Το καλοκαίρι, τα σαλιγκάρια ανεβαίνουν ψηλά. Στους μίσχους των φυτών, στους πασσάλους, στους τοίχους. Εκεί όπου ο αέρας είναι λίγο πιο δροσερός και η καυτή γη δεν μπορεί να τα αγγίξει. Ύστερα κλείνονται στο κέλυφός τους και σφραγίζουν την είσοδο με το επίφραγμα. Μοιάζουν νεκρά, ενώ μέσα τους η ζωή απλώς έχει χαμηλώσει τον ρυθμό της.
Αυτό είναι η θερινή νάρκη ή ο λήθαργος του καλοκαιριού: όχι παραίτηση από τη ζωή, αλλά ένας τρόπος να τη διαφυλάξεις.
Το σαλιγκάρι ξέρει κάτι που ο άνθρωπος συχνά ξεχνά. Ότι δεν χρειάζεται να συνεχίζεις πάντοτε να κινείσαι. Ότι υπάρχουν εποχές για να προχωράς και εποχές για να προστατεύεσαι. Κάποτε η επιβίωση απαιτεί να ανέβεις ψηλότερα, να απομακρυνθείς από την καυτή επιφάνεια του κόσμου και να κλείσεις για λίγο την πόρτα.
Ίσως γι’ αυτό το καλοκαίρι να είναι και μια μικρή μεταφορά της ανθρώπινης ζωής. Όταν όλα γύρω μας πυρώνουν, όταν οι απαιτήσεις, ο θόρυβος και η βιασύνη στεγνώνουν την εσωτερική μας υγρασία, η ακινησία δεν είναι αδυναμία. Είναι άμυνα.
Να κλειστείς στο δικό σου κέλυφος δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπεις τον κόσμο. Σημαίνει ότι προσπαθείς να μη χάσεις τον εαυτό σου μέσα του.
Και κάποια στιγμή θα έρθει η βροχή.
Τότε η πόρτα θα μαλακώσει, το σώμα θα ξαναβρεί τον ρυθμό του και εκείνο που έμοιαζε νεκρό θα αρχίσει πάλι να κινείται.
Ίσως, τελικά, η ζωή να έχει και αυτή τη σοφία του σαλιγκαριού: να ξέρει πότε να βγαίνει στον κόσμο και πότε να κλείνεται στο κέλυφος, μέχρι να περάσει η μεγάλη ζέστη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου