωποι που έρχονται από όλες τις γωνίες της Αφρικής, ακόμη και από την Αιθιοπία ή την ακτή του Ελεφαντοστού, οι οποίοι υπομένουν αφάνταστες ταλαιπωρίες ούτως ώστε να φτάσουν στη Ταγγέρη και να καταφέρουν να πληρώσουν τους λαθρέμπορους. Όμως αύριο, δεν θα υπάρχει πλέον Γιβραλτάρ. Υπάρχουν ίσως 40,000 χιλιόμετρα Μεσογειακής ακτής, αυτό που ο Γουίνστον Τσόρτσιλ αποκάλεσε «η αχίλλειος πτέρνα της Ευρώπης». Ήδη, φυγάδες από το Ιράκ περνάνε μέσα από τη Τουρκία και λαθραία εισέρχονται στην Ελλάδα. Ύστερα, υπάρχει όλο το Ανατολικό σύνορο των Δώδεκα. Θα υψώσουν πάλι ένα νέο Τείχος του Βερολίνου 3.000 ή 4.000 χιλιόμετρα μακρύ με σκοπό να εμποδίσει τους πεινασμένους Ανατολικούς από το να εισέλθουν στο πλούσιο ήμισυ της Ευρώπης; Γνωρίζουμε ότι μια τεράστια οικονομική και κοινωνική ανισορροπία υπάρχει μεταξύ της πλούσιας Δύσης και του υπόλοιπου κόσμου. Αυτή η ανισορροπία δεν ελαττώνεται: αυξάνεται. Το μόνο πράγμα που η «πολιτισμένη» Δύση εξάγει σε αυτές τις χώρες, αντί για πολιτισμό, είναι πραξικοπηματικές τεχνικές, όπλα και τηλεοράσεις που επιδεικνύουν καταναλωτικά πρότυπα τα οποία είναι ανέφικτα γι’ αυτούς τους φτωχούς πληθυσμούς. Αυτή η ανισορροπία δεν θα κατορθώσει να συνεχιστεί, εκτός αν η Ευρώπη γίνει ένα αστυνομοκρατούμενο φρούριο.
P.Ε.: Τι γνώμη έχετε για το βιβλίο του Luc Ferry[9], το οποίο εξηγεί ότι οι Πράσινοι (les Verts) είναι οι φορείς μιας συνολικής θέασης του κόσμου η οποία αμφισβητεί τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση;Κ.Κ.: Το βιβλίο του Luc Ferry διαλέγει τον λάθος εχθρό και εν τέλει γίνεται μια πράξη αντιπερισπασμού. Τη στιγμή που το σπίτι έχει πιάσει φωτιά, όταν ο πλανήτης κινδυνεύει, ο Ferry τα βάζει με τον εύκολο στόχο: κάποιους περιθωριακούς ιδεολόγους οι οποίοι δεν είναι ούτε αντιπροσωπευτικοί αλλά ούτε και αληθινή απειλή και δε λέει ούτε μία λέξη, ή μετά βίας μία, γύρω από τα αληθινά προβλήματα. Την ίδια στιγμή, αντιπαρατίθεται σε μια «νατουραλιστική» ιδεολογία, μια εντελώς επιφανειακά «ουμανιστική» ή «ανθρωποκεντρική» ιδεολογία. Ο άνθρωπος είναι ριζωμένος σε κάτι άλλο έξω από τον εαυτό του, το γεγονός ότι δεν είναι ένα «φυσικό» ον δε σημαίνει ότι αιωρείται στο κενό. Είναι ανώφελο το να επανερχόμαστε, συνέχεια, στο πεπερασμένο του ανθρωπίνου όντος όταν μιλάμε για τη φιλοσοφία της γνώσης και να ξεχνάμε αυτό το περιορισμένο όταν μιλάμε για την πρακτική φιλοσοφία.
P.Ε.: Υπάρχει φιλόσοφος, θεμελιωτής της οικολογίας;Κ.Κ.: Δεν βλέπω κανένα φιλόσοφο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο θεμελιωτής της οικολογίας. Σίγουρα υπάρχει, μεταξύ των Άγγλων, Γερμανών και Γάλλων Ρομαντικών, μία «Αγάπη της φύσης». Αλλά η οικολογία δεν είναι «η αγάπη της φύσης». Είναι η αναγκαιότητα του αυτό-περιορισμού (δηλαδή, η αληθινή ελευθερία ) του ανθρωπίνου είδους σε σχέση με τον πλανήτη πάνω στον οποίο, από τύχη, υπάρχει και τον οποίο έχει βαλθεί να καταστρέψει. Από την άλλη πλευρά, σίγουρα κάποιος μπορεί να βρει σε διάφορες φιλοσοφίες αυτή την υπεροψία, αυτή την ύβρη, όπως έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες, την υπερβολική οίηση ή την προπετή υπερβολή, οι οποίες ενθρονίζουν τον άνθρωπο στη θέση του «άρχοντα και κυρίου της φύσης» — ένας ισχυρισμός που είναι στην πραγματικότητα εντελώς γελοίος. Δεν είμαστε καν άρχοντες αυτού που εμείς θα κάνουμε, ξεχωριστά, αύριο ή σε μερικές βδομάδες. Όμως, η Ύβρις πάντα προκαλεί τη Νέμεση, την τιμωρία, και αυτό είναι που διακινδυνεύουμε να συμβεί σε εμάς.
P.E.: Θα ήταν ωφέλιμη μια επανεμφάνιση της αίσθησης του μέτρου και της αρμονίας της αρχαίας φιλοσοφίας;Κ.Κ.: Μια επανεμφάνιση της φιλοσοφίας στο σύνολό της θα ήταν ωφέλιμη, λόγω του ότι διανύουμε μια από τις λιγότερο φιλοσοφικές περιόδους, για να μη πούμε αντιφιλοσοφικές περιόδους, στην ιστορία της ανθρωπότητας. Η αρχαία Ελληνική συμπεριφορά, εν τούτοις, δεν ήταν μια συμπεριφορά βασισμένη στο μέτρο και την αρμονία. Ξεκινάει από την αναγνώριση των αόρατων ορίων της δράσης μας, από την ουσιαστική θνητότητά μας και από την ανάγκη για αυτό-περιορισμό.
P.E.: Θα μπορούσε κάποιος να θεωρήσει την ανύψωση του ενδιαφέροντος για το περιβάλλον σαν ένα χαρακτηριστικό της επιστροφής του «θρησκευτικού», κάτω από τη μορφή μίας πίστης στη φύση;Κ.Κ.: Πρώτα απ’ όλα, δε νομίζω ότι, παρά τα όσα λέει ο κόσμος, ότι θα υπάρξει μια επιστροφή του θρησκευτικού στις Δυτικές χώρες. Ακολούθως, η οικολογία, ορθώς θεωρούμενη (και απ’ αυτή την άποψη, αυτό είναι η γενική περίπτωση), δεν κάνει τη φύση θεότητα και ούτε και τον άνθρωπο βέβαια. Η μόνη σχέση που μπορώ να δω είναι πολύ έμμεση. Έχει να κάνει με το τι διέπραξε η θρησκεία για να κρατάει στο χέρι σχεδόν όλες τις κοινωνίες. Ζούμε στην πρώτη κοινωνία, από καταβολής της ιστορίας της ανθρωπότητας, όπου η θρησκεία δεν καταλαμβάνει το κέντρο της κοινωνικής ζωής. Γιατί αυτή η τεράστια θέση της θρησκείας μέχρι πρότινος; Επειδή υπενθύμιζε στον άνθρωπο ότι δεν είναι ο άρχοντας του κόσμου, ότι υπήρχε κάτι άλλο εκτός από αυτόν, το οποίο το «προσωποποιούσε» με τον έναν ή τον άλλον τρόπο: το ονόμαζε ταμπού, τοτέμ, θεούς του Ολύμπου — ή Μ ο ί ρ α — Ιεχωβά κτλ. Η θρησκεία παρουσίαζε την Άβυσσο και την ίδια στιγμή την κάλυπτε δίνοντας της ένα πρόσωπο: είναι ο Θεός, ο Θεός είναι αγάπη κτλ. Και αυτή με αυτό τον τρόπο ακόμη έδινε νόημα στη ζωή και στο θάνατο του ανθρώπου. Βέβαια, πρόβαλε πάνω στις θεϊκές δυνάμεις ή πάνω στο μονοθεϊστικό Θεό κάποιες ουσιαστικές ανθρωπομορφικές και ανθρωποκεντρικές ιδιότητες και έτσι ακριβώς έδινε νόημα στο υπάρχον. Η Άβυσσος έγινε, κατά κάποιο τρόπο, οικεία και ομοιογενής με εμάς. Συγχρόνως, όμως, υπενθύμιζε στον άνθρωπο τον περιορισμό του: του υπενθύμιζε ότι το Ον είναι ανεξερεύνητο και αδάμαστο. Τώρα, μια οικολογία ενσωματωμένη σε ένα πολιτικό πρόταγμα της αυτονομίας πρέπει να υποδεικνύει αυτόν τον περιορισμό του ανθρώπου όπως επίσης και να του υπενθυμίζει ότι το Ον δεν έχει νόημα, ότι είμαστε εμείς αυτοί οι οποίοι δημιουργούμε το νόημα ιδίω κινδύνω (και με τη μορφή των διάφορων θρησκειών…)[10]. Υπάρχει συνεπώς, υπό μία έννοια, εγγύτητα, αλλά υπό μια άλλη έννοια, αμείωτη αντίθεση.
P.E.: Συνεπώς, περισσότερο από την άμυνα της φύσης επιθυμείτε την υπεράσπιση του ανθρώπου;Κ.Κ.: Η υπεράσπιση του ανθρώπου εναντίον του εαυτού του, αυτό είναι το ζήτημα. Ο κυριότερος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Καμιά φυσική καταστροφή δεν είναι ισάξια με τις καταστροφές, τις σφαγές, τα ολοκαυτώματα που δημιουργήθηκαν από τον άνθρωπο ενάντια στον άνθρωπο. Σήμερα, ο άνθρωπος είναι ακόμη ή περισσότερο από ποτέ εχθρός του ανθρώπου, όχι μόνο επειδή συνεχίζει πιο πολύ από ποτέ να παραδίδεται σε μια σφαγή των ομοίων του, αλλά ακόμη επειδή πριονίζει το κλαδί πάνω στο οποίο κάθεται: το περιβάλλον. Την επίγνωση αυτού του γεγονότος θα έπρεπε κάποιος πρέπει να προσπαθήσει να αφυπνίσει ξανά σε μια εποχή όπου η θρησκεία, για πολύ καλούς λόγους, δεν μπορεί να παίξει πλέον αυτό το ρόλο. Πρέπει να υπενθυμίσουμε στους ανθρώπους τα όρια τους, όχι μόνο τα ατομικά αλλά και τα κοινωνικά. Δεν είναι μόνο ότι ο καθένας μας υπόκειται στο φυσικό νόμο και ότι μια μέρα θα πεθάνει. Είναι ότι όλοι εμείς μαζί δεν μπορούμε να κάνουμε ακριβώς τίποτα: οφείλουμε να αυτό-περιοριζόμαστε. Η Αυτονομία — η αληθινή ελευθερία — είναι ο αυτό-περιορισμός που είναι αναγκαίος όχι μόνο στους κανόνες της ενδοκοινωνικής συμπεριφοράς αλλά επίσης και στους κανόνες που υιοθετούμε στη συμπεριφορά μας προς το περιβάλλον.
P.E.: Αισιοδοξείτε γύρω από αυτή την αφύπνιση της επίγνωσης των ανθρώπινων ορίων;Κ.Κ.: Υπάρχει, στους ανθρώπους, μια δημιουργική δύναμη, μια δυνατότητα να μεταβάλλουν αυτό που είναι, η οποία εκ φύσεως και εξ’ ορισμού είναι απροσδιόριστη και απρόβλεπτη. Αλλά κάτι τέτοιο δεν είναι καθαυτό θετικό ή αρνητικό και το να μιλάμε για αισιοδοξία ή απαισιοδοξία σε αυτό το επίπεδο είναι απλώς επιπόλαιο. Ο άνθρωπος, ως δημιουργός δύναμη, είναι «άνθρωπος» όταν χτίζει τον Παρθενώνα ή τον καθεδρικό ναό της Παναγίας των Παρισίων, όπως επίσης και όταν στήνει το Άουσβιτς ή το Γκούλαγκ. Η συζήτηση γύρω από την αξία αυτών που δημιουργεί ξεκινάει ύστερα (και είναι προφανώς η πιο σημαντική). Σήμερα, υπάρχει αυτό το αγωνιώδες ερώτημα σχετικά με το ότι η σημερινή κοινωνία ολισθαίνει σε ένα όλο και πιο κενό είδος επανάληψης. Κατόπιν, αν υποθέσουμε ότι αυτή η επανάληψη μπορεί να δώσει μια κατεύθυνση αναγέννησης της ιστορικής δημιουργίας, η διερώτηση θα αναφέρεται στη φύση και την αξία αυτής της δημιουργίας. Δε μπορούμε ούτε να αγνοήσουμε και να αποσιωπήσουμε αυτά τα ερωτήματα ούτε και να απαντήσουμε εκ των προτέρων σε αυτά. Αυτό είναι η ιστορία.
--------------------------------------------------------------------------------
[1] Εκδόθηκε για πρώτη φορά στο La Planete Verte (Paris: Bureau des eleves des sciences politiques, 1993), σελ 21-25. Η συνέντευξη δόθηκε στον Pascale Egre. [Μια πρώτη μετάφραση, αμφιβόλου ποιότητας, εμφανίστηκε με τον τίτλο «World Imbalance and the Revolutionary Force of Ecology» στο περιοδικό Society and Nature, 5 (Ιανουάριος 1994): 81-90. Μεταφράζοντας ξανά αυτό το άρθρο, χρησιμοποιήσαμε ένα φωτοαντίγραφο του Καστοριάδη όπου ο ίδιος είχε διορθώσει με το χέρι το κείμενο της συνέντευξης. —T/E]
[2] Είναι περίεργο το να βρίσκεις τον όρο «τεχνοκρατία» να χρησιμοποιείται εδώ, δεδομένης της πολλαπλής άρνησης του Καστοριάδη – που ξεκινά τουλάχιστον από το 1957 – στο ότι μπορεί να είναι δυνατή μια τεχνοκρατία (πχ η εξουσίαση από τους τεχνικούς). Έλεγε συγκεκριμένα στο δεύτερο μέρος από το «Περιεχόμενο του Σοσιαλισμού»: «Ο σύγχρονος καπιταλισμός είναι γραφειοκρατικός καπιταλισμός. Δεν είναι — και δεν μπορεί να γίνει — ένας τεχνοκρατικός καπιταλισμός. Η ιδέα της τεχνοκρατίας αποτελεί μια κενή γενίκευση των επιφανειακών κοινωνιολόγων, ή ένα όνειρο ζωής των ίδιων των τεχνικών που έρχονται αντιμέτωποι με τη δική τους ανικανότητα και με τον παραλογισμό του παρόντος συστήματος». (PSW 2, σελ. 111-12; CR, σελ. 67 ή «Το περιεχόμενο του σοσιαλισμού», σελ. 50). Είναι ασαφές, ωστόσο, το αν η χρήση της λέξης αποτελεί μια παραδρομή της γλώσσας από την πλευρά του ομιλητή ή μια λάθος μεταβίβαση της συνέντευξης σε χαρτί [πχ τεχνοεπιστήμης (βλέπε παρακάτω), τεχνοκρατία] από την πλευρά του εκδότη. Η λέξη «τεχνοκρατία» γίνεται ακόμη πιο προβληματική όταν διαβάζουμε, παρακάτω, «ότι οι επιστήμονες ποτέ δεν είχαν και ποτέ δε θα έχουν τίποτα να πουν σε σχέση με τη χρήση της [τεχνο-επιστήμης] ή ακόμη και τον καπιταλιστικό της προσανατολισμό» —T/E. Να σημειώσουμε κι εμείς συμπληρωματικά ότι στη μετάφραση του κειμένου στο Κοινωνία και Φύση στο συγκεκριμένο σημείο υπάρχει η λέξη «τεχνολογία» και όχι «τεχνοκρατία».
[3] Προτάσσοντας μια «επιστημονική οικολογία», που θα αντιτίθεται στις «παράλογες προκαταλήψεις», η Έκκληση της Χαϊλδεβέργης «δημοσιεύτηκε το 1992 στη Διάσκεψη για τη Γη στο Ρίο ντε Τζανέϊρο. Με το τέλος της διάσκεψης του 1992, 425 επιστήμονες και άλλοι πνευματικοί ηγέτες υπέγραψαν την Έκκληση. . . . Σήμερα, περισσότεροι από 4,000 από 106 χώρες έχουν υπογράψει, συμπεριλαμβανόμενων των 72 κατόχων του βραβείου Νόμπελ» σύμφωνα με το Scientific and Environmental Policy Project http://www.sepp.org/heidelberg_appeal.html. —T/E
[4] Ο Καστοριάδης παραθέτει τον E. O. Wilson σε μεγάλη συχνότητα στο κείμενό του «Dead End? » (1988), στη σελίδα 254 του PPA. —T/E
[5] Βλέπε στο "On the Content of Socialism II" στο PSW 2, την αποσπασματική του μορφή στο CR. T/E
[6] Rachel Carson, «Silent Spring» (Βοστόνη: Houghton Mifflin, 1962). —T/E
[7] Βλέπε το «Σκέψεις πάνω στην Ανάπτυξη και την Ορθολογικότητα» (1977), στα αγγλικά στο PPA. —T/E. Στα ελληνικά το κείμενο βρίσκεται στους «Χώρους του Ανθρώπου».
[8] Οι Les Verts (Οι Πράσινοι) ιδρύθηκαν το 1984 από τον Antoine Waechter ως οι διάδοχοι διάφορων πολιτικών-οικολογικών σχηματισμών που υπήρχαν πριν τη γαλλική υποψηφιότητα του Rene Dumont το 1974 για την προεδρεία. Η Generation Ecologie αποτελεί το πολιτικό σκέλος, που ιδρύθηκε το 1990, του Brice Lalonde, έναν από τους ηγέτες των φοιτητών στη Σορβόνη κατά το Μάη του 68’, δημιουργού το 1971 των Les Amis de la Terre (Φίλων της Γης). Αυτός ήταν και ο υπεύθυνος της προεδρικής καμπάνιας του Dumont το 1974, ο οποίος επίσης έθεσε υποψηφιότητα για τη γαλλική προεδρεία του 1981 με ένα οικολογικό ψηφοδέλτιο και έπειτα διετέλεσε και Υπουργός Περιβάλλοντος του 1988 υπό την προεδρεία του Γάλλου Σοσιαλιστή Φρανσουά Μιτεράν. Το 1992, ένα χρόνο προτού διεξαχθεί η παρούσα συνέντευξη, η Generation Ecologie εξέλεξε 108 υποψηφίους στις δημοτικές εκλογές ενώ και οι αντίπαλοι Verts πέτυχαν τις δικές τους νίκες. Οι συζητήσεις για μια συγχώνευση των δύο ομάδων βούλιαξαν και τελικά η ομάδα του Lalonde υποστήριξε το νέο-γκωλιστή υποψήφιο για προεδρία, και εν τέλει πρόεδρο, Ζακ Σιράκ τόσο στις εκλογές του 1995 όσο και του 2002. Καθώς απομακρύνθηκαν από τη στάση του Waechter περί του «Ούτε με τη Δεξιά, Ούτε με την Αριστερά» (δες την επόμενη παράγραφο της παρούσας συνέντευξης), οι Πράσινοι (les Verts) συμμετείχαν στην «πλουραλιστική Αριστερή» κυβέρνηση του σοσιαλιστή πρωθυπουργού Λιονέλ Ζοσπέν μετά την απόφαση του Σιράκ το 97’ να προκηρύξει βιαστικά εκλογές που είχαν ως αποτέλεσμα το να χάσει τη νομοθετική του πλειοψηφία. Ο Waechter πλέον ηγείται ενός πολιτικού-οικολογικού κόμματος, του Mouvement ecologiste independant, αυτό-χαρακτηριζόμενο ως «100% οικολογικό». Οι πιο πρόσφατες αναφορές δείχνουν σημάδια μιας πιθανής επαναπροσέγγισης με τους Πράσινους (Les Verts). Ας σημειωθεί ότι αυτά δεν ήταν τα μοναδικά οικολογικά-πολιτικά κόμματα που ζητούσαν ψήφο στις γαλλικές εκλογές. Οκτώ πολιτικές-οικολογικές ομάδες και πολλοί άλλοι σχηματισμοί βρίσκονταν μέσα στο μεγάλο αριθμό των πολιτικών οργανώσεων που, όλες μαζί, ηγήθηκαν οι 8,000 υποψήφιοι στις εκλογές του 2002 για 555 θέσεις στην Εθνική Συνέλευση. Σε μια συνεχιζόμενη εκλογική συμμαχία με τους ηττημένους Σοσιαλιστές, οι Πράσινοι ήταν ικανοί να διατηρήσουν μόνο τρεις θέσεις εκείνη τη χρονιά. —T/E
[9] Luc Ferry, The New Ecological Order (1992), μτφ. Carol Volk (Σικάγο: University of Chicago Press, 1995). —T/E
[10] Πάνω σε αυτά τα θέματα, βλέπε "Η θέσμιση της Κοινωνίας και της θρησκείας" (1982), τώρα στο Θρυμματισμένο Κόσμο (World in Fragments). —T/E
(πηγή: ηλεκτρ. περιοδικό "Terminal 119")
[2] Είναι περίεργο το να βρίσκεις τον όρο «τεχνοκρατία» να χρησιμοποιείται εδώ, δεδομένης της πολλαπλής άρνησης του Καστοριάδη – που ξεκινά τουλάχιστον από το 1957 – στο ότι μπορεί να είναι δυνατή μια τεχνοκρατία (πχ η εξουσίαση από τους τεχνικούς). Έλεγε συγκεκριμένα στο δεύτερο μέρος από το «Περιεχόμενο του Σοσιαλισμού»: «Ο σύγχρονος καπιταλισμός είναι γραφειοκρατικός καπιταλισμός. Δεν είναι — και δεν μπορεί να γίνει — ένας τεχνοκρατικός καπιταλισμός. Η ιδέα της τεχνοκρατίας αποτελεί μια κενή γενίκευση των επιφανειακών κοινωνιολόγων, ή ένα όνειρο ζωής των ίδιων των τεχνικών που έρχονται αντιμέτωποι με τη δική τους ανικανότητα και με τον παραλογισμό του παρόντος συστήματος». (PSW 2, σελ. 111-12; CR, σελ. 67 ή «Το περιεχόμενο του σοσιαλισμού», σελ. 50). Είναι ασαφές, ωστόσο, το αν η χρήση της λέξης αποτελεί μια παραδρομή της γλώσσας από την πλευρά του ομιλητή ή μια λάθος μεταβίβαση της συνέντευξης σε χαρτί [πχ τεχνοεπιστήμης (βλέπε παρακάτω), τεχνοκρατία] από την πλευρά του εκδότη. Η λέξη «τεχνοκρατία» γίνεται ακόμη πιο προβληματική όταν διαβάζουμε, παρακάτω, «ότι οι επιστήμονες ποτέ δεν είχαν και ποτέ δε θα έχουν τίποτα να πουν σε σχέση με τη χρήση της [τεχνο-επιστήμης] ή ακόμη και τον καπιταλιστικό της προσανατολισμό» —T/E. Να σημειώσουμε κι εμείς συμπληρωματικά ότι στη μετάφραση του κειμένου στο Κοινωνία και Φύση στο συγκεκριμένο σημείο υπάρχει η λέξη «τεχνολογία» και όχι «τεχνοκρατία».
[3] Προτάσσοντας μια «επιστημονική οικολογία», που θα αντιτίθεται στις «παράλογες προκαταλήψεις», η Έκκληση της Χαϊλδεβέργης «δημοσιεύτηκε το 1992 στη Διάσκεψη για τη Γη στο Ρίο ντε Τζανέϊρο. Με το τέλος της διάσκεψης του 1992, 425 επιστήμονες και άλλοι πνευματικοί ηγέτες υπέγραψαν την Έκκληση. . . . Σήμερα, περισσότεροι από 4,000 από 106 χώρες έχουν υπογράψει, συμπεριλαμβανόμενων των 72 κατόχων του βραβείου Νόμπελ» σύμφωνα με το Scientific and Environmental Policy Project http://www.sepp.org/heidelberg_appeal.html. —T/E
[4] Ο Καστοριάδης παραθέτει τον E. O. Wilson σε μεγάλη συχνότητα στο κείμενό του «Dead End? » (1988), στη σελίδα 254 του PPA. —T/E
[5] Βλέπε στο "On the Content of Socialism II" στο PSW 2, την αποσπασματική του μορφή στο CR. T/E
[6] Rachel Carson, «Silent Spring» (Βοστόνη: Houghton Mifflin, 1962). —T/E
[7] Βλέπε το «Σκέψεις πάνω στην Ανάπτυξη και την Ορθολογικότητα» (1977), στα αγγλικά στο PPA. —T/E. Στα ελληνικά το κείμενο βρίσκεται στους «Χώρους του Ανθρώπου».
[8] Οι Les Verts (Οι Πράσινοι) ιδρύθηκαν το 1984 από τον Antoine Waechter ως οι διάδοχοι διάφορων πολιτικών-οικολογικών σχηματισμών που υπήρχαν πριν τη γαλλική υποψηφιότητα του Rene Dumont το 1974 για την προεδρεία. Η Generation Ecologie αποτελεί το πολιτικό σκέλος, που ιδρύθηκε το 1990, του Brice Lalonde, έναν από τους ηγέτες των φοιτητών στη Σορβόνη κατά το Μάη του 68’, δημιουργού το 1971 των Les Amis de la Terre (Φίλων της Γης). Αυτός ήταν και ο υπεύθυνος της προεδρικής καμπάνιας του Dumont το 1974, ο οποίος επίσης έθεσε υποψηφιότητα για τη γαλλική προεδρεία του 1981 με ένα οικολογικό ψηφοδέλτιο και έπειτα διετέλεσε και Υπουργός Περιβάλλοντος του 1988 υπό την προεδρεία του Γάλλου Σοσιαλιστή Φρανσουά Μιτεράν. Το 1992, ένα χρόνο προτού διεξαχθεί η παρούσα συνέντευξη, η Generation Ecologie εξέλεξε 108 υποψηφίους στις δημοτικές εκλογές ενώ και οι αντίπαλοι Verts πέτυχαν τις δικές τους νίκες. Οι συζητήσεις για μια συγχώνευση των δύο ομάδων βούλιαξαν και τελικά η ομάδα του Lalonde υποστήριξε το νέο-γκωλιστή υποψήφιο για προεδρία, και εν τέλει πρόεδρο, Ζακ Σιράκ τόσο στις εκλογές του 1995 όσο και του 2002. Καθώς απομακρύνθηκαν από τη στάση του Waechter περί του «Ούτε με τη Δεξιά, Ούτε με την Αριστερά» (δες την επόμενη παράγραφο της παρούσας συνέντευξης), οι Πράσινοι (les Verts) συμμετείχαν στην «πλουραλιστική Αριστερή» κυβέρνηση του σοσιαλιστή πρωθυπουργού Λιονέλ Ζοσπέν μετά την απόφαση του Σιράκ το 97’ να προκηρύξει βιαστικά εκλογές που είχαν ως αποτέλεσμα το να χάσει τη νομοθετική του πλειοψηφία. Ο Waechter πλέον ηγείται ενός πολιτικού-οικολογικού κόμματος, του Mouvement ecologiste independant, αυτό-χαρακτηριζόμενο ως «100% οικολογικό». Οι πιο πρόσφατες αναφορές δείχνουν σημάδια μιας πιθανής επαναπροσέγγισης με τους Πράσινους (Les Verts). Ας σημειωθεί ότι αυτά δεν ήταν τα μοναδικά οικολογικά-πολιτικά κόμματα που ζητούσαν ψήφο στις γαλλικές εκλογές. Οκτώ πολιτικές-οικολογικές ομάδες και πολλοί άλλοι σχηματισμοί βρίσκονταν μέσα στο μεγάλο αριθμό των πολιτικών οργανώσεων που, όλες μαζί, ηγήθηκαν οι 8,000 υποψήφιοι στις εκλογές του 2002 για 555 θέσεις στην Εθνική Συνέλευση. Σε μια συνεχιζόμενη εκλογική συμμαχία με τους ηττημένους Σοσιαλιστές, οι Πράσινοι ήταν ικανοί να διατηρήσουν μόνο τρεις θέσεις εκείνη τη χρονιά. —T/E
[9] Luc Ferry, The New Ecological Order (1992), μτφ. Carol Volk (Σικάγο: University of Chicago Press, 1995). —T/E
[10] Πάνω σε αυτά τα θέματα, βλέπε "Η θέσμιση της Κοινωνίας και της θρησκείας" (1982), τώρα στο Θρυμματισμένο Κόσμο (World in Fragments). —T/E
(πηγή: ηλεκτρ. περιοδικό "Terminal 119")
11/3/09
Γενοκτονία ...
Διαστάσεις… γενοκτονίας λαμβάνει πλέον η θανάτωση αρκούδων στην ευρύτερη περιοχή της Πίνδου.
Από πέρυσι το καλοκαίρι μέχρι και σήμερα έχουν βρεθεί νεκρές 21 αρκούδες.
Από πέρυσι το καλοκαίρι μέχρι και σήμερα έχουν βρεθεί νεκρές 21 αρκούδες.
Πριν από λίγες μέρες ομάδα της περιβαλλοντικής οργάνωσης «Καλλιστώ» ειδοποιήθηκε για μία ακόμη αρκούδα που εντοπίστηκε νεκρή στην ευρύτερη περιοχή Βοτονοσίου Μετσόβου. Η πληροφορία έφτασε στην οργάνωση μέσω υπαλλήλου του δασαρχείου Μετσόβου και προκάλεσε έκπληξη στους επιστήμονες, καθώς κανείς δεν περίμενε ότι θα καταγραφόταν κιόλας το πρώτο περιστατικό παράνομης εξόντωσης αρκούδας και μάλιστα μέσα στο Εθνικό Πάρκο Β. Πίνδου, όπου θεωρητικά το είδος βρίσκεται και υπό ενισχυμένο καθεστώς προστασίας.Διενεργήθηκε αυτοψία από δημοτικό κτηνίατρο του Μετσόβου αλλά και την κτηνίατρο της οργάνωσης, Σούζαν Ρίγκλερ. Διαπιστώθηκε πως το ζώο έφερε διαμπερές (λαιμό-θώρακα) θανατηφόρο τραύμα από πυροβόλο όπλο. Βρέθηκε νεκρό κοντά σε μια ρεματιά και όχι πολύ μακριά από σημείο όπου βρίσκονται μόνιμες στάνες. Το γεγονός αυτό εγείρει τις υποψίες των ειδικών πως τα κίνητρα του δράστη ήταν μάλλον οι εποχικές ζημιές που προκαλεί η αρκούδα σε αναζήτηση τροφής. Το άτυχο αρσενικό ζώο ήταν ηλικίας περίπου τριών ετών και βάρους 70 κιλών, ενώ εξαιρετικά ανησυχητικό είναι το γεγονός πως τα πέλματά του ήταν σχεδόν άφθαρτα, γεγονός που δημιουργεί υποψίες και για την πιθανότητα βίαιης εκδίωξης του ζώου από τη φωλιά του πριν αυτό ξυπνήσει από το χειμέριο ύπνο.
Δυστυχώς, σε αυτό το δυσάρεστο περιστατικό ήρθε να προστεθεί και ένα δεύτερο στην περιοχή του όρους Βίτσι, για το οποίο υπήρχαν πληροφορίες από πέρυσι το φθινόπωρο. Πριν από λίγες μέρες ανακαλύφθηκε από συνεργάτη και μέλος της «Καλλιστώ» και το πτώμα του ζώου! Το άτυχο ζώο έπεσε νεκρό από σκάγια πυροβόλου όπλου, έχοντας προκαλέσει ζημιές σε αμπέλια. «Τα κρούσματα παράνομης εξόντωσης αρκούδας δυστυχώς αυξάνονται διαρκώς, χωρίς αυτό το γεγονός να αφυπνίζει τους υπευθύνους για την επιβολή κυρώσεων στους υπαιτίους αλλά και την ενεργοποίηση των προληπτικών μέτρων. Καμία υπόθεση παράνομης εξόντωσης αρκούδας δεν έχει μέχρι σήμερα τελεσιδικήσει, αφήνοντας ένα απόλυτα προστατευόμενο είδος όπως είναι η αρκούδα, τελείως απροστάτευτο στην αυτοδικία των ανθρώπων και στην αναποτελεσματικότητα των θεσμών», αναφέρει ο επιστημονικός υπεύθυνος της Οργάνωσης Γιώργος Μερτζάνης.
Δυστυχώς, σε αυτό το δυσάρεστο περιστατικό ήρθε να προστεθεί και ένα δεύτερο στην περιοχή του όρους Βίτσι, για το οποίο υπήρχαν πληροφορίες από πέρυσι το φθινόπωρο. Πριν από λίγες μέρες ανακαλύφθηκε από συνεργάτη και μέλος της «Καλλιστώ» και το πτώμα του ζώου! Το άτυχο ζώο έπεσε νεκρό από σκάγια πυροβόλου όπλου, έχοντας προκαλέσει ζημιές σε αμπέλια. «Τα κρούσματα παράνομης εξόντωσης αρκούδας δυστυχώς αυξάνονται διαρκώς, χωρίς αυτό το γεγονός να αφυπνίζει τους υπευθύνους για την επιβολή κυρώσεων στους υπαιτίους αλλά και την ενεργοποίηση των προληπτικών μέτρων. Καμία υπόθεση παράνομης εξόντωσης αρκούδας δεν έχει μέχρι σήμερα τελεσιδικήσει, αφήνοντας ένα απόλυτα προστατευόμενο είδος όπως είναι η αρκούδα, τελείως απροστάτευτο στην αυτοδικία των ανθρώπων και στην αναποτελεσματικότητα των θεσμών», αναφέρει ο επιστημονικός υπεύθυνος της Οργάνωσης Γιώργος Μερτζάνης.
Μαζική θανάτωση 15 φλαμίγκο στη Λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου.
Απροστάτευτες παραμένουν οι «Προστατευόμενες» περιοχές της Ελλάδας, χωρίς την απαραίτητη φύλαξη και μέριμνα για την διατήρησή τους. Για άλλη μια φορά επιβεβαιώνεται η παντελής έλλειψη προστασίας με το πρόσφατο περιστατικό της μαζικής θανάτωσης δεκαπέντε (15) φοινικοπτέρων (φλαμίγκος) στη Λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου τον περασμένο Φεβρουάριο. Η τελική έκθεση της Διεύθυνσης Κτηνιατρικής της αρμόδιας Νομαρχίας που ανακοινώθηκε στις 3/3/2009 αποδίδει την θανάτωσή των πουλιών σε αλλεπάλληλους πυροβολισμούς, που προκάλεσαν κατάγματα στα φτερά, τα πόδια και τραύματα στην κοιλιά. Το γεγονός είναι πρωτόγνωρο για την περιοχή καθώς τα φοινικόπτερα συνήθως δεν αποτελούν στόχο, ενώ δεκαπέντε νεκρά πουλιά βρέθηκαν νεκρά μαζί και μάλιστα σε περιοχή των αλυκών όπου απαγορεύεται η πρόσβαση στο κοινό. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν ξεκάθαρη ένδειξη ότι το λαθροκυνήγι στην περιοχή είναι πολύ έντονο και, όπως προκύπτει, ανεξέλεγκτο.
Η λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου αποτελεί έναν από τους δέκα ελληνικούς υγροτόπους που συγκαταλέγονται στη Διεθνή Σύμβαση Ραμσάρ, επιβεβαιώνοντας έτσι την ιδιαίτερη περιβαλλοντική της αξία. Παρ’ όλα αυτά όμως, η έλλειψη πολιτικής βούλησης για έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό διαχείρισης των προστατευόμενων περιοχών, όπως και η ανεπαρκής στήριξη των Φορέων Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών έχουν ως αποτέλεσμα την συνεχή υποβάθμιση των περιοχών αυτών.
Τα επαρκή μέτρα προστασίας θα έπρεπε να αποτελούν το ελάχιστο για έναν Υγρότοπο Διεθνούς Σημασίας Ραμσάρ. Αντί για αυτό όμως η οικολογική υποβάθμιση συνεχίζεται με αποτέλεσμα από το 2007 η περιοχή να περιλαμβάνεται στον Κατάλογο του Μοντρέ, δηλαδή τη «μαύρη λίστα» της Σύμβασης Ραμσάρ.
Ο Ξενοφών Κάππας, Διευθυντής της ΕΟΕ τονίζει: «Η Ελλάδα έχει ήδη καταδικαστεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για την ανεπάρκειά της να προστατεύσει τις περιοχές Natura 2000. Περιμένουμε επιτέλους από τη Πολιτεία να συνειδητοποιήσει ότι η προστασία αυτών των περιοχών δεν αποτελεί απλά υποχρέωση, αλλά μοναδική ευκαιρία για την Ελλάδα, μια χώρα από τις πιο πλούσιες σε βιοποικιλότητα στην Ευρώπη.»
Η λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου αποτελεί έναν από τους δέκα ελληνικούς υγροτόπους που συγκαταλέγονται στη Διεθνή Σύμβαση Ραμσάρ, επιβεβαιώνοντας έτσι την ιδιαίτερη περιβαλλοντική της αξία. Παρ’ όλα αυτά όμως, η έλλειψη πολιτικής βούλησης για έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό διαχείρισης των προστατευόμενων περιοχών, όπως και η ανεπαρκής στήριξη των Φορέων Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών έχουν ως αποτέλεσμα την συνεχή υποβάθμιση των περιοχών αυτών.
Τα επαρκή μέτρα προστασίας θα έπρεπε να αποτελούν το ελάχιστο για έναν Υγρότοπο Διεθνούς Σημασίας Ραμσάρ. Αντί για αυτό όμως η οικολογική υποβάθμιση συνεχίζεται με αποτέλεσμα από το 2007 η περιοχή να περιλαμβάνεται στον Κατάλογο του Μοντρέ, δηλαδή τη «μαύρη λίστα» της Σύμβασης Ραμσάρ.
Ο Ξενοφών Κάππας, Διευθυντής της ΕΟΕ τονίζει: «Η Ελλάδα έχει ήδη καταδικαστεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για την ανεπάρκειά της να προστατεύσει τις περιοχές Natura 2000. Περιμένουμε επιτέλους από τη Πολιτεία να συνειδητοποιήσει ότι η προστασία αυτών των περιοχών δεν αποτελεί απλά υποχρέωση, αλλά μοναδική ευκαιρία για την Ελλάδα, μια χώρα από τις πιο πλούσιες σε βιοποικιλότητα στην Ευρώπη.»
10/3/09
9/3/09
Παγκόσμια ημέρα της γυναίκας.

Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα της γυναίκας δημοσιεύουμε ένα άρθρο της Ρόζας Λούξενμπουργκ, γραμμένο το 1912, με θέμα το δικαίωμα ψήφου των γυναικών.
Το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες και η ταξική πάλη.
Ρόζα Λούξενμπουργκ .
«Γιατί δεν υπάρχουν οργανώσεις για τις εργαζόμενες γυναίκες στη Γερμανία; Γιατί ακούμε τόσο λίγα πράγματα για το κίνημα των εργαζόμενων γυναικών;». Με αυτά τα ερωτήματα η Emma Ihrer, μια από τις γυναίκες που ίδρυσαν το εργατικό κίνημα γυναικών στη Γερμανία, ξεκίνησε το 1898 την εισήγησή της με τίτλο «Εργαζόμενη Γυναίκα και ταξική πάλη». Μόλις 14 χρόνια έχουν περάσει από τότε και στο διάστημα αυτό υπήρξε μεγάλη ανάπτυξη του κινήματος των εργαζόμενων γυναικών. Περισσότερες από 150.000 γυναίκες έχουν οργανωθεί σε σωματεία και αποτελούν τον πιο ενεργό στρατό της οικονομικής πάλης του προλεταριάτου. Πολλές χιλιάδες πολιτικά οργανωμένων γυναικών έχουν συνταχθεί και συσπειρωθεί κάτω από τη σημαία της σοσιαλδημοκρατίας: η γυναικεία σοσιαλδημοκρατική εφημερίδα (Σ.τ.Μ. η εφημερίδα Die Glezchheit που διευθύνονταν από την Κλάρα Τσέτκιν) έχει περισσότερους από 100.000 συνδρομητές.
Το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες είναι ένα από τα βασικά ζητήματα στην πλατφόρμα της σοσιαλδημοκρατίας. Τα δεδομένα αυτά θα μπορούσαν να σας οδηγήσουν στην υποτίμηση της σημασίας του αγώνα για το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες. Μπορεί να σας κάνουν να σκεφτείτε ότι ακόμα και χωρίς ισότητα πολιτικών δικαιωμάτων στις γυναίκες, έχουμε κάνει τεράστια πρόοδο στην εκπαίδευση και στην οργάνωσή τους. Έτσι το δικαίωμα ψήφου δεν είναι εντελώς απαραίτητο. Αν σκεφτείτε όμως έτσι, έχετε απατηθεί. Η πολιτική και συνδικαλιστική αφύπνιση των μαζών του γυναικείου προλεταριάτου, τα τελευταία 15 χρόνια, ήταν καταπληκτική. Αλλά ήταν εφικτή μόνο επειδή οι εργαζόμενες γυναίκες ενδιαφέρθηκαν σημαντικά για τους πολιτικούς και κοινοβουλευτικούς αγώνες της τάξης τους, παρ΄ όλο που ήταν στερημένες από τα δικαιώματα τους. Ακόμα παρά πέρα, οι γυναίκες της εργατικής τάξης υποστηρίζονται από την ψηφοφορία των ανδρών, στην οποία όντως οι ίδιες συμμετέχουν αν και με έμμεσο μόνο τρόπο. Μεγάλες μάζες τόσο ανδρών όσο και γυναικών της εργατικής τάξης ενδιαφέρονται το ίδιο για τις εκλογικές μάχες, σαν μια κοινή τους υπόθεση. Σε όλες τις σοσιαλδημοκρατικές εκλογικές συναντήσεις, οι γυναίκες αποτελούν ένα μεγάλο τμήμα και κάποιες φορές είναι η πλειοψηφία. Ενδιαφέρονται πάντα και μετέχουν με πάθος. Σε όλες τις περιοχές όπου υπάρχει σοσιαλδημοκρατική οργάνωση, οι γυναίκες βοηθούν στην εκλογική καμπάνια. Και είναι οι γυναίκες που έχουν κάνει ανεκτίμητη δουλειά, μοιράζοντας φυλλάδια και γράφοντας συνδρομητές στον σοσιαλδημοκρατικό τύπο, το πιο σημαντικό εργαλείο της εκλογικής καμπάνιας.
Το καπιταλιστικό κράτος δεν ήταν ικανό να κρατήσει τη γυναίκα μακριά από όλα αυτά τα καθήκοντα της πολιτικής ζωής. Βήμα - βήμα έχει όντως αναγκαστεί να της παραχωρήσει αυτή τη δυνατότητα. Να της επιτρέψει το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και συναθροίζεσθαι. Μόνο το τελικό πολιτικό δικαίωμα έχει αρνηθεί στη γυναίκα: το δικαίωμα της ψήφου, το να αποφασίσει άμεσα για την εκπροσώπηση στη βουλή και στην κυβέρνηση, να είναι ένα αιρετό μέλος αυτών των σωμάτων. Αλλά και εδώ, όπως και σε όλα τα άλλα ζητήματα της κοινωνίας, το μότο είναι το εξής : «Μην αφήσεις να χυθεί νερό στο αυλάκι». Αλλά το νερό έχει ήδη τρέξει στο αυλάκι. Η παρούσα κυβέρνηση υποχώρησε μπρος στις γυναίκες της εργατικής τάξης όταν τους επέτρεψε το δικαίωμα των συνελεύσεων και των πολιτικών ενώσεων. Δεν το έκανε αυτό από μόνη της αλλά μόνο κάτω από την ακαταμάχητη πίεση της εξεγερμένης εργατικής τάξης. Δεν ήταν λίγη η πίεση προς τα μπρος, των ίδιων των γυναικών της εργατικής τάξης η οποία ανάγκασε το Πρωσο-γερμανικό αστυνομικό κράτος να εγκαταλείψει το περίφημο «γυναικείο τμήμα»1 στις πολιτικές συναθροίσεις και να ανοίξει έτσι διάπλατα τις πόρτες των πολιτικών οργανώσεων στις γυναίκες. Αυτό ήταν που στην πραγματικότητα έριξε το νερό στο αυλάκι. Η ακαταμάχητη πρόοδος της προλεταριακής ταξικής πάλης έφερε τις γυναίκες ακριβώς μέσα στη δύνη της πολιτικής ζωής. Κάνοντας χρήση του δικαιώματός τους για συμμετοχή σε συνελεύσεις και οργανώσεις, οι γυναίκες του προλεταριάτου έχουν πάρει ένα περισσότερο ενεργητικό μέρος στην κοινοβουλευτική ζωή και στις εκλογικές καμπάνιες. Είναι αναπόφευκτη συνέπεια και λογικό αποτέλεσμα του κινήματος το γεγονός ότι χιλιάδες γυναίκες σήμερα μπορούν και φωνάζουν με αποφασιστικότητα και αυτοπεποίθηση: Αφήστε μας να ψηφίσουμε! Μια φορά και έναν καιρό στην όμορφη περίοδο της απολυταρχίας, πριν από το 1848, η εργατική τάξη δεν θεωρούνταν «ώριμη αρκετά» να ασκήσει τα πολιτικά της δικαιώματα. Αυτό δεν μπορεί να ειπωθεί για τις γυναίκες του προλεταριάτου σήμερα γιατί αυτές έχουν αποδείξει την πολιτική τους ωριμότητα. Όλοι γνωρίζουν ότι χωρίς αυτές, χωρίς την ενθουσιώδη βοήθειά τους, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα δεν θα είχε αυτή τη μεγάλη νίκη στις εκλογές στις 12 του Γενάρη (1912), να έχει πάρει 4.250.000 ψήφους. Σε κάθε περίπτωση η εργατική τάξη πρέπει πάντα να αποδεικνύει την ωριμότητα της για πολιτική ελευθερία με μια πετυχημένη επαναστατική εξέγερση των μαζών. Μόνο όταν η βασιλεία του Θεικού Νόμου του αυτοκράτορα, και οι πιο ευγενείς άντρες του έθνους ένιωσαν στην πραγματικότητα την σκληρή γροθιά του προλετάριου πάνω στα μάτια τους και το γόνατό του στο στήθος τους, τότε μόνο ένιωσαν εμπιστοσύνη στην πολιτική «ωριμότητα» των ανθρώπων και το ένιωσαν πολύ γρήγορα με ταχύτητα φωτός. Σήμερα, είναι η σειρά των γυναικών προλετάριων να αναγκάσουν το καπιταλιστικό κράτος να συνειδητοποιήσει την πολιτική τους ωριμότητα. Αυτό έχει γίνει μέσα από ένα διαρκές, δυνατό μαζικό κίνημα, που πρέπει να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα του προλεταριακού αγώνα και πίεσης. Η ψήφος για τις γυναίκες είναι ο στόχος. Αλλά για να το καταφέρει αυτό, το μαζικό κίνημα, θα πρέπει να το κάνει κοινή υπόθεση, αντρών και γυναικών και όχι υπόθεση μόνο των γυναικών. Η σημερινή έλλειψη των δικαιωμάτων των γυναικών στη Γερμανία δεν είναι παρά ένας κρίκος στην αλυσίδα της αντίδρασης που φυλακίζει τις ζωές των ανθρώπων. Και συνδέεται στενά με την άλλη κολώνα της αντίδρασης: τη μοναρχία. Επίσης, στην καπιταλιστική, βιομηχανοποιημένη Γερμανία του 20ου αιώνα, την εποχή του ηλεκτρισμού και των αεροπλάνων, η απουσία των πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών είναι ένα αντιδραστικό κατάλοιπο του νεκρού παρελθόντος, της βασιλείας του Θεικού Νόμου (ή της ελέω θεού εξουσίας του βασιλιά ή μονάρχη).
Και τα δύο φαινόμενα, το όργανο του θεού που έχει την πολιτική εξουσία και η σεμνότυφη γυναίκα που κάθεται δίπλα στο τζάκι, είναι ασυμβίβαστα με τις καταιγίδες της πολιτικής ζωής, με την πολιτική και ταξική πάλη. Τα δύο αυτά φαινόμενα, έχουν τις ρίζες τους στις σαπισμένες συνθήκες του παρελθόντος, σε εποχές που κυριαρχούσε η δουλεία στην ύπαιθρο και οι συντεχνίες στην πόλη. Σε αυτές τις εποχές ήταν νομιμοποιημένα και απαραίτητα. Και τα δύο φαινόμενα, η μοναρχία και η έλλειψη δικαιωμάτων των γυναικών έχουν ξεριζωθεί κατά την ανάπτυξη του μοντέρνου καπιταλισμού και έχουν γίνει γελοίες καρικατούρες.
Το ότι συνεχίζουν να επιβιώνουν στη μοντέρνα κοινωνία μας, δεν είναι επειδή οι άνθρωποι ξέχασαν να απαλλαγούν από αυτά, ούτε λόγω της επιμονής και της αδράνειας των συνθηκών. Όχι, εξακολουθούν να επιβιώνουν γιατί και τα δύο αυτά φαινόμενα – η μοναρχία και οι στερημένες από πολιτικά δικαιώματα γυναίκες – έχουν γίνει ισχυρά εργαλεία για συμφέροντα που είναι εχθρικά στους ανθρώπους. Η χειρότερη και πιο κτηνώδης υπεράσπιση της εκμετάλλευση και της δουλείας του προλεταριάτου έχει εισαχθεί μέσα από το θρόνο και την εκκλησία καθώς και πίσω από την πολιτική δουλεία των γυναικών. Η Μοναρχία και η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών έχουν γίνει τα πιο σημαντικά εργαλεία της κυρίαρχης καπιταλιστικής τάξης. Στην πραγματικότητα η κυβέρνησή μας ενδιαφέρεται να κρατήσει μακριά από την ψήφο τις εργαζόμενες γυναίκες. Σωστά φοβάται ότι θα απειληθούν οι παραδοσιακοί θεσμοί της ταξικής διακυβέρνησης, για παράδειγμα ο μιλιταρισμός, (τον οποίον καμιά σκεπτόμενη γυναίκα του προλεταριάτου δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει), η μοναρχία, η συστηματική κλοπή των αγαθών μας, οι φόροι στα αναγκαία αγαθά κ.λ.π. Το δικαίωμα ψήφου για τις γυναίκες είναι μια απειλή για το παρόν καπιταλιστικό κράτος γιατί πίσω από αυτό υπάρχουν εκατομμύρια γυναίκες που θα δυνάμωναν τον εσωτερικό εχθρό όπως για παράδειγμα την επαναστατική σοσιαλδημοκρατία. Αν ήταν να δοθεί δικαίωμα ψήφου για τις κυρίες της μπουρζουαζίας, τότε το καπιταλιστικό κράτος θα το έκανε, γιατί δεν θα περίμενε τίποτε άλλο παρά μια αποτελεσματική υποστήριξη τους, προς την αντίδραση. Οι περισσότερες από τις γυναίκες της μπουρζουαζίας, που λειτουργούν σαν λέαινες στον αγώνα ενάντια στα «ανδρικά προνόμια», θα έσπευδαν σαν πειθήνια αρνιά στο στρατόπεδο του συντηρητισμού και της εκλογικής αντίδρασης αν μπορούσαν να ψηφίσουν. Στην πραγματικότητα θα ήταν σίγουρα περισσότερο αντιδραστικές από ότι το ανδρικό κομμάτι της τάξης τους. Εκτός από μερικές από αυτές που εργάζονται και έχουν κάποιο επάγγελμα, οι γυναίκες της αστικής τάξης δεν παίρνουν μέρος στην κοινωνική παραγωγή. Δεν είναι τίποτε άλλο από συν-καταναλωτές της υπεραξίας που οι άντρες τους αποσπούν από το προλεταριάτο. Είναι παράσιτα των παράσιτων του κοινωνικού σώματος. Και οι καταναλωτές είναι συνήθως περισσότερο μανιώδεις και σκληροί στην υπεράσπισή του «δικαιώματός» τους σε μια παρασιτική ζωή από ό,τι οι απ’ ευθείας πράκτορες της ταξικής κυριαρχίας και εκμετάλλευσης. Η ιστορία όλων των μεγάλων επαναστατικών αγώνων το αποδεικνύει με τρομερό τρόπο. Πάρτε για παράδειγμα τη μεγάλη Γαλλική Επανάσταση. Μετά την πτώση των Ιακωβίνων, όταν οδηγούσαν τον Ροβεσπιέρο, αλυσοδεμένο, στο σημείο της εκτέλεσής του, οι γυμνές πόρνες της μεθυσμένης από τη νίκη μπουρζουαζίας χόρευαν στους δρόμους, ένα ξεδιάντροπο χορό της χαράς γύρω από τον ηττημένο ήρωα της Επανάστασης. Και το 1871, στο Παρίσι, όταν η ηρωική Κομμούνα των εργατών νικήθηκε από τα πυροβόλα, οι γυναίκες της μπουρζουαζίας παραληρούσαν, υπερβαίνοντας ακόμη και τους πιο κτηνώδεις άντρες, στην αιματηρή τους εκδίκηση ενάντια στο ηττημένο προλεταριάτο. Οι γυναίκες της ιδιοκτήτριας τάξης θα υπερασπίζονται πάντα με φανατισμό την εκμετάλλευση και την σκλαβιά των εργαζόμενων ανθρώπων από τους οποίους έμμεσα λαμβάνουν τους πόρους της κοινωνικά άχρηστης ύπαρξής τους. Οικονομικά και κοινωνικά οι γυναίκες των εκμεταλλευτριών τάξεων δεν αποτελούν ένα ανεξάρτητο τμήμα του πληθυσμού. Η μόνη τους κοινωνική λειτουργία είναι, να αποτελούν τα εργαλεία της φυσική αναπαραγωγής της άρχουσας τάξης. Αντίθετα, οι γυναίκες του προλεταριάτου είναι οικονομικά ανεξάρτητες. Είναι παραγωγικές για την κοινωνία όπως οι άντρες. Με αυτό δεν εννοώ το μεγάλωμα των παιδιών ή το νοικοκυριό το οποίο βοηθά τους άντρες να υποστηρίζουν τις οικογένειές τους με ανεπαρκείς μισθούς. Αυτό το είδος της εργασίας δεν είναι παραγωγικό όπως το εννοεί η σημερινή καπιταλιστική οικονομία ανεξάρτητα από το πόσο μεγάλες προσπάθειες, θυσίες και ενέργεια απαιτεί. Αυτό δεν είναι παρά ιδιωτική υπόθεση του εργάτη και της ευτυχίας του και για αυτό το λόγο είναι ανύπαρκτο για την σημερινή κοινωνία. Όσο υπάρχει καπιταλισμός και μισθωτή εργασία, το μόνο είδος της εργασίας που θεωρείται παραγωγικό, είναι αυτό που παράγει υπεραξία και δημιουργεί καπιταλιστικό κέρδος. Από αυτή την άποψη η χορεύτρια του καμπαρέ, που τα πόδια της φέρνουν κέρδος στην τσέπη του εργοδότη της, είναι μια παραγωγική εργάτρια, ενώ όλος ο μόχθος των γυναικών του προλεταριάτου και των μητέρων στους τέσσερις τοίχους των σπιτιών τους θεωρείται αντιπαραγωγικός. Αυτό ακούγεται κτηνώδες και παράλογο, αλλά ανταποκρίνεται ακριβώς στην κτηνωδία και τον παραλογισμό της σημερινής καπιταλιστικής οικονομίας. Και το να δεις αυτήν την κτηνώδη πραγματικότητα ξεκάθαρα είναι ο πρώτος στόχος των γυναικών του προλεταριάτου. Από αυτήν ακριβώς την άποψη, η απαίτηση των γυναικών του προλεταριάτου για ίσα πολιτικά δικαιώματα βασίζεται πάνω σε ένα σταθερό οικονομικό έδαφος. Σήμερα, εκατομμύρια γυναίκες εργάτριες δημιουργούν καπιταλιστικό κέρδος, όπως οι άνδρες, στα εργοστάσια, στις φάρμες, στα γραφεία, στα καταστήματα, στη οικιακή βιομηχανία και είναι παραγωγικές, με την στενή επιστημονική έννοια της σημερινής κοινωνίας. Κάθε μέρα μεγαλώνει ο αριθμός των γυναικών που τις εκμεταλλεύεται ο καπιταλισμός. Κάθε νέα πρόοδος στη βιομηχανία και στην τεχνολογία δημιουργεί νέες θέσεις για τις γυναίκες στο μηχανισμό της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Και επί πλέον κάθε βήμα της βιομηχανικής προόδου προσθέτει ένα νέο λιθαράκι, στη θέσπιση ίσων πολιτικών δικαιωμάτων. Η γυναικεία εκπαίδευση και ευφυΐα έχουν γίνει απαραίτητες για τον οικονομικό μηχανισμό. Η απομονωμένη γυναίκα του πατριαρχικού «οικογενειακού κύκλου» ανταποκρίνεται στις ανάγκες της βιομηχανίας και του εμπορίου τόσο λίγο όσο και σε αυτές της πολιτικής. Είναι αλήθεια λοιπόν ότι το καπιταλιστικό κράτος έχει αμελήσει το καθήκον του προς αυτές. Είναι τα σωματεία και οι σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις που έχουν κάνει όσο πιο πολλά μπορούν για να αφυπνίσουν το μυαλό των γυναικών. Ακόμα και πριν από δεκαετίες, οι σοσιαλδημοκράτες ήταν γνωστοί ως οι πιο έξυπνοι και ικανοί Γερμανοί εργάτες. Ομοίως, τα σωματεία και η σοσιαλδημοκρατία έχουν οδηγήσει τις γυναίκες του προλεταριάτου έξω από την στενή, αποπνικτική ύπαρξή τους, έξω από την μίζερη και αδιάφορη διαχείριση του νοικοκυριού. Ο προλεταριακός ταξικός αγώνας έχει διευρύνει τους ορίζοντές τους, έκανε το μυαλό τους ευέλικτο, ανέπτυξε τη σκέψη τους, τους έδωσε μεγάλους στόχους. Ο σοσιαλισμός έχει φέρει μια πνευματική αναγέννηση στις μάζες των γυναικών του προλεταριάτου και ταυτόχρονα τις έχει κάνει - χωρίς αμφιβολία- ικανές παραγωγικές εργάτριες. Σκεφτόμενοι όλα αυτά μπορούμε να πούμε ότι η έλλειψη πολιτικών δικαιωμάτων από τις γυναίκες του προλεταριάτου είναι μια πρόστυχη αδικία. Έτσι κι αλλιώς οι γυναίκες παίρνουν ενεργό μέρος στην πολιτική ζωή.
Ωστόσο η σοσιαλδημοκρατία δεν χρησιμοποιεί τον όρο «αδικία» ως επιχείρημα. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε μας και στο πρώιμο συναισθηματικό ουτοπικό σοσιαλισμό. Εμείς δεν βασιζόμαστε στην δικαιοσύνη των κυρίαρχων τάξεων, αλλά μόνο στην επαναστατική δύναμη των εργαζόμενων μαζών και στην πορεία της κοινωνικής ανάπτυξης που προετοιμάζει το έδαφος για την εξουσία τους. Ο όρος «αδικία» από μόνος του δεν είναι ένα επιχείρημα με το οποίο μπορείς να καταρρίψεις τους αντιδραστικούς θεσμούς. Αν παρόλα αυτά υπάρχει ένα αίσθημα αδικίας σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας- λέει ο F. Engels, ο συν-ιδρυτής του επιστημονικού σοσιαλισμού, αυτό είναι πάντα ένα σίγουρο σημάδι ότι η οικονομική βάση της κοινωνίας έχει μετακινηθεί σημαντικά, ότι οι σημερινές συνθήκες έρχονται σε σύγκρουση με την διαδικασία της ανάπτυξης. Το σημερινό δυναμικό κίνημα των εκατομμυρίων γυναικών του προλεταριάτου που θεωρούν ότι το να μην έχουν πολιτικά δικαιώματα είναι αδικία και λάθος είναι ένα αλάνθαστο σημάδι. Ένα σημάδι που δείχνει ότι η κοινωνική βάση του υπάρχοντος συστήματος έχει σαπίσει και ότι οι μέρες του είναι μετρημένες. Εκατό χρόνια πριν, ο Fourier, ένας από τους μεγαλύτερους προφήτες των σοσιαλιστικών ιδεών είχε γράψει αυτές τις αξέχαστες λέξεις: Σε κάθε κοινωνία ο βαθμός της γυναικείας χειραφέτησης είναι το φυσικό μέγεθος της γενικής χειραφέτησης.
2 Αυτή είναι όλη η αλήθεια για την σημερινή κοινωνία. Η μάχη για τα πολιτικά δικαιώματα των γυναικών είναι μόνο μια έκφραση και ένα μέρος της μάχης του προλεταριάτου για απελευθέρωση.Σε αυτό στηρίζεται η δύναμή της και το μέλλον της. Εξ αιτίας των γυναικών του προλεταριάτου, το γενικό, ίσο και άμεσο δικαίωμα ψήφου για τις γυναίκες, θα προσέφερε πολύ στον ταξικό αγώνα. Για τον λόγο αυτό η μπουρζουαζία το αποστρέφεται και το φοβάται. Και αυτός είναι ο λόγος που θέλουμε και θα το πετύχουμε. Το να παλεύεις για το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες σημαίνει να φέρεις γρηγορότερα την ώρα που η σημερινή κοινωνία θα καταρρεύσει μέσα στα συντρίμμια της και κάτω από τα σφυροκοπήματα του επαναστατημένου προλεταριάτου.
Το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες είναι ένα από τα βασικά ζητήματα στην πλατφόρμα της σοσιαλδημοκρατίας. Τα δεδομένα αυτά θα μπορούσαν να σας οδηγήσουν στην υποτίμηση της σημασίας του αγώνα για το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες. Μπορεί να σας κάνουν να σκεφτείτε ότι ακόμα και χωρίς ισότητα πολιτικών δικαιωμάτων στις γυναίκες, έχουμε κάνει τεράστια πρόοδο στην εκπαίδευση και στην οργάνωσή τους. Έτσι το δικαίωμα ψήφου δεν είναι εντελώς απαραίτητο. Αν σκεφτείτε όμως έτσι, έχετε απατηθεί. Η πολιτική και συνδικαλιστική αφύπνιση των μαζών του γυναικείου προλεταριάτου, τα τελευταία 15 χρόνια, ήταν καταπληκτική. Αλλά ήταν εφικτή μόνο επειδή οι εργαζόμενες γυναίκες ενδιαφέρθηκαν σημαντικά για τους πολιτικούς και κοινοβουλευτικούς αγώνες της τάξης τους, παρ΄ όλο που ήταν στερημένες από τα δικαιώματα τους. Ακόμα παρά πέρα, οι γυναίκες της εργατικής τάξης υποστηρίζονται από την ψηφοφορία των ανδρών, στην οποία όντως οι ίδιες συμμετέχουν αν και με έμμεσο μόνο τρόπο. Μεγάλες μάζες τόσο ανδρών όσο και γυναικών της εργατικής τάξης ενδιαφέρονται το ίδιο για τις εκλογικές μάχες, σαν μια κοινή τους υπόθεση. Σε όλες τις σοσιαλδημοκρατικές εκλογικές συναντήσεις, οι γυναίκες αποτελούν ένα μεγάλο τμήμα και κάποιες φορές είναι η πλειοψηφία. Ενδιαφέρονται πάντα και μετέχουν με πάθος. Σε όλες τις περιοχές όπου υπάρχει σοσιαλδημοκρατική οργάνωση, οι γυναίκες βοηθούν στην εκλογική καμπάνια. Και είναι οι γυναίκες που έχουν κάνει ανεκτίμητη δουλειά, μοιράζοντας φυλλάδια και γράφοντας συνδρομητές στον σοσιαλδημοκρατικό τύπο, το πιο σημαντικό εργαλείο της εκλογικής καμπάνιας.
Το καπιταλιστικό κράτος δεν ήταν ικανό να κρατήσει τη γυναίκα μακριά από όλα αυτά τα καθήκοντα της πολιτικής ζωής. Βήμα - βήμα έχει όντως αναγκαστεί να της παραχωρήσει αυτή τη δυνατότητα. Να της επιτρέψει το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και συναθροίζεσθαι. Μόνο το τελικό πολιτικό δικαίωμα έχει αρνηθεί στη γυναίκα: το δικαίωμα της ψήφου, το να αποφασίσει άμεσα για την εκπροσώπηση στη βουλή και στην κυβέρνηση, να είναι ένα αιρετό μέλος αυτών των σωμάτων. Αλλά και εδώ, όπως και σε όλα τα άλλα ζητήματα της κοινωνίας, το μότο είναι το εξής : «Μην αφήσεις να χυθεί νερό στο αυλάκι». Αλλά το νερό έχει ήδη τρέξει στο αυλάκι. Η παρούσα κυβέρνηση υποχώρησε μπρος στις γυναίκες της εργατικής τάξης όταν τους επέτρεψε το δικαίωμα των συνελεύσεων και των πολιτικών ενώσεων. Δεν το έκανε αυτό από μόνη της αλλά μόνο κάτω από την ακαταμάχητη πίεση της εξεγερμένης εργατικής τάξης. Δεν ήταν λίγη η πίεση προς τα μπρος, των ίδιων των γυναικών της εργατικής τάξης η οποία ανάγκασε το Πρωσο-γερμανικό αστυνομικό κράτος να εγκαταλείψει το περίφημο «γυναικείο τμήμα»1 στις πολιτικές συναθροίσεις και να ανοίξει έτσι διάπλατα τις πόρτες των πολιτικών οργανώσεων στις γυναίκες. Αυτό ήταν που στην πραγματικότητα έριξε το νερό στο αυλάκι. Η ακαταμάχητη πρόοδος της προλεταριακής ταξικής πάλης έφερε τις γυναίκες ακριβώς μέσα στη δύνη της πολιτικής ζωής. Κάνοντας χρήση του δικαιώματός τους για συμμετοχή σε συνελεύσεις και οργανώσεις, οι γυναίκες του προλεταριάτου έχουν πάρει ένα περισσότερο ενεργητικό μέρος στην κοινοβουλευτική ζωή και στις εκλογικές καμπάνιες. Είναι αναπόφευκτη συνέπεια και λογικό αποτέλεσμα του κινήματος το γεγονός ότι χιλιάδες γυναίκες σήμερα μπορούν και φωνάζουν με αποφασιστικότητα και αυτοπεποίθηση: Αφήστε μας να ψηφίσουμε! Μια φορά και έναν καιρό στην όμορφη περίοδο της απολυταρχίας, πριν από το 1848, η εργατική τάξη δεν θεωρούνταν «ώριμη αρκετά» να ασκήσει τα πολιτικά της δικαιώματα. Αυτό δεν μπορεί να ειπωθεί για τις γυναίκες του προλεταριάτου σήμερα γιατί αυτές έχουν αποδείξει την πολιτική τους ωριμότητα. Όλοι γνωρίζουν ότι χωρίς αυτές, χωρίς την ενθουσιώδη βοήθειά τους, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα δεν θα είχε αυτή τη μεγάλη νίκη στις εκλογές στις 12 του Γενάρη (1912), να έχει πάρει 4.250.000 ψήφους. Σε κάθε περίπτωση η εργατική τάξη πρέπει πάντα να αποδεικνύει την ωριμότητα της για πολιτική ελευθερία με μια πετυχημένη επαναστατική εξέγερση των μαζών. Μόνο όταν η βασιλεία του Θεικού Νόμου του αυτοκράτορα, και οι πιο ευγενείς άντρες του έθνους ένιωσαν στην πραγματικότητα την σκληρή γροθιά του προλετάριου πάνω στα μάτια τους και το γόνατό του στο στήθος τους, τότε μόνο ένιωσαν εμπιστοσύνη στην πολιτική «ωριμότητα» των ανθρώπων και το ένιωσαν πολύ γρήγορα με ταχύτητα φωτός. Σήμερα, είναι η σειρά των γυναικών προλετάριων να αναγκάσουν το καπιταλιστικό κράτος να συνειδητοποιήσει την πολιτική τους ωριμότητα. Αυτό έχει γίνει μέσα από ένα διαρκές, δυνατό μαζικό κίνημα, που πρέπει να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα του προλεταριακού αγώνα και πίεσης. Η ψήφος για τις γυναίκες είναι ο στόχος. Αλλά για να το καταφέρει αυτό, το μαζικό κίνημα, θα πρέπει να το κάνει κοινή υπόθεση, αντρών και γυναικών και όχι υπόθεση μόνο των γυναικών. Η σημερινή έλλειψη των δικαιωμάτων των γυναικών στη Γερμανία δεν είναι παρά ένας κρίκος στην αλυσίδα της αντίδρασης που φυλακίζει τις ζωές των ανθρώπων. Και συνδέεται στενά με την άλλη κολώνα της αντίδρασης: τη μοναρχία. Επίσης, στην καπιταλιστική, βιομηχανοποιημένη Γερμανία του 20ου αιώνα, την εποχή του ηλεκτρισμού και των αεροπλάνων, η απουσία των πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών είναι ένα αντιδραστικό κατάλοιπο του νεκρού παρελθόντος, της βασιλείας του Θεικού Νόμου (ή της ελέω θεού εξουσίας του βασιλιά ή μονάρχη).
Και τα δύο φαινόμενα, το όργανο του θεού που έχει την πολιτική εξουσία και η σεμνότυφη γυναίκα που κάθεται δίπλα στο τζάκι, είναι ασυμβίβαστα με τις καταιγίδες της πολιτικής ζωής, με την πολιτική και ταξική πάλη. Τα δύο αυτά φαινόμενα, έχουν τις ρίζες τους στις σαπισμένες συνθήκες του παρελθόντος, σε εποχές που κυριαρχούσε η δουλεία στην ύπαιθρο και οι συντεχνίες στην πόλη. Σε αυτές τις εποχές ήταν νομιμοποιημένα και απαραίτητα. Και τα δύο φαινόμενα, η μοναρχία και η έλλειψη δικαιωμάτων των γυναικών έχουν ξεριζωθεί κατά την ανάπτυξη του μοντέρνου καπιταλισμού και έχουν γίνει γελοίες καρικατούρες.
Το ότι συνεχίζουν να επιβιώνουν στη μοντέρνα κοινωνία μας, δεν είναι επειδή οι άνθρωποι ξέχασαν να απαλλαγούν από αυτά, ούτε λόγω της επιμονής και της αδράνειας των συνθηκών. Όχι, εξακολουθούν να επιβιώνουν γιατί και τα δύο αυτά φαινόμενα – η μοναρχία και οι στερημένες από πολιτικά δικαιώματα γυναίκες – έχουν γίνει ισχυρά εργαλεία για συμφέροντα που είναι εχθρικά στους ανθρώπους. Η χειρότερη και πιο κτηνώδης υπεράσπιση της εκμετάλλευση και της δουλείας του προλεταριάτου έχει εισαχθεί μέσα από το θρόνο και την εκκλησία καθώς και πίσω από την πολιτική δουλεία των γυναικών. Η Μοναρχία και η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών έχουν γίνει τα πιο σημαντικά εργαλεία της κυρίαρχης καπιταλιστικής τάξης. Στην πραγματικότητα η κυβέρνησή μας ενδιαφέρεται να κρατήσει μακριά από την ψήφο τις εργαζόμενες γυναίκες. Σωστά φοβάται ότι θα απειληθούν οι παραδοσιακοί θεσμοί της ταξικής διακυβέρνησης, για παράδειγμα ο μιλιταρισμός, (τον οποίον καμιά σκεπτόμενη γυναίκα του προλεταριάτου δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει), η μοναρχία, η συστηματική κλοπή των αγαθών μας, οι φόροι στα αναγκαία αγαθά κ.λ.π. Το δικαίωμα ψήφου για τις γυναίκες είναι μια απειλή για το παρόν καπιταλιστικό κράτος γιατί πίσω από αυτό υπάρχουν εκατομμύρια γυναίκες που θα δυνάμωναν τον εσωτερικό εχθρό όπως για παράδειγμα την επαναστατική σοσιαλδημοκρατία. Αν ήταν να δοθεί δικαίωμα ψήφου για τις κυρίες της μπουρζουαζίας, τότε το καπιταλιστικό κράτος θα το έκανε, γιατί δεν θα περίμενε τίποτε άλλο παρά μια αποτελεσματική υποστήριξη τους, προς την αντίδραση. Οι περισσότερες από τις γυναίκες της μπουρζουαζίας, που λειτουργούν σαν λέαινες στον αγώνα ενάντια στα «ανδρικά προνόμια», θα έσπευδαν σαν πειθήνια αρνιά στο στρατόπεδο του συντηρητισμού και της εκλογικής αντίδρασης αν μπορούσαν να ψηφίσουν. Στην πραγματικότητα θα ήταν σίγουρα περισσότερο αντιδραστικές από ότι το ανδρικό κομμάτι της τάξης τους. Εκτός από μερικές από αυτές που εργάζονται και έχουν κάποιο επάγγελμα, οι γυναίκες της αστικής τάξης δεν παίρνουν μέρος στην κοινωνική παραγωγή. Δεν είναι τίποτε άλλο από συν-καταναλωτές της υπεραξίας που οι άντρες τους αποσπούν από το προλεταριάτο. Είναι παράσιτα των παράσιτων του κοινωνικού σώματος. Και οι καταναλωτές είναι συνήθως περισσότερο μανιώδεις και σκληροί στην υπεράσπισή του «δικαιώματός» τους σε μια παρασιτική ζωή από ό,τι οι απ’ ευθείας πράκτορες της ταξικής κυριαρχίας και εκμετάλλευσης. Η ιστορία όλων των μεγάλων επαναστατικών αγώνων το αποδεικνύει με τρομερό τρόπο. Πάρτε για παράδειγμα τη μεγάλη Γαλλική Επανάσταση. Μετά την πτώση των Ιακωβίνων, όταν οδηγούσαν τον Ροβεσπιέρο, αλυσοδεμένο, στο σημείο της εκτέλεσής του, οι γυμνές πόρνες της μεθυσμένης από τη νίκη μπουρζουαζίας χόρευαν στους δρόμους, ένα ξεδιάντροπο χορό της χαράς γύρω από τον ηττημένο ήρωα της Επανάστασης. Και το 1871, στο Παρίσι, όταν η ηρωική Κομμούνα των εργατών νικήθηκε από τα πυροβόλα, οι γυναίκες της μπουρζουαζίας παραληρούσαν, υπερβαίνοντας ακόμη και τους πιο κτηνώδεις άντρες, στην αιματηρή τους εκδίκηση ενάντια στο ηττημένο προλεταριάτο. Οι γυναίκες της ιδιοκτήτριας τάξης θα υπερασπίζονται πάντα με φανατισμό την εκμετάλλευση και την σκλαβιά των εργαζόμενων ανθρώπων από τους οποίους έμμεσα λαμβάνουν τους πόρους της κοινωνικά άχρηστης ύπαρξής τους. Οικονομικά και κοινωνικά οι γυναίκες των εκμεταλλευτριών τάξεων δεν αποτελούν ένα ανεξάρτητο τμήμα του πληθυσμού. Η μόνη τους κοινωνική λειτουργία είναι, να αποτελούν τα εργαλεία της φυσική αναπαραγωγής της άρχουσας τάξης. Αντίθετα, οι γυναίκες του προλεταριάτου είναι οικονομικά ανεξάρτητες. Είναι παραγωγικές για την κοινωνία όπως οι άντρες. Με αυτό δεν εννοώ το μεγάλωμα των παιδιών ή το νοικοκυριό το οποίο βοηθά τους άντρες να υποστηρίζουν τις οικογένειές τους με ανεπαρκείς μισθούς. Αυτό το είδος της εργασίας δεν είναι παραγωγικό όπως το εννοεί η σημερινή καπιταλιστική οικονομία ανεξάρτητα από το πόσο μεγάλες προσπάθειες, θυσίες και ενέργεια απαιτεί. Αυτό δεν είναι παρά ιδιωτική υπόθεση του εργάτη και της ευτυχίας του και για αυτό το λόγο είναι ανύπαρκτο για την σημερινή κοινωνία. Όσο υπάρχει καπιταλισμός και μισθωτή εργασία, το μόνο είδος της εργασίας που θεωρείται παραγωγικό, είναι αυτό που παράγει υπεραξία και δημιουργεί καπιταλιστικό κέρδος. Από αυτή την άποψη η χορεύτρια του καμπαρέ, που τα πόδια της φέρνουν κέρδος στην τσέπη του εργοδότη της, είναι μια παραγωγική εργάτρια, ενώ όλος ο μόχθος των γυναικών του προλεταριάτου και των μητέρων στους τέσσερις τοίχους των σπιτιών τους θεωρείται αντιπαραγωγικός. Αυτό ακούγεται κτηνώδες και παράλογο, αλλά ανταποκρίνεται ακριβώς στην κτηνωδία και τον παραλογισμό της σημερινής καπιταλιστικής οικονομίας. Και το να δεις αυτήν την κτηνώδη πραγματικότητα ξεκάθαρα είναι ο πρώτος στόχος των γυναικών του προλεταριάτου. Από αυτήν ακριβώς την άποψη, η απαίτηση των γυναικών του προλεταριάτου για ίσα πολιτικά δικαιώματα βασίζεται πάνω σε ένα σταθερό οικονομικό έδαφος. Σήμερα, εκατομμύρια γυναίκες εργάτριες δημιουργούν καπιταλιστικό κέρδος, όπως οι άνδρες, στα εργοστάσια, στις φάρμες, στα γραφεία, στα καταστήματα, στη οικιακή βιομηχανία και είναι παραγωγικές, με την στενή επιστημονική έννοια της σημερινής κοινωνίας. Κάθε μέρα μεγαλώνει ο αριθμός των γυναικών που τις εκμεταλλεύεται ο καπιταλισμός. Κάθε νέα πρόοδος στη βιομηχανία και στην τεχνολογία δημιουργεί νέες θέσεις για τις γυναίκες στο μηχανισμό της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Και επί πλέον κάθε βήμα της βιομηχανικής προόδου προσθέτει ένα νέο λιθαράκι, στη θέσπιση ίσων πολιτικών δικαιωμάτων. Η γυναικεία εκπαίδευση και ευφυΐα έχουν γίνει απαραίτητες για τον οικονομικό μηχανισμό. Η απομονωμένη γυναίκα του πατριαρχικού «οικογενειακού κύκλου» ανταποκρίνεται στις ανάγκες της βιομηχανίας και του εμπορίου τόσο λίγο όσο και σε αυτές της πολιτικής. Είναι αλήθεια λοιπόν ότι το καπιταλιστικό κράτος έχει αμελήσει το καθήκον του προς αυτές. Είναι τα σωματεία και οι σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις που έχουν κάνει όσο πιο πολλά μπορούν για να αφυπνίσουν το μυαλό των γυναικών. Ακόμα και πριν από δεκαετίες, οι σοσιαλδημοκράτες ήταν γνωστοί ως οι πιο έξυπνοι και ικανοί Γερμανοί εργάτες. Ομοίως, τα σωματεία και η σοσιαλδημοκρατία έχουν οδηγήσει τις γυναίκες του προλεταριάτου έξω από την στενή, αποπνικτική ύπαρξή τους, έξω από την μίζερη και αδιάφορη διαχείριση του νοικοκυριού. Ο προλεταριακός ταξικός αγώνας έχει διευρύνει τους ορίζοντές τους, έκανε το μυαλό τους ευέλικτο, ανέπτυξε τη σκέψη τους, τους έδωσε μεγάλους στόχους. Ο σοσιαλισμός έχει φέρει μια πνευματική αναγέννηση στις μάζες των γυναικών του προλεταριάτου και ταυτόχρονα τις έχει κάνει - χωρίς αμφιβολία- ικανές παραγωγικές εργάτριες. Σκεφτόμενοι όλα αυτά μπορούμε να πούμε ότι η έλλειψη πολιτικών δικαιωμάτων από τις γυναίκες του προλεταριάτου είναι μια πρόστυχη αδικία. Έτσι κι αλλιώς οι γυναίκες παίρνουν ενεργό μέρος στην πολιτική ζωή.
Ωστόσο η σοσιαλδημοκρατία δεν χρησιμοποιεί τον όρο «αδικία» ως επιχείρημα. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε μας και στο πρώιμο συναισθηματικό ουτοπικό σοσιαλισμό. Εμείς δεν βασιζόμαστε στην δικαιοσύνη των κυρίαρχων τάξεων, αλλά μόνο στην επαναστατική δύναμη των εργαζόμενων μαζών και στην πορεία της κοινωνικής ανάπτυξης που προετοιμάζει το έδαφος για την εξουσία τους. Ο όρος «αδικία» από μόνος του δεν είναι ένα επιχείρημα με το οποίο μπορείς να καταρρίψεις τους αντιδραστικούς θεσμούς. Αν παρόλα αυτά υπάρχει ένα αίσθημα αδικίας σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας- λέει ο F. Engels, ο συν-ιδρυτής του επιστημονικού σοσιαλισμού, αυτό είναι πάντα ένα σίγουρο σημάδι ότι η οικονομική βάση της κοινωνίας έχει μετακινηθεί σημαντικά, ότι οι σημερινές συνθήκες έρχονται σε σύγκρουση με την διαδικασία της ανάπτυξης. Το σημερινό δυναμικό κίνημα των εκατομμυρίων γυναικών του προλεταριάτου που θεωρούν ότι το να μην έχουν πολιτικά δικαιώματα είναι αδικία και λάθος είναι ένα αλάνθαστο σημάδι. Ένα σημάδι που δείχνει ότι η κοινωνική βάση του υπάρχοντος συστήματος έχει σαπίσει και ότι οι μέρες του είναι μετρημένες. Εκατό χρόνια πριν, ο Fourier, ένας από τους μεγαλύτερους προφήτες των σοσιαλιστικών ιδεών είχε γράψει αυτές τις αξέχαστες λέξεις: Σε κάθε κοινωνία ο βαθμός της γυναικείας χειραφέτησης είναι το φυσικό μέγεθος της γενικής χειραφέτησης.
2 Αυτή είναι όλη η αλήθεια για την σημερινή κοινωνία. Η μάχη για τα πολιτικά δικαιώματα των γυναικών είναι μόνο μια έκφραση και ένα μέρος της μάχης του προλεταριάτου για απελευθέρωση.Σε αυτό στηρίζεται η δύναμή της και το μέλλον της. Εξ αιτίας των γυναικών του προλεταριάτου, το γενικό, ίσο και άμεσο δικαίωμα ψήφου για τις γυναίκες, θα προσέφερε πολύ στον ταξικό αγώνα. Για τον λόγο αυτό η μπουρζουαζία το αποστρέφεται και το φοβάται. Και αυτός είναι ο λόγος που θέλουμε και θα το πετύχουμε. Το να παλεύεις για το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες σημαίνει να φέρεις γρηγορότερα την ώρα που η σημερινή κοινωνία θα καταρρεύσει μέσα στα συντρίμμια της και κάτω από τα σφυροκοπήματα του επαναστατημένου προλεταριάτου.
Μετάφραση: Μαρία Χλωρού
1. Το «γυναικείο τμήμα» θεσμοθετήθηκε το 1902 από τον Πρώσο Υπουργό *** von Hammerstein. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ένα ειδικό τμήμα του χώρου επιφυλάσσονταν για τις γυναίκες, στις πολιτικές συναντήσεις.
2. Καθώς η Rosa Luxemburg δεν μπορούσε να το ξέρει, ο Karl Marx παραθέτει αυτές τις ίδιες λέξεις στο τρίτο από τα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα του 1844 όταν αναφέρεται στην φύση της κομμουνιστικής κοινωνίας.
1. Το «γυναικείο τμήμα» θεσμοθετήθηκε το 1902 από τον Πρώσο Υπουργό *** von Hammerstein. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ένα ειδικό τμήμα του χώρου επιφυλάσσονταν για τις γυναίκες, στις πολιτικές συναντήσεις.
2. Καθώς η Rosa Luxemburg δεν μπορούσε να το ξέρει, ο Karl Marx παραθέτει αυτές τις ίδιες λέξεις στο τρίτο από τα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα του 1844 όταν αναφέρεται στην φύση της κομμουνιστικής κοινωνίας.
Αντιγόνη.
Του Ηλία Βενέζη.Έβρεχε σιγανά. Οι δυο γυναίκες, η μητέρα της Καστοριάς και η αδερφή της Θήβας, κάθονταν εκεί κάτω από το δέντρο, λίγο πέρα απ’ τον κρεμασμένο. Άκουγαν τη βροχή στα φύλλα.
― Πόσες μέρες είπες είναι;
― Σήμερα είναι τέσσερες. Πόσο θα τον αφήσουν ακόμα;
Κάθε πρωί, λέει, έρχεται ένας Γερμανός στρατιώτης να βεβαιωθεί πως κανένας δεν άγγιξε τον κρεμασμένο, πως είναι εκεί. Και κάθε βράδυ. Στερεότυπα. Έρχεται, κοιτάζει, φεύγει. Χτες ήταν η πρώτη μέρα που τα κοράκια έκαμαν να κατεβούν στον κρεμασμένο. Γι’ αυτό η αδερφή τόλμησε να πλησιάσει το γερμανό το βράδυ, σαν ήρθε.
«Πότε;» του είπε κι έκλαιγε. «Πότε θα μας τον δώσετε να τον θάψουμε;»
Ο γερμανός δεν καταλάβαινε. Εκείνη του έκανε χειρονομίες, μια τα χέρια πήγαιναν στο κρεμασμένο σώμα, μια στο λάκκο του μικρού αδερφού.
Ο γερμανός σήκωσε τους ώμους «Δεν ξέρω!» είπε αδιάφορα κ’ έφυγε.
Βρέχει σιγανά. Ο λάκκος του μικρού αδερφού είναι μισόγεμος. Όταν το σώμα του εναποτέθηκε μέσα του, έπεσε πάνω του ένα ελαφρό στρώμα γη, πέντε-δέκα δάχτυλα. Δεν αφήσαν το μεγάλο αδερφό να ρίξει πιο πολύ. Ανυπομονούσαν. Έτσι ο λάκκος μένει, περιμένοντας το δεύτερο σώμα. Έπειτα πάλι γη. Έτσι: ένα σώμα, ένα γη· ένα σώμα, ένα γη.
Βρέχει. Η γη του λάκκου πήρε, πήρε νερό, πότισε το σώμα από κάτω, τώρα στέλνει πίσω το νερό. Το νερό κάνει μικρές-μικρές λακκούβες.
Πόση ώρα πέρασε; Σα να ’ναι αιώνας. Η γυναίκα της Καστοριάς αισθάνεται την κούραση να περνά στα μέλη της, στο αίμα, στα νεύρα. Σφάλιξε τα μάτια. Όλα σα να γίνονταν μακρινά, απίθανα.
«Πού είμαι;» μουρμουρίζει μέσα της. «Πώς βρίσκομαι εγώ πλάι σ’ ένα κρεμασμένο; Χτες ήταν ένας τρελός κι ένα λιοντάρι. Σήμερα είναι ένας κρεμασμένος. Τι γυρεύω εγώ;…».
Τίναξε απότομα το κεφάλι της, να διώξει την εγκατάλειψη.
― Τα παιδιά μου! είπε. Πρέπει να γυρίσω στα παιδιά μου.
― Ναι, πρέπει να γυρίσεις, το καταλαβαίνω. Τι ώρα να ’ναι;
― Μα το μεσημέρι θα πέρασε. Μπορεί να γύρισε ο οδηγός. Μπορεί να φύγουμε.
― Ναι, πρέπει να γυρίσεις. Εγώ θα μείνω ακόμα.
Θα μείνει ακόμα;
― Πού θα μείνεις; της λέει. Είναι έρημα. Είναι άγρια.
Την ίδια στιγμή ακούστηκαν τα φτερά. Έρχονταν.
― Κοίταξε! είπε η αδερφή της Θήβας ανατριχιάζοντας, κι έπιασε με δύναμη το μπράτσο της άλλης γυναίκας. Κοίταξε εκεί! Να τα πάλι! Ήρθαν!
Ήταν δυο κοράκια. Κάθισαν στο ψηλό κλαδί του πεύκου, σα να θέλαν να βιγλίσουν τι γίνεται, να μυριστούν. Ταπ τα φτερά, πήδησαν στο χαμηλότερο κλαδί. Δειλά. Δισταχτικά. Ταπ. Το κρεμασμένο σώμα τα έσερνε, τα καλούσε.
Η αδελφή της Θήβας σκύβει, παίρνει πέτρα, τη ρίχνει στο πεύκο.
«Ξ-ξ-ξ-ξ!» φώναζε κι έκλαιγε. «Είδες; Είδες γυναίκα; Ξ-ξ-ξ-ξ!» ― και κουνούσε τα χέρια της να διώξει τα κοράκια να φύγουν.
Φύγαν. Πάλι η σιγανή βροχή.
― Εγώ θα πηγαίνω, λέει πάλι η γυναίκα της Καστοριάς. Σ’ αφήνω.
― Στο καλό. Εγώ θα μείνω. Ίσαμε που να ’ρθει η νύχτα.
Η Καστοριανή τώρα έτρεχε να φτάσει στο φορτηγό. Ξαφνικά της πέρασε η ιδέα πως το φορτηγό μπορούσε να είχε φύγει. Να την γυρέψαν μάταια, να μην τη βρίσκαν, και να φύγαν.
― Παναγία μου! Τι έκαμα κι απολησμονήθηκα; έλεγε κ’ έτρεχε.
Το φορτηγό ήταν πάντα εκεί, στη θέση του. Ο οδηγός ακόμα δεν είχε γυρίσει. Όλοι ήταν ζαρωμένοι μες στο φορτηγό, γιατί όξω έβρεχε. Τα παιδιά της χύμηξαν απάνω της.
― Τι έγινες και μας άφησες; Τι έγινες και μας άφησες; κλαίγαν και τη φιλούσαν.
― Μωρά μου, τι έγινα!... Σωπάστε. Είχα αποξεχαστεί. Σωπάστε.
― Μπας κι έφερες τίποτα; Δε βαστώ πια, είπε το μεγάλο και κοίταζε τα χέρια της.
― Μωρό μου, κάμε κουράγιο να ’ρθει η νύχτα. Τότες θα ’χουμε φτάσει σε πολιτεία. Θα μας δώσουν να φάμε.
Κανείς άλλος δε μιλούσε στο φορτηγό. Η γυναίκα της Θράκης είχε κουκουλώσει τα δυο παιδιά της, που ακουμπούσαν το κεφάλι στα γόνατά της. Αυτά είχαν ησυχάσει, τα είχε πάρει ο ύπνος. Απάνω τους αγρυπνούσαν τα μάτια της μάνας τους. Θολά, μεγάλα. Και η γριά της Θράκης σώπαινε. Κι αυτή με κλειστά μάτια. Δεν ήξερες αν κοιμόταν.
― Ο έμπορος;… Τι έγινε ο έμπορος; ρώτησε η Καστοριανή.
― Είπε πως μούδιασε. Είπε πως θα πάρει το δρόμο της Θήβας με τα ποδάρια. Θα μας περιμένει εκεί.
― Κι αν μας τύχει τώρα τίποτα; σκέφτηκε η γυναίκα της Καστοριάς. Γυναίκες καταμόναχες καθώς είμαστε…
― Τι να μας τύχει; γρύλισε βραχνά η γριά ανοίγοντας τα μάτια. Τι άλλο φοβάσαι εσύ να σου τύχει;
― Όχι για μένα. Λέω για τούτα, κι έδειξε τα παιδιά.
― Κι αυτά τι; Τι άλλο από πείνα έχουνε να φοβηθούνε; Την έχουν.
― Έτσι το ’πα.
Η ώρα περνά. Όξω η βροχή. Σιγά. Σιγά. Η νάρκη.
― Είναι ένας κρεμασμένος όξω, λέει η Καστοριανή, σα να πρέπει να ξομολογηθεί.
― Τι είναι είπες; τα παιδιά της τινάχτηκαν απ’ την ακαταμάχητη λέξη. Είπες είναι ένας κρεμασμένος; Είναι, αλήθεια, ένας κρεμασμένος;
― Πού είναι ο κρεμασμένος; ρώτησε ξαφνιασμένη κι η γυναίκα της Θράκης. Αλήθεια είναι κρεμασμένος;
― Πού είναι; Πού είναι; φώναζαν τώρα τα παιδιά και ξεσηκώθηκαν, ανυπόμονα να παν.
― Έτσι το ’πα, είπε μετανιωμένη η Καστοριανή. Έτσι το ’πα. Δεν είναι τίποτα.
― Ά!
Λίγη αναταραχή είχε γίνει. Πάλι έπεσε.
― Πότε θα γυρίσει ο οδηγός; Πότε θα γυρίσει να φύγουμε;
― Κι αν δε γυρίσει; Κι αν έρθει η νύχτα και δεν τα καταφέρει να σιάξει τη μηχανή και να γυρίσει;
― Όπως και να ’ναι θα γυρίσει.
Η σιγανή βροχή, το κρύο, η νάρκη. Ο ήλιος ολοένα θα χαμηλώνει πίσω από τα σύννεφα. Φαίνεται απ’ το φως της μέρας που σκουραίνει. Η ησυχία, η νάρκη. Τα αυτοκίνητα που ανεβαίνουν, που κατεβαίνουν το δρόμο, βρεμένα, κατάκλειστα, δε δίνουν καμιά αίσθηση ζωής· φεύγουν σαν φαντάσματα να χωθούν στο πούσι. Η νάρκη. Η γυναίκα της Καστοριάς θα ήθελε να κλείσει τα μάτια της, όλα να σβήσουν, όλα να είναι όνειρο. Ένα κατακόρυφο σχήμα κάτω από κλαδί πεύκου πίνει νερό απ’ τα φύλλα του πεύκου. Κι αυτό θα ’ναι όνειρο.
Ξαφνικά, ενώ τα χέρια της βάραιναν, το είδε. Πέρασε απ’ την πίσω μεριά του αυτοκινήτου, απ’ την ανοιχτή του μπούκα. Γράφτηκε μια στιγμή στον θολό αγέρα: ένα μαύρο πουλί. Πέρασε.
― Θε μου! είπε και τινάχτηκε η γυναίκα της Καστοριάς. Θα τραβά για κει.
― Τι είπες; λέει η γριά.
Η άλλη την κοίταξε επίμονα, ανάλγητα.
― Θα παραλογάς εσύ λέω! Δεν κατακάθεσαι πια; Δεν κατακάθεσαι;
Το κατακόρυφο σχήμα· το μαύρο πουλί· η μικρή αδερφή της Θήβας.
Η γυναίκα της Καστοριάς σηκώνεται.
― Θέλω να ξεμουδιάσω λίγο. Πάλι θα βγω λίγο.
― Πού θα πας; Πού θα πας; λένε τα παιδιά της. Να ’ρθουμε κι εμείς;
― Δεν βλέπετε; Βρέχει. Καθίστε εδώ. Μπορεί να σας φέρω τίποτα.
Κατεβαίνει. Στην αρχή περπατά με προφύλαξη, να μην τσαλαβουτά στους λάκκους με το νερό. Ύστερα τα βήματά της ανοίγουν ολοένα. Σε λίγο τρέχει σα να την κυνηγούν. Τρέχει. Στρίβει το δρόμο. Το πεύκο είναι εκεί, λίγο θολό μες στη βροχή. Τρέχει.
― Αχ!
Έπεσε πάνω στην αδερφή της Θήβας στενάζοντας με ανακούφιση. Έκλαιγε.
― Τι είναι; Λέει η κόρη.
― Τίποτα. Έλεγα πως δε θα ’σουν, πως κάτι θα σού ‘τυχε.
Τι να της τύχει; Έμενε πάντα εκεί. Κοντά στο μισόγεμο λάκκο του μικρού αδερφού, κοντά στο πεύκο του μεγάλου.
― Μπας κι ήρθε; Το είδα που πέρασε. Το κοράκι.
― Ήρθαν πάλι. Δεν ήταν ένα. Ήταν πολλά. Πάλι τα ’διωξα.
Τώρα πια η μικρή αδερφή δεν κλαίει. Φαίνεται κουράστηκε. Τα μάτια της είναι κόκκινα· μόνο που κάθε τόσο σκοτεινιάζουν, σα να δουλεύει πίσω τους η απόφαση. Σιγά. Σιγά.
Μουρμουρίζει. Μόλις ακούγεται.
― Λέω τη νύχτα… Τώρα που μάθανε… Τώρα αρχίζω να φοβάμαι τη νύχτα.
― Τι είναι τη νύχτα;
― Λέω μπας κι έρθουν τη νύχτα. Πετούν τα κοράκια τη νύχτα; Δεν ξέρω. Πάλι.
― Λες να πετούν τη νύχτα;
― Μπορεί.
Πάλι το σκοτεινό φως περνά απ’ τα μάτια σαν αστραπή. Η αδερφή της Θήβας δεν είναι πια η ίδια γυναίκα, αυτή που έκλαιγε, που μοιρολογούσε. Το πρόσωπό της έχει γίνει τραχύ, όσο πάει γίνεται πιο πολύ. Γυρίζει αργά τα μάτια δεξιά, ζερβά, σα να θέλει να μυρίσει τον αγέρα, ν’ ανιχνέψει τον κίνδυνο. Ησυχία. Ακόμα και τ’ αυτοκίνητα που περνάνε λίγο πέρα από κει, στο δρόμο, σα να ‘ναι φαντάσματα θολά. Διαβαίνουν, φεύγουν.
― Θ’ ανεβώ στο πεύκο, λέει σιγά.
Βγάζει το μαχαίρι απ’ τον κόρφο της. Αργά. Τα μάτια της δεν ξεκολνούν τώρα απ’ το σκοινί, απ’ το κεφάλι του κρεμασμένου.
― Τι είναι να κάμεις; Ρωτά η Καστοριανή.
Λέει ήσυχα:
― Θα τον θάψω.
― Κακόμοιρη! Τί μελετάς; λέει τρομαγμένη η άλλη, απροετοίμαστη ακόμα να το δεχτεί. Κι αν σε πιάσουν; Θα σβήσει πια μ’ εσένα ολάκερο το σπιτικό σας! Κακόμοιρη, τί μελετάς;
Η άλλη κάνει μια κίνηση με το χέρι:
― Μη με βαστάς. Το πήρα απόφαση.
Προχωρεί σιγά, χωρίς προφύλαξη, χωρίς ταραχή πια στο πρόσωπο, στα βήματα. Γαλήνη που είναι τώρα σ’ αυτό το πρόσωπο το στεφανωμένο με καστανά μαλλιά.
― Τί πας να κάμεις; Τί πας να κάμεις;!
Η κόρη προχωρεί πάντα στο κορμό του πεύκου. Η άλλη, σα μαγνητισμένη, βλέπει τα βήματα που πορεύονται. Τα βήματα φωνάζουν. Διστάζει. Τα βήματα φωνάζουν. Αρχίζει να τ’ ακολουθά. Όμως αυτή, η Καστοριανή, τρέμει. Το νιώθει στα γόνατά της, στα χέρια, στην καρδιά. Κοιτά καταφοβισμένη γύρω της. Ωστόσο ακολουθά σαν υπνωτισμένη.
― Τί πας να κάμεις; Τί πας;…
Η αδερφή της Θήβας έφτασε στο πεύκο. Τα χέρια της δεν είναι λεύτερα, κρατούν το μαχαίρι. Βάζει το μαχαίρι στα δόντια της, το δαγκάνει. Τώρα τα χέρια της είναι λεύτερα. Αγκαλιάζουν το δέντρο. Αρχίζει να σκαρφαλώνει. Το δέντρο είναι υγρό, τα χέρια γλιστρούν. Ξαναρχίζει. Τώρα δεν υπάρχει ο κρεμασμένος, δεν είναι εκεί πλάι. Τώρα όλα είναι πυκνωμένα στον κορμό, δεν υπάρχει παρά ένας κορμός κ’ ένα κλαδί ψηλά. Ίσα! Ίσα! Τα χέρια, τέλος, φτάνουν στο σταυρό του δέντρου, εκεί που αρχίζουν τα κλαδιά. Τον κρατούν γερά το σώμα ανεβαίνει. Τώρα βιάζεται. Ακουμπώντας τα χέρια στα κλαδιά σκύβει, σέρνεται, γλιστρά. Λίγο ακόμα! Λίγο!
― Γλήγορα! Γλήγορα! φωνάζει σιγανά η Καστοριανή από κάτω, ολοένα κοιτάζοντας δεξιά-ζερβά.
Τα χέρια, ψηλά, πιάνουν το σκοινί. Τα χέρια παίρνουν το μαχαίρι από τα δόντια. Η γυναίκα από κάτω βλέπει το μαχαίρι ν’ αρχίζει το έργο του στο σκοινί, ακούει τον ήχο του. Σε λίγο το κρεμασμένο σώμα, ελεύθερο, θα πέσει. Θα πέσει. Ασυναίσθητα η Καστοριανή ανοίγει τα χέρια της, αγκαλιάζει τα πόδια του κρεμασμένου να τον στηρίξει. Ρίγος την περνά βίαια καθώς αγκαλιάζει αυτό το γλιστερό, υγρό πράμα. Όπου, χραπ, , αυτό γλιστρά μες τα χέρια της, λευτερωμένο από το δέντρο, χαμηλώνει, αγγίζει με τα πόδια τη γη. Τα στήθια της τώρα ακουμπούν στα στήθια του. Είναι άγριο. Δεν τολμά να το κοιτάξει στο πρόσωπο. Τα μάτια της είναι στη γη.
― Γλήγορα! Γλήγορα! φωνάζει, ενώ ολοένα σφίγγει απάνω της να το στηρίξει, να μην της φύγει το κατακόρυφο νεκρό σώμα. Γλήγορα!
Η άλλη σέρνεται νευρικά στο δέντρο για να κατέβει. Βιαστικά αγκαλιάζει τον κορμό.
― Γλήγορα! Γλήγορα!
Τέλος η αδελφή της Θήβας πατά πάλι τη γη! Πιάνει το σώμα του νεκρού απ’ το κεφάλι. Η άλλη απ’ τα πόδια.
― Στο λάκκο! Γλήγορα!
Προχωρούν. Το σκοινί, ξεκινώντας απ’ τη θελιά του λαιμού, σέρνεται στη γη, σα να συνοδεύει το σώμα. Η βροχή έχει σταματήσει. Ο μισόγεμος λάκκος έχει λίγο θολό νερό. Κάτω απ’ το θολό νερό είναι θαμμένος ο μικρός αδερφός. Οι γυναίκες αποθέτουν τώρα στο λάκκο, πάνω απ’ τον μικρό αδερφό, τον άλλο, τον κρεμασμένο. Έκαμε πλαφ. Τα μάτια των γυναικών τεζαρισμένα άγρια. Η γυναίκα της Καστοριάς τότε μόνο βλέπει το πρόσωπο του νεκρού, που κοιτάζει τον ουρανό. Είναι μελαψό, απαίσιο.
― Γιε μου…, ψιθυρίζει
― Ρίχνε! Ρίχνε! φωνάζει η αδερφή σπρώχνοντας με τις χούφτες της το χώμα το στοιβαγμένο πλάι στο λάκκο.
Αρχίζει κι η άλλη να ρίχνει χώμα. Ήταν μαλακό, δεν αντιστεκόταν. Ρίχνουν πρώτα στα πόδια, στον κορμό. Το πρόσωπο μένει ακόμα άγγιχτο.
― Να βγάλω αυτό…, λέει η γυναίκα της Καστοριάς.
Το είχαν ξεχάσει. Ανασηκώνει το κεφάλι, βγάζει τη θελιά απ’ το λαιμό. Το σκοινί είναι σαν ζωντανό βρεμένο πράμα, σιχαμερό. Το πετά πλάι. Βγάζει και την ταμπέλα με τα γράμματα απ’ το στήθος του. Η αδερφή της Θήβας βλέπει για τελευταία φορά το πρόσωπο. Τα μουσκεμένα μαλλιά πέφτουν στο μέτωπο, σκεπάζουν τα μάτια. Με τα λασπωμένα της δάχτυλα στρώνει τα μαλλιά, λευτερώνει τα μάτια. Τα δάχτυλα μένουν. Λίγο λάσπωσε το μέτωπο. Τα δάχτυλα το καθαρίζουν το χαϊδεύουν, μια. Ακόμα μια. Ύστερα αργά το σκεπάζουν με το χώμα.
Σηκώθηκαν όρθιες. Ο ιδρώτας έτρεχε απ’ τα αγριεμένα πρόσωπά τους. Ανάσαιναν βαθιά. Άξαφνα ακούστηκε, μες στη θολούρα, σκληρός, επίμονος κρότος. Ολοένα πλησίαζε.
― Αυτό είναι, λέει η κόρη της Θήβας. Έλα! Έρχεται ο γερμανός.
Η μοτοσυκλέτα ακουγόταν καθαρά, πλησίαζε. Άρπαξαν η μια την άλλη απ’ το χέρι, χύμηξαν απ’ την αντίθετη διεύθυνση προς το μέρος του φορτηγού. Έμεινε στο χώρο του πεύκου, έρημο, πάνω στον τάφο, το μαχαίρι που έκοψε το σκοινί. Γυάλιζε. Και το πεύκο κουνούσε τα φύλλα.
Πρόφτασαν να κρυφτούνε πίσω από ένα βράχο. Είδαν το γερμανό να κατεβαίνει απ’ τη μοτοσικλέτα, να προχωρεί στο πεύκο, ξαφνιασμένος να κοιτάζει: το πεύκο, τον τόπο γύρω. Είδε το κομμάτι του σκοινιού που είχε μείνει στο πεύκο να κρέμεται, Ύστερα είδε το λάκκο. Πλησίασε. Είδε το μαχαίρι, τη θελιά του σκοινιού, την ταμπέλα, αφημένα εκεί, όξω απ’ το λάκκο. Πήρε το μαχαίρι, ανέβηκε στη μοτοσυκλέτα, έφυγε βιαστικά να πάει να δώσει το μαντάτο.
― Πάει να το πει! Ας φύγουμε! Ας φύγουμε γλήγορα από δω!
― Πού να πάμε; Πού λες να πάμε;
― Έλα στο φορτηγό μας! Έλα κι εσύ!
Φτάσαν λαχανιασμένες, αλλοσούσουμες στο φορτηγό. Τα παιδιά φώναζαν.
― Τι είναι; Γιατί είσαι έτσι; ρωτούσε η γυναίκα της Θράκης την Καστοριανή. Τι έπαθες;
― Τίποτα! Τίποτα!
― Ποια είν’ αυτή;
― Τίποτα. Είναι μια κοπέλα απ’ τα μέρη εδώ, απ’ τα μέρη της Θήβας.
Και στρέφοντας σ’ αυτήν:
― Έλα πάνω, της λέει, και τη βοηθά ν’ ανέβει στο αυτοκίνητο.
― Χριστέ και Παναγία! Δε φαινόσαστε καλά! λέει η γυναίκα της Θράκης. Είσαστε καταλασπωμένες. Τι έγινε;
― Τίποτα. Τίποτα.
Τα παιδιά της Καστοριανής ρωτούσαν αν τους έφερε τίποτα να φάνε. Ήταν σα χαμένη, ο νους της γύριζε αλλού, έτρεμε. Η πράξη άρχιζε, τώρα μόλις, να κάνει το έργο της μέσα της, έχυνε το δέος κύματα-κύματα.
― Ναι…, ναι…, έλεγε στα παιδιά της να τα ησυχάσει. Σωπάστε τώρα. Το βράδυ θα φάτε. Το βράδυ.
― Εγώ λέω, εσύ κόρη μου είσαι για τα σίδερα, κάνει η γρια της Θράκης. Δεν κάθεσαι, λέω, να δεις τα μωρά σου; Τι κάνεις μ’ αυτά τα πάνε κι έλα; Και τούτη εδώ τι θέλει;
― Είναι από τη Θήβα. Θα την πάρουμε ίσαμε τη Θήβα
― Να δούμε τι λέει κι ο άνθρωπος που ορίζει το αυτοκίνητο! Τώρα κάνεις κουμάντο και στο ξένο πράμα;
― Όχι δεν κάνω κουμάντο. Όμως, πού είναι αυτός; Ακόμα δε φάνηκε;
― Ακόμα. Μου φαίνεται πως θα ξενυχτήσουμε εδωνά.
Η ώρα περνά. Πάλι είναι ησυχία μες στο φορτηγό. Στο δρόμο έξω περνούν τ’ αυτοκίνητα, γλιστρούν, φεύγουν. Πάλι βρέχει λίγο.
― Θαρρώ πως θα ξενυχτήσουμε εδωνά…
Σιγά-σιγά η λέξη σχηματίζει κύκλους, τους μεγαλώνει, ολοένα. Να ξενυχτήσουν εκεί; Η αδερφή της Θήβας σα να συνεφέρνει, μόλις. Σα να είχε γίνει ένα κενό ανάμεσα σ’ αυτή και στο έργο της. Και τώρα, πάλι γυρίζει η μνήμη της να δεθεί με την πράξη.
«Να ξενυχτήσουν εκεί; Είπε να ξενυχτήσουν;»
― Τί είπε; Τί είπε; Λέει η γυναίκα της Καστοριάς.
― Είπε, μπας και δεν προφτάσει ο οδηγός να σιάξει την μηχανή πριν νυχτώσει. Μπας και μείνουμε τη νύχτα εδώ.
― Εδώ; Να μείνουμε εδώ; Πλάι σ’ αυτό;
Δεν πρόλαβε ν’ αποτελειώσει τη σκέψη της. Ένα κρότος επίμονος, βαρύς, ολοένα πιο ευδιάκριτος άρχισε να φτάνει απ’ το μέρος του δρόμου της Θήβας. Δεν ήταν αυτοκίνητο. Ήταν σαν εκείνον τον άλλο, τον γνώριμο, τον δεμένο με την άγρια πράξη τους. Μόνο που τούτος ήταν πιο δυνατός, πιο πυκνός.
― Ακούς;
― Ναι, λέει η Καστοριανή. Τί είναι;
― Άκουσε καλά!
― Ακούω! Ακούω! Λες να είναι…;
Λίγο στάθηκε:
― Λες να είναι αυτός, ο πριν;
Έξαλλη πετάχτηκε η κόρη:
― Είναι αυτός σου λέω! Δεν είναι αυτός μονάχα! Είναι πολλοί! Έρχουνται! Είναι πολλοί, κι έρχουνται!
Οι κρότοι από πολλές μοτοσυκλέτες που πλησίαζαν δεν άφηναν τώρα καμιά αμφιβολία.
― Έρχουνται οι γερμανοί! Πρέπει να φύγω! Θα με πιάσουν!
Τα μωρά ξεσηκώθηκαν, οι Θρακιώτισσες, ρωτούσαν με αγωνία:
― Τί είναι αυτά που λες; Τί είναι αυτά; Τί γερμανοί λέει, και τί φοβάται;
― Έρχουνται οι γερμανοί! Πρέπει να φύγω! φώναζε η Θηβαία. Φύγε κι εσύ! φώναζε στην Καστοριανή. Φύγε!
Χύμηξε προς τη μπούκα του αυτοκινήτου.
Την ίδια στιγμή ένα άλλο φορτηγό φάνηκε να έρχεται απ’ τη Θήβα τραβώντας για τη Λιβαδειά. Ήταν σαράβαλο, αγκομαχούσε ν’ ανοίξει όσο γίνεται ταχύτητα.
― Τι καθόσαστε εδώ! φώναξε ο οδηγός στο σταματημένο φορτηγό. Έρχουνται οι γερμανοί! Θάψαν τον κρεμασμένο, κι έρχονται! Θα σας σκοτώσουν αν σας βρουν!
Είπε, χάθηκε.
Η αναστάτωση πια μες στο φορτηγό ήταν μεγάλη.
― Παναγία μου! Τί είν’ αυτά για κρεμασμένους και για γερμανούς; έλεγε η γυναίκα της Θράκης.
― Βιαστείτε! Βιαστείτε! φώναξε η αδερφή της Θήβας, κατεβασμένη κάτω. Κάντε γλήγορα!
― Έρχουμαι! Έρχουμαι! μάζευε τα παιδιά της η Καστοριανή.
Τους έβαζε από ένα μπόγο στο χέρι, αυτή πήρε δυο χράμια τους και το ταγάρι. Ασυναίσθητα, μηχανικά.
― Άιντε κ’ εσείς! φώναζε στις Θρακιώτισσες. Κάντε γλήγορα! Έρχουνται, κι είναι φόβος! Γλήγορα!
― Αχ, Παναγία μου, τί είναι πάλι τούτο; Τί είναι πάλι τούτο; έλεγε η γυναίκα της Θράκης κατεβάζοντας τα δυο παιδιά της.
Πήραν όλοι στα χέρια τους ό,τι ήταν πιο πρόχειρο, κατεβήκαν. Οι κρότοι απ’ τις μοτοσυκλέτες ήταν πια κοντά. Όπου να ’ναι θα φτάναν στη στροφή του δρόμου.
― Από δω! Από δω!
Η Θηβαία, ξέροντας τα κατατόπια, έπεσε πρώτη μες στο χωράφι απ’ τα ζερβά του δρόμου. Το βρεμένο χώμα ήταν δύσκολο, κολνούσε στα πόδια τους.
― Ελάτε! Ελάτε!
Τρέχαν. Τρέχαν.
― Να προφτάσουμε να πάμε κει! Εκεί θα μας κρύψει ο βράχος. Να προφτάσουμε το βράχο!
Στο μικρό λόφο που υψωνόταν εκεί, ο μαύρος βράχος σφάνταζε. Η βροχή είχε σταματήσει, το πούσι αραίωνε. Και οι κρότοι απ’ τις μοτοσυκλέτες σώπασαν. Σίγουρα οι γερμανοί θα είχαν φτάσει στο τόπο του πεύκου. Τώρα θα εξέταζαν. Όπου να ’ναι θ’ άρχιζαν να κάνουν έρευνες γύρω.
Το μικρό κοπάδι των κυνηγημένων λαχανιασμένο έφτασε στο βράχο. Η γριά βλαστημούσε και καταριόταν.
― Α, που να σας πάρει ο τρισκατάρατος! Α, που να σας πάρει η κατάρα! έλεγε στις δυο γυναίκες. Σε τι μπελάδες μας βάλατε! Ξεβουλώστε το και πέστε μας: Τί έγινε; Γιατί φύγαμε;
― Μίλησε λοιπόν! Τί είναι; έλεγε και η άλλη, η γυναίκα της Θράκης. Πες μας τί είναι; Για τί κρεμασμένο έλεγε αυτός; Τί έλεγε;
― Κοιτάξτε κει! Κοιτάξτε! είπε η αδερφή της Θήβας.
Προστατεμένες πίσω απ’ το μεγάλο βράχο κοίταζαν. Ο δρόμος από κει θα ’ταν ίσαμε οχτακόσια-χίλια μέτρα μακριά. Οι γερμανοί, με τα όπλα στο χέρι, προχωρούσαν στο δρόμο, ψάχναν. Ένας- δυο άφησαν το δρόμο, μπήκαν λίγο μες στα πλαϊνά χωράφια, κοίταζαν τα χαντάκια, γύριζαν. Φτάσαν στο έρημο φορτηγό. Το τριγύρισαν. Ένας ανέβηκε μέσα. Κάποιος άλλος τράβηξε πηγαίνοντας πίσω, να ειδοποιήσει τον αξιωματικό τους. Γύρισαν με τον αξιωματικό. Κουβέντιαζαν. Φαίνεται πως παίρναν απόφαση. Ένας στρατιώτης ανέβηκε στο φορτηγό, κάτι κατέβασε, από κει. Ύστερα άρχισε να φέρνει βόλτα γύρω, κουνούσε τα χέρια του, κάτι έκανε. Σα να έριχνε κάτι στο φορτηγό.
― Τι κάνουν; Αναρωτιόταν στο βράχο, μη μπορώντας να ξεχωρίσουν καθαρά το τι γινόταν.
Σε λίγο οι φλόγες τινάχτηκαν, τύλιξαν το φορτηγό.
― Θε μου!
― Βάλαν φωτιά! Βάλαν φωτιά!
― Το καίνε!
― Το καίνε! Χαθήκαμε!
Τα τελευταία υπάρχοντά τους καίγονταν μες στο φορτηγό. Ό,τι είχαν πάρει πριν από λίγο στη βιασύνη τους, το βλέπαν τώρα πως ήταν ασήμαντο.
― Είμαστε γυμνοί πια! Πάμε σε ξένο τόπο ολόγυμνοι!
― Θε μου, γιατί μας τυραννάς τόσο; Τι κάναμε, Θε μου;…
Ολοφύρονταν οι Θρακιώτισσες. Κλαίγαν τα παιδιά. Κοίταζαν τη φωτιά και κλαίγαν.
― Ά, εσύ διαολόπραμα! μούγκριζε η γρια στρέφοντας στην κόρη της Θήβας. Εσύ ’σαι ο αίτιος! Κανείς δε μου το βγάζει απ’ το μυαλό μου πως εσύ είσαι! Τί ήθελες, φίδι, και βρέθηκες στο δρόμο μας;
Χύμηξε απάνω της, την άρπαξε απ’ τα μαλλιά, έσερνε τα νύχια της στα μάγουλά της.
―Διαολόπραμα! Κουτάβι! Ποια οργή σ’ έστειλε μπροστά μας;! Ποια κατάρα;
― Μη! Μη! χύθηκε να τη γλιτώσει η Καστοριανή. Μη, κι είναι κρίμα πια, έλεγε. Φτάνει η πίκρα της πια. Φτάνει, και ξεχείλισε! Εγώ το ’καμα. Εγώ.
Η κόρη της Θήβας κάθεται εκεί, με τα μαύρα της μαλλιά, με το χλωμό της πρόσωπο, ασάλευτη, να τη δέρνουν, να τη σκίζουν. Δεν έκανε καμία κίνηση να προφυλαχτεί. Τίποτα. Μόνο έκλαιγε σιγανά, τα δάκρυα τρέχαν στο ατάραχο πρόσωπο.
― Μη σου λέω! Μη! φώναζε έξαλλη η γυναίκα της Καστοριάς. Εγώ το ’καμα σου λέω! Εγώ φταίω! Εγώ τον ξεκρέμασα!
Ήταν απίθανο, αυτή η σιγανή, η ήμερη ύπαρξη, έτσι που ξαφνικά είχε στυλωθεί και πάλευε και φώναζε:
― Εγώ φταίω σας λέω! Εγώ τον ξεκρέμασα! Εγώ!
Τί είπε; Τον ξεκρέμασε είπε;
Τα χέρια της γριάς που χτυπούσαν την κόρη της Θήβας λύθηκαν, την άφησαν.
― Τον ξεκρέμασες είπες; Ποιον ξεκρέμασες;
Έβλεπε την Καστοριανή κατάματα.
― Τον ξεκρέμασα είπα! Αυτόν που κρέμασαν οι γερμανοί! Τον ξεκρέμασα και τον έθαψα. Κι οι γερμανοί θα σκοτώσουν αυτόν που τον έθαψε. Θα σκοτώσουν όποιον βρουν!
Χύθηκαν τα παιδιά της απάνω της.
― Μάνα μου! Μάνα μου!
― Το έκαμες αυτό; Το έκαμες αυτό; στεκόταν σα χαζή και την κοίταζε η γριά.
― Το έκαμα! Το έκαμα!
― Άχου τρισκατάρατη! Άχου δαιμονισμένη! Άχου, που να σε πάρει η κόλαση! Και τι σ’ ένοιαζε εσένα για κρεμασμένους;
― Τι καθόμαστε, λοιπόν; Τι καθόμαστε; φώναξε η γυναίκα της Θράκης. Πάμε να φύγουμε και θα μας φτάσουν! Πάμε να φύγουμε!
Με τον τρόμο στα μάτια, με χέρια που τρέμαν σήκωσαν τα λίγα πράματα που είχαν πάρει μαζί τους.
― Που να πάμε; Προς τα πού να πάμε;
Όλα τα μάτια ήταν γυρισμένα στην αδερφή της Θήβας. Ατάραχη πάντα, κοίταζε χαμηλά τον καπνό. Λίγο πέρα απ’ τον καπνό, τον τόπο του πεύκου. Σα να ήταν ξένη εκεί.
― Εσένα λέω! Πού να πάμε! Προς τα πού να πάμε;
― Από δω, είπε σιγανά.
Πάλι:
― Από δω είναι το βουνό.
Πάλι:
― Από δω είναι το βουνό μας.
Τότε όλοι σήκωσαν τα μάτια, το κοίταξαν. Στέρεη γραμμή, γυμνή, ατάραχη.
Ολοένα το βράδυ ερχόταν. Βάδιζαν σιωπηλοί. Μπροστά η αδερφή της Θήβας, πίσω τα πρόσωπα της Θράκης, τα πρόσωπα της Καστοριάς. Πλησίαζαν το βουνό. Στους βράχους του, στα φαράγγια του κάποτε είχε ακουστεί η σπαραχτική κραυγή. Ο τυφλωμένος Οιδίποδας πορευόταν για τον Κολωνό. Ο Οιδίποδας χάθηκε. Όμως ο θρήνος μένει στο βουνό δεμένος με τους βράχους. Περιμένει.
Τ' αγνάντεμα.

Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
Επάνω στον βράχο της ερήμου ακτής, από παλαιούς λησμονημένους χρόνους, ευρίσκετο κτισμένον το εξωκκλήσι της Παναγιάς της Κατευοδώτρας. Ολον τον χειμώνα παπάς δεν ήρχετο να το λειτουργήση. Ο βοριάς μαίνεται και βρυχάται ανά το πέλαγος, το απλωμένον μαυρογάλανον και βαθύ, το κύμα λυσσά και αφρίζει εναντίον του βράχου. Κι ο βράχος υψώνει την πλάτη του γίγας ακλόνητος, στοιχειό ριζωμένο βαθιά στην γην, και το ερημοκκλήσι λευκόν και γλαρόν, ως φωλιά θαλασσαετού, στεφανώνει την κορυφήν του.
Ολον τον χρόνον παπάς δεν εφαίνετο και καλόγηρος δεν ήρχετο να δοξολογήση. Μόνον την ημέραν των Φώτων κατέβαινε από το ύψος του βραχώδους βουνού, από το λευκόν μοναστηράκι του Αγίου Χαραλάμπους, σεβάσμιος, με φτερουγίζοντα κάτασπρα μαλλιά και κυματίζοντα βαθιά γένεια, ένας γέρων ιερεύς, «ως νεοττός της άνω καλιάς των Αγγέλων», διά να λειτουργήση το παλαιόν λησμονημένον ερημοκκλήσι. Εκεί ήρχοντο τρεις -τέσσαρες βοσκοί, βουνίσιοι, αλειτούργητοι, αλιβάνιστοι, ήρχοντο με τις φαμίλιες των, τις ανέβγαλτες και άπραχτες, με τα βοσκόπουλά των, τ' αχτένιστα και άνιφτα, που δεν ήξευραν να κάνουν το σταυρό τους, διά να αγιασθούν και να λειτουργηθούν εκεί και εις την απόλυσιν της λειτουργίας ο γηραιός παπάς με τους πτερυγίζοντας βοστρύχους εις το φύσημα του βορρά, και την βαθείαν κυμαινομένην γενειάδα, κατέβαινε κάτω εις το μέγαν απλωτόν αιγιαλόν, ανάμεσα εις αγρίους θαλασσοπλήκτους βράχους, διά να φωτίση κι αγιάση τ' αφώτιστα κύματα.
Τον άλλον καιρό ήρχοντο, συνήθως την άνοιξιν, γυναίκες ναυτικών και θυγατέρες, κάτω από την χώραν, με σκοπόν ν' ανάψουν τα κανδήλια, και παρακαλέσουν την Παναγίαν την Κατευοδώτριαν να οδηγήση και κατευοδώση τους θαλασσοδαρμένους συζύγους και τους πατέρες των. Ωραίες κοπέλλες με υποκάμισα κόκκινα μεταξωτά, με τραχηλιές ψιλοκεντημένες, με τους χυτούς βραχίονας και τα στήθη τα γλαφυρά, ήρχοντο να ικετεύσουν διά τα αδελφάκια των, που εθαλασσαπνίγοντο δι' αυτάς, διά να τις φέρουν προικιά από την Πόλιν, στολίδια από την Βενετιάν, κειμήλια από την Αλεξάνδρειαν. «Πάντα νάρχονται, πάντα να φέρνουν»... Βοϊδάκια λογικά, που ώργωναν αντί της ξηράς την θάλασσαν, φρόνημα όμως τα δύο εκείνα τέκνα της ιερείας της Δήμητρος, τα μακαρισθέντα. Νεαραί γυναίκες ρεμβάζουσαι και μητέρες συλλογισμέναι ήρχοντο διά να καθίσουν και αγναντέψουν.
Αμα είχαν φωτισθή τα νερά, ή οψιμώτερα, αφού είχαν περάσει κι αι Απόκρεω, συνήθως, περί την δευτέραν εβδομάδα των Νηστειών, αφού είχαν γευθή πλέον αχινούς και στρείδια αρκετά, οι ναυτικοί μας επέβαιναν εις τα βρίκια, εις τις σκούνες των, και εμίσευαν επήγαιναν να ταξιδέψουν. Τον καιρόν εκείνον καράβια και γολέτες «έδεναν» μεσούντος του φθινοπώρου. Οι θαλασσινοί μας αγαπούσαν πολύ της εστίας την θαλπωρήν, τον καπνόν του μελάθρου και το θάλπος της αγκάλης. Και όταν επανήρχετο η άνοιξις εις την γην, τότε αυτοί επέστρεφαν - εις την θάλασσαν.
Εσηκώνοντο στα πανιά τα αιμωιασμένα και ναρκωμένα από την μακράν ραστώνην σκάφη, ανά δύο ή τρία την αυτήν ημέραν, και σκούνα έφερνε βόλτες εις τον λιμένα, εάν ήτο εναντιός, ή και ούριος, αν ήτο ο άνεμος. Η βάρκα επερίμενε διπλαρωμένη έξω εις την προκυμαίαν. Ο καπετάνιος δεν ετελείωνε τους αποχαιρετισμούς εις την οικίαν και ο λοστρόμος εμάκρυνε τις πανετάδες εις τα καπηλειά. Κι η βάρκα επερίμενε. Και ο μούτσος έχασκεν επάνω εις το κεφαλόσκαλον. Και ο νεαρός ναύτης, όστις είχεν έλθει με το μούτσον τώρα από τη σκούναν, που ήτο στα πανιά, εγίνετο άφαντος. Δύο άλλοι σύντροφοι, περασμένοι στα χαρτιά, ναυτολογημένοι, έλειπαν. Κανείς δεν ήξευρε πού ήσαν. Και μέσα εις το πλοίον όπου έφερνε βόλτες -βόλτες, κι εστρέφετο ως δεμένον περί κέντρον αόρατον - το κέντρον ήτο μέσα εις τας καρδίας και εις τας εστίας των ναυτικών - άλλος δεν ήτο ειμή ο πηδαλιούχος, ο μάγειρος κι ένας επιβάτης, ξένος κι έρημος, εις τον οποίον είχαν ειπεί «τώρα, στη στιγμή, να, τώρα - τώρα θα φύγουμε», κι είχε μπαρκάρει, ο άνθρωπος, από δώδεκα ώρας πριν.
Ο πλοίαρχος έπρεπε να βάλη εμπρός την καπετάνισσαν αυτή ώφειλε να προπορευθή, επειδή ήτον τυχερή, βέβαια κι έτσι απεφάσιζε να μπαρκάρη. Τέλος εσυμμαζεύετο ο λοστρόμος, ανεκαλύπτοντο οι δύο απόντες σύντροφοι, εξεκολλούσεν ο πλοίαρχος, έπεφταν τρομπόνια αρκετά, τρομπόνια από το πλοίον, τρομπόνια έξω από την πόλιν έκοφταν, εψαλίδιζαν τες βόλτες ταχύτερα, συντομώτερα, ως να εσφίγγοντο διά να κόψουν την αόρατον εκείνην κλωστήν, το λεπτόν ισχυρόν νήμα, ως μίαν τρίχα ξανθήν μακράς κυματιζούσης κόμης, και το σκάφος έβαλλε πλώρην προς βορράν.
Την ημέραν εκείνην και τας άλλας ημέρας της αρχής του έαρος, καραβάνια γυναικών, ασκέρια, φουσάτα γυναικών, ανείρπον, ανέβαινον, ανήρχοντο, επάνω στην ρεματιάν, το ρέμα - ρέμα, τον ελικοειδή δρομίσκον, όστις διαχαράσσεται ανά τους λόφους τους τερπνούς με τας χιλιάδας των ελαιοδέντρων, τον αειθαλή πρασινόφαιον στολισμόν της μεγάλης κοιλάδος με τες ράχες, με τας κορυφάς, με τας εσοχάς και εξοχάς, ανετώτερον από την κυματίζουσαν ποδιάν της βοσκοπούλας του βουνού, πολυπτυχώτερον από τη χρυσοκέντητον εσθήτα της νύμφης. Επάνω εις τον βράχον της ερήμου βορεινής ακτής, πλησίον εις το λησμονημέον παρεκκλήσι της Παναγίας της Κατευοδώτρας, εκεί εγίνετο το μάζεμα των γυναικών, η σύναξις η μεγάλη.
Τότε έλαμπαν με μεγάλες φωτιές τα κανδήλια της Παναγιάς της Κατευοδώτρας. Η γραία Μαλαμίτσα, η κλησάρισσα του Αγίου Νικολάου, έβαλλε τις φωνές έκανε το κακό... εμάλωνε με όλες τις γυναίκες. Αυτή επήρε το καλαθάκι της, τη ρόκαν της, τ' αδράχτι της, και ήλθεν από τον Αγιον Νικόλαον επίτηδες, κατά παραγγελίαν του κυρ Αγγελή του επιτρόπου... διά να μαλλώση τις γυναίκες τις ευλαβητικές (αλλοίμον! η ευλάβειά μας είναι για το συμφέρον, έλεγε σείουσα την κεφαλήν), να μην το παρακάνουν και χύνουν λάδια πολλά και καταλαδώνουν το έδαφος του ναού, και τα στασίδια και το αναλόγι, και τα δύο-τρία παμπάλαια βιβλία που ήσαν εκεί, και τα μανάλια, και τον τοίχον, και το τέμπλον, και τις ποδιές και αυτές τας αγίας εικόνας. Αλλ' οι γυναίκες δεν την άκουαν. Τι χρειάζονται τόσες φωτιές, σαν πυροφάνια, εφώναζεν η γριά Μαλαμίτσα. Αυτή είχε μάθει από τον γέροντά της τον παπα-Γεράσιμον, ότι οι φωτιές των κανδηλιών πρέπει να είναι μικρές, τόσες δα, σαν λαμπυρίδες. Του κάκου. Κανείς δεν την άκουεν.
Οι ορμανθοί των γυναικών, ομάδες-ομάδες, συγγενολόγι... διεσπείροντο εις μικρούς όχθους, εις πτυχάς του βράχου, ανάμεσα εις θάμνους και χαμόκλαδα, εις μέρη υψηλά και εις μέρη υπήνεμα, ήρχοντο με τα καλαθάκια τους, με τα μαχαιρίδια τους... διότι πολλαί εξ αυτών ησχολούντο να βγάλουν αγριολάχανα... με τα προγεύματά τους, τα σαρακοστιανά, και αφού είχαν ανάψει τα κανδήλια της Παναγιάς, αφού είχαν κάνει μετάνοιες στρωτές πολλές, κι είχαν κολλήσει αφιερώματα εις την εικόνα, κι είχαν χορτάσει τ' αυτιά τους από τας νουθεσίας της γριάς-Μαλαμίτσας, εστρώνοντο εκεί εις τη δροσεράν χλόην κι αγνάντευαν κατά το πέλαγος.
Τα βοσκόπουλα, εκείνα τ' άγρια κι αχτένιστα κι απλοϊκά, που τις έβλεπαν από μακράν σαν σκιασμέν, απορούσαν κι έλεγαν:
- Κοίτα τις! στα μάτια έκαμαν.
Ως τόσον αι γυναίκες των θαλασσινών αγνάντευαν.
Ιδού το βρίκι του καπετάν-Λιμπέριου του Λιμνιού είχε σηκωθεί στα πανιά αργά τη νύκτα με το απόγειο της νυχτός ηύρε το ρέμα και απεμακρύνθη κι εχώνεψε. Κατευόδιο καλό! Η προσευχή των μικρών παιδιών του ας είναι η πνοή στα πανιά, στα ξάρτια του καραβιού σας... στο καλό, στο καλό!
Ιδού το καράβι του καπετάν-Σταμάτη του Σύρραχου. Υπερήφανα, καμαρωμένα, αδελφωμένα τα δυο, αυτό κι ο πλοίαρχός του, πάνε να μας φέρουν καλά, να μας φέρουν στολίδια. Στο καλό, πουλί μου, στο καλό!
Ιδού και η γολέτα του καπετάν-Μανόλη του Χατζηχάνου... Η ψυχή μου, η πνοή μου να είναι πάντα στα πανιά σου, ωσάν λαμπάδα του Επιταφίου, να διώχνη τα μαύρα, τα κατακόκκινα τελώνια, πριν προφτάσουν να κατακαθίσουν στα πινά του. Σύρε, πουλί μου, στο καλό και στην καλή την ώρα! Στο καλό!...
Να κι η σκούνα του καπετάν-Αποστόλη του Βιδελνή, καινούργιο σκαρί, η τετάρτη ή πέμπτη, την οποίαν κατορθώνει εντός δεκαετίας να σκαρώση, μ' όλην της τύχης την καταδρομήν. Επεσε πολύ γιαλό, δεν την ηύρε καλό το απόγειο, κι άργησε. Διακρίνεται το πλήρωμα, οι άνθρωποι σαν ψύλλοι, που πηδούν, εμπρός κι οπίσω στην κουβέρτα. Δουλευά τα, καπετάνιο μου! Η Παναγιά, μπροστά μας! Στο καλό, στο καλό!
- Παιδιά μου, κορίτσια μου, αρχίζει να ομιλή η γριά Συρραχίνα παλαιά καπετάνισσα, με το ραβδάκι της και με το καλαθάκι της στο χέρι, με τα ογδόντα χρόνια στην πλάτη της, μπόρεσε κι ανέβη τον ανήφορον διά να καμαρώση, ίσως διά τελευταίαν φοράν, το καράβι του γυιού της που έφευγε. Ξέρετε τι μεγάλη χάρη έχει και πόσο καλό έκαμε στους θαλασσινούς αυτό το εκκλησιδάκι της Μεγαλόχαρης.
- Πώς δεν το ξέρουμε, είπαν αι άλλαι ας έχη δόξα το όνομά της.
-Το εξωκκλήσι αυτό αγίασε και μέρωσε όλο το άγριο κύμα, πρωτύτερα είχε κατάρα όλος αυτός ο γιαλός.
- Γιατί;
- Βλέπετε κείνον το βράχον, κάτω στο κύμα που ξεχωρίζει απ' το γιαλό;... που φαίνεται σαν άνθρωπος με κεφάλι και με στήθια;... που μοιάζει σαν γυναίκα; Εκείνη είναι η Φλανδρώ.
- Ναι, το Φλανδρώ, είπεν η υπερεξηκοντούτις Χατζηχάναινα. Κάτι έχω ακουστά μου. Εσύ θα το ξέρης καλλίτερα, θειά-Φλωρού.
- Το βλέπετε κι είναι ξέρα, είπεν η Φλωρού η Συρραχίνα μια φορά κι έναν καιρό ήταν άνθρωπος.
- Ανθρωπος;
- Ανθρωπος, καθώς εμείς. Γυναίκα.
Αι άλλαι ήκουον με απορίαν. Η γρια-Συρραχίνα ήρχισε να διηγήται.
- Στον καιρό των παλαιών Ελλήνων, ήταν μία κόρη αρχοντοπούλα, που την έλεγαν Φλάνδρα ή Φλανδρώ. Η Φλανδρώ είχε νομαστή έτσι - καθώς μούπε ο πνευματικός απάνω στον Αη-Χαράλαμπον όσο τον θυμούμαι, μακαρία η ψυχή του. Ημουν μικρό κορίτσι, δώδεκα χρονών, και μ' επήγε η μάνα μου να ξαγορευτώ τη Μεγάλη Τετράδη... τι να ξαγορευτών, εγώ τίποτα δεν ήξερα, τα ξεράματά μου... το τι μόλεε ο πνευματικός δεν αγροικούσα, φωτιά που μ' ε!... Το νόημά του δεν το καταλάβαινα, τα λόγια τα θυμόμουν, κι ύστερ' από χρόνια... το κορίτσι πρέπει να είναι φρόνιμο και ντροπαλό, νάναι υπάκοο, να μην κοιτάζη τους νιούς, ν' αγαπά τον κύρη του και τη μαννούλα του και σαν μεγαλώση, και δώση ο Θιός και παντρευτή με την ευκή των γονιών της, άλλον να μην αγαπά απ' τον άνδρα της.
Μόφερε το παράδειγμα των παλαιών Ελλήνων... Οι παλιοί Ελληνες, που προσκυνούσαν τα είδωλα... Κείνον τον καιρό ήτον μια που την έλεγαν Φλάνδρα, ή Φλανδρώ. Φλανδρώ θα πει Φιλανδρώ. Φιλανδρώ θα πη μια που αγαπά τον άνδρα της. Φλανδρώ την είπαν, Φλανδρώ βγήκε. Αγάπησε ολόψυχα τον άνδρα της, όσο που έχασε τ' αγαθά του κόσμου, και έγινε πέτρα γι' αυτό. Τον καιρό εκείνο ήταν ένας καραβοκύρης, όμορφο παλληκάρι, κι αγάπησε το Φλανδρώ και την εγύρεψε, και της έδωσε αρραβώνα. Σαν της έδωσε αρραβώνα, εσκάρωσε καινούργιο καράβι, και σαν εσκάρωσε το καράβι, έγινε κι ο γάμος και σαν έγινε ο γάμος έρριξε το καράβι στο γιαλό, κι εμπαρκάρισε, και πήγε να ταξιδέψη.
Τότε το Φλανδρώ ήλθε ν' αγναντέψη, σαν καλή ώρα, σ' αυτό το έρμο το γιαλό. Ξακολλούσε η ψυχή της, που έφευγεν ο άνδρας της. Δεν μπορούσε να το βαστάξη, να στυλώση την καρδιά της. Αγνάντεψε το καράβι που έφευγε, κι έκλαψε, κι έκλαψε πικρά, κι έπεσαν τα δάκρυά της στα κύματα, και τα κύματα επικράθηκαν κι εφαρμακώθηκαν, και θύμωσαν, κι αγρίεψαν κι εθέριεψαν... και στο δρόμο τους που ηύραν το καράβι, έπνιξαν τον άνδρα της Φλανδρώς, κι έγινε αγυρισιά του... Και το Φλανδρώ ήρθε και ξαναήρθε σ' αυτό το έρμο γιαλό κι εκοίταζε, κι αγνάντευε... κι επερίμενε, κι εκαρτερούσε, κι απάντεχε... Πέρασαν μήνες, πέρασε χρόνος, πέρασαν δύο χρόνια, πέρασαν τρία... και το καράβι πουθενά δεν εφάνηκε... και το Φλανδρώ έκλαψε, και καταράστηκε τη θάλασσα, και τα μάτια της εστέγνωσαν και δεν είχε πλιά δάκρυ να χύση... και παρακάλεσε τους θεούς της που ήταν είδωλα, πέτρες, να της κάμουν τη χάρη να γίνη κι αυτή είωλο, βράχος, πέτρα... Και το ζήτημά της έγινε και την έκαμαν βράχο, ξέρα... με το σκήμα τ' ανθρωπινό, που τρίβηκε κι εφθάρηκε απ' τα κύματα ύστερ' από χιλιάδες χρόνια εκεί, η πέτρα που θαλασσοδέρνεται και χτυπά και βογγά απάνω της το κύμα... κι η φωνή της, το βογγητό της, γίνεται ένα από το βογγητό της θάλασσας... Να η ξέρα εκεί. Αυτή' ναι η Φλανδρώ.
Υστερα με χρόνια πολλά, σαν ήρθε ο Χριστός ν' αγιάση τα νερά, για να βαφτιστή η πλάση, μια χριστιανή αρχόντισσα, η Χατζηγιάνναινα, που είχαν σκαρώσει τα παιδιά της δύο καράβια, έταξε στην Παναγιά, κι έχτισε αυτό το παρακκλήσι, για το καλό κατευόδιο των παιδιώνε της... Ας δώσ' η Παναγιά και σήμερα νάναι καλό κατευόδιο στους άνδρες σας, στ' αδέρφια σας, και στους γονιούς σας.
- Φχαριστούμε ομοίως και στα παιδάκια σου, θειά Φλωρού.
Ο ήλιος εχαμήλωσε κατά το βουνόν, τα πρώτα πλοία είχαν γίνει άφαντα προ ώρας και η τελευταία γολέτα μικρόν κατά μικρόν εχώνευεν εις το μέγαν πέλαγος. Τα συγγενολόγια και τα φουσάτα των γυναικών, με τα καλαθάκια και τα μαχαιράκια τους, διεσπάρησαν ανά τους λόγους κι έβγαζαν καυκαλήθρες και μυρόνια, κι έκοφταν φτέρες κι αγριομάραθα. Σιγά-σιγά κατέβη ο ήλιος εις το βουνόν και αυταί κατήλθον εις την πολίχνην.
Η νυκτερινή αύρα εσύριζεν εις τα δένδρα και οι λογισμοί των γυναικών επετούσαν μαζί της κι έστελλαν πολλάς ευχάς εις τα κατάρτια, εις τα πανιά και εις τα εξάρτια των καραβιών. Και βαθιά, εις την σιωπήν της νυκτός, τίποτε άλλο δεν ηκούσθη, ειμή το λάλημα του νυκτερινού πουλιού, και το άσμα μιας τελευταίας συντροφιάς ναυτικών μελλόντων ν' αναχωρήση αύριον: «Σύρε, πουλί μου, στο καλό και στην καλή την ώρα!».
Ολον τον χρόνον παπάς δεν εφαίνετο και καλόγηρος δεν ήρχετο να δοξολογήση. Μόνον την ημέραν των Φώτων κατέβαινε από το ύψος του βραχώδους βουνού, από το λευκόν μοναστηράκι του Αγίου Χαραλάμπους, σεβάσμιος, με φτερουγίζοντα κάτασπρα μαλλιά και κυματίζοντα βαθιά γένεια, ένας γέρων ιερεύς, «ως νεοττός της άνω καλιάς των Αγγέλων», διά να λειτουργήση το παλαιόν λησμονημένον ερημοκκλήσι. Εκεί ήρχοντο τρεις -τέσσαρες βοσκοί, βουνίσιοι, αλειτούργητοι, αλιβάνιστοι, ήρχοντο με τις φαμίλιες των, τις ανέβγαλτες και άπραχτες, με τα βοσκόπουλά των, τ' αχτένιστα και άνιφτα, που δεν ήξευραν να κάνουν το σταυρό τους, διά να αγιασθούν και να λειτουργηθούν εκεί και εις την απόλυσιν της λειτουργίας ο γηραιός παπάς με τους πτερυγίζοντας βοστρύχους εις το φύσημα του βορρά, και την βαθείαν κυμαινομένην γενειάδα, κατέβαινε κάτω εις το μέγαν απλωτόν αιγιαλόν, ανάμεσα εις αγρίους θαλασσοπλήκτους βράχους, διά να φωτίση κι αγιάση τ' αφώτιστα κύματα.
Τον άλλον καιρό ήρχοντο, συνήθως την άνοιξιν, γυναίκες ναυτικών και θυγατέρες, κάτω από την χώραν, με σκοπόν ν' ανάψουν τα κανδήλια, και παρακαλέσουν την Παναγίαν την Κατευοδώτριαν να οδηγήση και κατευοδώση τους θαλασσοδαρμένους συζύγους και τους πατέρες των. Ωραίες κοπέλλες με υποκάμισα κόκκινα μεταξωτά, με τραχηλιές ψιλοκεντημένες, με τους χυτούς βραχίονας και τα στήθη τα γλαφυρά, ήρχοντο να ικετεύσουν διά τα αδελφάκια των, που εθαλασσαπνίγοντο δι' αυτάς, διά να τις φέρουν προικιά από την Πόλιν, στολίδια από την Βενετιάν, κειμήλια από την Αλεξάνδρειαν. «Πάντα νάρχονται, πάντα να φέρνουν»... Βοϊδάκια λογικά, που ώργωναν αντί της ξηράς την θάλασσαν, φρόνημα όμως τα δύο εκείνα τέκνα της ιερείας της Δήμητρος, τα μακαρισθέντα. Νεαραί γυναίκες ρεμβάζουσαι και μητέρες συλλογισμέναι ήρχοντο διά να καθίσουν και αγναντέψουν.
Αμα είχαν φωτισθή τα νερά, ή οψιμώτερα, αφού είχαν περάσει κι αι Απόκρεω, συνήθως, περί την δευτέραν εβδομάδα των Νηστειών, αφού είχαν γευθή πλέον αχινούς και στρείδια αρκετά, οι ναυτικοί μας επέβαιναν εις τα βρίκια, εις τις σκούνες των, και εμίσευαν επήγαιναν να ταξιδέψουν. Τον καιρόν εκείνον καράβια και γολέτες «έδεναν» μεσούντος του φθινοπώρου. Οι θαλασσινοί μας αγαπούσαν πολύ της εστίας την θαλπωρήν, τον καπνόν του μελάθρου και το θάλπος της αγκάλης. Και όταν επανήρχετο η άνοιξις εις την γην, τότε αυτοί επέστρεφαν - εις την θάλασσαν.
Εσηκώνοντο στα πανιά τα αιμωιασμένα και ναρκωμένα από την μακράν ραστώνην σκάφη, ανά δύο ή τρία την αυτήν ημέραν, και σκούνα έφερνε βόλτες εις τον λιμένα, εάν ήτο εναντιός, ή και ούριος, αν ήτο ο άνεμος. Η βάρκα επερίμενε διπλαρωμένη έξω εις την προκυμαίαν. Ο καπετάνιος δεν ετελείωνε τους αποχαιρετισμούς εις την οικίαν και ο λοστρόμος εμάκρυνε τις πανετάδες εις τα καπηλειά. Κι η βάρκα επερίμενε. Και ο μούτσος έχασκεν επάνω εις το κεφαλόσκαλον. Και ο νεαρός ναύτης, όστις είχεν έλθει με το μούτσον τώρα από τη σκούναν, που ήτο στα πανιά, εγίνετο άφαντος. Δύο άλλοι σύντροφοι, περασμένοι στα χαρτιά, ναυτολογημένοι, έλειπαν. Κανείς δεν ήξευρε πού ήσαν. Και μέσα εις το πλοίον όπου έφερνε βόλτες -βόλτες, κι εστρέφετο ως δεμένον περί κέντρον αόρατον - το κέντρον ήτο μέσα εις τας καρδίας και εις τας εστίας των ναυτικών - άλλος δεν ήτο ειμή ο πηδαλιούχος, ο μάγειρος κι ένας επιβάτης, ξένος κι έρημος, εις τον οποίον είχαν ειπεί «τώρα, στη στιγμή, να, τώρα - τώρα θα φύγουμε», κι είχε μπαρκάρει, ο άνθρωπος, από δώδεκα ώρας πριν.
Ο πλοίαρχος έπρεπε να βάλη εμπρός την καπετάνισσαν αυτή ώφειλε να προπορευθή, επειδή ήτον τυχερή, βέβαια κι έτσι απεφάσιζε να μπαρκάρη. Τέλος εσυμμαζεύετο ο λοστρόμος, ανεκαλύπτοντο οι δύο απόντες σύντροφοι, εξεκολλούσεν ο πλοίαρχος, έπεφταν τρομπόνια αρκετά, τρομπόνια από το πλοίον, τρομπόνια έξω από την πόλιν έκοφταν, εψαλίδιζαν τες βόλτες ταχύτερα, συντομώτερα, ως να εσφίγγοντο διά να κόψουν την αόρατον εκείνην κλωστήν, το λεπτόν ισχυρόν νήμα, ως μίαν τρίχα ξανθήν μακράς κυματιζούσης κόμης, και το σκάφος έβαλλε πλώρην προς βορράν.
Την ημέραν εκείνην και τας άλλας ημέρας της αρχής του έαρος, καραβάνια γυναικών, ασκέρια, φουσάτα γυναικών, ανείρπον, ανέβαινον, ανήρχοντο, επάνω στην ρεματιάν, το ρέμα - ρέμα, τον ελικοειδή δρομίσκον, όστις διαχαράσσεται ανά τους λόφους τους τερπνούς με τας χιλιάδας των ελαιοδέντρων, τον αειθαλή πρασινόφαιον στολισμόν της μεγάλης κοιλάδος με τες ράχες, με τας κορυφάς, με τας εσοχάς και εξοχάς, ανετώτερον από την κυματίζουσαν ποδιάν της βοσκοπούλας του βουνού, πολυπτυχώτερον από τη χρυσοκέντητον εσθήτα της νύμφης. Επάνω εις τον βράχον της ερήμου βορεινής ακτής, πλησίον εις το λησμονημέον παρεκκλήσι της Παναγίας της Κατευοδώτρας, εκεί εγίνετο το μάζεμα των γυναικών, η σύναξις η μεγάλη.
Τότε έλαμπαν με μεγάλες φωτιές τα κανδήλια της Παναγιάς της Κατευοδώτρας. Η γραία Μαλαμίτσα, η κλησάρισσα του Αγίου Νικολάου, έβαλλε τις φωνές έκανε το κακό... εμάλωνε με όλες τις γυναίκες. Αυτή επήρε το καλαθάκι της, τη ρόκαν της, τ' αδράχτι της, και ήλθεν από τον Αγιον Νικόλαον επίτηδες, κατά παραγγελίαν του κυρ Αγγελή του επιτρόπου... διά να μαλλώση τις γυναίκες τις ευλαβητικές (αλλοίμον! η ευλάβειά μας είναι για το συμφέρον, έλεγε σείουσα την κεφαλήν), να μην το παρακάνουν και χύνουν λάδια πολλά και καταλαδώνουν το έδαφος του ναού, και τα στασίδια και το αναλόγι, και τα δύο-τρία παμπάλαια βιβλία που ήσαν εκεί, και τα μανάλια, και τον τοίχον, και το τέμπλον, και τις ποδιές και αυτές τας αγίας εικόνας. Αλλ' οι γυναίκες δεν την άκουαν. Τι χρειάζονται τόσες φωτιές, σαν πυροφάνια, εφώναζεν η γριά Μαλαμίτσα. Αυτή είχε μάθει από τον γέροντά της τον παπα-Γεράσιμον, ότι οι φωτιές των κανδηλιών πρέπει να είναι μικρές, τόσες δα, σαν λαμπυρίδες. Του κάκου. Κανείς δεν την άκουεν.
Οι ορμανθοί των γυναικών, ομάδες-ομάδες, συγγενολόγι... διεσπείροντο εις μικρούς όχθους, εις πτυχάς του βράχου, ανάμεσα εις θάμνους και χαμόκλαδα, εις μέρη υψηλά και εις μέρη υπήνεμα, ήρχοντο με τα καλαθάκια τους, με τα μαχαιρίδια τους... διότι πολλαί εξ αυτών ησχολούντο να βγάλουν αγριολάχανα... με τα προγεύματά τους, τα σαρακοστιανά, και αφού είχαν ανάψει τα κανδήλια της Παναγιάς, αφού είχαν κάνει μετάνοιες στρωτές πολλές, κι είχαν κολλήσει αφιερώματα εις την εικόνα, κι είχαν χορτάσει τ' αυτιά τους από τας νουθεσίας της γριάς-Μαλαμίτσας, εστρώνοντο εκεί εις τη δροσεράν χλόην κι αγνάντευαν κατά το πέλαγος.
Τα βοσκόπουλα, εκείνα τ' άγρια κι αχτένιστα κι απλοϊκά, που τις έβλεπαν από μακράν σαν σκιασμέν, απορούσαν κι έλεγαν:
- Κοίτα τις! στα μάτια έκαμαν.
Ως τόσον αι γυναίκες των θαλασσινών αγνάντευαν.
Ιδού το βρίκι του καπετάν-Λιμπέριου του Λιμνιού είχε σηκωθεί στα πανιά αργά τη νύκτα με το απόγειο της νυχτός ηύρε το ρέμα και απεμακρύνθη κι εχώνεψε. Κατευόδιο καλό! Η προσευχή των μικρών παιδιών του ας είναι η πνοή στα πανιά, στα ξάρτια του καραβιού σας... στο καλό, στο καλό!
Ιδού το καράβι του καπετάν-Σταμάτη του Σύρραχου. Υπερήφανα, καμαρωμένα, αδελφωμένα τα δυο, αυτό κι ο πλοίαρχός του, πάνε να μας φέρουν καλά, να μας φέρουν στολίδια. Στο καλό, πουλί μου, στο καλό!
Ιδού και η γολέτα του καπετάν-Μανόλη του Χατζηχάνου... Η ψυχή μου, η πνοή μου να είναι πάντα στα πανιά σου, ωσάν λαμπάδα του Επιταφίου, να διώχνη τα μαύρα, τα κατακόκκινα τελώνια, πριν προφτάσουν να κατακαθίσουν στα πινά του. Σύρε, πουλί μου, στο καλό και στην καλή την ώρα! Στο καλό!...
Να κι η σκούνα του καπετάν-Αποστόλη του Βιδελνή, καινούργιο σκαρί, η τετάρτη ή πέμπτη, την οποίαν κατορθώνει εντός δεκαετίας να σκαρώση, μ' όλην της τύχης την καταδρομήν. Επεσε πολύ γιαλό, δεν την ηύρε καλό το απόγειο, κι άργησε. Διακρίνεται το πλήρωμα, οι άνθρωποι σαν ψύλλοι, που πηδούν, εμπρός κι οπίσω στην κουβέρτα. Δουλευά τα, καπετάνιο μου! Η Παναγιά, μπροστά μας! Στο καλό, στο καλό!
- Παιδιά μου, κορίτσια μου, αρχίζει να ομιλή η γριά Συρραχίνα παλαιά καπετάνισσα, με το ραβδάκι της και με το καλαθάκι της στο χέρι, με τα ογδόντα χρόνια στην πλάτη της, μπόρεσε κι ανέβη τον ανήφορον διά να καμαρώση, ίσως διά τελευταίαν φοράν, το καράβι του γυιού της που έφευγε. Ξέρετε τι μεγάλη χάρη έχει και πόσο καλό έκαμε στους θαλασσινούς αυτό το εκκλησιδάκι της Μεγαλόχαρης.
- Πώς δεν το ξέρουμε, είπαν αι άλλαι ας έχη δόξα το όνομά της.
-Το εξωκκλήσι αυτό αγίασε και μέρωσε όλο το άγριο κύμα, πρωτύτερα είχε κατάρα όλος αυτός ο γιαλός.
- Γιατί;
- Βλέπετε κείνον το βράχον, κάτω στο κύμα που ξεχωρίζει απ' το γιαλό;... που φαίνεται σαν άνθρωπος με κεφάλι και με στήθια;... που μοιάζει σαν γυναίκα; Εκείνη είναι η Φλανδρώ.
- Ναι, το Φλανδρώ, είπεν η υπερεξηκοντούτις Χατζηχάναινα. Κάτι έχω ακουστά μου. Εσύ θα το ξέρης καλλίτερα, θειά-Φλωρού.
- Το βλέπετε κι είναι ξέρα, είπεν η Φλωρού η Συρραχίνα μια φορά κι έναν καιρό ήταν άνθρωπος.
- Ανθρωπος;
- Ανθρωπος, καθώς εμείς. Γυναίκα.
Αι άλλαι ήκουον με απορίαν. Η γρια-Συρραχίνα ήρχισε να διηγήται.
- Στον καιρό των παλαιών Ελλήνων, ήταν μία κόρη αρχοντοπούλα, που την έλεγαν Φλάνδρα ή Φλανδρώ. Η Φλανδρώ είχε νομαστή έτσι - καθώς μούπε ο πνευματικός απάνω στον Αη-Χαράλαμπον όσο τον θυμούμαι, μακαρία η ψυχή του. Ημουν μικρό κορίτσι, δώδεκα χρονών, και μ' επήγε η μάνα μου να ξαγορευτώ τη Μεγάλη Τετράδη... τι να ξαγορευτών, εγώ τίποτα δεν ήξερα, τα ξεράματά μου... το τι μόλεε ο πνευματικός δεν αγροικούσα, φωτιά που μ' ε!... Το νόημά του δεν το καταλάβαινα, τα λόγια τα θυμόμουν, κι ύστερ' από χρόνια... το κορίτσι πρέπει να είναι φρόνιμο και ντροπαλό, νάναι υπάκοο, να μην κοιτάζη τους νιούς, ν' αγαπά τον κύρη του και τη μαννούλα του και σαν μεγαλώση, και δώση ο Θιός και παντρευτή με την ευκή των γονιών της, άλλον να μην αγαπά απ' τον άνδρα της.
Μόφερε το παράδειγμα των παλαιών Ελλήνων... Οι παλιοί Ελληνες, που προσκυνούσαν τα είδωλα... Κείνον τον καιρό ήτον μια που την έλεγαν Φλάνδρα, ή Φλανδρώ. Φλανδρώ θα πει Φιλανδρώ. Φιλανδρώ θα πη μια που αγαπά τον άνδρα της. Φλανδρώ την είπαν, Φλανδρώ βγήκε. Αγάπησε ολόψυχα τον άνδρα της, όσο που έχασε τ' αγαθά του κόσμου, και έγινε πέτρα γι' αυτό. Τον καιρό εκείνο ήταν ένας καραβοκύρης, όμορφο παλληκάρι, κι αγάπησε το Φλανδρώ και την εγύρεψε, και της έδωσε αρραβώνα. Σαν της έδωσε αρραβώνα, εσκάρωσε καινούργιο καράβι, και σαν εσκάρωσε το καράβι, έγινε κι ο γάμος και σαν έγινε ο γάμος έρριξε το καράβι στο γιαλό, κι εμπαρκάρισε, και πήγε να ταξιδέψη.
Τότε το Φλανδρώ ήλθε ν' αγναντέψη, σαν καλή ώρα, σ' αυτό το έρμο το γιαλό. Ξακολλούσε η ψυχή της, που έφευγεν ο άνδρας της. Δεν μπορούσε να το βαστάξη, να στυλώση την καρδιά της. Αγνάντεψε το καράβι που έφευγε, κι έκλαψε, κι έκλαψε πικρά, κι έπεσαν τα δάκρυά της στα κύματα, και τα κύματα επικράθηκαν κι εφαρμακώθηκαν, και θύμωσαν, κι αγρίεψαν κι εθέριεψαν... και στο δρόμο τους που ηύραν το καράβι, έπνιξαν τον άνδρα της Φλανδρώς, κι έγινε αγυρισιά του... Και το Φλανδρώ ήρθε και ξαναήρθε σ' αυτό το έρμο γιαλό κι εκοίταζε, κι αγνάντευε... κι επερίμενε, κι εκαρτερούσε, κι απάντεχε... Πέρασαν μήνες, πέρασε χρόνος, πέρασαν δύο χρόνια, πέρασαν τρία... και το καράβι πουθενά δεν εφάνηκε... και το Φλανδρώ έκλαψε, και καταράστηκε τη θάλασσα, και τα μάτια της εστέγνωσαν και δεν είχε πλιά δάκρυ να χύση... και παρακάλεσε τους θεούς της που ήταν είδωλα, πέτρες, να της κάμουν τη χάρη να γίνη κι αυτή είωλο, βράχος, πέτρα... Και το ζήτημά της έγινε και την έκαμαν βράχο, ξέρα... με το σκήμα τ' ανθρωπινό, που τρίβηκε κι εφθάρηκε απ' τα κύματα ύστερ' από χιλιάδες χρόνια εκεί, η πέτρα που θαλασσοδέρνεται και χτυπά και βογγά απάνω της το κύμα... κι η φωνή της, το βογγητό της, γίνεται ένα από το βογγητό της θάλασσας... Να η ξέρα εκεί. Αυτή' ναι η Φλανδρώ.
Υστερα με χρόνια πολλά, σαν ήρθε ο Χριστός ν' αγιάση τα νερά, για να βαφτιστή η πλάση, μια χριστιανή αρχόντισσα, η Χατζηγιάνναινα, που είχαν σκαρώσει τα παιδιά της δύο καράβια, έταξε στην Παναγιά, κι έχτισε αυτό το παρακκλήσι, για το καλό κατευόδιο των παιδιώνε της... Ας δώσ' η Παναγιά και σήμερα νάναι καλό κατευόδιο στους άνδρες σας, στ' αδέρφια σας, και στους γονιούς σας.
- Φχαριστούμε ομοίως και στα παιδάκια σου, θειά Φλωρού.
Ο ήλιος εχαμήλωσε κατά το βουνόν, τα πρώτα πλοία είχαν γίνει άφαντα προ ώρας και η τελευταία γολέτα μικρόν κατά μικρόν εχώνευεν εις το μέγαν πέλαγος. Τα συγγενολόγια και τα φουσάτα των γυναικών, με τα καλαθάκια και τα μαχαιράκια τους, διεσπάρησαν ανά τους λόγους κι έβγαζαν καυκαλήθρες και μυρόνια, κι έκοφταν φτέρες κι αγριομάραθα. Σιγά-σιγά κατέβη ο ήλιος εις το βουνόν και αυταί κατήλθον εις την πολίχνην.
Η νυκτερινή αύρα εσύριζεν εις τα δένδρα και οι λογισμοί των γυναικών επετούσαν μαζί της κι έστελλαν πολλάς ευχάς εις τα κατάρτια, εις τα πανιά και εις τα εξάρτια των καραβιών. Και βαθιά, εις την σιωπήν της νυκτός, τίποτε άλλο δεν ηκούσθη, ειμή το λάλημα του νυκτερινού πουλιού, και το άσμα μιας τελευταίας συντροφιάς ναυτικών μελλόντων ν' αναχωρήση αύριον: «Σύρε, πουλί μου, στο καλό και στην καλή την ώρα!».
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


