Υπάρχουν γάμοι που αρχίζουν με ένα «ναι» και τελειώνουν με ένα ψέμα. Και υπάρχουν γάμοι που είναι εξαρχής το ψέμα, απλώς χρειάζονται ένα λευκό φόρεμα, μια εκκλησία, μερικές φωτογραφίες και αρκετούς καλεσμένους για να αποκτήσουν κοινωνική νομιμοποίηση.
Η φιλιππινέζικη ταινία "Kasal" του Ruel S. Bayani δεν ενδιαφέρεται τόσο για τον γάμο ως ρομαντική κατάληξη μιας ερωτικής ιστορίας, όσο για τον γάμο ως κοινωνικό κατασκεύασμα. Η λέξη kasal σημαίνει «γάμος» στα Φιλιππινέζικα. Στην ταινία, όμως, ο γάμος γίνεται κάτι περισσότερο: γίνεται μηχανισμός απόκρυψης, πολιτικό εργαλείο, οικογενειακή απαίτηση και τελικά μια μικρή φυλακή με λουλούδια.
Η Lia ετοιμάζεται να παντρευτεί τον Philip, έναν πλούσιο και πολιτικά φιλόδοξο άνδρα. Ο γάμος τους δεν είναι απλώς προσωπική υπόθεση. Είναι μέρος μιας πολιτικής στρατηγικής. Η οικογένεια, η κοινωνική θέση, η εκλογική αναμέτρηση, η δημόσια εικόνα και η «κανονικότητα» συναντιούνται μπροστά στο νυφικό.
Γιατί ένας πολιτικός πρέπει να είναι παντρεμένος; Γιατί μια γυναίκα πρέπει να είναι η σύζυγός του; Γιατί η σεξουαλική του ταυτότητα θεωρείται πολιτικό πρόβλημα; Γιατί η κοινωνία προτιμά έναν δυστυχισμένο άνθρωπο που παριστάνει τον «φυσιολογικό» από έναν ελεύθερο άνθρωπο που αρνείται να υποδυθεί έναν ρόλο;
Αυτές είναι οι πραγματικές ερωτήσεις της ταινίας.
Ο Philip δεν είναι απλώς ένας άνθρωπος που κρύβει τη σεξουαλική του ταυτότητα. Είναι ένας άνθρωπος που έχει εκπαιδευτεί να τη φοβάται. Η οικογένεια δεν χρειάζεται να τον κλειδώσει σε ένα δωμάτιο. Αρκεί να του εξηγήσει τι θα χάσει αν αποκαλυφθεί. Καριέρα, εξουσία, κοινωνικό κύρος, οικογενειακή αποδοχή. Η κοινωνία είναι συχνά πολύ πιο αποτελεσματική από μια φυλακή, επειδή ο κρατούμενος αναλαμβάνει μόνος του τη φύλαξή του.
Και κάπου εδώ αρχίζει η μεγάλη ειρωνεία.
Η κοινωνία που διακηρύσσει καθημερινά την αξία της οικογένειας απαιτεί από έναν άνθρωπο να δημιουργήσει μια οικογένεια βασισμένη στο ψέμα. Η ίδια κοινωνία που μιλά για «ηθική» διδάσκει την υποκρισία ως κοινωνική δεξιότητα. Και η πολιτική, που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί τους πολίτες, απαιτεί από τον υποψήφιο να μην είναι ο εαυτός του αλλά αυτό που οι ψηφοφόροι μπορούν να ανεχθούν.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο ο Philip.
Το πρόβλημα είναι ο κόσμος που χρειάζεται έναν ψεύτικο Philip για να αισθάνεται ασφαλής.
Μέσα σε αυτό το καλοστημένο σκηνικό εισβάλλει ο Wado, ο πρώην σύντροφος της Lia και υπεύθυνος της προεκλογικής εκστρατείας του Philip. Ο Wado είναι ο άνθρωπος που κρατά τον φακό και φωτίζει τα σκοτεινά μυστικά, αλλά τα κίνητρά του κάθε άλλο παρά αγνά είναι. Δεν αναζητά την αλήθεια για χάρη της δικαιοσύνης, αλλά για χάρη της κτήσης. Γίνεται ο εκβιαστής, ο κυνηγός, ο εκπρόσωπος μιας τοξικής αρρενωπότητας που χρησιμοποιεί την τραγωδία του Philip ως όπλο για να κερδίσει πίσω τη γυναίκα που θεωρεί «δική του».
Κι ύστερα υπάρχει η Lia. Η γυναίκα που κινδυνεύει να γίνει το πιο καλοστημένο άλλοθι μιας ολόκληρης κοινωνικής απάτης. Δεν είναι απλώς η αρραβωνιαστικιά. Είναι το άλλοθι της «κανονικότητας». Η παρουσία της επιβεβαιώνει προς τα έξω αυτό που πρέπει να φαίνεται αληθινό προς τα μέσα.
Και όμως, η Lia δεν καταλήγει να διαλέξει κανέναν από τους δύο άνδρες.
Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο της ιστορίας.
Δεν επιλέγει τον Philip, γιατί δεν μπορεί να χτίσει τη ζωή της πάνω σε ένα ψέμα. Δεν επιλέγει τον Wado, γιατί καταλαβαίνει ότι η αλήθεια δεν γίνεται πιο καθαρή όταν κάποιος την επιβάλλει με χειρισμούς και εγωισμό. Αρνείται και τους δύο ρόλους που της προσφέρονται: της συζύγου-βιτρίνας και της γυναίκας που πρέπει να «σωθεί» από έναν άνδρα.
Επιλέγει τον εαυτό της.
Και αυτή η επιλογή είναι πολύ πιο πολιτική από έναν γάμο.
Γιατί ελευθερία δεν είναι απλώς να μπορείς να αγαπήσεις όποιον θέλεις. Είναι να μπορείς να αρνηθείς εκείνον που η κοινωνία σου λέει ότι πρέπει να αγαπήσεις. Είναι να μπορείς να φύγεις ακόμη και από μια «καλή σχέση», όταν αυτή απαιτεί να μικρύνεις τον εαυτό σου για να χωρέσεις μέσα της.
Το Kasal μιλά, λοιπόν, για την ταυτότητα, αλλά πίσω από την ταυτότητα κρύβεται κάτι βαθύτερο: η βιομηχανία της κανονικότητας.
Η κοινωνία έχει κατασκευάσει τόσες πολλές κανονικότητες, ώστε στο τέλος ο άνθρωπος δυσκολεύεται να ξεχωρίσει ποια από αυτές διάλεξε ο ίδιος. Πρέπει να παντρευτεί. Πρέπει να κάνει οικογένεια. Πρέπει να αποκτήσει κοινωνικά αποδεκτή ζωή. Πρέπει να αγαπήσει με τον σωστό τρόπο, στο σωστό φύλο, στη σωστή ηλικία, στη σωστή κοινωνική τάξη και, κατά προτίμηση, μπροστά στους σωστούς ανθρώπους.
Και αν όλα αυτά γίνουν με αρκετά λουλούδια και ένα ακριβό γλέντι, η κοινωνία τα ονομάζει ευτυχία.
Το πιο σκληρό πρόσωπο της καταπίεσης δεν είναι εκείνο που φωνάζει «απαγορεύεται». Είναι εκείνο που χαμογελά και λέει «έτσι πρέπει».
Η ταινία γι' αυτό δεν είναι τελικά μια ιστορία για έναν απαγορευμένο έρωτα. Είναι μια ιστορία για ανθρώπους που προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα στους ρόλους που τους μοίρασαν πριν προλάβουν να αποφασίσουν ποιοι είναι.
Και ίσως αυτός είναι ο πραγματικός γάμος που πρέπει κάποτε να ακυρωθεί: όχι ο γάμος δύο ανθρώπων, αλλά ο γάμος του ανθρώπου με την κοινωνική του βιτρίνα.
Γιατί το μεγαλύτερο ψέμα δεν είναι να κρύβεις ποιον αγαπάς.
Είναι να περνάς μια ολόκληρη ζωή προσποιούμενος πως είσαι κάποιος άλλος, μόνο και μόνο επειδή οι άλλοι αισθάνονται πιο άνετα έτσι.
Η Lia, φεύγοντας από τον γάμο, δεν μένει μόνη.
Μένει για πρώτη φορά ελεύθερη.
Και σε μια κοινωνία που έχει μάθει να φοβάται περισσότερο την αλήθεια από το ψέμα, η ελευθερία αυτή είναι ίσως το πιο επικίνδυνο «όχι» που μπορεί να ειπωθεί.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου