Υπάρχει μια ηλικία στη ζωή όπου ο άνθρωπος παύει να αναζητά τον προορισμό και αρχίζει να αναζητά το λιμάνι. Δεν τον ενδιαφέρει τόσο πού θα φτάσει, όσο πού θα μπορέσει να σταθεί. Πού θα αφήσει για λίγο το πλοίο του δεμένο, θα μαζέψει τα πανιά και θα ακούσει τη σιωπή που τόσα χρόνια πνίγονταν κάτω από τον θόρυβο των κυμάτων.
Γιατί η ζωή μοιάζει περισσότερο με θάλασσα παρά με δρόμο. Δεν είναι ευθεία. Δεν έχει πάντοτε κατεύθυνση. Έχει ανέμους που αλλάζουν, ρεύματα που σε παρασύρουν, καταιγίδες που δεν προειδοποιούν. Κι ο άνθρωπος, ακόμη κι όταν κρατά γερά το τιμόνι, ξέρει βαθιά μέσα του πως δεν ελέγχει τη θάλασσα.
Έτσι μαθαίνει να αναζητά φάρους.
Ένα πρόσωπο μπορεί να γίνει φάρος. Ένας τόπος. Μια ανάμνηση. Μια λέξη που ειπώθηκε την κατάλληλη στιγμή. Κάτι μικρό που, μέσα στην απεραντοσύνη, σου δείχνει πως υπάρχει ακόμη στεριά.
Όμως το λιμάνι είναι κάτι περισσότερο από καταφύγιο. Είναι αποδοχή. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα. Δεν χρειάζεται να είναι δυνατός, αλάνθαστος, ακούραστος. Μπορεί απλώς να υπάρξει.
Ίσως γι’ αυτό φοβόμαστε τόσο τα λιμάνια.
Γιατί το να αγκυροβολήσεις σημαίνει να παραδεχτείς πως κουράστηκες. Σημαίνει να αφήσεις πίσω την αέναη φυγή, την ανάγκη να ταξιδεύεις συνεχώς για να μην αντικρίσεις όσα κουβαλάς. Η θάλασσα, όσο άγρια κι αν είναι, πολλές φορές είναι ευκολότερη από τη στεριά. Στη θάλασσα παλεύεις με τα κύματα. Στη στεριά παλεύεις με τον εαυτό σου.
Κι όμως, κάποια στιγμή πρέπει να γυρίσεις.
Όχι επειδή τελείωσε η θάλασσα, αλλά επειδή δεν γίνεται να ζεις για πάντα πάνω της.
Ίσως το πραγματικό λιμάνι να μην είναι ένας τόπος στον χάρτη. Να μην έχει όνομα, συντεταγμένες ή φάρο. Ίσως να είναι εκείνη η σπάνια εσωτερική γαλήνη όπου δεν χρειάζεται πλέον να φύγεις για να σωθείς.
Γιατί τελικά ο άνθρωπος δεν αναζητά ένα λιμάνι για να σταματήσει να ταξιδεύει.
Αναζητά ένα λιμάνι για να ξέρει πως, όταν ξανασηκωθεί ο άνεμος, θα έχει κάπου να επιστρέψει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου