12/10/26

Οι λαμπερές νύχτες που σπάνε τα ταμπού.



Υπάρχουν νύχτες που δεν γεννήθηκαν για να κοιμηθείς, αλλά για να ξυπνήσεις από όσα σου έμαθαν να φοβάσαι.

Νύχτες που οι βεβαιότητες ξεκουμπώνουν, οι ρόλοι χαλαρώνουν και οι επιθυμίες βγαίνουν από τις κρυψώνες τους. Νύχτες που το σκοτάδι δεν κρύβει τους ανθρώπους· κρύβει τις προκαταλήψεις τους. Κι εκεί, κάτω από φώτα που δεν ζητούν πιστοποιητικά ηθικής, ο άνθρωπος ανακαλύπτει πως δεν είναι υποχρεωμένος να χωρέσει σε όλες τις προσδοκίες των άλλων.

Γιατί τα ταμπού σπάνια γεννιούνται από τη φύση. Συνήθως γεννιούνται από την ανάγκη της κοινωνίας να ταξινομεί, να ελέγχει και να οριοθετεί. Να αποφασίζει ποιος δικαιούται να αγαπά, με ποιον τρόπο, με πόσους όρους και μέχρι ποιο σημείο επιτρέπεται να ξεφεύγει από την ευθεία γραμμή. Ο έρωτας, όμως, δεν είναι δημόσιο έργο με εγκεκριμένα σχέδια ούτε η επιθυμία υπάλληλος που περιμένει άδεια από την αρμόδια επιτροπή.

Μια φωτεινή νύχτα μπορεί να αρχίσει με ένα βλέμμα που διαρκεί λίγο περισσότερο από το επιτρεπόμενο, με μια εξομολόγηση που καθυστέρησε χρόνια, με μια επιθυμία που παύει να ζητά συγγνώμη για την ύπαρξή της. Μπορεί να είναι η στιγμή που δύο άνθρωποι αποφασίζουν να αγαπηθούν έξω από τις συμβάσεις ή που κάποιος αντιλαμβάνεται ότι δεν χρωστά σε κανέναν μια ζωή που δεν τον εκφράζει.

Δεν υπάρχει, βέβαια, ελευθερία χωρίς ευθύνη. Η υπέρβαση ενός ταμπού δεν αποτελεί από μόνη της πράξη γενναιότητας. Χρειάζεται συναίνεση, ειλικρίνεια, σεβασμός και η αναγνώριση πως η ελευθερία του ενός δεν μπορεί να γίνεται φυλακή για τον άλλον. Διαφορετικά, αλλάζουμε απλώς τη διακόσμηση του ίδιου κελιού.

Κι όμως, πόσες φορές η κοινωνία συγχωρεί το ψέμα που διατηρεί την τάξη, αλλά καταδικάζει την αλήθεια που την αναστατώνει; Πόσες φορές προτιμά έναν δυστυχισμένο άνθρωπο μέσα σε μια αποδεκτή σχέση από έναν ευτυχισμένο άνθρωπο σε μια σχέση που δεν καταλαβαίνει; Σαν να είναι η δυστυχία κοινωνικά ευπρεπέστερη όταν τη συνοδεύει η σωστή ταμπέλα.

Οι φωτεινές νύχτες δεν καταργούν όλες τις απαγορεύσεις. Καταργούν, έστω για λίγο, τον φόβο που μας κάνει να τις θεωρούμε αιώνιες. Και το πρωί, όταν τα φώτα σβήσουν, κάτι έχει αλλάξει: όχι απαραίτητα ο κόσμος, αλλά η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που είμαστε και σε αυτό που τολμάμε να παραδεχτούμε.

Ίσως τελικά η πραγματική επανάσταση να μην είναι να κάνεις κάτι απαγορευμένο. Να είναι να πάψεις να θεωρείς τον εαυτό σου ένοχο επειδή δεν γεννήθηκες για να ζήσεις σύμφωνα με τις επιθυμίες των άλλων.

Γιατί υπάρχουν νύχτες που δεν τις φωτίζουν τα φώτα, αλλά οι άνθρωποι όταν παύουν να κρύβονται. Και τότε, το σκοτάδι δεν πέφτει πάνω στην κοινωνία. Πέφτει πάνω στα ταμπού της.


Δεν υπάρχουν σχόλια: