15/9/26

Η Λάμψη Καίει...




Υπάρχουν πράγματα που δεν αντέχουν πολύ φως. Όχι επειδή είναι σκοτεινά, αλλά επειδή η λάμψη έχει τη δική της θερμοκρασία. Φωτίζει και συγχρόνως αποκαλύπτει, χαϊδεύει το βλέμμα και την ίδια στιγμή το αναγκάζει να μείνει εκεί, χωρίς καταφύγιο.

Η λάμψη γοητεύει τον άνθρωπο από τότε που σήκωσε για πρώτη φορά τα μάτια του προς τον ουρανό. Τα αστέρια, οι πυρσοί, τα χρυσά μέταλλα, τα φώτα των πόλεων, οι προβολείς μιας σκηνής. Ό,τι λάμπει μοιάζει να έχει ξεφύγει από τη συνηθισμένη μοίρα των πραγμάτων. Κι έτσι η επιθυμία γεννήθηκε πολλές φορές ως έλξη προς το φως.

Μα το φως δεν είναι αθώο.

Η δόξα έχει προβολείς. Η εξουσία έχει φώτα. Η δημοσιότητα έχει φλας. Ακόμη και η ομορφιά, όταν γίνεται αντικείμενο λατρείας, αρχίζει να απαιτεί από εκείνον που την κατέχει να παραμένει διαρκώς φωτεινός. 

Κι εκεί αρχίζει η καύση. Γιατί όποιος συνηθίσει να τον κοιτούν, κάποτε φοβάται τη στιγμή που δεν θα τον κοιτούν πια.

Ίσως αυτό να είναι το πιο παράξενο τίμημα της λάμψης: δεν αρκεί να λάμπεις· πρέπει συνεχώς να αποδεικνύεις ότι λάμπεις. Η στιγμή μετατρέπεται σε εικόνα, η εικόνα σε προσδοκία και η προσδοκία σε φυλακή. Το φως που κάποτε σε ανέδειξε αρχίζει να ζητά από σένα να του προσφέρεις τον εαυτό σου.

Και τότε η σκιά γίνεται καταφύγιο.

Δεν είναι τυχαίο που ο άνθρωπος αναζητά συχνά τη νύχτα αφού περάσει πολλές ώρες κάτω από τα φώτα. Στο σκοτάδι δεν χρειάζεται να είναι κανείς σπουδαίος, όμορφος, επιτυχημένος ή αψεγάδιαστος. Εκεί τα πράγματα επιστρέφουν στο φυσικό τους μέγεθος. Το πρόσωπο παύει να είναι εικόνα. Το βλέμμα παύει να είναι κοινό. Η ύπαρξη απαλλάσσεται για λίγο από την ανάγκη να φαίνεται.

Ίσως γι’ αυτό η αληθινή λάμψη να μην είναι εκείνη που τυφλώνει.

Να είναι εκείνη που περνά σχεδόν αθόρυβα από μέσα μας και αφήνει πίσω της κάτι που δεν χρειάζεται χειροκρότημα. Ένα βλέμμα. Μια πράξη. Μια σκέψη. Ένα πρόσωπο που δεν προσπάθησε να γίνει αστέρι και, παρ’ όλα αυτά, έμεινε φωτεινό στη μνήμη.

Γιατί τα αστέρια, όσο μακριά κι αν βρίσκονται, δεν μας αγγίζουν με τη φωτιά τους. Μας αγγίζει μόνο το φως τους.

Κι ίσως αυτό να είναι το μέτρο κάθε λάμψης: πόσο φως μπορεί να δώσει χωρίς να ζητήσει από τον άλλον να καεί.



"Από παιδί

Είμαι ένα σώμα που 'χει ρίζα στον αέρα

Σώμα φυγής

Μα εγώ παρέμεινα κι εσύ πήγες πιο πέρα

Μάταια σ' αναζητώ

Ό, τι και να θέλησα, άγρια μέλισσα

Και μου 'χει μείνει το κεντρί, στο χέρι βέρα

Ώρες μικρές στα σκοτεινά

Του πόνου πιάνω τη συχνότητα σε θέλω τραγικά

Στη ταραγμένη μου ψυχή

Θα είσαι πάντα εκκρεμότητα σαν πόρτα ανοιχτή

Που λείπεις, μου 'πεσε βαρύ

Με αναμνήσεις σιγοκαίγομαι και λιώνω σαν κερί

Κι αφού Θεός που συγχωρεί εγώ δε λέγομαι

Να καίγεσαι, όπως καίγομαι

Το ξέρω πως

Το μπλε στα μάτια μου δεν είναι ακρογιάλι

Λάμπω σαν φως

Μα το σκοτάδι στο σημάδι έχω βάλει

Αν με δεις, να θυμηθείς

Ότι με κατοίκησες κι ότι με νίκησες

Δίχτυ πως μ' έπιασε ο καημός απόψε πάλι

Ώρες μικρές στα σκοτεινά

Του πόνου πιάνω τη συχνότητα σε θέλω τραγικά

Στη ταραγμένη μου ψυχή

Θα είσαι πάντα εκκρεμότητα σαν πόρτα ανοιχτή

Που λείπεις, μου 'πεσε βαρύ

Με αναμνήσεις σιγοκαίγομαι και λιώνω σαν κερί

Κι αφού Θεός που συγχωρεί εγώ δε λέγομαι

Να καίγεσαι, όπως καίγομαι

Που λείπεις, μου 'πεσε βαρύ

Με αναμνήσεις σιγοκαίγομαι και λιώνω σαν κερί

Κι αφού Θεός που συγχωρεί εγώ δε λέγομαι

Να καίγεσαι, όπως καίγομαι..."

🎶 Ιουλία Καραπατάκη: "Ώρες Μικρές".

Πρώτη Εκτέλεση:Μαζωνάκης Γιώργος.

Μουσική/Στίχοι: Σαμπάνης Γιώργος/Γιαννατσούλια Ελένη.


Δεν υπάρχουν σχόλια: