«Ο Τελευταίος των Μοϊκανών» (1992): Το επικό ιστορικό αριστούργημα του Μάικλ Μαν που έγραψε ιστορία.
Όταν το 1826 ο Αμερικανός συγγραφέας Τζέιμς Φένιμορ Κούπερ κυκλοφόρησε το ιστορικό μυθιστόρημα «Ο Τελευταίος των Μοϊκανών», ίσως να μην φανταζόταν ότι η φράση αυτή θα γινόταν διαχρονικό σύμβολο για τον τελευταίο επιζώντα μιας ομάδας, μιας ιδέας ή μιας εποχής. Αν και το βιβλίο αγαπήθηκε από γενιές, ήταν η κινηματογραφική μεταφορά του 1992, σε σκηνοθεσία του Μάικλ Μαν, που απογείωσε τον μύθο και χάρισε στο παγκόσμιο σινεμά ένα από τα πιο ατμοσφαιρικά και συγκλονιστικά έπη όλων των εποχών. Ωστόσο, όσοι έχουν διαβάσει το πρωτότυπο έργο γνωρίζουν ότι η ταινία δεν είναι μια απλή μεταφορά, αλλά μια ριζική επανεκτέλεση με τεράστιες ανατροπές στην πλοκή και τους έρωτες των ηρώων.
🎬 Η σκηνοθετική ιδιοφυΐα και ένα θρυλικό cast.
Ο Μάικλ Μαν παρέδωσε μια ταινία γεμάτη ένταση, δίνοντας εμμονική προσοχή στην ιστορική ακρίβεια των ενδυμασιών, των τοπίων και των όπλων. Για να ζωντανέψει το όραμά του, επιστράτευσε ένα κορυφαίο καστ:
•Ντάνιελ Ντέι-Λιούις (Χόκαϊ/Ναθάνιελ): Γνωστός για την ακραία μέθοδο υποκριτικής του, έμαθε να επιβιώνει στη φύση, να κυνηγά και να χειρίζεται παραδοσιακά όπλα, παραμένοντας στον ρόλο του καθ’ όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων.
•Μαντλίν Στόου (Κόρα Μονρό): Έδωσε μια συγκλονιστική ερμηνεία, προσφέροντας συναισθηματικό βάθος στην αριστοκράτισσα που απαρνείται την παλιά της ζωή για έναν μεγάλο έρωτα.
•Γουές Στούτι (Μάγκου): Ενσάρκωσε έναν από τους πιο τρομακτικούς, αλλά ταυτόχρονα πολυδιάστατους και πληγωμένους «κακούς» της μεγάλης οθόνης.
Τα μαγευτικά δάση της Βόρειας Καρολίνας μεταμορφώθηκαν στο τέλειο σκηνικό για τη Νέα Υόρκη του 18ου αιώνα, ενώ η ταινία δικαιώθηκε πανηγυρικά στα ταμεία και κατέκτησε το Όσκαρ Καλύτερου Ήχου.
🎶 Ένα Soundtrack-Μύθος: Η μουσική που συγκλόνισε τον Κόσμο!
Είναι αδύνατον να μιλήσει κανείς για τον «Τελευταίο των Μοϊκανών» χωρίς να του έρθει στο μυαλό η ανατριχιαστική, επική μουσική του. Το soundtrack της ταινίας θεωρείται ένα από τα κορυφαία στην ιστορία του κινηματογράφου, έχοντας αποκτήσει αυτόνομη, μυθική υπόσταση.
Η δημιουργία του, ωστόσο, πέρασε από σαράντα κύματα. Αρχικά, ο Μάικλ Μαν ανέθεσε τη σύνθεση στον Τρέβορ Τζόουνς. Κατά τη διάρκεια του μοντάζ, ο σκηνοθέτης αποφάσισε να αλλάξει την κατεύθυνση της ταινίας, γεγονός που απαιτούσε νέα μουσικά θέματα. Λόγω πίεσης χρόνου, ο Τζόουνς δεν μπορούσε να ολοκληρώσει μόνος του το έργο, και έτσι επιστρατεύτηκε ο Ράντι Έντελμαν. Παρά τη συνεργασία δύο διαφορετικών συνθετών -κάτι που συνήθως στερεί τη συνοχή- το αποτέλεσμα ήταν ένα απόλυτο αριστούργημα, όπου το ορχηστρικό πάθος του Τζόουνς έδεσε ιδανικά με τις πιο μελωδικές, ηλεκτρονικές πινελιές του Έντελμαν.
Το κεντρικό μουσικό θέμα («The Kiss»), βασισμένο στη μελωδία «The Gael» του Σκωτσέζου τραγουδοποιού Dougie MacLean, ντύνει τις πιο έντονες σκηνές δράσης και συναισθήματος, ενώ το εμβληματικό τραγούδι «I Will Find You» από το κέλτικο συγκρότημα Clannad απογείωσε την απόκοσμη, άγρια ομορφιά της ταινίας. Η μουσική δεν ήταν απλώς ένα «χαλί» για τις εικόνες, αλλά ο συναισθηματικός οδηγός που έκανε το κοινό να δακρύσει και να ανατριχιάσει.
📽 Η Πλοκή: έρωτας και πόλεμος στην Άγρια Φύση.
Η ιστορία μάς μεταφέρει στο 1757, στην καρδιά του Γαλλοϊνδιανικού Πολέμου. Οι Βρετανοί και οι Γάλλοι συγκρούονται για την κυριαρχία των αποικιών, παρασύροντας στη δίνη του πολέμου και τις γηγενείς φυλές των Ινδιάνων.
Μέσα σε αυτό το χάος ζει ο Χόκαϊ, ένας λευκός άνδρας που υιοθετήθηκε από τον Τσίνγκατσκουγκ, αρχηγό της φυλής των Μοϊκανών, και μεγάλωσε σαν αδελφός με τον γιο του, Ούνκας. Η μοίρα τους αλλάζει όταν διασώζουν από μια αιματηρή ενέδρα τις κόρες του Βρετανού Συνταγματάρχη Μονρό, την Κόρα και την Άλις, τις οποίες είχε παγιδεύσει ο διψασμένος για εκδίκηση Ινδιάνος Μάγκου.
Καθώς ο Χόκαϊ και οι Μοϊκανοί οδηγούν τα κορίτσια στο πολιορκημένο Οχυρό Γουίλιαμ Χένρι, ένας έντονος έρωτας γεννιέται ανάμεσα στον Χόκαϊ και την Κόρα. Όταν το οχυρό πέφτει στα χέρια των Γάλλων, συμφωνείται η ειρηνική αποχώρηση των Βρετανών. Ωστόσο, ο Μάγκου παραβιάζει τη συμφωνία και εξαπολύει μια άγρια σφαγή, σκοτώνοντας τον Συνταγματάρχη Μονρό και αιχμαλωτίζοντας τις κόρες του.
Η καταδίωξη που ακολουθεί στα βουνά οδηγεί σε μία από τις πιο συγκλονιστικές και βουβές σεκάνς στην ιστορία του κινηματογράφου, όπου ο ήχος της φύσης και η μουσική υπόκρουση αντικαθιστούν πλήρως τους διαλόγους. Στην τελική αναμέτρηση στα βράχια, οι απώλειες είναι συντριπτικές:
•Ο Ούνκας ορμά να σώσει την Άλις από τα χέρια των Χιούρον, αλλά πέφτει νεκρός από το μαχαίρι του Μάγκου.
•Η Άλις, βυθισμένη στην απόγνωση από τον θάνατο του Ούνκας, επιλέγει να πέσει στον γκρεμό παρά να ζήσει ως αιχμάλωτη.
•Ο Τσίνγκατσκουγκ, τυφλωμένος από οργή για τον χαμό του μοναχογιού του, κατατροπώνει τον Μάγκου σε μια αδυσώπητη μονομαχία μέχρι θανάτου.
Η ταινία κλείνει με μια σπαρακτική προσευχή. Ο Τσίνγκατσκουγκ, κοιτάζοντας τον ορίζοντα δίπλα στον Χόκαϊ και την Κόρα, αποχαιρετά τον γιο του στα πνεύματα των προγόνων του. Η εποχή τους έχει τελειώσει, ο κόσμος αλλάζει για πάντα, και εκείνος στέκεται πλέον εκεί, ως ο πραγματικός, τελευταίος των Μοϊκανών.
🎬 Ο τελευταίος δεν είναι ποτέ ένας.
Υπάρχουν κόσμοι που δεν πεθαίνουν επειδή εξαντλήθηκαν, αλλά επειδή κάποιος αποφάσισε πως δεν έχουν πια δικαίωμα να υπάρχουν.
Στον Τελευταίο των Μοϊκανών του Μάικλ Μαν, η ιστορία δεν γράφεται μονάχα με πυροβολισμούς, μαχαίρια και νεκρούς. Γράφεται με την αργή εξαφάνιση ενός πολιτισμού, με την αρπαγή μιας γης από ανθρώπους που έφτασαν από την άλλη άκρη του ωκεανού και με την παλιά, αμετάβλητη απάτη της εξουσίας: να βαφτίζει την κατάκτηση πολιτισμό και την αντίσταση αγριότητα.
Οι Ευρωπαίοι έφεραν μαζί τους σημαίες, βασιλιάδες, στρατούς και συμβόλαια ιδιοκτησίας για τόπους που δεν τους ανήκαν. Η γη, όμως, δεν γνώριζε βασιλιάδες. Τα δάση δεν είχαν υπογράψει παραχώρηση. Τα ποτάμια δεν αναγνώριζαν σύνορα. Κι οι άνθρωποι που ζούσαν εκεί επί γενιές δεν περίμεναν την άφιξη κανενός για να αποκτήσουν ιστορία.
Η αποικιοκρατία δεν κατακτά μόνο εδάφη. Κατακτά ονόματα, μνήμες, γλώσσες, θεούς, τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο ένας λαός αντιλαμβάνεται την ύπαρξή του. Πρώτα του παίρνει τη γη και ύστερα του εξηγεί ότι δεν ήξερε να την αξιοποιεί. Πρώτα καταστρέφει τον κόσμο του και κατόπιν τον καταγράφει σε μουσεία, σαν να πρόκειται για ένα σπάνιο είδος που εξαφανίστηκε από φυσικά αίτια.
Αυτή είναι η μεγαλύτερη υποκρισία του λεγόμενου πολιτισμένου ανθρώπου: να θεωρεί την τεχνολογική του υπεροχή απόδειξη ηθικής ανωτερότητας. Να διαθέτει καλύτερα όπλα και να συμπεραίνει πως διαθέτει καλύτερες αξίες.
Και μέσα σ' αυτό το ιστορικό έγκλημα, η φύση δεν αποτελεί απλώς το σκηνικό της τραγωδίας. Είναι ο κόσμος που χάνεται μαζί με τους ανθρώπους του. Τα απέραντα δάση, οι απόκρημνοι βράχοι, οι ποταμοί και οι σκιές των δέντρων συνθέτουν μια ελευθερία που δεν χωράει εύκολα σε στρατιωτικούς χάρτες. Η φύση δεν είναι ιδιοκτησία κανενός· είναι η προϋπόθεση της ζωής όλων. Κι όμως, ο άνθρωπος επιμένει να τη μετατρέπει σε λάφυρο, όπως μετατρέπει τους άλλους ανθρώπους σε υπηκόους.
Η προδοσία της φύσης και η εξόντωση των λαών έχουν συχνά την ίδια ρίζα: την πεποίθηση ότι ό,τι δεν μας ανήκει δικαιούμαστε να το κατακτήσουμε.
Ο Χόκαϊ, ο λευκός άνδρας που μεγάλωσε ανάμεσα στους Μοϊκανούς, βρίσκεται ακριβώς στο μεταίχμιο δύο κόσμων. Δεν χρειάζεται να αρνηθεί την καταγωγή του για να αποδείξει την αφοσίωσή του. Η ταυτότητά του δεν είναι ένα βιολογικό πεπρωμένο, αλλά μια σχέση με τους ανθρώπους που τον μεγάλωσαν, με τη γη που έμαθε να διασχίζει, με έναν τρόπο ζωής που δεν υπακούει στις διαταγές των αυτοκρατοριών. Η ύπαρξή του αμφισβητεί μια από τις παλαιότερες ανθρώπινες προκαταλήψεις: ότι το αίμα καθορίζει την ηθική και η καταγωγή την αλήθεια.
Ο έρωτας του Χόκαϊ και της Κόρα γεννιέται σε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι χωρίζονται από στολές, φυλές, κοινωνικές τάξεις και ιστορικές συγκυρίες. Εκείνη προέρχεται από έναν κόσμο προνομίων και στρατιωτικής ιεραρχίας· εκείνος ανήκει στην ελευθερία της άγριας φύσης. Η συνάντησή τους δεν είναι απλώς μια ρομαντική παρένθεση μέσα στον πόλεμο. Είναι η δυνατότητα να αναγνωρίσει ο ένας στον άλλον έναν άνθρωπο πέρα από τις κατηγορίες που του έχουν επιβάλει.
Ο έρωτας δεν σταματά τα κανόνια. Δεν ανατρέπει αυτοκρατορίες ούτε ανασταίνει τους νεκρούς. Μπορεί, όμως, να αποκαλύψει πόσο αυθαίρετα είναι τα σύνορα που οι άνθρωποι υπερασπίζονται με τόσο αίμα. Εκεί όπου η πολιτική κατασκευάζει εχθρούς, η επιθυμία ανακαλύπτει πρόσωπα.
Αυτό δεν κάνει τον έρωτα ισχυρότερο από την Ιστορία. Τον κάνει, ίσως, πιο τραγικό: επειδή επιμένει να γεννιέται ακόμη κι όταν οι συνθήκες έχουν ήδη αποφασίσει εναντίον του.
Και η Ιστορία συνεχίζει τη δουλειά της.
Ο θάνατος του Ούνκας δεν είναι μόνο η απώλεια ενός γιου. Είναι η διακοπή μιας αλυσίδας μνήμης, η σιωπή μιας μελλοντικής γενιάς που δεν θα υπάρξει. Ο Τσίνγκατσκουγκ δεν χάνει απλώς το παιδί του· βλέπει μαζί του να απομακρύνεται ολόκληρο το αύριο του λαού του. Η θλίψη του έχει κάτι που ξεπερνά την προσωπική οδύνη: είναι το πένθος ενός ανθρώπου που επιβιώνει από τον κόσμο στον οποίο ανήκει.
Εδώ βρίσκεται η αληθινή τραγωδία του τελευταίου Μοϊκανού. Δεν είναι ότι έμεινε μόνος. Είναι ότι ο κόσμος που μπορούσε να καταλάβει τη μοναξιά του έχει σχεδόν εξαφανιστεί.
Ο τελευταίος δεν είναι ποτέ ένας. Πίσω του υπάρχουν γενιές ανθρώπων, τρόποι ζωής, ιστορίες που δεν γράφτηκαν, τραγούδια που δεν διασώθηκαν, λέξεις που δεν θα ακουστούν ξανά. Κι όταν ένας πολιτισμός εξαφανίζεται, δεν χάνεται απλώς ένα κομμάτι του παρελθόντος. Χάνεται μια διαφορετική δυνατότητα να κατοικηθεί ο κόσμος.
Ίσως γι' αυτό το φινάλε της ταινίας πονάει περισσότερο από κάθε μάχη. Ο Τσίνγκατσκουγκ στέκεται μπροστά σε έναν ορίζοντα που παραμένει απέραντος, ενώ η δική του ιστορία στενεύει μέχρι να χωρέσει μέσα στη σιωπή ενός ανθρώπου. Η φύση εξακολουθεί να υπάρχει, αδιάφορη για τις ανθρώπινες νίκες και ήττες. Τα βουνά δεν χειροκροτούν τους νικητές. Τα δέντρα δεν θρηνούν με τον τρόπο των ανθρώπων. Κι όμως, μέσα σ' αυτή τη σιωπή, ο θεατής αντιλαμβάνεται πως δεν τελειώνει μόνο μια οικογένεια. Τελειώνει ένας ολόκληρος κόσμος.
Οι αυτοκρατορίες θα συνεχίσουν να αλλάζουν ονόματα, οι σημαίες θα αντικαθιστούν η μία την άλλη και οι νικητές θα γράφουν την Ιστορία με τη βεβαιότητα εκείνων που δεν χρειάστηκε ποτέ να απολογηθούν. Οι απόγονοι των κατακτητών θα μιλούν για πρόοδο, ανάπτυξη και εθνικό μεγαλείο. Σπάνια θα αναρωτιούνται ποιος πλήρωσε το τίμημα.
Γιατί η Ιστορία έχει μια παράξενη συνήθεια: θυμάται με ακρίβεια τις ημερομηνίες των νικών και ξεχνά με αξιοθαύμαστη ευκολία τα ονόματα των ηττημένων.
Και ο τελευταίος Μοϊκανός μένει εκεί, απέναντι στον χρόνο, όχι ως απομεινάρι ενός κατώτερου κόσμου, αλλά ως μάρτυρας της βαρβαρότητας ενός πολιτισμού που πίστεψε πως μπορούσε να ονομάσει την αρπαγή πρόοδο.
Το τραγικό δεν είναι ότι ένας κόσμος χάθηκε. Είναι ότι εκείνοι που τον κατέστρεψαν εξακολουθούν να ονομάζουν τον εαυτό τους πολιτισμό.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου