Παιδιά της Σαμαρίνας: Όταν ο δρόμος προς τον θάνατο γίνεται τραγούδι.
Η ταινία «Έξοδος 1826» του Βασίλη Τσικάρα και η μνήμη των Σαμαριναίων που έφτασαν στο πολιορκημένο Μεσολόγγι.
Υπάρχουν ιστορίες που δεν τελειώνουν όταν σιγήσουν τα όπλα. Συνεχίζουν να περπατούν μέσα στους αιώνες, αλλάζουν στόματα, γίνονται τραγούδια και επιστρέφουν κάθε φορά που ένας λαός αναζητά τις στιγμές εκείνες που αποκαλύπτουν τι μπορεί να σημαίνει η λέξη ελευθερία. Μια τέτοια ιστορία αφηγείται η ελληνική ταινία «Έξοδος 1826» του Βασίλη Τσικάρα, που κυκλοφόρησε το 2017, αντλώντας την έμπνευσή της από την παράδοση των Παιδιών της Σαμαρίνας.
Στον πυρήνα της βρίσκεται μια πορεία προς το πολιορκημένο Μεσολόγγι, μια διαδρομή που δεν μετριέται μόνο σε χιλιόμετρα και ημέρες, αλλά και στην απόσταση που χωρίζει την αγάπη για τη ζωή από την απόφαση να τη διακινδυνεύσεις για κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό σου.
🌲 Από τα βουνά της Πίνδου στο Μεσολόγγι.
Τον Απρίλιο του 1826, το Μεσολόγγι βρίσκεται στο τέλος μιας μακράς και εξαντλητικής πολιορκίας. Οι πολιορκημένοι υποφέρουν από την πείνα, τις ασθένειες και την έλλειψη πολεμοφοδίων. Η πόλη, που έχει γίνει σύμβολο της Ελληνικής Επανάστασης, ετοιμάζεται για την πιο τραγική και ηρωική στιγμή της ιστορίας της.
Η Έξοδος πραγματοποιείται τη νύχτα της 10ης προς την 11η Απριλίου 1826, με το παλαιό ημερολόγιο. Χιλιάδες πολιορκημένοι, μαχητές και άμαχοι, επιχειρούν να διασπάσουν τον κλοιό των οθωμανικών και αιγυπτιακών στρατευμάτων. Το σχέδιο καταλήγει σε σφαγή, ενώ πολλοί από όσους δεν σκοτώνονται αιχμαλωτίζονται. Η θυσία του Μεσολογγίου, ωστόσο, συγκλονίζει την Ευρώπη και ενισχύει το φιλελληνικό κίνημα.
Μέσα σε αυτή την ιστορική πραγματικότητα τοποθετείται η αφήγηση της «Εξόδου 1826». Η ταινία παρακολουθεί μια ομάδα ορεινών ανδρών από τη Σαμαρίνα των Γρεβενών και τα γύρω χωριά, οι οποίοι, σύμφωνα με την παράδοση που ενέπνευσε το έργο, αφήνουν πίσω τις οικογένειες και τον τόπο τους για να προσφέρουν βοήθεια στους πολιορκημένους.
Δεν είναι επαγγελματίες στρατιώτες που κινούνται σε έναν κόσμο βεβαιότητας. Είναι άνθρωποι της υπαίθρου, κτηνοτρόφοι και πολεμιστές, δεμένοι με τη γη, τις οικογένειες και τις κοινότητές τους. Ξέρουν τι σημαίνει να περνάς τον χειμώνα μέσα στα βουνά, να μετράς το ψωμί και να ακούς τον άνεμο να χτυπά την πόρτα. Κι όμως, επιλέγουν να φύγουν.
Ο καπετάνιος Μίχος Φλώρος συγκεντρώνει, σύμφωνα με την παράδοση που αναπαριστά η ταινία, περίπου 120 άνδρες. Αρχίζει έτσι μια επικίνδυνη πορεία μέσα από τα δύσβατα μονοπάτια της Πίνδου, με προορισμό το Μεσολόγγι. Το ταξίδι, όπως παρουσιάζεται στην κινηματογραφική αφήγηση, διαρκεί δέκα ημέρες. Το κρύο, η πείνα, οι κακουχίες και ο φόβος των εχθρικών περιπόλων συνοδεύουν κάθε βήμα.
Όσο πλησιάζουν στον προορισμό τους, τόσο πιο κοντά βρίσκονται σε μια πιθανότητα που κανείς δεν θέλει να ομολογήσει: μπορεί να μη γυρίσουν ποτέ.
Κι εδώ βρίσκεται η ανθρώπινη διάσταση της ιστορίας. Το ηρωικό δεν είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν φοβούνται. Είναι ότι φοβούνται, έχουν πρόσωπα αγαπημένα να θυμηθούν, σπίτια στα οποία θα ήθελαν να επιστρέψουν, κι όμως συνεχίζουν να βαδίζουν.
📽 Η ταινία και το βάρος της μνήμης.
Ο Βασίλης Τσικάρας, με σενάριο και σκηνοθεσία δικά του, επιχείρησε να ανασυνθέσει αυτή την ιστορία μέσα από μια ανεξάρτητη ελληνική κινηματογραφική παραγωγή. Η ταινία, διάρκειας περίπου 96 λεπτών, κυκλοφόρησε στις αίθουσες το 2017, ύστερα από πολυετή έρευνα και προετοιμασία, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιευτεί για την παραγωγή της.
Η σημασία μιας τέτοιας προσπάθειας δεν βρίσκεται μόνο στην αναπαράσταση μιας μάχης ή στην αναβίωση μιας εποχής με όπλα, φορεσιές και τοπία. Βρίσκεται κυρίως στην απόπειρα να επιστρέψουν στο προσκήνιο οι άνθρωποι που βρίσκονται πίσω από τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα.
Η Ιστορία συχνά θυμάται τους στρατηγούς, τις ημερομηνίες και τις αποφάσεις. Το δημοτικό τραγούδι, αντίθετα, θυμάται τον άνθρωπο που έφυγε από το σπίτι του, τη μάνα που περίμενε, τη γυναίκα που έμεινε πίσω, το χωριό που έμαθε να ζει με την απουσία.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα στην ιστορική καταγραφή και στη λαϊκή μνήμη, η κινηματογραφική αφήγηση συναντά τη συγκίνηση.
🌲 «Παιδιά της Σαμαρίνας»: Ένα τραγούδι γεννημένο από την απώλεια.
Κι ύστερα έρχεται το τραγούδι.
«Εσείς μωρέ παιδιά κλεφτόπουλα,
Παιδιά της Σαμαρίνας,
Μωρέ παιδιά καημένα,
Παιδιά της Σαμαρίνας,
Κι ας είστε λερωμένα.
Αν πάτε πάνω μωρέ στα βουνά,
Κατά τη Σαμαρίνα,
Μωρέ παιδιά καημένα,
Κατά τη Σαμαρίνα,
Κι ας είστε λερωμένα.
Τουφέκια μωρέ να μη ρίξετε,
Τραγούδια να μη πείτε,
Μωρέ παιδιά καημένα,
Τραγούδια να μη πείτε,
Κι ας είστε λερωμένα.
Κι αν σας ρωτήσει η μαύρη η μάνα μου,
κι η δόλια η αδερφή μου,
μωρέ παιδιά καημένα,
κι η δόλια η αδερφή μου,
κι ας είστε λερωμένα.
Μην πείτε μωρέ πως εχάθηκα,
πως είμαι σκοτωμένος,
μωρέ παιδιά καημένα,
πως είμαι σκοτωμένος,
κι ας είστε λερωμένα.
Μόν’ πείτε πως μωρέ παντρεύτηκα,
τη μαύρη γη πως πήρα,
μωρέ παιδιά καημένα,
τη μαύρη γη πως πήρα,
κι ας είστε λερωμένα.
Πήρα την πλάκα ο μαύρος πεθερά,
τη μαύρη γης γυναίκα,
μωρέ παιδιά καημένα,
τη μαύρη γης γυναίκα,
κι ας είστε λερωμένα.
Κι αυτά μωρέ τα λιανολίθαρα,
αδέρφια κι αξαδέρφια,
μωρέ παιδιά καημένα,
αδέρφια κι αξαδέρφια,
κι ας είστε λερωμένα.»
Λίγες λέξεις αρκούν για να ανοίξει μια ολόκληρη ιστορία. Δεν χρειάζονται χρονολογίες και στρατιωτικές αναφορές. Αρκεί η φωνή που καλεί τα παιδιά, σαν να προσπαθεί να τα μετρήσει ένα ένα, να βεβαιωθεί πως επέστρεψαν όλα. Κι όμως, η επιστροφή είναι μισή. Από τους 120 άνδρες που συνδέει η παράδοση με την εκστρατεία, μόνο 33 φέρονται να γύρισαν στη Σαμαρίνα.
Η λαϊκή παράδοση θέλει τον καπετάνιο Μίχο Φλώρο να τραυματίζεται θανάσιμα κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου και να αφήνει στους συντρόφους του τα τελευταία του λόγια, που συνδέθηκαν με το τραγούδι. Οι επιζώντες, σύμφωνα με την ίδια αφήγηση, μετέφεραν στο χωριό τη μνήμη των νεκρών. Οι λεπτομέρειες αυτές ανήκουν στην παράδοση που συνοδεύει το δημοτικό τραγούδι και δεν είναι όλες δυνατόν να επιβεβαιωθούν ανεξάρτητα ως ιστορικά γεγονότα.
Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα πώς ακριβώς γεννήθηκε κάθε στίχος ή πότε πήρε την τελική του μορφή το τραγούδι. Η δημοτική παράδοση, άλλωστε, δεν λειτουργεί όπως ένα ιστορικό αρχείο. Διατηρεί μνήμες, τις μεταπλάθει και τις παραδίδει στις επόμενες γενιές. Το τραγούδι των Παιδιών της Σαμαρίνας είναι ακριβώς αυτό: μια λαϊκή κατάθεση μνήμης, στην οποία η ιστορία συναντά τον θρήνο.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη δύναμή του. Δεν υμνεί απλώς τους γενναίους. Θρηνεί τους απόντες.
Πίσω από τα παλικάρια υπάρχουν μανάδες που περίμεναν, γυναίκες που άκουσαν βήματα στην αυλή και παιδιά που μεγάλωσαν με μια θέση άδεια στο οικογενειακό τραπέζι. Ο ηρωισμός αποκτά ανθρώπινο πρόσωπο, γιατί το τίμημά του μετριέται σε ζωές που δεν συνεχίστηκαν.
Το τραγούδι δεν αφήνει τους νεκρούς να χαθούν μέσα στην ανωνυμία της μάχης. Τους δίνει ένα όνομα κοινό, μια πατρίδα μικρή και συγκεκριμένη, ένα χωριό που τους περιμένει. Κι από εκεί, από τη Σαμαρίνα των Γρεβενών, η μνήμη τους ταξιδεύει σε ολόκληρη την Ελλάδα.
Σύμφωνα με μία από τις αφηγήσεις που συνόδευσαν τη διάδοση του τραγουδιού, οι επιζώντες επέστρεψαν στον τόπο τους μεταφέροντας τα λόγια και τη μνήμη των συντρόφων τους. Η ιστορία αυτή, όπως και ο θρύλος ότι οι στίχοι διασώθηκαν γραμμένοι πάνω στις φουστανέλες τους, ανήκει στον πλούτο της λαϊκής παράδοσης. Δεν χρειάζεται να αντιμετωπιστεί κάθε λεπτομέρειά της ως εξακριβωμένο γεγονός για να αναγνωριστεί η δύναμη του συμβολισμού της: οι άνθρωποι που επέζησαν έγιναν οι φορείς της μνήμης εκείνων που χάθηκαν.
Το μοιρολόι, μέσα από τη συλλογική επανάληψη και τη μετάδοσή του, απέκτησε σταδιακά ευρύτερη απήχηση. Έπαψε να αφορά μόνο ένα χωριό και έγινε μέρος της ελληνικής μουσικής και ιστορικής μνήμης. Η προσωπική απώλεια μεταμορφώθηκε σε συλλογικό τραγούδι.
Στην κινηματογραφική εκδοχή της ιστορίας, η μουσική ενισχύει αυτή τη μετάβαση από το ατομικό στο συλλογικό, από τον φόβο του πολεμιστή στη μνήμη ενός ολόκληρου τόπου. Το τραγούδι δεν αποτελεί απλώς ένα μουσικό διάλειμμα. Είναι η φωνή εκείνων που δεν μπορούν πια να μιλήσουν.
📽 Από τη Σαμαρίνα σε κάθε εποχή.
Τι απομένει, τελικά, από μια τέτοια ιστορία, σχεδόν δύο αιώνες μετά;
Ίσως το ερώτημα να μην αφορά μόνο το παρελθόν. Κάθε εποχή καλείται να αναμετρηθεί με τη δική της έννοια της ελευθερίας, με όσα είναι πρόθυμη να υπερασπιστεί και με όσα επιλέγει να ξεχάσει. Οι άνθρωποι της Σαμαρίνας δεν έζησαν για να δουν την Ελλάδα που γεννήθηκε από την Επανάσταση. Δεν γνώρισαν τις μεταγενέστερες αντιφάσεις της, τις διαψεύσεις και τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις της. Έφυγαν μέσα σε μια εποχή όπου η ελευθερία δεν ήταν δεδομένο δικαίωμα, αλλά ένα επικίνδυνο αίτημα που μπορούσε να κοστίσει τη ζωή.
Η μνήμη τους, ωστόσο, δεν έχει αξία μόνο ως εθνικό κειμήλιο. Έχει αξία όταν μας θυμίζει ότι πίσω από κάθε μεγάλη λέξη βρίσκονται πραγματικοί άνθρωποι. Ότι η ελευθερία δεν είναι απλώς μια σημαία που υψώνεται στις επετείους, αλλά μια ευθύνη που συνεχίζεται και μετά τη νίκη. Και ότι κανένας αγώνας δεν δικαιώνεται ολοκληρωτικά, αν οι επόμενες γενιές κρατήσουν μόνο τον θρύλο και ξεχάσουν το ανθρώπινο τίμημά του.
Η «Έξοδος 1826» επιστρέφει σε μια λιγότερο προβεβλημένη πτυχή της Επανάστασης και αναζητά τους αφανείς ανθρώπους πίσω από τη μεγάλη αφήγηση. Η αξία της βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την προσπάθεια: να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη μια ιστορία που επιβίωσε κυρίως μέσα από το δημοτικό τραγούδι, τη συλλογική μνήμη και την τοπική παράδοση.
Η ταινία δεν χρειάζεται να υποκαταστήσει την ιστορική έρευνα ούτε να μετατρέψει κάθε στοιχείο του θρύλου σε βεβαιότητα. Αρκεί να μας κάνει να σταθούμε μπροστά σε μια απλή, δύσκολη αλήθεια: πίσω από κάθε ιστορική αναμέτρηση βρίσκονται άνθρωποι με πρόσωπα, οικογένειες και μια ζωή που θα μπορούσε να είχε συνεχιστεί διαφορετικά.
Γιατί οι λαοί δεν θυμούνται μόνο με τα βιβλία τους. Θυμούνται με τις φωνές τους, με τα τραγούδια που περνούν από στόμα σε στόμα, με τους στίχους που επιμένουν ακόμη κι όταν εκείνοι που τους πρωτοείπαν έχουν γίνει χώμα.
🎵 Όσο υπάρχει ένα τραγούδι...
Στη Σαμαρίνα, τα βουνά εξακολουθούν να στέκουν εκεί όπου στέκονταν και τότε. Ο άνεμος περνά από τις πλαγιές, οι εποχές αλλάζουν και τα χρόνια σωρεύονται πάνω στις πέτρες. Το Μεσολόγγι, μακριά από εκεί, εξακολουθεί να κουβαλά τη δική του πληγή και τη δική του δόξα.
Ανάμεσα στα δύο, ένας δρόμος που κάποτε περπάτησαν άνθρωποι με όπλα, λίγα εφόδια και την αγωνία της επιστροφής. Δεν γνωρίζουμε όλα τα ονόματά τους. Δεν μπορούμε να ανασυνθέσουμε κάθε στιγμή της πορείας τους ούτε να ξεχωρίσουμε με βεβαιότητα κάθε ιστορική λεπτομέρεια από τον θρύλο. Ξέρουμε, όμως, ότι η ιστορία τους απέκτησε μια δεύτερη ζωή μέσα από το τραγούδι.
Κι εκεί συμβαίνει κάτι παράξενο: οι νεκροί δεν επιστρέφουν, αλλά δεν χάνονται οριστικά. Κάθε φορά που κάποιος τραγουδά για τα Παιδιά της Σαμαρίνας, οι απόντες βρίσκουν ξανά τον δρόμο προς το χωριό τους. Κάθε φωνή γίνεται μια μικρή επιστροφή, μια υπόσχεση πως ο χρόνος μπορεί να σβήνει τα ίχνη των ανθρώπων, όχι όμως πάντα και τη μνήμη τους.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το βαθύτερο νόημα της ιστορίας τους. Δεν είναι ότι οι άνθρωποι μπορούν να νικήσουν τον θάνατο. Είναι ότι μπορούν να αφήσουν πίσω τους κάτι που ο θάνατος δεν καταφέρνει να σωπάσει.
Γιατί οι άνθρωποι πεθαίνουν δύο φορές: την πρώτη όταν σταματά η καρδιά τους και τη δεύτερη όταν κανείς πια δεν θυμάται το όνομά τους.
Τα Παιδιά της Σαμαρίνας, όμως, εξακολουθούν να τραγουδιούνται.
Και όσο ακούγεται εκείνο το τραγούδι, όσο μια φωνή θα το παραδίδει στην επόμενη κι όσο κάποιος θα σταματά για λίγο ό,τι κάνει για να ακούσει την ιστορία του, οι 33 που γύρισαν και οι υπόλοιποι που χάθηκαν δεν θα είναι απλώς αριθμοί μιας παλιάς μάχης.
Θα είναι οι άνθρωποι που άφησαν πίσω τους ένα τραγούδι για να τους θυμόμαστε.
Κι ίσως αυτή να είναι η μόνη επιστροφή που μπορεί να νικήσει τον χρόνο.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου