Υπάρχουν ποιήματα που γράφονται για να διαβαστούν και ποιήματα που μοιάζουν από την πρώτη στιγμή σαν να περιμένουν μια μελωδία. Τα «Ρω του Έρωτα» του Οδυσσέα Ελύτη ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία. Είναι ποίηση που δεν θέλει να μείνει στο χαρτί. Θέλει να βγει στον δρόμο, να περάσει από ένα στόμα σε ένα άλλο, να γίνει τραγούδι, να χαθεί μέσα στη φωνή των ανθρώπων και, μέσα από αυτή την απώλεια, να αποκτήσει μια δεύτερη ζωή.
Ίσως γι’ αυτό ο Ελύτης στρέφεται εδώ προς τα απλά πράγματα: τη θάλασσα, το καλοκαίρι, τον ήλιο, τα νησιά, τη νεότητα, τον έρωτα. Όχι επειδή είναι απλά, αλλά επειδή είναι τα μόνα που δεν χρειάζονται εξηγήσεις. Ένα καλοκαίρι μπορεί να χωρέσει μια ολόκληρη ζωή. Μια θάλασσα μπορεί να γίνει μνήμη. Ένα κορίτσι που περνά μπορεί να γίνει ποίημα.
Και ο έρωτας;
Ο έρωτας είναι ίσως η πιο αρχαία μορφή ποίησης. Πριν ακόμη γραφτεί η πρώτη λέξη, ο άνθρωπος τραγούδησε για εκείνον που επιθυμούσε. Πριν υπάρξουν βιβλία, υπήρχαν χείλη. Πριν υπάρξουν ποιητές, υπήρχαν ερωτευμένοι.
Γι’ αυτό και η φράση του Ελύτη -«Οι άγγελοι τραγουδάνε. Και οι ερωτευμένοι επίσης. Πίσω από κάθε ανάταση, από κάθε μεράκι, μια κιθάρα περιμένει έτοιμη να πάρει τα λόγια και να τα ταξιδέψει από χείλι σε χείλι...»- μοιάζει περισσότερο με αποκάλυψη παρά με προοίμιο. Γιατί ο ερωτευμένος άνθρωπος δεν αντέχει να κρατήσει τον έρωτά του σιωπηλό. Κάτι μέσα του ζητά ρυθμό, φωνή, μουσική. Σαν να υπάρχει πίσω από κάθε δυνατό συναίσθημα μια αόρατη κιθάρα που περιμένει.
Τα «Ρω του Έρωτα» είναι λοιπόν και μια ποίηση της απλότητας. Μια απλότητα δύσκολη, σχεδόν επικίνδυνη, γιατί για να πεις λίγα και να ακουστούν πολλά πρέπει πρώτα να έχεις αφαιρέσει όλα τα περιττά. Να έχεις αφήσει μόνο εκείνα που αντέχουν στον χρόνο: ένα βλέμμα, ένα άγγιγμα, ένα καλοκαιρινό βράδυ, μια θάλασσα, μια απουσία.
Και τότε συμβαίνει το παράδοξο.
Το ποίημα παύει να είναι του Ελύτη.
Γίνεται του ανθρώπου που το τραγουδά. Γίνεται του ερωτευμένου που το θυμάται χρόνια αργότερα. Γίνεται εκείνου που το άκουσε ένα καλοκαίρι και από τότε κάθε Αύγουστος έχει τη δική του φωνή. Γίνεται μιας ολόκληρης γενιάς που αναγνωρίζει τον εαυτό της μέσα σε λίγες λέξεις.
Η συλλογή αυτή ξεχωρίζει γιατί περιλαμβάνει κυρίως τραγούδια -ποιήματα δηλαδή με έντονο ρυθμό, λυρισμό και μουσικότητα- πολλά από τα οποία μελοποιήθηκαν από σπουδαίους Έλληνες συνθέτες (όπως ο Μάνος Λοΐζος, ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Λίνος Κόκοτος) και έγιναν τεράστιες επιτυχίες.
Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη νίκη της ποίησης: να ξεφύγει από τον ποιητή της.
Να γίνει τραγούδι.
Να γίνει μνήμη.
Να γίνει έρωτας.
Γιατί τελικά τα «Ρω του Έρωτα» δεν είναι μόνο τα γράμματα μιας λέξης. Είναι οι μικρές ρωγμές από τις οποίες περνά ο έρωτας για να βγει από το ποίημα και να συναντήσει τη ζωή.
Και πίσω από κάθε ποίημα που γίνεται τραγούδι, πράγματι, κάποιος περιμένει ακόμη με μια κιθάρα.
Για να πάρει τα λόγια από τα χείλη του ποιητή και να τα επιστρέψει στα χείλη των ερωτευμένων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου