Στο ελατοδάσος το καλοκαίρι έχει άλλη φωνή.
Δεν έρχεται με τον θόρυβο των ακτών και τη λάμψη της θάλασσας. Έρχεται αθόρυβα, σκαρφαλώνει στις πλαγιές και φωλιάζει ανάμεσα στα έλατα, εκεί όπου ο ήλιος δυσκολεύεται να περάσει.
Κάτω από τις φυλλωσιές, ο αέρας είναι δροσερός και μυρίζει ρετσίνι. Οι σκιές των δέντρων απλώνονται στο χώμα σαν πράσινες λίμνες και μέσα τους περπατούν μικρές ηλιαχτίδες.
Το δάσος αναπνέει.
Με κάθε φύσημα του ανέμου οι κορυφές των ελάτων κυματίζουν, σαν μια απέραντη πράσινη θάλασσα που δεν έχει κύματα, μόνο ψιθύρους.
Κάπου μακριά ακούγεται ένα πουλί.
Ύστερα πάλι σιωπή.
Και μέσα σε αυτή τη σιωπή ο άνθρωπος μικραίνει -όχι από φόβο, αλλά από θαυμασμό. Γιατί μπροστά στα αιώνια δέντρα καταλαβαίνει πόσο σύντομη είναι η δική του διαδρομή και πόσο γενναιόδωρη μπορεί να γίνει η φύση όταν την αφήνουμε να υπάρχει.
Το απόγευμα, όταν ο ήλιος χαμηλώνει, οι κορμοί φωτίζονται στις άκρες τους και το δάσος παίρνει μια παράξενη, σχεδόν ονειρική όψη.
Σαν να κρατά για λίγο ακόμη το καλοκαίρι μέσα στις βελόνες του.
Κι εσύ φεύγεις αργά, παίρνοντας μαζί σου τη μυρωδιά του ρετσινιού, τη δροσιά της σκιάς και εκείνη τη βαθιά αίσθηση πως υπάρχουν ακόμη τόποι όπου η φύση δεν χρειάζεται τίποτε από εμάς.
Μόνο να την αφήσουμε να αναπνέει.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου