Η θάλασσα δεν κάνει διακρίσεις. Δέχεται με την ίδια αδιαφορία το μικρό ψαροκάικο, το λευκό κότερο και το ατσάλινο θωρηκτό. Για εκείνη, όλα είναι απλώς περαστικοί ταξιδιώτες πάνω στην απέραντη επιφάνειά της.
Το κότερο γεννήθηκε για την απόλαυση. Γλιστρά πάνω στα κύματα αναζητώντας τον ήλιο, τον άνεμο και την ελευθερία. Το θωρηκτό, αντίθετα, κατασκευάστηκε για τη δύναμη. Κουβαλά κανόνια, διαταγές και την ευθύνη του πολέμου. Το ένα υπηρετεί την ηρεμία των ανθρώπων· το άλλο, τις συγκρούσεις τους.
Κι όμως, όταν σηκωθεί η φουρτούνα, οι διαφορές τους μικραίνουν. Το κύμα δεν υπολογίζει ούτε τον πλούτο ούτε την ισχύ. Χτυπά το ξύλο και το ατσάλι με την ίδια αμεροληψία, θυμίζοντας ότι η φύση δεν αναγνωρίζει αξιώματα.
Ίσως γι' αυτό η θάλασσα είναι ο μεγαλύτερος δάσκαλος της ταπεινότητας. Εκεί όπου ο άνθρωπος βλέπει πολυτέλεια ή υπεροχή, εκείνη βλέπει μόνο πλεούμενα. Και γνωρίζει καλύτερα από όλους πως, όσο μεγάλο κι αν είναι ένα πλοίο, πάντα θα υπάρχει ένας ορίζοντας μεγαλύτερος από αυτό.
Η θάλασσα δεν θυμάται ποιος πέρασε από πάνω της. Θυμάται μόνο τον άνεμο που την τάραξε και το φως που καθρεφτίστηκε στα νερά της. Τα κότερα θα γεράσουν στα λιμάνια, τα θωρηκτά θα σκουριάσουν ή θα γίνουν μουσεία. Εκείνη, όμως, θα συνεχίσει να ανασαίνει αιώνια, αδιάφορη απέναντι στις ανθρώπινες φιλοδοξίες, κρατώντας για τον εαυτό της το μοναδικό προνόμιο που κανένα πλοίο δεν θα αποκτήσει ποτέ: την αθανασία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου