Από την οικολογία ως αντίσταση στην οικολογία ως γεωπολιτική διαχείριση.
Κάποτε η οικολογία ήταν μια μορφή αντίστασης. Ήταν η φωνή εκείνων που έλεγαν ότι η φύση δεν είναι αποθήκη πρώτων υλών, ότι το δάσος δεν είναι οικόπεδο, ότι το ποτάμι δεν είναι αγωγός και η θάλασσα δεν είναι απλώς ένας χώρος για αλιεία, τουρισμό, εξορύξεις και οικονομική εκμετάλλευση. Ήταν μια αμφισβήτηση της βαθιά ριζωμένης αντίληψης ότι ο άνθρωπος βρίσκεται έξω και πάνω από τη φύση και έχει το δικαίωμα να τη μετατρέπει σε αντικείμενο χρήσης.
Η οικολογία γεννήθηκε ως υπενθύμιση ενός απλού αλλά επαναστατικού γεγονότος: η φύση δεν μας ανήκει. Εμείς ανήκουμε στη φύση.
Κάποτε, λοιπόν, υπήρχε η οικολογία ως αντίσταση. Σήμερα υπάρχει όλο και περισσότερο η οικολογία ως θεσμός, ως πολιτική, ως κανονισμός, ως οικονομία, ως διεθνής στρατηγική.
Και μαζί με αυτή τη μεταμόρφωση εμφανίζεται μια μεγάλη αντίφαση: από την οικολογία ως αντίσταση στην οικολογία ως διαχείριση.
Η φύση πλέον χαρτογραφείται, κατηγοριοποιείται, μετριέται και διοικείται.
Το δάσος γίνεται προστατευόμενη περιοχή.
Η θάλασσα γίνεται θαλάσσιο πάρκο.
Το οικοσύστημα αποκτά όρια.
Η βιοποικιλότητα γίνεται δείκτης.
Το κλίμα γίνεται πολιτική.
Η προστασία της φύσης γίνεται νομοθετικό και διοικητικό πλαίσιο.
Και πολλά από αυτά είναι απολύτως αναγκαία. Η φύση χρειάζεται προστασία. Οι θάλασσες χρειάζονται κανόνες. Τα δάση χρειάζονται θεσμική θωράκιση. Η ανθρώπινη δραστηριότητα χρειάζεται όρια.
Όμως, από τη στιγμή που η οικολογία εισέρχεται στον κόσμο της εξουσίας, αποκτά και μια δεύτερη διάσταση. Μπορεί να γίνει εργαλείο.
Και τότε η οικολογία συναντά τη γεωπολιτική.
Η θάλασσα είναι ένας από τους σημαντικότερους χώρους του σύγχρονου γεωπολιτικού ανταγωνισμού.
Είναι δρόμος εμπορίου, πηγή τροφής, πεδίο ενεργειακών συμφερόντων, χώρος στρατιωτικής παρουσίας, αλλά και περιοχή όπου συναντώνται θαλάσσια δικαιώματα, ΑΟΖ, υφαλοκρηπίδες και εθνικές διεκδικήσεις.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τα θαλάσσια πάρκα αποκτούν μια ιδιαίτερη σημασία.
Ένα θαλάσσιο πάρκο είναι, πρωτίστως, περιβαλλοντικό μέτρο. Προστατεύει οικοσυστήματα, περιορίζει δραστηριότητες, προστατεύει είδη και επιδιώκει τη διατήρηση της θαλάσσιας βιοποικιλότητας.
Δεν δημιουργεί αυτομάτως νέα κυριαρχικά δικαιώματα.
Όμως δημιουργεί κάτι άλλο: παρουσία.
Χαράσσονται όρια. Εκδίδονται κανόνες. Καθορίζονται επιτρεπόμενες και απαγορευμένες δραστηριότητες. Δημιουργούνται μηχανισμοί παρακολούθησης. Παράγονται χάρτες. Αναπτύσσονται επιστημονικά προγράμματα.
Έτσι, ένα κράτος αποκτά μια οργανωμένη θεσμική παρουσία σε έναν συγκεκριμένο θαλάσσιο χώρο.
Και στη γεωπολιτική, η παρουσία στον χάρτη έχει σημασία.
Ο χάρτης δεν είναι ποτέ απλώς ένα κομμάτι χαρτί.
Στην ιστορία οι χάρτες χρησιμοποιήθηκαν για να αποτυπώσουν αυτοκρατορίες, σύνορα, εμπορικούς δρόμους και εδαφικές διεκδικήσεις.
Σήμερα αποτυπώνουν επίσης ΑΟΖ, υφαλοκρηπίδες, ενεργειακούς διαδρόμους και προστατευόμενες περιοχές.
Ένας χάρτης θαλάσσιου πάρκου δεν αλλάζει από μόνος του το διεθνές δίκαιο. Μπορεί όμως να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο ένας θαλάσσιος χώρος παρουσιάζεται, αντιλαμβάνεται και εντάσσεται στο διεθνές πολιτικό αφήγημα.
Και η γεωπολιτική δεν διεξάγεται μόνο με πολεμικά πλοία και διπλωματικές νότες.
Διεξάγεται και με χάρτες.
Με επιστημονικά δεδομένα.
Με διεθνείς οργανισμούς.
Με θεσμούς.
Με λέξεις.
Με αφηγήματα.
Ένα κράτος που προστατεύει τη θάλασσα αποκτά ένα διαφορετικό είδος ισχύος. Δεν εμφανίζεται μόνο ως στρατιωτική δύναμη ή οικονομικός παράγοντας. Εμφανίζεται ως προστάτης της βιοποικιλότητας. Ως υπερασπιστής των θαλάσσιων θηλαστικών. Ως δύναμη απέναντι στην υπεραλίευση. Ως χώρα που εφαρμόζει πολιτικές για την κλιματική αλλαγή.
Αυτό είναι η ήπια ισχύς της οικολογίας.
Και έχει ιδιαίτερη σημασία στη σύγχρονη διεθνή πολιτική, γιατί είναι δύσκολο να αντιταχθεί κανείς δημόσια στην προστασία της φύσης χωρίς να βρεθεί αντιμέτωπος με ένα δυσμενές ηθικό και επικοινωνιακό πλαίσιο.
Έτσι, η οικολογία μπορεί να αποκτήσει διπλωματική δύναμη.
Και αυτό δεν σημαίνει ότι η οικολογική ανάγκη είναι ψεύτικη. Σημαίνει ότι μπορεί να συνυπάρχει με άλλες επιδιώξεις.
Στο Αιγαίο η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο ευαίσθητη λόγω ακριβώς αυτών των επιδιώξεων.
Ελλάδα και Τουρκία έχουν μακρόχρονη διαφωνία για ζητήματα που αφορούν τον θαλάσσιο χώρο, μεταξύ άλλων την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ, μέσα σε ένα ευρύτερο πλέγμα πολιτικών και στρατηγικών αντιπαραθέσεων.
Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, κάθε σημαντική θεσμική παρέμβαση στη θάλασσα εύκολα μπορεί να αποκτήσει πολιτική ανάγνωση.
Για την Ελλάδα, ένα θαλάσσιο πάρκο μπορεί να είναι -και οφείλει να είναι- μια πραγματική προσπάθεια προστασίας της θαλάσσιας ζωής.
Για την άλλη πλευρά μπορεί να ερμηνευθεί ως κίνηση που δημιουργεί νέα δεδομένα στον θαλάσσιο χώρο. Η δεύτερη ανάγνωση δεν σημαίνει αυτομάτως ότι είναι νομικά ορθή. Σημαίνει ότι στο Αιγαίο η περιβαλλοντική πολιτική δεν λειτουργεί σε πολιτικό κενό.
Κάθε χάρτης, κάθε ζώνη, κάθε κανονισμός μπορεί να αποκτήσει ευρύτερη γεωπολιτική σημασία.
Εδώ βρίσκεται η λεπτή γραμμή.
Άλλο είναι να προστατεύεις τη φύση και άλλο να χρησιμοποιείς την προστασία της φύσης ως εργαλείο.
Ένα θαλάσσιο πάρκο μπορεί να προστατεύει πραγματικά ένα οικοσύστημα και ταυτόχρονα να εξυπηρετεί, συνειδητά ή όχι, ευρύτερες πολιτικές επιδιώξεις.
Αυτό δεν είναι παράδοξο.
Η πολιτική συχνά λειτουργεί σε πολλά επίπεδα ταυτόχρονα.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν το οικολογικό επιχείρημα χρησιμοποιείται για να καλύψει κάτι που στην πραγματικότητα είναι πρωτίστως πολιτικό ή γεωπολιτικό. Τότε η οικολογία κινδυνεύει να χάσει την αυτονομία της.
Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο παράδοξο της εποχής μας. Η οικολογία γεννήθηκε για να αντισταθεί στην εργαλειοποίηση της φύσης. Και τώρα κινδυνεύει να εργαλειοποιηθεί η ίδια.
Η οικολογία ξεκίνησε λέγοντας: Μην καταστρέφετε τη φύση.
Σήμερα συχνά λέει: Διαχειριστείτε τη φύση.
Η διαφορά φαίνεται μικρή. Δεν είναι.
Η πρώτη φράση είναι ηθική.
Η δεύτερη είναι διοικητική.
Η πρώτη αμφισβητεί την εξουσία του ανθρώπου πάνω στη φύση.
Η δεύτερη προσπαθεί να κάνει αυτή την εξουσία πιο αποτελεσματική.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη μεταμόρφωση: από την οικολογία ως αντίσταση στην οικολογία ως διαχείριση.
Το δάσος γίνεται «διαχειριζόμενος πόρος».
Η θάλασσα γίνεται «θαλάσσιος χώρος διαχείρισης».
Τα είδη γίνονται «πληθυσμοί προς παρακολούθηση».
Η βιοποικιλότητα γίνεται «δείκτης».
Η φύση μετατρέπεται σε ένα τεράστιο σύστημα δεδομένων και διοικητικών κατηγοριών.
Και ο άνθρωπος παραμένει στο κέντρο.
Απλώς τώρα φοράει πράσινο χρώμα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να απορρίψουμε τα θαλάσσια πάρκα ή τις περιβαλλοντικές πολιτικές.
Το αντίθετο.
Χρειαζόμαστε περισσότερη προστασία της φύσης, όχι λιγότερη.
Χρειαζόμαστε πραγματική προστασία των θαλασσών, των δασών και των οικοσυστημάτων.
Αλλά χρειαζόμαστε και κάτι ακόμη: κριτική σκέψη απέναντι στην ίδια την οικολογία όταν αυτή γίνεται θεσμός εξουσίας.
Να μπορούμε να προστατεύουμε τη φύση χωρίς να την κάνουμε εργαλείο.
Να μπορούμε να δημιουργούμε θαλάσσια πάρκα χωρίς να μετατρέπουμε την οικολογία σε γεωπολιτικό όπλο.
Να μπορούμε να χαρτογραφούμε τη θάλασσα χωρίς να πιστεύουμε ότι η φύση υπακούει στους χάρτες μας.
Γιατί η φάλαινα δεν γνωρίζει τις ΑΟΖ.
Η χελώνα δεν γνωρίζει τις διπλωματικές διαφορές.
Το δελφίνι δεν γνωρίζει ποια χώρα διεκδικεί ποια θάλασσα.
Και το δάσος δεν γνωρίζει πού τελειώνει μια διοικητική περιφέρεια.
Εμείς χαράζουμε τις γραμμές. Η φύση τις διασχίζει.
Ίσως λοιπόν το πραγματικό στοίχημα της σύγχρονης οικολογίας δεν είναι να γίνει πιο ισχυρή μέσα στους μηχανισμούς της εξουσίας. Είναι να μην ξεχάσει γιατί γεννήθηκε. Να παραμείνει συνείδηση πριν γίνει κανονισμός. Να παραμείνει αντίσταση πριν γίνει διαχείριση. Να προστατεύει τη φύση χωρίς να την υποτάσσει σε νέες μορφές εξουσίας.
Γιατί αν η οικολογία κερδίσει ως θεσμός αλλά χάσει ως ιδέα, θα έχουμε ίσως περισσότερα προστατευόμενα δάση, περισσότερα θαλάσσια πάρκα, περισσότερους κανονισμούς και περισσότερους πράσινους χάρτες.
Και όμως, θα έχουμε ξεχάσει το πιο απλό πράγμα:
Η φύση δεν ζητά να τη διαχειριστούμε καλύτερα.
Ζητά να πάψουμε να την καταστρέφουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου