Η ιατρική αρχίζει εκεί όπου ο άνθρωπος συναντά το όριό του. Το σώμα που μέχρι χθες θεωρούσε αυτονόητο, ξαφνικά γίνεται ερώτημα. Ένα σύμπτωμα, μια διάγνωση, μια εικόνα στην οθόνη, μπορούν να αλλάξουν τη σχέση του με τον χρόνο, με το αύριο, ακόμη και με τον ίδιο του τον εαυτό.
Εκεί η ιατρική παύει να είναι μόνο επιστήμη.
Γιατί απέναντι στον γιατρό δεν βρίσκεται μια βιολογική κατασκευή. Βρίσκεται ένας άνθρωπος που φοβάται, ελπίζει, αποκρύπτει, εμπιστεύεται. Ένα σώμα κουβαλά πάντοτε μια ιστορία. Και η θεραπεία, όσο ακριβής κι αν είναι τεχνικά, δεν μπορεί να αγνοήσει τον άνθρωπο που κατοικεί μέσα του.
Η επιστήμη μετρά την αρτηριακή πίεση, το μέγεθος μιας βλάβης, μια εργαστηριακή τιμή, τη λειτουργία ενός οργάνου. Η ηθική όμως ρωτά κάτι διαφορετικό: τι πρέπει και τι αξίζει να κάνουμε με αυτή τη γνώση;
Εκεί βρίσκεται η δύσκολη περιοχή της ιατρικής.
Δεν είναι κάθε τι που μπορεί να γίνει τεχνικά και αναγκαίο να γίνει. Η δυνατότητα δεν είναι από μόνη της δικαίωση. Ανάμεσα στο «μπορώ» και στο «πρέπει» υπάρχει όλη η απόσταση της ιατρικής ηθικής.
Ο γιατρός δεν θεραπεύει μόνο μια πάθηση· παίρνει θέση απέναντι σε έναν άνθρωπο. Και κάθε τέτοια θέση έχει συνέπειες. Μπορεί να αφαιρέσει πόνο, αλλά μπορεί και να δημιουργήσει φόβο. Μπορεί να παρατείνει τη ζωή, αλλά πρέπει να αναρωτηθεί και για την ποιότητα αυτής της παράτασης. Μπορεί να χειρουργήσει, αλλά οφείλει να γνωρίζει και πότε δεν πρέπει να χειρουργήσει.
Ίσως η μεγαλύτερη ηθική της ιατρικής να βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την αυτοσυγκράτηση.
Η ιατρική είναι κοινωνική επιστήμη όχι επειδή εγκαταλείπει τη βιολογία, αλλά επειδή ο άνθρωπος δεν αρρωσταίνει ποτέ έξω από την κοινωνία. Η ασθένεια έχει βιολογία, αλλά έχει και οικονομία, οικογένεια, εργασία, παιδεία, φόβο, ανισότητα. Δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι την ίδια πρόσβαση στη γνώση, στην πρόληψη, στη θεραπεία. Δεν έχουν όλοι την ίδια δυνατότητα να περιμένουν, να επιλέξουν, να πληρώσουν.
Έτσι η υγεία γίνεται και ζήτημα δικαιοσύνης.
Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει το ίδιο γονίδιο με έναν άλλον, αλλά όχι τις ίδιες πιθανότητες να προστατευθεί από τις συνέπειές του. Μπορεί να πάσχει από την ίδια νόσο, αλλά να συναντήσει διαφορετικό σύστημα υγείας, διαφορετική οικονομική πραγματικότητα, διαφορετικό κοινωνικό περιβάλλον. Η αρρώστια μπορεί να είναι κοινή· η μοίρα της όμως δεν είναι πάντοτε.
Και τότε η ιατρική συναντά την πολιτική, όχι ως κομματική ιδεολογία, αλλά ως ερώτημα κατανομής της ανθρώπινης φροντίδας.
Ποιος έχει πρόσβαση στη θεραπεία; Ποιος περιμένει; Ποιος ενημερώνεται; Ποιος ακούγεται; Ποιος αντιμετωπίζεται ως αριθμός και ποιος ως πρόσωπο;
Η τεχνολογία κάνει την ιατρική ισχυρότερη. Δεν την κάνει αυτομάτως δικαιότερη.
Όσο περισσότερο αυξάνεται η δύναμη της ιατρικής, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη για όρια. Η μηχανή μπορεί να βλέπει βαθύτερα από το ανθρώπινο μάτι, ο αλγόριθμος να επεξεργάζεται περισσότερα δεδομένα από έναν άνθρωπο, η χειρουργική να προσεγγίζει περιοχές που κάποτε θεωρούνταν απρόσιτες. Όμως καμία τεχνολογία δεν μπορεί να αποφασίσει από μόνη της τι σημαίνει για έναν συγκεκριμένο άνθρωπο πόσο αξίζει η ζωή του.
Αυτό παραμένει ανθρώπινο ερώτημα.
Ίσως γι’ αυτό η καλή ιατρική δεν είναι εκείνη που επιδεικνύει τη μεγαλύτερη δύναμη, αλλά εκείνη που γνωρίζει πότε να την περιορίσει. Δεν είναι εκείνη που υπόσχεται τα πάντα, αλλά εκείνη που μπορεί να πει την αλήθεια χωρίς να συντρίψει την ελπίδα. Δεν είναι εκείνη που βλέπει μόνο τη νόσο, αλλά εκείνη που διακρίνει, πίσω από τη νόσο, έναν άνθρωπο.
Γιατί τελικά η ιατρική δεν θεραπεύει απλώς σώματα.
Διαχειρίζεται την ανθρώπινη ευαλωτότητα.
Και κάθε φορά που αγγίζει ένα σώμα, αγγίζει μαζί του την αξιοπρέπεια, την ελευθερία, τον φόβο και την ελπίδα εκείνου που το κατοικεί.
Εκεί αρχίζει η ηθική.
Και ίσως εκεί, ακριβώς, η ιατρική γίνεται κοινωνική επιστήμη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου