Η φράση «αν σκοτώσεις μια κατσαρίδα, είσαι ήρωας· αν σκοτώσεις μια όμορφη πεταλούδα, είσαι κακός· η ηθική έχει αισθητικά κριτήρια» έχει γίνει εξαιρετικά δημοφιλής στο διαδίκτυο και αποδίδεται συχνά στον Φρίντριχ Νίτσε. Δεν είναι, όμως, αυθεντικό απόφθεγμα του Νίτσε και δεν υπάρχει στα έργα του. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η φράση είναι φιλοσοφικά άσχετη με τον Νίτσε. Αντίθετα, αγγίζει ένα από τα πιο σημαντικά ερωτήματα της σκέψης του: ποιος αποφασίζει τι είναι καλό και τι είναι κακό και από πού προέρχονται οι ηθικές αξίες μας;
Δεν έχει τελικά σημασία αν τη φράση την είπε ο Νίτσε. Που σίγουρα δεν την είπε. Έχει σημασία ότι μέσα σε λίγες λέξεις αποκαλύπτει μια βαθιά ανθρώπινη αντίφαση. Σκοτώνεις μια κατσαρίδα και θεωρείται ότι έκανες το αυτονόητο. Σκοτώνεις μια πεταλούδα και ξαφνικά η ίδια πράξη αποκτά το βάρος της σκληρότητας. Η ζωή, όμως, δεν άλλαξε. Άλλαξε μόνο η μορφή της. Η πράξη της αφαίρεσης μιας ζωής παραμένει ακριβώς η ίδια (το πάτημα ενός εντόμου). Παρόλα αυτά, η κοινωνία μεταφράζει την πράξη με δύο εκ διαμέτρου αντίθετους όρους. Ηθικά, αν η ζωή είχε αντικειμενική αξία, οι δύο πράξεις θα έπρεπε να κρίνονται ισότιμα. Η διαφοροποίηση αποδεικνύει ότι οι άνθρωποι δεν κρίνουν βάσει λογικής ή καθολικών νόμων, αλλά βάσει της προσωπικής τους ηθικής και αισθητικής.
Στη "Γενεαλογία της Ηθικής", ο Νίτσε δεν παίρνει τις έννοιες «καλό» και «κακό» ως αιώνιες και αυτονόητες αλήθειες. Ζητά να εξετάσουμε τη γενεαλογία τους: κάτω από ποιες συνθήκες δημιουργήθηκαν, ποιοι τις δημιούργησαν και τι ανάγκες, φόβοι ή σχέσεις δύναμης εκφράζουν. Χαρακτηριστικά ζητά να τεθεί υπό αμφισβήτηση ακόμη και η αξία των ίδιων των αξιών.
Εδώ ακριβώς αποκτά ενδιαφέρον η κατσαρίδα και η πεταλούδα.
Η πράξη μπορεί να είναι η ίδια: αφαιρούμε μια ζωή. Η ηθική μας κρίση, όμως, αλλάζει ανάλογα με το πλάσμα που βρίσκεται μπροστά μας. Η κατσαρίδα θεωρείται βρώμικη, αποκρουστική, απειλητική. Η πεταλούδα θεωρείται όμορφη, εύθραυστη, σχεδόν ποιητική. Έτσι, η μία πράξη μπορεί να μας βρει επικροτητές ή τουλάχιστον να μας αφήσει αδιάφορους, ενώ η άλλη να μας προκαλέσει θλίψη ή και αγανάκτηση.
Δεν κρίνουμε, λοιπόν, μόνο την πράξη. Κρίνουμε πρώτα την αξία που έχουμε αποδώσει στο αντικείμενό της αλλά και στο υποκείμενό της. Είμαστε εξαρχής προκατειλημμένοι τόσο από το υποκείμενο, όσο και από το αντικείμενο μίας πράξης, που την ίδια πράξη μπορεί να την κρίνουμε θετικά ή αρνητικά, ανεξάρτητα αν η πράξη είναι η ίδια ακριβώς.
Και αυτό βρίσκεται πολύ κοντά στη νιτσεϊκή «γενεαλογία» της ηθικής. Ο φιλόσοφος θέλει να μας κάνει καχύποπτους απέναντι στις βεβαιότητές μας. Να αναρωτηθούμε γιατί ονομάζουμε κάτι «καλό» και κάτι άλλο «κακό», αντί να θεωρούμε ότι αυτές οι κατηγορίες είναι φυσικοί και αιώνιοι νόμοι. Στο "Πέρα από το Καλό και το Κακό", άλλωστε, εξετάζει ακριβώς την ιστορία, την ποικιλία και τις διαφορετικές μορφές των ηθικών αξιών.
Η πράξη (το «τι συμβαίνει») δεν εξετάζεται ποτέ σε κενό αέρος. Φιλτράρεται πάντα μέσα από την αξία που έχουμε προ-αποδώσει τόσο στο αντικείμενο (αυτόν που δέχεται την πράξη) όσο και στο υποκείμενο (αυτόν που την εκτελεί).
Η πρώτη προκατάληψη βρίσκεται στο ίδιο το αντικείμενο της πράξης. Δεν αξιολογούμε πάντοτε την πράξη καθαυτή· αξιολογούμε εκείνο το αντικείμενο πάνω στο οποίο στρέφεται η πράξη.
Η θανάτωση ενός δελφινιού προκαλεί παγκόσμια συγκίνηση. Η θανάτωση ενός τόνου αποτελεί, τις περισσότερες φορές, απλώς «αλιεία». Μια πεταλούδα θεωρείται σύμβολο ομορφιάς και ευαισθησίας. Μια κατσαρίδα αντιμετωπίζεται ως παράσιτο και η εξόντωσή της ως «εξυγίανση».
Έχουμε δημιουργήσει, δηλαδή, μια άτυπη ιεραρχία ενσυναίσθησης. Δεν έχουν όλα τα όντα την ίδια θέση στη συνείδησή μας. Τους αποδίδουμε αξία πριν ακόμη αποφασίσουμε πώς θα τους συμπεριφερθούμε.
Και η αξία αυτή συχνά είναι ανθρωποκεντρική. Ό,τι μας προσφέρει ομορφιά, τροφή, χρησιμότητα ή συντροφιά προστατεύεται ευκολότερα. Ό,τι μας προκαλεί αηδία, φόβο ή οικονομική ζημιά μπορεί να εξοντωθεί χωρίς ιδιαίτερη ηθική ανησυχία. Η λέξη αλλάζει: άλλοτε λέμε «προστασία», άλλοτε «παραγωγή», άλλοτε «εξυγίανση». Η πράξη, όμως, μπορεί να παραμένει η ίδια: η αφαίρεση μιας ζωής.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη προκατάληψη, ακόμη πιο ανθρώπινη: η αξία που προαποδίδουμε στο υποκείμενο της πράξης.
Η ίδια πράξη δεν κρίνεται πάντοτε με τον ίδιο τρόπο, αλλά κρίνεται ανάλογα με το ποιος την κάνει.
Από έναν ισχυρό, πλούσιο ή κοινωνικά αποδεκτό άνθρωπο δεχόμαστε ευκολότερα το «ήταν ένα λάθος», «βρισκόταν υπό πίεση», «παρασύρθηκε». Από έναν περιθωριοποιημένο ή κοινωνικά στιγματισμένο άνθρωπο, η ίδια πράξη μπορεί να θεωρηθεί απόδειξη χαρακτήρα: «έτσι είναι αυτοί».
Το ίδιο συμβαίνει και ανάμεσα στις συλλογικότητες. Όταν το κάνουν «οι δικοί μας», η βία μπορεί να ονομαστεί αυτοάμυνα, αναγκαιότητα, ιστορική ανάγκη. Όταν την ίδια πράξη την κάνει ο αντίπαλος, αποκτά αμέσως άλλο λεξιλόγιο: βαρβαρότητα, έγκλημα, τρομοκρατία.
Η πράξη δεν άλλαξε. Άλλαξε ο δράστης.
Κι εδώ η σκέψη του Νίτσε γίνεται ιδιαίτερα χρήσιμη. Ο Νίτσε δεν μας προσφέρει μια απλή θεωρία σχετικισμού, ούτε λέει απλώς ότι «όλα είναι υποκειμενικά». Ο προοπτικισμός του μας καλεί να αναγνωρίσουμε ότι οι κρίσεις μας προέρχονται πάντοτε από κάποια οπτική γωνία, από μια συγκεκριμένη θέση μέσα στη ζωή, την ιστορία και τις σχέσεις δύναμης. Ακόμη και όταν θεωρούμε ότι μιλάμε από την απόλυτη θέση της αλήθειας, χρειάζεται να ρωτήσουμε: ποιος μιλά, από πού μιλά και ποια δύναμη εκφράζει αυτή η κρίση;
Στη νιτσεϊκή σκέψη, οι αξίες δεν είναι απλώς ουδέτεροι κανόνες που έπεσαν από τον ουρανό. Έχουν ιστορία. Έχουν δημιουργούς. Έχουν συγκρούσεις πίσω τους. Συνδέονται με ένστικτα, ανάγκες και μορφές δύναμης. Η «Γενεαλογία της Ηθικής» ακριβώς αυτό επιχειρεί: να αναζητήσει την προέλευση των ηθικών αξιών αντί να τις δεχθεί ως αυτονόητες.
Γι' αυτό και η "Θέληση για Δύναμη" δεν πρέπει να κατανοείται απλοϊκά ως η επιθυμία κάποιου να επιβληθεί στους άλλους. Στον Νίτσε συνδέεται βαθύτερα με την ενεργητική δύναμη της ζωής να ερμηνεύει, να αξιολογεί, να δημιουργεί αξίες και να επιβάλλει μια προοπτική πάνω στον κόσμο.
Έτσι, η κατσαρίδα και η πεταλούδα γίνονται κάτι περισσότερο από δύο έντομα. Γίνονται ένας καθρέφτης της ηθικής μας.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, ακόμη πιο ενδιαφέρουσα σύνδεση.
Ο Νίτσε δεν θεωρεί την αισθητική κάτι εντελώς ξένο προς τη φιλοσοφία της ζωής. Ήδη στη "Γέννηση της Τραγωδίας" διατυπώνει την περίφημη θέση ότι η ύπαρξη και ο κόσμος δικαιώνονται ως αισθητικό φαινόμενο. Η τέχνη, όχι η ηθική, εμφανίζεται εκεί ως η κατεξοχήν μεταφυσική δραστηριότητα του ανθρώπου.
Και έτσι η πεταλούδα αποκτά έναν παράξενο φιλοσοφικό συμβολισμό.
Την προστατεύουμε επειδή είναι όμορφη. Την κατσαρίδα τη συνθλίβουμε επειδή είναι άσχημη. Μήπως, λοιπόν, ένα μέρος της ηθικής μας δεν είναι παρά αισθητική μεταμφιεσμένη σε ηθική;
Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι ο Νίτσε θα συμφωνούσε απλά με το διαδικτυακό απόφθεγμα. Η φράση είναι σύγχρονη και δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως δική του. Η συγγένεια βρίσκεται αλλού: στην αμφισβήτηση της αυτονόητης ηθικής, στην εξέταση της προέλευσης των αξιών και στην υποψία ότι πίσω από τις κρίσεις μας κρύβονται βαθύτερες επιθυμίες, ένστικτα, φόβοι και τρόποι θέασης του κόσμου.
Και ίσως εκεί βρίσκεται το πιο ενοχλητικό ερώτημα.
Αν η κατσαρίδα ήταν όμορφη και η πεταλούδα αποκρουστική, θα παρέμενε ίδια η ηθική μας;
Ίσως ο Νίτσε δεν μας ζητά να αγαπήσουμε την κατσαρίδα ούτε να μισήσουμε την πεταλούδα. Μας ζητά κάτι δυσκολότερο: να εξετάσουμε τον ίδιο τον μηχανισμό με τον οποίο αποφασίζουμε τι αξίζει να αγαπάμε, τι αξίζει να λυπόμαστε και τι θεωρούμε άξιο να καταστραφεί.
Γιατί η πιο επικίνδυνη ηθική δεν είναι εκείνη που γνωρίζει ότι έχει προκαταλήψεις. Είναι εκείνη που τις έχει ξεχάσει και τις ονομάζει αλήθειες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου