Στη βόρεια πλευρά της Πεντέλης, μακριά από τον θόρυβο της καθημερινότητας, υπάρχει ένας τόπος που αναγκάζει την Ιστορία να χαμηλώσει τη φωνή της. Το Γερμανικό Στρατιωτικό Νεκροταφείο Διονύσου – Ραπεντόζης. Εδώ αναπαύονται 9.973 Γερμανοί στρατιώτες, οι περισσότεροι νεκροί του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μεταφερμένοι από διαφορετικές περιοχές της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας. Το νεκροταφείο εγκαινιάστηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1975 και εκτείνεται σε μια περιφραγμένη έκταση τεσσάρων εκταρίων. Οι νεκροί του δεν βρίσκονται σε χιλιάδες ατομικούς τάφους, αλλά σε δώδεκα υπόγειες κρύπτες, ενώ τα ονόματα των ταυτοποιημένων στρατιωτών είναι χαραγμένα σε φυσικές πέτρινες πλάκες. Για εκατοντάδες άλλους, των οποίων τα οστά δεν βρέθηκαν ποτέ, υπάρχουν αναθηματικές στήλες.
Πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν άνθρωποι που δεν γνωρίζουμε, οικογένειες που περίμεναν, μητέρες που γέρασαν κοιτάζοντας έναν δρόμο, παιδιά που μεγάλωσαν με τη φωτογραφία ενός απόντος. Υπάρχει, όμως, και ένα ερώτημα που προηγείται της συγκίνησης και δεν επιτρέπεται να θαφτεί κάτω από τις πέτρινες πλάκες: τι δουλειά είχαν εδώ;
Δεν ήρθαν ως περιηγητές, ούτε ως φιλέλληνες που αναζητούσαν τον ήλιο της Αττικής και τα μάρμαρα της αρχαιότητας. Η ναζιστική Γερμανία εισέβαλε στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941, αφού είχε ήδη εξαπολύσει τον πόλεμο στην Ευρώπη. Η Ελλάδα, που από τον Οκτώβριο του 1940 αντιστεκόταν στην ιταλική εισβολή, βρέθηκε κάτω από γερμανική, ιταλική και βουλγαρική κατοχή. Οι Γερμανοί ήρθαν ως κατακτητές, για να επιβάλουν τη στρατιωτική κυριαρχία του ναζιστικού καθεστώτος, να ελέγξουν στρατηγικά εδάφη και να εντάξουν τη χώρα στη μηχανή του πολέμου τους.
Και η κατοχή δεν ήταν μια αφηρημένη στρατιωτική παρουσία πάνω σε έναν χάρτη. Ήταν πείνα, εκτελέσεις, αντίποινα, ολοκαυτώματα χωριών, λεηλασία του πλούτου και καταστροφή της ζωής. Ήταν τα Καλάβρυτα, το Δίστομο, η Κάνδανος, το Κομμένο και δεκάδες ακόμη τόποι που πλήρωσαν με αίμα την αντίσταση και την ίδια τους την ύπαρξη. Ήταν ένας λαός που έμαθε να θάβει τους δικούς του, ενώ άλλοι αποφάσιζαν από μακριά πόσο κόστιζε μια ανθρώπινη ζωή.
Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να ξεχνά ποιος ήρθε ως κατακτητής και ποιος βρέθηκε κάτω από τις μπότες του. Δεν έχει, όμως, ούτε την ανάγκη να παραχαράσσει την Ιστορία για να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη της. Δεν ήταν όλοι οι Γερμανοί στρατιώτες ίδιοι. Άλλοι συμμετείχαν ενεργά στα εγκλήματα, άλλοι υπηρέτησαν έναν εγκληματικό μηχανισμό, άλλοι ενδεχομένως βρέθηκαν στον πόλεμο χωρίς να έχουν επιλέξει τη διαδρομή τους. Η ατομική ευθύνη δεν μπορεί να αποδοθεί συλλήβδην σε κάθε νεκρό. Ούτε, όμως, η προσωπική μοίρα ενός στρατιώτη μπορεί να σβήσει τον χαρακτήρα της στρατιωτικής επιχείρησης στην οποία συμμετείχε.
Ο νεκρός δεν είναι αθώος επειδή πέθανε, αλλά ούτε ένοχος επειδή γεννήθηκε Γερμανός. Η ευθύνη δεν κληρονομείται από το αίμα ούτε εξαφανίζεται μέσα στο χώμα. Ανήκει στις πράξεις, στις αποφάσεις, στις ιδεολογίες και στις εξουσίες που έστειλαν εκατομμύρια ανθρώπους να σκοτώσουν και να σκοτωθούν για τη δόξα κρατών που εξακολουθούν να υμνούν τους πολέμους τους με μνημεία και σημαίες.
Κι εδώ βρίσκεται η δύσκολη αλήθεια αυτού του τόπου: η φροντίδα των νεκρών είναι ανθρώπινο καθήκον, αλλά δεν αποτελεί συγχωροχάρτι για τις πράξεις των ζωντανών. Το να αναγνωρίζεις την ανθρώπινη υπόσταση ενός νεκρού στρατιώτη δεν σημαίνει ότι εξισώνεις τον κατακτητή με τον κατακτημένο. Η συμπόνια δεν απαιτεί ιστορική αμνησία, όπως και η ιστορική δικαιοσύνη δεν απαιτεί την άρνηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Η πέτρα δεν κάνει διακρίσεις. Οι άνθρωποι τις κάνουν. Οι κυβερνήσεις χαράζουν σύνορα, οι στρατηγοί σχεδιάζουν εκστρατείες, οι ιδεολογίες κατασκευάζουν εχθρούς και οι πατρίδες απαιτούν θυσίες. Ύστερα, όταν τελειώσει η σφαγή, έρχονται οι αρχιτέκτονες, οι επιγραφές και τα στεφάνια για να τακτοποιήσουν αισθητικά όσα η πολιτική άφησε πίσω της.
Και η Ιστορία δεν τελειώνει με την ταφή των στρατιωτών. Η Ελλάδα εξακολουθεί να κουβαλά τις πληγές της Κατοχής, τις κατεστραμμένες κοινότητες, τις εκτελέσεις και το ζήτημα των γερμανικών πολεμικών επανορθώσεων. Οι ελληνικές διεκδικήσεις παραμένουν ενεργές, ενώ η γερμανική πλευρά θεωρεί το ζήτημα νομικά κλειστό. Έτσι, δίπλα στη φροντίδα των νεκρών παραμένει ανοιχτό το ερώτημα της δικαιοσύνης για τους ζωντανούς και τους απογόνους των θυμάτων.
Δεν υπάρχει αντίφαση στο να προστατεύεις ένα στρατιωτικό νεκροταφείο και να απαιτείς δικαιοσύνη για τα εγκλήματα της κατοχής. Η αντίφαση γεννιέται όταν η μνήμη των στρατιωτών αποκτά πέτρα, περίφραξη και τελετές, ενώ η μνήμη των θυμάτων αντιμετωπίζεται ως διπλωματική εκκρεμότητα ή ενοχλητική υποσημείωση.
Δεν χρειάζεται να εξωραΐσουμε τον γερμανικό μιλιταρισμό ούτε να εξισώσουμε τον κατακτητή με τον κατακτημένο για να σταθούμε μπροστά σε αυτό το νεκροταφείο με ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η μνήμη των νεκρών δεν ακυρώνει τη μνήμη των θυμάτων τους. Αντίθετα, την υποχρεώνει να γίνει βαθύτερη, πιο απαιτητική, λιγότερο διαθέσιμη στους εθνικούς μύθους.
Γιατί το πραγματικό αντίθετο του πολέμου δεν είναι η ειρήνη που υπογράφουν οι στρατηγοί. Είναι ένας κόσμος όπου κανένας άνθρωπος δεν θεωρείται αναλώσιμος για τα συμφέροντα κανενός κράτους.
Στη Ραπεντόζα, η Πεντέλη στέκει σιωπηλή πάνω από τους νεκρούς. Δεν απονέμει παράσημα, δεν γράφει ανακοινωθέντα, δεν ξεχωρίζει νικητές και ηττημένους. Μόνο που η φύση έχει μια αδιαφορία που η Ιστορία δεν δικαιούται να αντιγράψει.
Οι νεκροί δεν μπορούν πια να αλλάξουν τον κόσμο. Το μόνο που μπορούν είναι να μας θυμίζουν πόσο εύκολα ο κόσμος αλλάζει τους ανθρώπους σε νεκρούς.





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου