Υπάρχουν κτίρια που αλλάζουν χρώμα για να ομορφύνουν την πόλη και κτίρια που αλλάζουν χρώμα για να ξεχάσουμε τι αντιπροσώπευαν κάποτε.
Ο ΟΤΕ ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, τουλάχιστον ως σύμβολο.
Γιατί ο Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος δεν ήταν απλώς μια επιχείρηση με καλώδια, τηλεφωνικά κέντρα και υπαλλήλους. Ήταν ένα κομμάτι της μεταπολεμικής Ελλάδας, ένας μηχανισμός που ένωσε χωριά με πόλεις, σπίτια με συγγενείς, μετανάστες με οικογένειες, ανθρώπους με ανθρώπους. Το τηλέφωνο δεν ήταν πάντοτε αυτονόητο. Κάποτε ήταν πολυτέλεια, αναμονή, αίτηση, ουρά και υπομονή. Κι όταν επιτέλους αποκτούσες τηλεφωνική γραμμή, ένιωθες ότι η απόσταση είχε χάσει μια μικρή μάχη.
Ύστερα ήρθε η εποχή των ιδιωτικοποιήσεων, της απελευθέρωσης των αγορών, του ανταγωνισμού και της μεγάλης υπόσχεσης ότι η αγορά θα τα κάνει όλα καλύτερα. Ο δημόσιος οργανισμός μετατράπηκε σταδιακά σε εταιρεία, οι μετοχές άλλαξαν χέρια και ο έλεγχος πέρασε σε μεγάλο βαθμό στον γερμανικό όμιλο Deutsche Telekom.
Το κράτος δεν εξαφανίστηκε εντελώς από τη μετοχική σύνθεση, αλλά ο ΟΤΕ έπαψε να είναι εκείνος ο οργανισμός που γνωρίζαμε ως βασικό πυλώνα των ελληνικών τηλεπικοινωνιών.
Και τώρα, το κτίριο της Κηφισίας ντύθηκε στα χρώματα της Telekom. Το ματζέντα, αυτή η απόχρωση ανάμεσα στο κόκκινο και το μωβ, δεν είναι απλώς μια αισθητική επιλογή. Είναι η εταιρική υπογραφή ενός διεθνούς ομίλου. Το παλιό όνομα υποχωρεί, η νέα ταυτότητα προβάλλεται και η ιστορία αποκτά καινούργια επιγραφή.
Ας μην κοροϊδευόμαστε, όμως. Το χρώμα δεν είναι αθώο. Στον καπιταλισμό, η εταιρική ταυτότητα είναι ιδιοκτησία, ισχύς και αναγνωρισιμότητα. Όταν μια πολυεθνική αλλάζει την επιγραφή ενός οργανισμού, δεν αλλάζει απλώς τη διακόσμηση. Ενοποιεί τις αγορές της, συμπυκνώνει την εξουσία της και κάνει το ίδιο εμπορικό σήμα να ταξιδεύει από χώρα σε χώρα. Η ίδια η Telekom παρουσιάζει τη μετάβαση ως ενοποίηση της διεθνούς παρουσίας της και αξιοποίηση κοινών δυνατοτήτων.
Και κάπου εδώ αρχίζει η πολιτική οικονομία του χρώματος. Οι ιδιωτικοποιήσεις παρουσιάστηκαν ως εκσυγχρονισμός, σαν να ήταν το δημόσιο συνώνυμο της καθυστέρησης και το ιδιωτικό συνώνυμο της προόδου. Μόνο που η ιδιοκτησία δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Καθορίζει ποιος αποφασίζει, ποιος ελέγχει τις στρατηγικές υποδομές, πού κατευθύνονται τα κέρδη και ποια συμφέροντα έχουν προτεραιότητα. Αυτό δεν σημαίνει πως κάθε ιδιωτική επιχείρηση λειτουργεί εις βάρος της κοινωνίας ούτε πως κάθε δημόσιος οργανισμός ήταν υπόδειγμα αποτελεσματικότητας. Σημαίνει ότι η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στο αν το καινούργιο λογότυπο είναι πιο μοντέρνο. Ασφαλώς, οι δημόσιοι οργανισμοί δεν ήταν πάντοτε αποτελεσματικοί ούτε η ιδιωτική συμμετοχή συνεπάγεται αυτομάτως κακή διαχείριση. Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού: στην ιδέα ότι η ιδιοκτησία και ο έλεγχος μιας στρατηγικής υποδομής είναι αδιάφορα ζητήματα, αρκεί να λειτουργεί το τηλέφωνο και να φτάνει το σήμα στο κινητό. Δεν είναι αδιάφορα. Και ο πόλεμος στην Ουκρανία το έκανε οδυνηρά σαφές.
Το 2022, όταν η ρωσική εισβολή απείλησε να διαλύσει τις τηλεπικοινωνιακές υποδομές της χώρας, το δορυφορικό δίκτυο Starlink της SpaceX, της εταιρείας του Έλον Μασκ, απέκτησε κρίσιμη σημασία για τις ουκρανικές επικοινωνίες. Έγινε ένα από τα μέσα με τα οποία στρατιωτικές μονάδες μπορούσαν να επικοινωνούν σε συνθήκες καταστροφής των συμβατικών δικτύων και ηλεκτρονικών παρεμβολών. Το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας αναγνώρισε τη στρατηγική σημασία των δορυφορικών επικοινωνιών και το 2023 ανακοίνωσε σχετική σύμβαση για την παροχή υπηρεσιών Starlink στην Ουκρανία.
Εδώ, όμως, αποκαλύπτεται μια αντίφαση που αφορά ολόκληρο τον σύγχρονο κόσμο: μια υπηρεσία που μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμη για την άμυνα μιας χώρας βρίσκεται υπό τον έλεγχο μιας ιδιωτικής εταιρείας.
Τον Οκτώβριο του 2026, δημοσιεύματα του Reuters ανέφεραν περιορισμούς στη λειτουργία στρατιωτικών εκδόσεων των δορυφορικών υπηρεσιών της SpaceX, οι οποίοι, σύμφωνα με Ουκρανούς αξιωματούχους, επηρέασαν αποστολές μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Οι πληροφορίες για το ποιος έλαβε τις σχετικές αποφάσεις και με ποια ακριβώς διαδικασία υπήρξαν αντικρουόμενες. Το κρίσιμο, ωστόσο, δεν εξαρτάται από την τελική απόδοση ευθύνης: η εξάρτηση από μια τεχνολογική υποδομή που δεν ελέγχεται αποκλειστικά από το κράτος μπορεί να μετατραπεί σε στρατηγική αδυναμία.
Ο Μασκ δεν χρειάζεται να είναι εκλεγμένος πρόεδρος, υπουργός Άμυνας ή αρχηγός στρατού για να επηρεάσει τις δυνατότητες επικοινωνίας ενός κράτους. Αρκεί η εταιρεία του να ελέγχει ένα δίκτυο από το οποίο εξαρτώνται κρίσιμες λειτουργίες. Η ιδιωτική επιχειρηματική απόφαση αποκτά τότε γεωπολιτική διάσταση. Η τεχνολογία παύει να είναι απλώς εμπόρευμα και γίνεται παράγοντας ισχύος. Αυτή είναι η ουσία του ουκρανικού παραδείγματος. Όχι ότι κάθε ιδιωτική εταιρεία θα χρησιμοποιήσει αναγκαστικά την ισχύ της εναντίον ενός κράτους, αλλά ότι μπορεί να διαθέτει τέτοια ισχύ χωρίς να υπόκειται στους ίδιους μηχανισμούς δημοκρατικής λογοδοσίας που δεσμεύουν μια εκλεγμένη κυβέρνηση.
Η Ελλάδα βέβαια δεν βρίσκεται σε πόλεμο όπως η Ουκρανία. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι τηλεπικοινωνίες της είναι ένα συνηθισμένο εμπορικό προϊόν. Σε μια χώρα με εκτεταμένα θαλάσσια σύνορα, νησιά, κρίσιμες υποδομές, σεισμούς, πυρκαγιές και γεωπολιτικές εντάσεις, τα δίκτυα επικοινωνίας αποτελούν μέρος της εθνικής ασφάλειας. Από αυτά εξαρτώνται η λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, η πολιτική προστασία, η ενημέρωση, η οικονομία και ο συντονισμός των υπηρεσιών σε μια κρίση. Η ανθεκτικότητά τους δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως επιχειρηματικός δείκτης.
Γιατί οι τηλεπικοινωνίες δεν πουλούν μόνο λεπτά ομιλίας και δεδομένα. Διαχειρίζονται ένα βασικό νευρικό σύστημα της κοινωνίας. Από εκεί περνούν η άμυνα, η εργασία, η εκπαίδευση, η ενημέρωση, οι συναλλαγές, ακόμη και οι σχέσεις των ανθρώπων. Το δίκτυο μπορεί να έχει ιδιοκτήτη, αλλά η κοινωνική του χρησιμότητα ξεπερνά τα όρια της μετοχικής του σύνθεσης.
Το μέγαρο της Κηφισίας, λοιπόν, δεν χρειάζεται να μας προκαλεί νοσταλγία για τις εποχές των τηλεφωνικών θαλάμων ούτε να μας εντυπωσιάζει με το καινούργιο του χρώμα. Χρειάζεται να μας θυμίζει μια απλή ερώτηση: σε ποιον ανήκουν οι υποδομές που κάνουν δυνατή τη ζωή μας και με ποια κριτήρια αξιολογούμε όσους τις διαχειρίζονται;
Ο ΟΤΕ βάφτηκε ροζ. Η ιστορία του, όμως, δεν βάφεται τόσο εύκολα. Κάτω από το ματζέντα παραμένουν οι αποφάσεις για την ιδιοκτησία, οι αλλαγές στον έλεγχο, οι εργαζόμενοι, οι συνδρομητές και μια κοινωνία που εξακολουθεί να χρειάζεται επικοινωνία, ανεξάρτητα από το χρώμα του λογοτύπου.
Γιατί τα χρώματα αλλάζουν με μια απόφαση του διοικητικού συμβουλίου. Το ποιος έχει την εξουσία να αποφασίζει για τις ανάγκες μιας κοινωνίας είναι πολύ σοβαρότερο ζήτημα από μια αλλαγή επιγραφής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου