Η χημεία του έρωτα: εγκέφαλος, σώμα και το μυστήριο της έλξης.
Λέμε «έχω πεταλούδες στο στομάχι», «μου κόπηκαν τα πόδια», «η καρδιά μου χτυπά σαν τρελή». Λέμε πως κάποιος μας «πήρε το μυαλό», πως δεν μπορούμε να σταματήσουμε να τον σκεφτόμαστε. Για αιώνες περιγράφαμε τον έρωτα με τη γλώσσα της ποίησης. Σήμερα μπορούμε να τον περιγράψουμε και με τη γλώσσα της νευροβιολογίας. Κι όμως, όσο περισσότερο τον εξηγούμε, τόσο περισσότερο παραμένει μυστηριώδης.
Γιατί ο έρωτας δεν κατοικεί μόνο στην καρδιά, όπως θέλει η ποίηση, ούτε μόνο στον εγκέφαλο, όπως θα ήθελε η επιστήμη. Είναι ένα γεγονός που συμβαίνει ταυτόχρονα στον εγκέφαλο, στο σώμα, στη μνήμη, στις αισθήσεις και τελικά στη συνείδησή μας.
Όλα μπορεί να αρχίσουν από μια ματιά.
Ένα πρόσωπο ξεχωρίζει ανάμεσα στα άλλα. Η εικόνα του καταγράφεται από τις αισθήσεις και φτάνει στον εγκέφαλο. Και τότε αρχίζει μια αόρατη αλυσίδα. Το σύστημα ανταμοιβής ενεργοποιείται, η ντοπαμίνη αυξάνεται, η προσοχή στρέφεται επίμονα προς τον άλλον. Ξαφνικά ένα μήνυμα αποκτά τεράστια σημασία. Μια φωνή μπορεί να αλλάξει τη διάθεση. Μια απουσία μπορεί να δημιουργήσει ανησυχία.
Ο άνθρωπος που πριν από λίγο ήταν ένας άγνωστος γίνεται σταδιακά ένα ιδιαίτερο ερέθισμα για τον εγκέφαλό μας.
Η ντοπαμίνη δεν είναι απλώς η «ουσία της ευχαρίστησης». Συμμετέχει στην προσδοκία της ανταμοιβής, στην κινητοποίηση και στην αναζήτηση. Γι' αυτό ο ερωτευμένος δεν θέλει απλώς να απολαύσει τον άλλον· θέλει να τον ξαναδεί, να τον ξανακούσει, να ξαναζήσει την παρουσία του.
Ο έρωτας δημιουργεί προσμονή.
Και η προσμονή είναι ίσως μία από τις ισχυρότερες μορφές εξάρτησης που μπορεί να γνωρίσει ο ανθρώπινος νους.
Παράλληλα, η νοραδρεναλίνη βάζει το σώμα σε κατάσταση εγρήγορσης. Η καρδιά επιταχύνει, η αναπνοή αλλάζει, οι παλάμες ιδρώνουν, το βλέμμα γίνεται πιο προσεκτικό. Το σώμα συμμετέχει στην ιστορία πριν ακόμη προλάβει ο νους να την αφηγηθεί.
Έτσι εξηγείται μια από τις μεγάλες αντιφάσεις του έρωτα: ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει ότι δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος και παρ' όλα αυτά το σώμα του να συμπεριφέρεται σαν να βρίσκεται μπροστά σε κάτι εξαιρετικά σημαντικό.
Και πράγματι βρίσκεται.
Για τον εγκέφαλο, η ερωτική έλξη δεν είναι αδιάφορο γεγονός. Είναι μια μορφή βιολογικής προτεραιότητας.
Αλλά ο έρωτας δεν είναι μόνο διέγερση. Είναι και δεσμός.
Εδώ μπαίνει στο προσκήνιο η οκυτοκίνη, μαζί με άλλους νευροβιολογικούς μηχανισμούς που συμμετέχουν στη δημιουργία κοινωνικών δεσμών. Η αφή, η αγκαλιά, η σεξουαλική επαφή, η οικειότητα και η επανάληψη της παρουσίας του άλλου μπορούν να ενισχύσουν το αίσθημα σύνδεσης.
Κάποτε ο άλλος ήταν απλώς επιθυμητός.
Τώρα γίνεται δικός μας άνθρωπος.
Και αυτή είναι ίσως η μετάβαση από την έλξη στον έρωτα: από το «σε θέλω» στο «σε χρειάζομαι μέσα στον κόσμο μου».
Ακόμη και η όσφρηση μπορεί να διαδραματίζει έναν λεπτό ρόλο στην έλξη. Συχνά μιλάμε για φερομόνες σαν να υπάρχει στον άνθρωπο ένα αόρατο χημικό μήνυμα που λέει «αυτός είναι ο κατάλληλος». Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Η ύπαρξη και ο ρόλος μιας ανθρώπινης φερομονικής επικοινωνίας, όπως συμβαίνει σε πολλά ζώα, δεν έχει αποδειχθεί με τον ίδιο σαφή τρόπο.
Ωστόσο, η μυρωδιά ενός ανθρώπου μπορεί να συνδέεται με την οικειότητα, την έλξη, τη μνήμη και τη συναισθηματική αναγνώριση.
Κι εδώ η βιολογία συναντά ξανά την ποίηση.
Γιατί μπορεί να ξεχάσουμε τι μας είπε κάποιος, αλλά να θυμόμαστε για χρόνια τη μυρωδιά του.
Ο εγκέφαλος είναι επίσης ο μεγάλος σκηνοθέτης της μνήμης. Δεν ερωτευόμαστε μόνο αυτό που βλέπουμε μπροστά μας. Ερωτευόμαστε και αυτό που θυμόμαστε, αυτό που φανταζόμαστε και αυτό που προσδοκούμε.
Κάποια στιγμή ο πραγματικός άνθρωπος και η εικόνα του μέσα στο μυαλό μας αρχίζουν να συγχέονται.
Και τότε ο έρωτας γίνεται επικίνδυνα δημιουργικός.
Δεν βλέπουμε απαραίτητα τον άλλον όπως είναι. Τον βλέπουμε μέσα από τα δικά μας κυκλώματα επιθυμίας.
Γι' αυτό ο έρωτας μπορεί να κάνει έναν άνθρωπο να φαίνεται μοναδικός ενώ, αντικειμενικά, δεν είναι περισσότερο τέλειος από κανέναν άλλον. Η βιολογία δεν κατασκευάζει απλώς ένα συναίσθημα· μπορεί να αλλάξει και την αξία που αποδίδουμε στον άνθρωπο που έχουμε απέναντί μας.
Κι εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο παράξενα μυστικά του έρωτα.
Δεν ερωτευόμαστε πάντοτε τον άνθρωπο που υπάρχει. Ερωτευόμαστε και τον άνθρωπο που ο εγκέφαλός μας δημιουργεί.
Ίσως γι' αυτό η απογοήτευση είναι τόσο οδυνηρή. Δεν χάνουμε μόνο έναν άνθρωπο. Χάνουμε και την εκδοχή του που είχαμε δημιουργήσει μέσα μας.
Ο χρόνος, όμως, αλλάζει τη χημεία.
Η ένταση της αρχικής φάσης δεν μπορεί να παραμένει για πάντα στο ίδιο επίπεδο. Η συνεχής έκρηξη ντοπαμίνης, προσμονής και διέγερσης δεν αποτελεί βιώσιμο τρόπο ζωής. Ο έρωτας, όταν επιβιώνει, μεταμορφώνεται.
Από πυρκαγιά γίνεται φωτιά στο τζάκι.
Από την αγωνία της κατάκτησης περνά στην ασφάλεια της παρουσίας. Από το «θα με θέλει;» στο «είναι εδώ». Από την ένταση της επιθυμίας στην οικειότητα.
Και ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη βιολογική και φιλοσοφική εξέλιξη του έρωτα: να περάσει από τη χημεία της έλξης στη χημεία του δεσμού.
Η επιστήμη μπορεί να μετρήσει νευροδιαβιβαστές, ορμόνες και εγκεφαλικές περιοχές. Μπορεί να παρατηρήσει τη δραστηριότητα των κυκλωμάτων ανταμοιβής. Μπορεί να εξηγήσει γιατί η καρδιά χτυπά γρηγορότερα και γιατί ένας άνθρωπος καταλαμβάνει τόσο πολύ χώρο στις σκέψεις μας.
Αλλά υπάρχει ένα ερώτημα που η χημεία δυσκολεύεται να αγγίξει:
Γιατί αυτός;
Γιατί όχι κάποιος άλλος;
Γιατί μια συγκεκριμένη ματιά, μια συγκεκριμένη φωνή, ένα συγκεκριμένο χαμόγελο, μια συγκεκριμένη μυρωδιά να αποκτήσουν μέσα μας μια αξία που δεν μπορούν να αποκτήσουν χιλιάδες άλλοι άνθρωποι;
Ίσως επειδή ο έρωτας δεν είναι μόνο αυτό που συμβαίνει στον εγκέφαλό μας.
Είναι και η ιστορία που ο εγκέφαλός μας αποφασίζει να πει γι' αυτό που συνέβη.
Η ντοπαμίνη μπορεί να εξηγήσει την προσμονή.
Η νοραδρεναλίνη την ταραχή.
Η οκυτοκίνη τον δεσμό.
Οι ορμόνες τη σωματική επιθυμία.
Οι αισθήσεις την πρώτη έλξη.
Η μνήμη την εμμονή της ανάμνησης.
Αλλά καμία από αυτές δεν εξηγεί πλήρως το θαύμα.
Γιατί ο έρωτας είναι ίσως η μοναδική περίπτωση όπου γνωρίζουμε σχεδόν όλα τα υλικά και παρ' όλα αυτά δεν μπορούμε να αναπαράγουμε τη συνταγή.
Ξέρουμε τη χημεία.
Δεν ξέρουμε γιατί, κάποια στιγμή, η χημεία γίνεται νόημα.
Και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που, παρά την πρόοδο της νευροεπιστήμης, εξακολουθούμε να λέμε «ερωτεύτηκα» και όχι «ενεργοποιήθηκε το σύστημα ανταμοιβής μου».
Γιατί ο άνθρωπος δεν ζει μόνο αυτό που συμβαίνει στον εγκέφαλό του.
Ζει και την ιστορία που δίνει σε αυτό που συμβαίνει.
Και αυτή η ιστορία, μέχρι σήμερα, εξακολουθεί να ονομάζεται:
έρωτας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου