13/10/26

Το Παιχνίδι: Όταν ο πλούσιος ανακαλύπτει πως είναι θνητός.

 


Υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν ότι μπορούν να αγοράσουν τα πάντα. Σπίτια, αυτοκίνητα, έργα τέχνης, ανθρώπους που θα τους χαμογελούν όταν πρέπει και υπαλλήλους που θα εκτελούν τις εντολές τους χωρίς περιττές ερωτήσεις. Έχουν τραπεζικούς λογαριασμούς, επενδύσεις, ασφάλειες και σχέδια για το μέλλον. Αυτό που δεν έχουν είναι η βεβαιότητα ότι, όταν κλείσουν την πόρτα πίσω τους, ο κόσμος θα εξακολουθήσει να υπακούει στους κανόνες τους.

Εκεί ακριβώς αρχίζει το "The Game" του Ντέιβιντ Φίντσερ, η ταινία του 1997 με πρωταγωνιστές τον Μάικλ Ντάγκλας και τον Σον Πεν. Ένα ψυχολογικό θρίλερ που ξεκινά σαν παιχνίδι για πλούσιους και καταλήγει σε μια ανελέητη εξέταση της ανθρώπινης ψευδαίσθησης ότι έχουμε τον έλεγχο της ζωής μας.

Ο Νίκολας βαν Όρτον, που υποδύεται ο Μάικλ Ντάγκλας, ένας εύπορος επενδυτικός τραπεζίτης στο Σαν Φρανσίσκο, διαθέτει σχεδόν τα πάντα. Μένει σε ένα επιβλητικό σπίτι, διαχειρίζεται τεράστια ποσά και κινείται μέσα σε έναν κόσμο όπου κάθε πρόβλημα μοιάζει να έχει την τιμή του. Η ζωή του είναι τακτοποιημένη σαν ισολογισμός: έσοδα, έξοδα, υποχρεώσεις, αποδόσεις. Μόνο που στον ισολογισμό αυτόν υπάρχει ένα έλλειμμα που δεν διορθώνεται με χρήματα. Η συναισθηματική του ζωή είναι μια έρημος.

Ο θάνατος του πατέρα του, ο οποίος αυτοκτόνησε πέφτοντας από ένα κτίριο στην ηλικία των 48 ετών, έχει αφήσει μέσα του ένα τραύμα που δεν θεραπεύτηκε ποτέ. Και τώρα ο Νίκολας πλησιάζει στην ίδια ηλικία. Τα γενέθλιά του δεν είναι απλώς μια επέτειος. Είναι μια συνάντηση με τον φόβο ότι η ζωή μπορεί να επαναλάβει την ιστορία, χωρίς να ζητήσει την άδειά του.



Ο αδελφός του, ο Κόνραντ, τον οποίο υποδύεται ο Σον Πεν, με αφορμή τα γενέθλιά του, του προσφέρει ένα ασυνήθιστο δώρο: τη δυνατότητα συμμετοχής σε ένα παιχνίδι της εταιρείας Consumer Recreation Services, της μυστηριώδους CRS. Πρόκειται για μια εμπειρία σχεδιασμένη αποκλειστικά για εκείνον. Ο Νίκολας υποβάλλεται σε εξετάσεις, συμπληρώνει ερωτηματολόγια και περνά από διαδικασίες αξιολόγησης. Τελικά, πληροφορείται ότι η αίτησή του απορρίφθηκε.

Μόνο που το παιχνίδι έχει ήδη αρχίσει.

Και το πρώτο μάθημα είναι πως κανείς δεν χρειάζεται να σου ανακοινώσει ότι έχασες τον έλεγχο. Αρκεί να αρχίσει να τον αφαιρεί.

Μια κούκλα κλόουν εμφανίζεται στην αυλή του. Παράξενα μηνύματα εισβάλλουν στην καθημερινότητά του. Ένα τηλεοπτικό πρόσωπο μοιάζει να απευθύνεται προσωπικά σε εκείνον. Μια σερβιτόρα, η Κριστίν, γίνεται μέρος μιας αλυσίδας γεγονότων που δεν μπορεί να εξηγήσει. Οι τραπεζικοί του λογαριασμοί αδειάζουν, οι θεσμοί που θεωρούσε αξιόπιστους αποδεικνύονται ανίκανοι να τον προστατεύσουν και η εμπιστοσύνη του προς τους άλλους μετατρέπεται σε καχυποψία.

Η πραγματικότητα αρχίζει να μοιάζει με κακόγουστη φάρσα. Μόνο που ο άνθρωπος που βρίσκεται στο επίκεντρό της δεν γνωρίζει αν πρέπει να γελάσει ή να τρέξει να σωθεί.

Ο Φίντσερ στήνει έναν λαβύρινθο όπου κάθε έξοδος μπορεί να είναι μια ακόμη είσοδος στην παγίδα. Η ψυχρή φωτογραφία, οι σκιές, οι άδειοι χώροι και η σταδιακή επιτάχυνση του ρυθμού δεν αποτελούν απλώς αισθητικές επιλογές. Είναι η οπτική μορφή μιας συνείδησης που χάνει τα σημεία αναφοράς της. Ο θεατής δεν παρακολουθεί απλώς την παράνοια του Νίκολας. Αναγκάζεται να συμμετάσχει σ' αυτήν.

Και εδώ βρίσκεται η εξυπνάδα της ταινίας: το θύμα δεν είναι ένας φτωχός που παλεύει με τις συμφορές του. Είναι ένας άνθρωπος που έχει μάθει να αγοράζει λύσεις και ανακαλύπτει ότι υπάρχουν προβλήματα τα οποία δεν αναγνωρίζουν το χρήμα ως νόμισμα.

Ο Νίκολας έχει συνηθίσει να αξιολογεί τους ανθρώπους με όρους χρησιμότητας, αξιοπιστίας και απόδοσης. Η CRS, όμως, τον μετατρέπει σε αντικείμενο μιας διαδικασίας της οποίας αγνοεί τους όρους. Εκείνος που είχε συνηθίσει να αποφασίζει για τις κινήσεις των άλλων δεν μπορεί πλέον να αποφασίσει ούτε για την επόμενη δική του κίνηση.

Η αντιστροφή είναι σχεδόν ταξική. Ο άνθρωπος που συνήθως βρίσκεται στην πλευρά εκείνων που ελέγχουν τους όρους του παιχνιδιού αναγκάζεται να ζήσει στη θέση εκείνων που υφίστανται τις αποφάσεις των άλλων. Χάνει την πρόσβαση στα χρήματά του, την ασφάλεια του σπιτιού του, την αξιοπιστία των θεσμών και, κυρίως, την πεποίθηση ότι η κοινωνική του θέση τον καθιστά άτρωτο.



Βέβαια, η ταινία δεν προτείνει μια κοινωνική επανάσταση. Δεν καταργεί τις τράπεζες, δεν αναδιανέμει τον πλούτο, δεν αναρωτιέται ποιος πληρώνει το τίμημα όταν οι ισχυροί παίζουν με τις ζωές των άλλων. Αντίθετα, προσφέρει στον ήρωά της μια ακριβή, εξατομικευμένη εμπειρία αυτογνωσίας. Ο πλούσιος δεν χρειάζεται να αλλάξει τον κόσμο. Χρειάζεται να αλλάξει ο ίδιος.

Είναι μια ενδιαφέρουσα αντίφαση: η αποξένωση παρουσιάζεται ως προσωπικό πρόβλημα, ενώ ο κόσμος που τη γεννά παραμένει σχεδόν ανέγγιχτος. Η θεραπεία αγοράζεται από εκείνον που μπορεί να την πληρώσει. Για τους υπόλοιπους, η ανασφάλεια δεν είναι ένα οργανωμένο παιχνίδι με ημερομηνία λήξης. Είναι η καθημερινότητα.

Κι όμως, η ψυχολογική δύναμη του "The Game" βρίσκεται αλλού. Στον τρόπο με τον οποίο αναδεικνύει τον φόβο ως τον πιο αποτελεσματικό μηχανισμό απογύμνωσης του ανθρώπου. Δεν χρειάζεται να του αφαιρέσεις πραγματικά τα πάντα. Αρκεί να τον πείσεις ότι μπορεί να τα χάσει.

Ο Νίκολας αρχίζει να αμφιβάλλει για όλους, ακόμη και για τον ίδιο του τον εαυτό. Η λογική του, που λειτουργούσε άψογα στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές, αδυνατεί να ερμηνεύσει μια πραγματικότητα όπου τα δεδομένα είναι ασταθή και κάθε εξήγηση μπορεί να αποδειχθεί ψέμα. Όσο περισσότερο προσπαθεί να ανακτήσει τον έλεγχο, τόσο περισσότερο βυθίζεται στο χάος.

Κάποια στιγμή, η απειλή γίνεται σχεδόν κυριολεκτική. Ο Νίκολας βρίσκεται ναρκωμένος και θαμμένος ζωντανός σε ένα νεκροταφείο στο Μεξικό. Η οικονομική του παντοδυναμία έχει καταντήσει άχρηστη. Δεν υπάρχει τραπεζικός λογαριασμός που να ανοίγει τον τάφο, ούτε κοινωνικό αξίωμα που να εξασφαλίζει οξυγόνο. Υπάρχει μόνο ένα σώμα που θέλει να ζήσει.

Κι αυτό είναι ίσως το πιο σκληρό σημείο της ταινίας: ο άνθρωπος που είχε μετατρέψει τη ζωή σε διαχείριση περιουσίας ανακαλύπτει ότι η επιβίωση προηγείται κάθε λογιστικής.

Η επιστροφή του στο Σαν Φρανσίσκο δεν σημαίνει λύτρωση. Είναι η αρχή μιας τελικής αναμέτρησης. Διψασμένος για εκδίκηση, εισβάλλει στα γραφεία της CRS και καταλήγει σε μια ταράτσα. Όταν μια πόρτα ανοίγει ξαφνικά, πυροβολεί και σκοτώνει, όπως πιστεύει, τον αδελφό του. Ο Κόνραντ κρατούσε σαμπάνια, όχι όπλο. Ο Νίκολας, συντετριμμένος από την πεποίθηση ότι έχει γίνει δολοφόνος, πηδά στο κενό.

Και τότε έρχεται η μεγάλη ανατροπή.

Προσγειώνεται σε ένα προστατευτικό αερόστρωμα, μέσα σε μια αίθουσα γεμάτη φίλους, συνεργάτες και ανθρώπους που συμμετείχαν στην οργάνωση της δοκιμασίας. Ο Κόνραντ είναι ζωντανός. Ο θάνατος ήταν σκηνοθετημένος, όπως και η πτώση. Η CRS είχε σχεδιάσει μια ακραία εμπειρία με στόχο να ανατρέψει την ψυχική ισορροπία του Νίκολας και να τον αναγκάσει να επανεκτιμήσει τη ζωή του.




Η ταινία μάς ζητά να δεχτούμε ότι ο ήρωας μπορεί τώρα να αρχίσει από την αρχή. Ότι, αφού βρέθηκε στο χείλος του θανάτου, θα μπορέσει να ξαναβρεί τη χαρά, την εμπιστοσύνη και την ανθρώπινη επαφή. Ότι η εμπειρία του τρόμου μπορεί να λειτουργήσει σαν μια δεύτερη γέννηση.

Εδώ, ωστόσο, γεννιέται και το πιο άβολο ερώτημα: μπορεί η ψυχή να θεραπευτεί με μια οργανωμένη επίθεση εναντίον της; Και ποιος έχει το δικαίωμα να αποφασίζει πόσος φόβος χρειάζεται ένας άνθρωπος για να ξαναβρεί τον εαυτό του;

Η CRS διαθέτει χρήματα, τεχνικά μέσα, ανθρώπους και πληροφορίες. Μπορεί να κατασκευάσει μια ολόκληρη πραγματικότητα γύρω από έναν ανυποψίαστο άνθρωπο. Η πρόθεσή της μπορεί να είναι αγαθή, αλλά η μέθοδός της βασίζεται στην εξαπάτηση, στην παραβίαση της συναίνεσης και στον πλήρη έλεγχο των συνθηκών. Η θεραπεία, εδώ, μοιάζει επικίνδυνα με εξουσία.

Και η εξουσία, ακόμη κι όταν δηλώνει ότι γνωρίζει το καλό σου, δεν παύει να είναι εξουσία.

Το "The Game" δεν είναι, επομένως, απλώς μια ταινία για έναν πλούσιο που μαθαίνει να εκτιμά τη ζωή. Είναι μια ταινία για τα όρια της βεβαιότητας, για την ευθραυστότητα της ταυτότητας και για την ανάγκη να αισθανόμαστε ότι ο κόσμος υπακούει σε μια λογική που μπορούμε να κατανοήσουμε. Ο Φίντσερ μάς θυμίζει ότι η πραγματικότητα δεν είναι πάντοτε τόσο σταθερή όσο φαίνεται και ότι η ασφάλεια συχνά στηρίζεται σε συμφωνίες που δεν γνωρίζουμε πως έχουμε αποδεχτεί.

Ίσως, τελικά, το μεγαλύτερο πρόβλημα του Νίκολας να μην ήταν τα χρήματα, αλλά η ιδέα ότι μπορούσε να ζήσει χωρίς να κινδυνεύει. Ότι θα μπορούσε να απομονωθεί από τον κόσμο, να περιορίσει τις σχέσεις του, να ελέγξει τις συγκινήσεις του και να μετατρέψει την ύπαρξη σε μια καλά οργανωμένη επιχείρηση.




Η ζωή, όμως, δεν είναι επένδυση με εγγυημένη απόδοση. Δεν προσφέρει συμβόλαιο προστασίας από τον θάνατο, την απώλεια, την αποτυχία ή τον έρωτα. Και όποιος προσπαθεί να εξαλείψει κάθε απρόβλεπτο ενδεχόμενο, καταλήγει συχνά να εξαλείφει και ό,τι κάνει τη ζωή άξια να βιωθεί.

Υπάρχει, παρ' όλα αυτά, μια λεπτομέρεια που δεν πρέπει να μας διαφύγει. Ο Νίκολας μπορεί να ξαναβρεί τη διάθεση να ζήσει, αλλά η ταινία δεν αποδεικνύει ότι όλοι οι άνθρωποι χρειάζονται ένα σοκ για να αλλάξουν. Ούτε ότι ο πόνος είναι απαραίτητος για την αυτογνωσία. Μερικές φορές, η ωριμότητα αρχίζει όταν κάποιος ακούει εγκαίρως, πριν χρειαστεί να χάσει τα πάντα.

Και τώρα η τελευταία ειρωνεία.

Ο Νίκολας νόμιζε ότι το παιχνίδι ήταν μια εξαίρεση στη ζωή του. Δεν είχε καταλάβει ότι το παιχνίδι ήταν η ίδια η ζωή, μόνο που οι περισσότεροι δεν έχουν έναν Σον Πεν να τους οργανώσει μια θεαματική πτώση με προστατευτικό αερόστρωμα από κάτω.

Οι περισσότεροι πέφτουν χωρίς πρόβα. Και, όταν χτυπήσουν, δεν τους περιμένουν φίλοι με σαμπάνιες, αλλά λογαριασμοί, νοσοκομεία, ανεργία και μια κοινωνία που τους εξηγεί ότι όφειλαν να είχαν ασφαλιστεί καλύτερα.

Το πραγματικό προνόμιο δεν είναι να μπορείς να πέσεις από έναν ουρανοξύστη και να σωθείς. Είναι να έχεις φροντίσει ώστε οι άλλοι να μην πέφτουν για να διατηρείς εσύ την άνεσή σου.

Γιατί, στο τέλος, το πιο ακριβό παιχνίδι δεν είναι εκείνο που σου οργανώνουν για να ανακαλύψεις ξανά τη ζωή.

Είναι εκείνο που παίζεται καθημερινά γύρω σου, χωρίς να αναγράφονται οι κανόνες, χωρίς να αποκαλύπτονται οι διοργανωτές και χωρίς να σου εγγυάται κανείς ότι θα υπάρχει αερόστρωμα όταν έρθει η σειρά σου.





Δεν υπάρχουν σχόλια: