Η περιβόητη Πορεία προς τη Ρώμη, στις 28 Οκτωβρίου 1922, άνοιξε τον δρόμο για την εξουσία στον Μπενίτο Μουσολίνι. Δεν ήταν, όμως, έργο μόνο των μελανοχιτώνων. Τον φασισμό τον εξέθρεψαν οι οικονομικές ελίτ που φοβούνταν την εργατική διεκδίκηση, οι συντηρητικοί πολιτικοί που τον θεώρησαν ανάχωμα στην Αριστερά και μια μοναρχία που προτίμησε να του παραδώσει την κυβέρνηση αντί να τον σταματήσει. Ο βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ΄ αρνήθηκε να κηρύξει στρατιωτικό νόμο ώστε να προστατεύσει την Ρώμη και ανέθεσε στον Μουσολίνι τον σχηματισμό κυβέρνησης. Οι ισχυροί πίστεψαν πως θα χρησιμοποιούσαν τον φασισμό. Τελικά, ο φασισμός χρησιμοποίησε το κράτος για να εδραιωθεί.
Στην πορεία του, ο Ντούτσε βρήκε και θεσμικούς συμμάχους. Οι Συνθήκες του Λατερανού, το 1929, αποκατέστησαν τις σχέσεις με το Βατικανό και πρόσφεραν στο καθεστώς σημαντική πολιτική νομιμοποίηση. Οι συμβιβασμοί με τον αυταρχισμό σπάνια παρουσιάζονται ως συνενοχή. Συνήθως βαφτίζονται πολιτικός ρεαλισμός.
Δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, στις 28 Οκτωβρίου 1940, ο Μουσολίνι έστειλε το τελεσίγραφο στην Ελλάδα. Απέναντί του βρέθηκε ο Ιωάννης Μεταξάς, ένας άλλος δικτάτορας, που είχε καταλύσει τις πολιτικές ελευθερίες και είχε εγκαθιδρύσει το δικό του αυταρχικό καθεστώς. Η ιστορική ειρωνεία είναι προφανής: ο φασίστας της Ρώμης συγκρούστηκε με τον δικτάτορα της Αθήνας. Όμως το «Όχι» δεν ανήκει στην προσωπική δόξα του Μεταξά. Το βάρος του πολέμου και της αντίστασης το σήκωσε ο ελληνικός λαός.
Οι δύο 28ες Οκτωβρίου δεν θυμίζουν μόνο την άνοδο και την πολεμική επιθετικότητα του φασισμού. Θυμίζουν και εκείνους που τον ανέδειξαν, τον υπέθαλψαν και πίστεψαν πως μπορούσαν να τον ελέγξουν.
Οι δικτάτορες δεν ανεβαίνουν πάντοτε στην εξουσία πολεμώντας όλους τους θεσμούς. Τις περισσότερες φορές ανεβαίνουν με τη βοήθεια εκείνων που πιστεύουν ότι μπορούν να συνεννοηθούν μαζί τους.
Το πραγματικό δίδαγμα δεν βρίσκεται στην υποτιθέμενη σύγκρουση Θεού και Διαβόλου, Καλού και Κακού, αλλά στην ανθρώπινη ευθύνη. Στους ανθρώπους και στους θεσμούς που κάνουν επιλογές, στους συμβιβασμούς που αποκτούν πολιτικό κόστος και στις ελευθερίες που χάνονται όταν η ισχύς γίνεται σημαντικότερη από την αξιοπρέπεια. Γιατί η Ιστορία δεν γράφεται μόνο από εκείνους που κρατούν τα όπλα. Γράφεται κι από εκείνους που τους τα δίνουν, από εκείνους που τους ανοίγουν τις πόρτες και από εκείνους που, βλέποντας τον κίνδυνο, προτιμούν να κοιτάξουν αλλού.
Γι’ αυτό οι δύο 28ες Οκτωβρίου δεν είναι απλώς δύο ημερομηνίες ενός σχολικού ημερολογίου. Η πρώτη μάς θυμίζει πόσο εύκολα οι δημοκρατίες υπονομεύονται όταν οι θεσμοί τους φοβούνται περισσότερο την κοινωνική αλλαγή από τον αυταρχισμό. Η δεύτερη μάς θυμίζει ότι κάποτε έρχεται η στιγμή που οι δικαιολογίες τελειώνουν και ο καθένας καλείται να διαλέξει πλευρά.
Δεν αρκεί, λοιπόν, να βρίζουμε τον Μουσολίνι εβδομήντα ή εκατό χρόνια αργότερα. Οι νεκροί δικτάτορες είναι οι ευκολότεροι εχθροί. Δεν απαντούν, δεν απειλούν, δεν ζητούν την ψήφο μας. Το δύσκολο είναι να αναγνωρίζουμε τους μηχανισμούς που τους γεννούν: τον φόβο, την κοινωνική ανισότητα, την περιφρόνηση της δημοκρατίας, την υποταγή των θεσμών στο συμφέρον και την αιώνια δικαιολογία ότι «έτσι είναι τα πράγματα».
Οι επέτειοι περνούν. Οι σημαίες διπλώνονται. Οι εξέδρες αδειάζουν. Κι εκεί, έξω από τις παρελάσεις, αρχίζει η πραγματική δοκιμασία της μνήμης. Γιατί η Ιστορία δεν ζητά να πιστέψουμε σε κανέναν "σωτήρα". Μας ζητά να εξετάζουμε ποιος ωφελείται από τη σωτηρία που υπόσχεται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου