Υπάρχουν λέξεις που κουβαλούν μέσα τους περισσότερη ιστορία απ’ όση υποψιαζόμαστε όταν τις προφέρουμε. Λέξεις που κάποτε ήταν όνομα ενός ζώου, ύστερα έγιναν χαρακτηρισμός και, τελικά, τρόπος να περιγράψουμε έναν άνθρωπο.
Μια τέτοια λέξη είναι ο τσίφτης.
Η ετυμολογική της διαδρομή είναι σχεδόν ένα μικρό ταξίδι ανάμεσα στις γλώσσες. Η αφετηρία βρίσκεται στην ελληνιστική λέξη ὀξυπτέριον, από το ὀξύς και πτερόν, το πλάσμα με τα οξέα, γρήγορα φτερά. Στα μεσαιωνικά ελληνικά η λέξη εξελίχθηκε σε ξεφτέρι. Πέρασε στην αλβανική ως qiftër και στη συνέχεια ως qift, για να επιστρέψει αργότερα στη νέα ελληνική ως τσίφτης. Ένα γλωσσικό αντιδάνειο, δηλαδή μια λέξη που ξεκίνησε από τα ελληνικά, ταξίδεψε σε άλλη γλώσσα και επέστρεψε μεταμορφωμένη.
Στην αρχή, λοιπόν, ο τσίφτης ήταν ένα αρπακτικό πουλί, το γνωστό ξεφτέρι- Accipiter nisus.
Κι αυτό δεν είναι ασήμαντο.
Το αρπακτικό πουλί δεν είναι δυνατό επειδή είναι ογκώδες. Είναι δυνατό επειδή βλέπει. Επειδή αντιλαμβάνεται από ψηλά αυτό που ο άλλος δεν έχει ακόμη προσέξει. Επειδή μπορεί να παραμένει ακίνητο, να περιμένει και, όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, να κινηθεί με ταχύτητα και ακρίβεια.
Κάπως έτσι το όνομα του πουλιού πέρασε στον άνθρωπο.
Ο τσίφτης άνθρωπος είναι ο ξύπνιος άνθρωπος. Αυτός που πιάνει γρήγορα το νόημα, που αντιλαμβάνεται την κατάσταση πριν χρειαστεί να του την εξηγήσουν. Έχει ετοιμότητα, αντανακλαστικά, ετοιμόλογη σκέψη. Ξέρει να κινείται μέσα στις δυσκολίες χωρίς να χάνει τον προσανατολισμό του.
Αλλά ο τσίφτης δεν είναι απλώς ο έξυπνος.
Είναι ο άνθρωπος που έχει τσαγανό.
Δεν χρειάζεται να φωνάξει για να επιβληθεί. Δεν χρειάζεται να μειώσει τον άλλον για να μεγαλώσει ο ίδιος. Δεν μετατρέπει την εξυπνάδα του σε παγίδα για τους άλλους. Η ευστροφία του είναι τρόπος να αντιμετωπίζει τη ζωή, όχι τρόπος να εκμεταλλεύεται τους ανθρώπους.
Εδώ βρίσκεται και η λεπτή διαφορά ανάμεσα στον τσίφτη και στον πονηρό.
Ο πονηρός θέλει να ξεγελάσει.
Ο τσίφτης θέλει να καταλάβει.
Ο πονηρός ψάχνει την αδυναμία του άλλου.
Ο τσίφτης ξέρει τη δική του.
Ο πονηρός χρησιμοποιεί την εξυπνάδα για να κερδίσει.
Ο τσίφτης χρησιμοποιεί την εξυπνάδα για να σταθεί.
Και ίσως γι’ αυτό η λέξη απέκτησε μια βαθύτερη, λαϊκή σημασία. Γιατί ο πραγματικά τσίφτης άνθρωπος δεν είναι εκείνος που δεν πέφτει ποτέ. Είναι εκείνος που, όταν πέσει, ξέρει να σηκωθεί χωρίς να χάσει την αξιοπρέπειά του.
Μπορεί να χάσει μια παρτίδα χωρίς να μικρύνει.
Μπορεί να αδικηθεί χωρίς να γίνει άδικος.
Μπορεί να βρεθεί μόνος χωρίς να γίνει κυνικός.
Μπορεί να ξέρει πότε πρέπει να μιλήσει και, ίσως ακόμη σημαντικότερο, πότε πρέπει να σωπάσει.
Γιατί η πραγματική λεβεντιά δεν βρίσκεται στο θράσος. Βρίσκεται στην αυτοκυριαρχία. Δεν βρίσκεται στην επιβολή. Βρίσκεται στην παρουσία. Δεν βρίσκεται στην ικανότητα να πατάς τον άλλον, αλλά στην ικανότητα να περπατάς όρθιος χωρίς να χρειάζεσαι κανέναν από κάτω σου.
Κι έτσι η διαδρομή της λέξης αποκτά σχεδόν συμβολική σημασία.
Από το ὀξυπτέριον στο ξεφτέρι, από το qift στον τσίφτη· από το αρπακτικό πουλί στον άνθρωπο.
Σαν να ταξίδεψε η λέξη από τον ουρανό στη γη για να περιγράψει τελικά όχι εκείνον που πετάει ψηλότερα από τους άλλους, αλλά εκείνον που, ακόμη κι όταν όλα γύρω του τον σπρώχνουν να σκύψει, κρατάει το κεφάλι ψηλά.
Κάποτε ήταν ένα πουλί.
Ύστερα έγινε λέξη.
Και στο τέλος έγινε χαρακτήρας.
Τσίφτης είναι ο άνθρωπος που ξέρει να περνά μέσα από τη ζωή χωρίς να χάνει ούτε την εξυπνάδα του ούτε την ανθρωπιά του.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου