Τα παλιά υπερωκεάνια έφυγαν σχεδόν αθόρυβα από τη ζωή μας, όπως φεύγουν οι εποχές που δεν καταλάβαμε εγκαίρως ότι τελείωναν.
Ήταν τεράστια πλοία, μα μέσα τους ταξίδευαν μικρές ανθρώπινες ιστορίες. Άνθρωποι που άφηναν πίσω ένα σπίτι, μια αγάπη, μια πατρίδα, μια ζωή που ίσως δεν θα ξανάβλεπαν ποτέ. Στα λιμάνια, τα μαντίλια ανέμιζαν για λίγο και ύστερα χάνονταν μέσα στην απόσταση. Κάποιοι ταξίδευαν προς ένα καινούργιο μέλλον. Κάποιοι απλώς έφευγαν.
Και το πλοίο απομακρυνόταν αργά.
Τόσο αργά, ώστε υπήρχε χρόνος για να μετανιώσεις. Για να θυμηθείς. Για να κοιτάξεις πίσω σου μέχρι η στεριά να γίνει μια λεπτή γραμμή και ύστερα τίποτα.
Στα καταστρώματα εκείνα υπήρχε ακόμη η πολυτέλεια της αναμονής. Η θάλασσα δεν ήταν απλώς κάτι που περνούσαν· ήταν ο χρόνος που έπρεπε να ζήσουν. Μέρες ολόκληρες ανάμεσα σε δύο κόσμους, χωρίς να ανήκουν πια στον έναν και χωρίς να έχουν φτάσει ακόμη στον άλλον.
Ίσως γι’ αυτό τα παλιά υπερωκεάνια μοιάζουν σήμερα τόσο μελαγχολικά.
Δεν ήταν μόνο πλοία που χάθηκαν. Ήταν ένας τρόπος να φεύγει κανείς από τη ζωή του: αργά, ορατά, με έναν τελευταίο αποχαιρετισμό.
Σήμερα αναχωρούμε μέσα σε λίγες ώρες και σχεδόν χωρίς να προλάβουμε να καταλάβουμε ότι φύγαμε.
Κι όμως, κάπου μέσα μας εξακολουθεί να ταξιδεύει εκείνο το παλιό πλοίο.
Με τα φώτα του αναμμένα μέσα στη νύχτα, να μικραίνει στον ορίζοντα.
Και ίσως η πιο μεγάλη του μελαγχολία να μην ήταν ότι κάποτε βυθίστηκε. Ήταν ότι κάποτε έπαψε να χρειάζεται να υπάρχει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου