«Πρέπει να είστε πάντα μεθυσμένοι». Ο Μπωντλαίρ το λέει σαν προσταγή, μα πίσω από την προσταγή κρύβεται μια βαθύτερη ανάγκη: να μην αφήσουμε τον χρόνο να γίνει η μόνη πραγματικότητα της ζωής μας.
Γιατί ο άνθρωπος δεν αντέχει εύκολα τη νηφαλιότητα της ύπαρξης. Ξυπνά, εργάζεται, συναλλάσσεται, περιμένει, γερνά. Οι ώρες περνούν χωρίς να ρωτούν αν προλάβαμε να τις ζήσουμε. Κι έτσι αναζητά κάτι που να διακόπτει αυτή τη μηχανική συνέχεια. Ένα ποτήρι κρασί, ένα τραγούδι, ένας έρωτας, ένα ποίημα, μια θάλασσα που ανοίγει μπροστά στο βλέμμα. Όχι για να ξεφύγει από τη ζωή, αλλά για να την αισθανθεί πιο έντονα.
Το μεθύσι αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η χρησιμότητα. Εκεί όπου ένα πράγμα δεν χρειάζεται να υπηρετεί κανέναν σκοπό για να αποκτήσει αξία. Η μουσική δεν χρησιμεύει. Το ποίημα δεν παράγει. Ο έρωτας δεν υπακούει σε λογιστικά βιβλία. Κι όμως, μέσα σ’ αυτά κατοικεί κάτι που η καθημερινότητα αδυνατεί να μετρήσει.
Ίσως γι’ αυτό ο Μπωντλαίρ βάζει δίπλα στο κρασί την ποίηση και την αρετή. Το ουσιαστικό δεν είναι με τι μεθάς, αλλά από τι αφήνεσαι να καταληφθείς. Να υπάρχει κάτι που να διαταράσσει τη στερεότητα του εαυτού, να ανοίγει μια ρωγμή στη συνήθεια, να κάνει τον κόσμο για μια στιγμή λιγότερο δεδομένο.
Γιατί η νηφαλιότητα δεν είναι πάντοτε καθαρότητα. Μπορεί να είναι και παραίτηση. Μπορεί να είναι η τέχνη με την οποία συνηθίζουμε το απαράδεκτο, μέχρι να πάψει να μας ενοχλεί. Να βλέπουμε την αδικία και να την ονομάζουμε πραγματικότητα, τη μοναξιά και να την ονομάζουμε ωριμότητα, την απουσία νοήματος και να την ονομάζουμε λογική.
Το μεθύσι, αντίθετα, είναι μια μικρή ανυπακοή απέναντι στο αυτονόητο.
Κάθε άνθρωπος έχει το δικό του ποτό του χρόνου. Άλλος μεθά με μια φωνή, άλλος με ένα βιβλίο, άλλος με ένα σώμα, άλλος με μια ιδέα. Κάποιος κοιτάζει έναν πίνακα και ξεχνά την ώρα. Κάποιος άλλος περπατά μόνος και ξαφνικά αισθάνεται πως ο κόσμος δεν είναι αυτό που νόμιζε. Εκείνη τη στιγμή δεν έχει σταματήσει ο χρόνος. Έχει σταματήσει, για λίγο, η εξουσία του πάνω μας.
Κι αυτό ίσως είναι το μυστικό του Μπωντλαίρ.
Δεν μας καλεί να μεθύσουμε για να ξεχάσουμε ότι θα πεθάνουμε. Μας καλεί να μεθύσουμε επειδή θα πεθάνουμε.
Να βρούμε μέσα στη σύντομη διάρκεια κάτι που να μην υπακούει στη διάρκεια. Κάτι που να μην προσμετριέται σε ώρες, χρόνια και ημερομηνίες. Γιατί ο άνθρωπος δεν χάνει τη ζωή του μόνο όταν πεθαίνει. Τη χάνει και όταν περνά από μέσα της χωρίς να έχει υπάρξει πραγματικά.
Μεθύστε, λοιπόν.
Όχι απαραίτητα από κρασί.
Μεθύστε από εκείνο που σας κάνει να ξεχνάτε για λίγο πως ο χρόνος περνά.
Και ίσως, τότε, να είναι ο χρόνος που θα ξεχάσει για λίγο εμάς.
"Πρέπει να ‘σαι πάντα μεθυσμένος.
Εκεί είναι όλη η ιστορία: είναι το μοναδικό πρόβλημα.
Για να μη νιώθετε το φριχτό φορτίο του Χρόνου
που σπάζει τους ώμους σας και σας γέρνει στη γη,
πρέπει να μεθάτε αδιάκοπα. Αλλά με τι;
Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως σας αρέσει.
Αλλά μεθύστε.
Και αν μερικές φορές, στα σκαλιά ενός παλατιού,
στο πράσινο χορτάρι ενός χαντακιού,
μέσα στη σκυθρωπή μοναξιά της κάμαράς σας,
ξυπνάτε, με το μεθύσι κιόλα ελαττωμένο η χαμένο,
ρωτήστε τον αέρα, το κύμα, το άστρο, το πουλί, το ρολόι,
το κάθε τι που φεύγει, το κάθε τι που βογκά,
το κάθε τι που κυλά, το κάθε τι που τραγουδά,
ρωτήστε τι ώρα είναι,
και ο αέρας, το κύμα, το άστρο, το πουλί, το ρολόι,
θα σας απαντήσουν:
– Είναι η ώρα να μεθύσετε!
Για να μην είσαστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου,
μεθύστε, μεθύστε χωρίς διακοπή!
Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως σας αρέσει."
✒️Σαρλ Μπωντλαίρ, "Μεθύστε."


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου