19/9/26

Κάτω από τις αψίδες.

 


Ο δρόμος είναι η πιο παλιά μεταφορά της ζωής.

Μια γραμμή που χαράζει η γη για να μας θυμίζει πως ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω, ακόμη κι όταν εμείς γυρίζουμε.

Πάνω του υψώνονται οι αψίδες.

Δεν στηρίζουν τον ουρανό. Κι όμως, μοιάζουν να τον κρατούν για μια στιγμή, σαν να μπορεί η ανθρώπινη κατασκευή να δαμάσει το άπειρο. Καμπυλώνουν πάνω από το πέρασμα σαν τεράστια ερωτηματικά που δεν ζητούν απάντηση.

Περνάμε από κάτω τους.

Κάθε πέρασμα είναι μια μικρή έξοδος από αυτό που ήμασταν και μια είσοδος σε αυτό που ακόμη δεν γνωρίζουμε. Οι αψίδες δεν χωρίζουν τόπους· χωρίζουν στιγμές. Από τη μία πλευρά βρίσκεται το «ήταν», από την άλλη το «θα είναι». Και εμείς, για ένα δευτερόλεπτο, κατοικούμε στο «τώρα» -αυτό το στενό γεφύρι πάνω από την άβυσσο.

Ο δρόμος προχωρά.

Εμείς νομίζουμε πως τον διασχίζουμε, ενώ στην πραγματικότητα είναι εκείνος που διασχίζει εμάς. Μπαίνει στις ρωγμές της μνήμης, αφήνει ίχνη στα χρόνια, παίρνει μαζί του πρόσωπα, επιθυμίες, βεβαιότητες. Κάθε χιλιόμετρο και μια μικρή απώλεια. Κάθε στροφή και μια άγνωστη εκδοχή του εαυτού μας.

Κι από πάνω ο ουρανός.

Ακίνητος μόνο για τα μάτια μας. Γιατί ο ουρανός δεν είναι ακίνητος· εμείς είμαστε πολύ μικροί για να αντιληφθούμε την κίνησή του. Όπως συμβαίνει και με τον χρόνο.

Τον κοιτάμε και νομίζουμε πως κοιτάμε το άπειρο. Ίσως όμως κοιτάμε απλώς το όριο της δικής μας κατανόησης.

Οι αψίδες βρίσκονται ανάμεσα στα δύο.

Ανάμεσα στη γη που μας κρατά και στον ουρανό που μας ξεπερνά. Ανάμεσα στην ανάγκη να πατήσουμε κάπου και στην επιθυμία να πετάξουμε. Ανάμεσα σε αυτό που μπορούμε να αγγίξουμε και σε εκείνο που μπορούμε μόνο να ονειρευτούμε.

Κάτω από μια αψίδα, ο άνθρωπος είναι για λίγο ένας περαστικός.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο ακριβής του ιδιότητα.

Περαστικοί είμαστε όλοι. Από δρόμους, από σώματα, από έρωτες, από πόλεις, από εποχές. Αφήνουμε πίσω μας ίχνη που ο χρόνος τρίβει αργά, όπως η θάλασσα τρίβει την πέτρα χωρίς να κουράζεται.

Μόνο ο ουρανός μοιάζει να μην κρατά λογαριασμό.

Δεν θυμάται ποιος πέρασε.

Δεν ρωτά πού πηγαίνουμε.

Απλώς ανοίγεται.

Κι εμείς συνεχίζουμε τον δρόμο, κάτω από τις αψίδες, ανάμεσα στη βαρύτητα και την επιθυμία, κουβαλώντας το παράξενο προνόμιο του ανθρώπου:

να ξέρει πως ο δρόμος τελειώνει και παρ’ όλα αυτά να συνεχίζει να περπατά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: