14/9/26

Το κρασί των δειλών.

 


Υπάρχουν άνθρωποι που δεν φοβούνται τη ζωή· φοβούνται αυτό που θα τους ζητήσει η ζωή αν την κοιτάξουν κατάματα. Έτσι ανακαλύπτουν τα δικά τους κρασιά. Δεν είναι πάντα κόκκινα, ούτε βρίσκονται μέσα σε ποτήρια. Μπορεί να είναι μια δικαιολογία, μια συνήθεια, μια σιωπή, μια ιδέα που επαναλαμβάνεται τόσο συχνά ώστε να μοιάζει με αλήθεια. Το κρασί των δειλών δεν μεθά το σώμα. Μεθά τη συνείδηση.

Ο φόβος, όταν δεν ομολογείται, μεταμφιέζεται. Φοράει τη σοβαρότητα του λογικού ανθρώπου, τη φρονιμάδα του συνετού, την υπομονή εκείνου που «ξέρει πώς είναι τα πράγματα». Κάποτε μάλιστα αποκτά και ηθικό μεγαλείο. Η υποχώρηση ονομάζεται συμβιβασμός, η σιωπή ωριμότητα, η αδυναμία ρεαλισμός. Έτσι ο άνθρωπος μπορεί να κοιμάται ήσυχος χωρίς ποτέ να έχει πραγματικά ησυχάσει.

Ίσως γι’ αυτό η δειλία είναι πιο ύπουλη από τον φόβο. Ο φόβος είναι καθαρός. Σου λέει πως κινδυνεύεις. Η δειλία, αντίθετα, σου ψιθυρίζει πως δεν αξίζει να προσπαθήσεις. Δεν κλείνει την πόρτα· σε πείθει πως δεν υπάρχει λόγος να βγεις.

Κι ύστερα υπάρχει η αγορά. Εκεί το κρασί των δειλών εμφιαλώνεται μαζικά. Πουλιέται ως ασφάλεια, ως επιτυχία, ως κανονικότητα. Ένα ολόκληρο σύστημα μπορεί να ζει από ανθρώπους που φοβούνται να χάσουν ακόμη κι εκείνα που τους κάνουν δυστυχισμένους. Γιατί η ελευθερία έχει κόστος: απαιτεί να αφήσεις κάτι πίσω. Και ο άνθρωπος συχνά προτιμά μια γνωστή φυλακή από μια άγνωστη έξοδο.

Ο Λουντέμης, όμως, δεν αφήνει εύκολα τον άνθρωπο να κρυφτεί πίσω από τις λέξεις. Η ζωή, όταν γίνεται αληθινή, ζητάει παρουσία. Ζητάει να πάρεις θέση, να αγαπήσεις χωρίς εγγύηση, να αντισταθείς χωρίς βεβαιότητα πως θα νικήσεις, να περπατήσεις ακόμη κι όταν ο δρόμος δεν έχει χνάρια.

Γιατί η γενναιότητα δεν είναι η απουσία του φόβου. Είναι η στιγμή που ο φόβος παύει να αποφασίζει για λογαριασμό σου.

Ίσως τελικά οι πιο επικίνδυνοι μεθυσμένοι να μην είναι εκείνοι που έχουν πιει πολύ, αλλά εκείνοι που έχουν πιει αρκετά από το κρασί των δικαιολογιών ώστε να ξεχάσουν πως κάποτε ήθελαν να ζήσουν αλλιώς.

Και όταν αδειάσει το ποτήρι, μένει πάνω στο τραπέζι η μόνη ερώτηση που δεν μεθά ποτέ:

ποιος φοβήθηκε περισσότερο -εκείνος που τόλμησε ή εκείνος που δεν έζησε;

Δεν υπάρχουν σχόλια: