Το παγωτό λιώνει πάντα λίγο πιο γρήγορα απ’ όσο προλαβαίνουμε να το φάμε. Ίσως γι’ αυτό το αγαπάμε. Σαν να υπάρχει μέσα του μια μικρή συμφωνία με τον χρόνο: εσύ θα το γεύεσαι κι εκείνο θα εξαφανίζεται. Σοκολάτα, βανίλια, φράουλα· ονόματα απλά, σχεδόν παιδικά, που όμως κάποτε αποκτούν τη δική τους μνήμη.
Η βανίλια μπορεί να είναι ένα απόγευμα. Η σοκολάτα ένα χωνάκι στο χέρι και το καλοκαίρι γύρω σου να μην έχει ακόμη αποφασίσει πότε θα τελειώσει. Η φράουλα μπορεί να είναι μια αυλή, μια φωνή, ένα πρόσωπο που σήμερα δεν θυμάσαι πια καθαρά, αλλά θυμάσαι τη γεύση εκείνης της ημέρας. Γιατί η μνήμη δεν κρατά πάντοτε πρόσωπα· κρατά μυρωδιές, θερμοκρασίες, μικρές γεύσεις που επέζησαν από όσα χάθηκαν.
Κι έτσι τρώγοντας ένα παγωτό, δεν τρως μόνο παγωτό. Τρως λίγο από το καλοκαίρι που πέρασε, λίγο από το παιδί που υπήρξες, λίγο από εκείνη την αφελή βεβαιότητα πως τα απογεύματα δεν τελειώνουν ποτέ. Μόνο που το παγωτό στάζει στο χέρι και σε επαναφέρει. Ο χρόνος δεν είναι πια ανάμνηση· είναι μια σταγόνα που κυλά στον καρπό.
Ίσως τελικά αυτή να είναι η πιο παράξενη γεύση: εκείνη που όσο περισσότερο προσπαθείς να κρατήσεις, τόσο πιο γρήγορα χάνεται.
Και μένει στη γλώσσα κάτι ελάχιστο -όχι η γεύση, αλλά η επιθυμία να ξαναγευτείς αυτό που μόλις τελείωσε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου